Σάββατο, Ιουλίου 31, 2021

31 Ιουλίου 1703 Ο Ντάνιελ Ντεφόε τοποθετείται σε κύφωνα

Daniel Defoe Kneller Style.jpg


31 Ιουλίου 1703 (318 χρόνια πριν): Ο Ντάνιελ Ντεφόε τοποθετείται σε κύφωνα για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης μετά τη δημοσίευση ενός πολιτικού σατιρικού φυλλαδίου.

Ο θάνατος του Γουλιέλμου Γ' το 1702 δημιούργησε για άλλη μια φορά πολιτική αναταραχή καθώς ο βασιλιάς αντικαταστάθηκε από τη βασίλισσα Άννα, η οποία άρχισε αμέσως επίθεση ενάντια στους διαφωνούντες με την Εκκλησία της Αγγλίας. Τα κείμενα του Ντεφόε και οι πολιτικές του δραστηριότητες είχαν ως αποτέλεσμα τη σύλληψή του και την τοποθέτησή του σε κύφωνα στις 31 Ιουλίου 1703, κυρίως λόγω ενός φυλλαδίου με τίτλο Ο Συντομότερος Δρόμος με τους Διαφωνούντες ή Προτάσεις για την Ίδρυση της Εκκλησίας. Σ' αυτό ο Ντεφόε σατίριζε ανελέητα τόσο τους Συντηρητικούς όσο και τους διαφωνούντες που υποκριτικά άσκησαν τη λεγόμενη "περιστασιακή συμμόρφωση", όπως ο γείτονάς του από το Στόουκ Νιούινγκτον, σερ Τόμας Άμπνεϊ. Αν και δημοσιεύτηκε ανώνυμα, γρήγορα ανακαλύφθηκε η αληθινή πατρότητα του κειμένου και ο Ντεφόε συνελήφθη. Σύμφωνα με το θρύλο, η δημοσίευση του ποιήματός του Ύμνος στον Κύφωνα, έκανε το κοινό κατά τη διάρκεια του κυφωνισμού να του πετάει λουλούδια, αντί για τα συνήθη επιβλαβή αντικείμενα, και να πίνει στην υγειά του. Η ιστορικότητα του γεγονότος είναι υπό αμφισβήτηση από τους περισσότερους μελετητές, αν και ο Τζον Ρόμπερτ Μουρ αργότερα είπε ότι "Δεν υπήρξε κανένας άνθρωπος στην Αγγλία, εκτός από τον Ντεφόε, που να μπήκε σε κύφωνα και αργότερα να ξεχώρισε μεταξύ των συνανθρώπων του". Εντούτοις, υπάρχει η περίπτωση του Τόμας Κοχρέιν, 10ου κόμη του Νταντόλαντ και φημισμένου αξιωματικού του Βασιλικού Ναυτικού, ο οποίος καταδικάστηκε στον κύφωνα αλλά του δόθηκε χάρη από φόβο μήπως η δημοτικότητά του προκαλούσε ταραχές.
"Wherever God erects a house of prayer
the Devil always builds a chapel there;
And 't will be found, upon examination,
the latter has the largest congregation."
(Όπου ο Θεός ανεγείρει οίκο προσευχής
ο Διάβολος πάντα χτίζει ένα παρεκκλήσι εκεί
Και θα βρεθεί, μετά από εξέταση,
ότι ο τελευταίος έχει τη μεγαλύτερη συγκέντρωση)

— Ντεφόε, Ο Γνήσιος Άγγλος, 1701
Μετά από τρεις μέρες στον κύφωνα, ο Ντεφόε μπήκε στη φυλακή Νιουγκέιτ. Ο υπουργός Ρόμπερτ Χάρλεϊ, 1ος Κόμης της Οξφόρδης και Κόμης του Μόρτιμερ, μεσολάβησε για την απελευθέρωσή του με όρο τη συνεργασία του Ντεφόε ως μυστικός πράκτορας για λογαριασμό των Συντηρητικών (Tories). Σε αντάλλαγμα γι' αυτή τη συνεργασία, ο Χάρλεϊ κατέβαλε κάποια από τα ανεξόφλητα χρέη του Ντεφόε, βελτιώνοντας σημαντικά την οικονομική του κατάσταση.

Μάχη της Αλεξάνδρειας 31 Ιουλίου 30 π.Χ.

 



31 Ιουλίου 30 π.Χ. (2051 χρόνια πριν):
Μάχη της Αλεξάνδρειας: Ο Μάρκος Αντώνιος επιτυγχάνει μικρή νίκη εναντίον των δυνάμεων του Οκταβιανού αλλά στη συνέχεια οι περισσότεροι στρατιώτες του λιποτακτούν, γεγονός που την επόμενη μέρα τον οδηγεί στην αυτοκτονία.

Μετά την ήττα στο Άκτιο, ο Μάρκος Αντώνιος συγκέντρωσε όσες δυνάμεις του απέμειναν στην Αίγυπτο. Η απομόνωση και η καταθλιπτική αριθμητική υπεροχή των δυνάμεων του Οκταβιανού προκάλεσαν σημαντικές λιποταξίες από τις τάξεις του αλλά παρόλα αυτά, ο Αντώνιος κατόρθωσε να κερδίσει μια μικρή νίκη στα σημεία χάρη στις ικανότητές του σαν τακτικός διοικητής.

Ο Οκταβιανός όμως θα επιχειρήσει μια δεύτερη επίθεση από δύο πλευρές τον Αύγουστο κατορθώνοντας να κυριεύσει την πόλη. Οι δυνάμεις του Αντωνίου διαλύθηκαν αυτομολώντας στον εχθρό -τους “άλλους” Ρωμαίους- με αποκορύφωμα τον στόλο του που πέρασε εξολοκλήρου στις διαταγές του Οκταβιανού.

Χωρίς δυνάμεις και χωρίς συμμάχους ο Μάρκος Αντώνιος προτίμησε την αυτοκτονία από τη σύλληψη και την ατίμωση στα χέρια του εχθρού του. Η Κλεοπάτρα, αντίθετα, προσπάθησε να διαπραγματευτεί με τον νέο Ρωμαίο επικυρίαρχο της Αιγύπτου, τον τρίτο κατά σειρά, αλλά οι χάρες της δεν την υπηρέτησαν όπως με τους άλλους δύο. Θα ακολουθήσει τον εραστή της στην αυτοκτονία και στον τάφο.

συνέχειαhttps://www.ptisidiastima.com/30-bc-battle-alexandria-2/

 

Σοφία Αντωνιάδη (1895-1972)

 SophiaAntoniades.jpg

31 Ιουλίου 1895 (126 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Σοφία Αντωνιάδη Ελληνίδα βυζαντινολόγος

Η Σοφία Αντωνιάδη (1895-1972) ήταν Ελληνίδα βυζαντινολόγος. Ήταν η πρώτη γυναίκα καθηγήτρια σε ολλανδικό πανεπιστήμιο και από τις λίγες Ελληνίδες που κατείχαν θέση σε ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο.


Γεννήθηκε στις 31 Ιουλίου 1895 στον Πειραιά. Η καταγωγή της ήταν από την Κρήτη, με την παράδοση να αναφέρει πως ήταν απόγονος της βυζαντινής οικογενείας των Μελισσηνών. Ο πατέρας της Ανδρέας ήταν δικηγόρος στον Πειραιά, ενώ η μητέρα της, ανήκε σε γνωστή οικογενεία των Αθηνών. Ολοκλήρωσε την βασική της εκπαίδευση παρακολουθώντας μαθήματα στην Ελληνογαλλική Σχολή της Αικατερίνης Διαμαντοπούλου. Έλαβε το απολυτήριο της (bacalauréat) από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών. Το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων καθυστέρησε τις σπουδές της, και έτσι μετέβη στο Παρίσι για να σπουδάσει στην Σορβόννη, μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Εκεί παρακολούθησε μαθήματα ελληνικής και γαλλικής φιλολογίας, και πήρε το πτυχίο (licence) της στις κλασικές σπουδές το 1920.

Επέστρεψε στην Ελλάδα και το 1922, εξέδωσε το «Θυσία του Αβραάμ», ενώ την περίοδο 1924-1926 έδωσε σειρά διαλέξεων σχετικά με τη νεοελληνική λογοτεχνία στην Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου. Το 1930, υπό την επίβλεψη του Ουμπέρ Περνό (Hubert Pernot), καθηγητή του Πανεπιστημίου του Παρισιού, απέκτησε το διδακτορικό της δίπλωμα με την διατριβή « L' Ėvangile de Luc. Esquisse de grammaire et de style » (Το Ευαγγέλιο κατά Λουκά), καθώς και τη συνοδευτική διατριβή « Pascal traducteur de la Bible » (Ο Πασκάλ ως μεταφραστής της Βίβλου).

Το 1935, σε ηλικία 35 ετών, εξελέγη έκτακτη καθηγήτρια παλαιοχριστιανικής, μεσαιωνικής και νεοελληνικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο του Λέιντεν, στη θέση του Ολλανδού Βυζαντινολόγου Ν. Κ. Χέσελινγκ. Το 1951 έγινε τακτική καθηγήτρια στην ίδια έδρα, ενώ από το 1948 είχε εκλεγεί στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ στην έδρα της νεοελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας. Δίδαξε στην Ολλανδία για 25 χρόνια, εκτός από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν και επέστρεψε στην Ελλάδα. Αποχώρησε από την πανεπιστημιακή της σταδιοδρομία το 1955 όταν και ανέλαβε την θέση της διευθύντριας στο Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας. Έμεινε στην θέση αυτή μέχρι το 1966, όταν και επέστρεψε στην Αθήνα.

Απεβίωσε στις 25 Ιανουαρίου 1972 στην Αθήνα.

 

Ανέστος Δελιάς (το πραγματικό του όνομα ήταν Αναστάσιος Δέλλιος, 1912 - 31 Ιουλίου 1944)

Piraeus Quartet.jpg 

31 Ιουλίου 1944 (77 χρόνια πριν) πέθανε: 

Ανέστος Δελιάς Έλληνας τραγουδοποιός

Ο Ανέστος Δελιάς (το πραγματικό του όνομα ήταν Αναστάσιος Δέλλιος, 1912 - 31 Ιουλίου 1944), ή Ανέστης ή Ανεστάκι, γνωστός και με το παρατσούκλι Αρτέμης ήταν Έλληνας οργανοπαίκτης, συνθέτης, στιχουργός και τραγουδιστής του ρεμπέτικου τραγουδιού. Το 1935 έγραψε το δημοφιλέστατο τσιφτετέλι Μέσα στης Πόλης το χαμάμΤο χαρέμι στο χαμάμ) που ηχογραφήθηκε σε αυθεντικές εκτελέσεις με τον Παγιουμτζή, τον Παπαϊωάννου, αλλά και πολλούς άλλους. Τα υπόλοιπα γνωστότερα τραγούδια του είναι η Αθηναίισσα, Έκανες τη φιγούρα σου μάγκα στη γειτονιά μου, Για ένα παλιό σακάκι, Δεν είδανε τα μάτια μου τέτοια καλή γυναίκα, Μάγκες πιάστε τα βουνά, Ο πόνος του πρεζάκια, Ο Νίκος (Μάθεσης) ο Τρελλάκιας, Όταν μπουκάρω στον τεκέ, Πάρε ένα γυαλί και κόψε το λαιμό σου, Η πρέζα, Βρε μάγκα μου το μαχαίρι σουΤο κουτσαβάκι), Φιγουρατζής κ.α. Ο Μάρκος Βαμβακάρης είχε πει για τον Δελιά ότι είναι «ένας άγγελος πεταμένος στα σκουπίδια», μια φράση που αποτυπώνει συμπυκνωμένα τη ζωή του. 

Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ (29 Ιουνίου 1900 - 31 Ιουλίου 1944)



Ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ (29 Ιουνίου 1900 - 31 Ιουλίου 1944) (Πλήρες όνομα Αντουάν-Ζαν-Μπατίστ-Μαρί-Ροζέ ντε Σαιντ-Εξυπερύ - Antoine-Jean-Baptiste-Marie-Roger de Saint-Exupery) ήταν Γάλλος συγγραφέας , γνωστός στο ευρύ κοινό από το βιβλίο του «Ο Μικρός Πρίγκιπας», το οποίο μεταφράστηκε σε 250 γλώσσες και έρχεται ως ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία στο κόσμο. Βρίσκεται δεύτερο από την κορυφή της λίστας: Βιβλία με περισσότερα από 100 εκατομ. αντίτυπα.

Ο Εξυπερύ δεν ήταν όμως ένας διηγηματογράφος, αλλά ένας βαθύς φιλόσοφος που αποτύπωνε τη ζωή κι ανέλυε τον προορισμό της. Από την άποψη αυτή το έργο που τον χαρακτηρίζει απόλυτα είναι τα βιβλία του «Γη των Ανθρώπων» και το «Ταχυδρομείο του Νότου», που αποτελούν το απάνθισμα της φιλοσοφίας του.

Αλλά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του αφιερώθηκε στην κατάκτηση των αιθέρων της πολιτικής αεροπορίας, της οποίας είναι ιστορικά απ' τους μεγάλους προδρόμους , ήταν ηγετικός παράγων της δημιουργίας της πρώτης διεθνούς γαλλικής εμπορικής εταιρείας από την οποία ξεπήδησε η Air France, ήταν δοκιμαστής αεροπλάνων της Air France και πολέμησε στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην πτώση της Γαλλίας, όπου και παρασημοφορήθηκε για να σκοτωθεί τελικά το 1944. Η Γαλλία και οι γαλλόφωνες χώρες τιμούν με το όνομά του σωρεία δρόμων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Το διεθνές αεροδρόμιο της Λυών ονομάζεται Σαιντ-Εξυπερύ.

Τα βιβλία του και η ζωή του έχουν γίνει θέματα περίπου 10 ταινιών, αν και μερικές από αυτές έχουν χαθεί από τις προπολεμικές ταινιοθήκες.
Γεννήθηκε στις 29 Ιουνίου 1900 στη Λυών, ανάμεσα σε τέσσερα άλλα αδέλφια στο ευτυχισμένο περιβάλλον μιας παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας μίας καταγωγής η οποία χανόταν κάπου στον 5ο μ.Χ. αιώνα. Ο Εξυπερύ γεννήθηκε την ίδια εποχή που γεννιόταν και το αεροπλάνο, τότε που τα κατορθώματα του Μπλεριό έκαναν τον κόσμο να θαυμάζει, καθώς διέσχιζε τη Μάγχη με ένα αεροπλάνο που έμοιαζε περισσότερο με φτερωτό ποδήλατο. Ο μικρός Αντουάν έφτιαξε ο ίδιος φτερά από χαρτόνι και τα κόλλησε στο ποδήλατό του, στριφογυρίζοντας αδιάκοπα στον κήπο του και μιμούμενος το βούισμα εκείνου του θαύματος των αιθέρων.
Η σημαδιακή στιγμή για εκείνον ήρθε στα 12 χρόνια του, όταν κατά τη διάρκεια κάποιων διακοπών παρακολουθούσε μία μικρή ομάδα μηχανικών να συναρμολογούν ένα αεροπλάνο μερικά χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του. Όταν το αεροπλάνο ολοκληρώθηκε, οι μηχανικοί τον προσκάλεσαν να πετάξει μαζί τους. Ο ενθουσιασμός από την αίσθηση της πτήσης ήταν φυσικό να αιχμαλωτίσουν για πάντα τη φαντασία του μικρού Αντουάν.

Το 1918 τελειώνοντας το γυμνάσιο αρραβωνιάστηκε μία οικογενειακή τους φίλη, την Λουίζ Βιλλερμπάν (Louise Villerban), παρακολουθώντας ταυτόχρονα με ενθουσιασμό τα νέα από τις μεγάλες πτήσεις Γάλλων αεροπόρων και ειδικά του Ντιντιέ Ντορά, ο οποίος κάλυψε πρώτος την διαδρομή Τουλούζη - Ραμπάτ (Γαλλία - Μαρόκο). Το 1921 ήρθε η ώρα να υπηρετήσει τη θητεία του στις Ένοπλες Δυνάμεις. Η οικογένειά του τον συμβούλευσε να επιλέξει το ναυτικό, που θεωρείτο πιο αριστοκρατικό σώμα, αλλά μετά από την αποτυχία του στις εξετάσεις δεν αναρωτήθηκε καθόλου ποια θα ήταν η επόμενη επιλογή του, οπότε υπέβαλε την αίτησή του στην αεροπορία, όπου και έγινε δεκτός με την ειδικότητα του μηχανικού, ενώ παράλληλα έπαιρνε και μαθήματα πιλότου με ιδιωτικό εκπαιδευτή.
Η ανυπομονησία του ήταν τόσο μεγάλη που πολλές φορές τον οδηγούσε σε σφάλματα, τα οποία κατέληγαν σε μικροατυχήματα. Παρά τις δυσκολίες θα καταφέρει να πάρει το πτυχίο του και στη συνέχεια θα εκπαιδευτεί και στα στρατιωτικά αεροσκάφη, έως ότου στις 10 Οκτωβρίου 1922, με τον βαθμό του ανθυποσμηναγού είχε πλέον αποκτήσει και το πτυχίο του πιλότου μαχητικών.
Όταν πια το όνειρο μίας ζωής φαινόταν να έχει πραγματοποιηθεί, η κακοτυχία χτύπησε τον 22χρονο Εξυπερύ σε κάθε τομέα της ζωής του. Στην βάση Λε Μπουρζέ των Παρισίων παθαίνει το πρώτο σοβαρό ατύχημα της ζωής του. Η κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη ήταν τόσο σοβαρή, ώστε από θαύμα απέφυγε τον θάνατο. Η επιμονή του να συνεχίσει στην αεροπορία προκάλεσε την παρέμβαση του πεθερού του, ο οποίος τον ανάγκασε να αλλάξει επάγγελμα και να γίνει εμπορικός υπάλληλος το 1923.
Ο Εξυπερύ μετά από μια περίοδο αφόρητης ανίας και απογοητεύσεων, ενώ εν τω μεταξύ τον εγκατέλειψε και η αρραβωνιαστικιά του, θα πιάσει για πρώτη φορά την πένα βρίσκοντας εκεί μια υπέροχη διέξοδο με το να περιγράφει στο χαρτί στιγμές που χάνονταν «...στον υπέροχο ήρεμο ουρανό σε ύψος 4000μ...», όπως έγραφε στην μητέρα του. Τα κείμενα αυτά οδήγησαν το 1926 στην έκδοση του πρώτου βιβλίου του «Ο Αεροπόρος» και στην απόφαση να αναζητήσει για πάντα την καριέρα του στην πολιτική αεροπορία

Νικόλαος Σκουφάς (Κομπότι Άρτας, 1779 - Κωνσταντινούπολη, 31 Ιουλίου 1818

NikolaosSkoufas.jpg

31 Ιουλίου 1818 (203 χρόνια πριν) πέθανε: 

Νικόλαος Σκουφάς Έλληνας αγωνιστής

Ο Νικόλαος Σκουφάς (Κομπότι Άρτας, 1779 - Κωνσταντινούπολη, 31 Ιουλίου 1818) (γεννημένος ως Νικόλαος Κουμπάρος), ήταν Έλληνας επαναστάτης και ιδρυτικό μέλος της Φιλικής Εταιρείας μαζί με τον Εμμανουήλ Ξάνθο και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ. Το επώνυμο "Σκουφάς" προήλθε από το επάγγελμα που ασκούσε στα νεανικά του χρόνια, ως πιλοποιός. Η προσφορά του στην Επανάσταση του 1821 ως συνιδρυτής της Φιλικής Εταιρείας, θεωρείται πολύ σημαντική.
Βιογραφία

Ο Νικόλαος Σκουφάς γεννήθηκε το 1779 στο Κομπότι της Άρτας από γονείς «μεσαίας τάξης», ο πατέρας του λεγόταν Κουμπάρος αλλά ο ίδιος ασχολούμενος με την κατασκευή σκούφων (πίλων) έλαβε αργότερα το προσωνύμιο Σκουφάς με το οποίο και καθιερώθηκε

Το 1813, ο Σκουφάς βρισκόταν στη Ρωσία, όπου και εγκαταστάθηκε στην Οδησσό, ασκώντας χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία το παλαιό επάγγελμά του. Με αυτόν τον τρόπο, του δόθηκε η ευκαιρία να γνωριστεί με τον Αθανάσιο Τσακάλωφ και τον Εμμανουήλ Ξάνθο, μετέπειτα συνιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, η οποία ιδρύθηκε το έτος 1814, ύστερα από πρόταση του Σκουφά. Ο Σκουφάς διέθετε επαναστατική προπαίδεια: ήταν προκατηχημένος στις ιδέες που θα προέβαλε στην Εταιρεία, από τον Κωνσταντίνο Ράδο, έμπορο στη Ρωσία, γεννημένο στο Τσεπέλοβο των Ιωαννίνων. Ο Ράδος είχε σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, όπου μυήθηκε στον καρμποναρισμό, και είχε προσπαθήσει να ιδρύσει το 1812 στη Μόσχα ελληνική επαναστατική εταιρεία, υπολογίζοντας στα πρώτα μέλη της και τον Σκουφά] Ο Σκουφάς ανέλαβε τη διάδοση και την κατήχηση μελών από το πλήθος των ομογενών της Ρωσίας. Μερικά από τα μέλη που μύησε ήταν ο Γεώργιος Σέκερης, ο Αντώνιος Κομιζόπουλος, ο Νικόλαος Γαλάτης και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος. Αρχικά, οι προσπάθειές του στη Μόσχα και την Πετρούπολη δεν ευδοκίμησαν, αλλά στη συνέχεια βρήκε ανταπόκριση στην Οδησσό, στις αρχές του 1816.

Στην Οδησσό, ο Νικόλαος Σκουφάς συνεργάστηκε με τον Άνθιμο Γαζή, ο οποίος τελικά είχε αναλάβει έναν πολύ αποφασιστικό ρόλο στη διάδοση της Φιλικής Εταιρείας, αναθέτοντάς του τη μύηση κλεφτών και αρματολών της Στερεάς Ελλάδας.

Ο ίδιος ανέλαβε να διαδώσει την ιδέα της Φιλικής Εταιρείας στην Πελοπόννησο, περνώντας για αυτόν ακριβώς το σκοπό από την Κωνσταντινούπολη.

Το 1818 με προτροπή του Σκουφά, η έδρα της Φιλικής Εταιρείας μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ο Σκουφάς μύησε τον Παναγιώτη Σέκερη (αδελφό τού ήδη μυημένου Γεωργίου Σέκερη) ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην χρηματοδότηση του έργου της Εταιρείας. Ο Σκουφάς ισχυριζόταν ότι η έδρα της Εταιρείας έπρεπε να μεταφερθεί στην Πελοπόννησο παρά τις αντιρρήσεις των άλλων δύο συνιδρυτών .

Ωστόσο, η κακή υγεία του δεν του επέτρεψε να ολοκληρώσει την αποστολή του. Πέθανε στις 31 Ιουλίου 1818 στο Μέγα Ρεύμα της Κωνσταντινούπολης και τάφηκε στον τοπικό ναό των Ταξιαρχών.

Το όνομά του έχει δοθεί στον Δήμο που ανήκει το Κομπότι, σε κεντρικό δρόμο της πόλης της Άρτας (στον οποίο βρίσκεται το κτίριο που στεγαζόταν αρχικά η επιχείρησή του) αλλά και σε δρόμο στο κέντρο της Αθήνας, στο Κολωνάκι.

Σήμερα 31/7...Οσίου Ευδοκίμου δικαίου, Αγίου Ιωσήφ Αριμαθαίας

μικροσκοπικά κ όμορφα (φ.Μ.Κυμάκη)
μικροσκοπικά κ όμορφα (φ.Μ.Κυμάκη)

Οσίου Ευδοκίμου δικαίου, Αγίου Ιωσήφ Αριμαθαίας

για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

Ίων Δραγούμης



Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της νεώτερης Ελλάδας. Υπήρξε πολιτικός, στοχαστής αλλά και συγγραφέας. Έζησε σε μία ταραγμένη εποχή και δυστυχώς έγινε ένα από τα πιο γνωστά θύματα του Εθνικού Διχασμού.
Ο Ίων Δραγούμης ήταν μεταξύ άλλων και «ακτιβιστής». Συνέβαλε όσο μπορούσε στην οργάνωση των Eλληνικών πληθυσμών στην Μακεδονία κατά της τρομοκρατίας των Βουλγάρων κομιτατζήδων, ενώ υπεράσπισε σε κάθε ευκαιρία τα εθνικά συμφέροντα. Από το 1908 έγινε σκληρός πολέμιος της Μεγάλης Ιδέας, ενώ συντάχθηκε και με τις απόψεις των βασιλοφρόνων, κάτι που τον χαρακτήρισε ως «αντιβενιζελικό».
Η ζωή του και η συμβολή του στον Μακεδονικό Αγώνα
Ο Ίων (Ιωάννης) Δραγούμης γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου του 1878 και ήταν υιός του πολιτικού και μετέπειτα πρωθυπουργού, Στέφανου Δραγούμη. Είχε καταγωγή από την Καστοριά, ωστόσο γεννήθηκε στην Αθήνα.
Σπούδασε Νομικά στο Παρίσι, ενώ από το 1902 τοποθετήθηκε υποπρόξενος της Ελλάδας στο Γενικό Προξενείο Μοναστηρίου. Η παρουσία του στην γη της Μακεδονίας συνδυάστηκε με τις προσπάθειές του προκειμένου οι Έλληνες να αντιταχθούν στους σχησματικούς Βουλγάρους οι οποίοι προσπαθούσαν να εκβουλγαρίσουν την περιοχή.
Συνεργάστηκε για αυτόν τον σκοπό και με τον γαμπρό του και αγωνιστή, Παύλο Μελά, παρά το γεγονός πως δεν έμεινε μόνο στο Μοναστήρι. Υπηρέτησε τόσο στο Προξενείο Σερρών, όσο και στην Ανατολική Ρωμυλία στο Προξενείο του Πύργου (της Βουλγαρίας), στην Θράκη και στο Προξενείο Φιλιππούπολης, ως το 1907.
Την διετία 1907-1909 βρίσκεται στην Eλληνική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη. Κατά την παρουσία του ξεσπά και η επανάσταση των Νεότουρκων. Οι αρχικές διακηρύξεις του κινήματος περί «ισονομίας και ισοπολιτείας των εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» τον βρίσκουν σύμφωνο με τις απόψεις του σχετικά με τον ρόλο που θα έπρεπε να διαδραματίσει ο Ελληνισμός στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων.
Μάλιστα όπως ο ίδιος είχε πει, το ελληνικό ζήτημα θα λυνόταν μόνο μέσω της «δημιουργίας των συνθηκών που θα επέτρεπαν την ελεύθερη οικονομική, πολιτική και πολιτισμική ανάπτυξη των Ελλήνων στην ανατολική τους κοιτίδα». Ο ίδιος θεωρούσε πως υπήρχε η δυνατότητα συνεννόησης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ωστόσο θεωρούσε μέγιστο κίνδυνο για τα συμφέροντα των Ελλήνων, το δόγμα του πανσλαβισμού.
Μπορεί να ήταν πολέμιος της ενσωμάτωσης στην εθνικό κορμό των αλύτρωτων πατρίδων, ωστόσο υπηρέτησε στο επιτελείο του τότε Αρχιστράτηγου διαδόχου Κωνσταντίνου, ενώ τον Οκτώβριο του 1912 συμμετείχε και στις διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους για την παράδοση της Θεσσαλονίκης.
Ο Ίων Δραγούμης πήρε πολλές μεταθέσεις σε πρεσβείες όπως στην Αγία Πετρούπολη, στην Βιέννη αλλά και στο Βερολίνο, που οφείλονταν κυρίως στην αντίθεσή του στο τότε κραταιό για την ελληνική πολιτική, δόγμα της Μεγάλης Ιδέας.
Η ιδεολογία του βρίσκεται ανάμεσα στις αρχές του εθνικισμού, του σοσιαλισμού αλλά και του ανθρωπισμού. Πέραν των πολλών αναφορών που έχουν γίνει και επικεντρώνονται στο τί πίστευε ο Ίων Δραγούμης, ο ίδιος γράφει στο ημερολόγιό του στις 18 Μαρτίου του 1919: «Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να γίνω στενός σοσιαλιστής. Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να γίνω στενός πατριώτης. Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να νοιώσω τον εαυτό μου άτομο.
Από άνθρωπος μιας τάξης με ορισμένα συμφέροντα τάξης, γίνομαι σοσιαλιστής με την πλατιά έννοια, και θέλω μια καινούρια οικονομία της κοινωνίας μου και των άλλων κοινωνιών. Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος».
Από υποστηρικτής του Ελευθερίου Βενιζέλου, στο στρατόπεδο των Αντιβενιζελικών
Κάποια στιγμή, τον Μάιο του 1915 αποφασίζει να αφήσει την διπλωματία προς χάριν της πολιτικής καθώς αποφασίζει να πολιτευθεί. Εκλέγεται ανεξάρτητος βουλευτής Φλωρίνης στις 31 Μαΐου. Αρχικά ήταν ένθερμος υποστηρικτής του Ελευθερίου Βενιζέλου, ωστόσο στην πορεία αποφάσισε να «αλλάξει στρατόπεδο».
Ο λόγος για τον οποίον ήρθε σε ρήξη με τον Βενιζέλο ήταν διότι όπως έχει ειπωθεί είδε στο πρόσωπό του σημάδια αυταρχισμού, καθώς και εθνικής υποτέλειας στην πολιτική του. Ως αντιβενιζελικός πλέον ασπάζεται της απόψεις της παράταξης όχι όμως λόγω της τυφλής του πίστης στην Μοναρχία. Μάλιστα το 1916 εκδίδει και το περιοδικό «Πολιτική Επιθεώρησις» μέσω του οποίου φαίνεται ξεκάθαρα η στροφή του προς τον αντιβενιζελισμό.
Το 1917 εξορίσθηκε στην Κορσική μαζί με άλλους αντιβενιζελικούς, ενώ με την επιστροφή του στην Ελλάδα, βιώνει και πάλι την εξορία στην Σκόπελο αυτήν την φορά, μέχρι την απελευθέρωσή του το 1919.
Ελεύθερος πλέον δρα υπέρ της «Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως» μίας παράταξης στην οποία συγκεντρώνονταν κατά κύριο λόγο όλοι οι αντιβενιζελικοί.
Η δολοφονική ενέδρα κοντά στο σημερινό Χίλτον
Η αρχή του τέλους για τον Ίωνα Δραγούμη, ήρθε με την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Παρίσι στις 30 Ιουλίου του 1920. Η διάδοση της πληροφορίας αυτής, ήρθε στην Ελλάδα διαστρεβλωμένη, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα, πλήθος βενιζελικών να βγει στους δρόμους εξαγριωμένο.
Ο παρακρατικός αυτός όχλος κατέστρεψε πλήθος γραφείων του αντιπολιτευόμενου Τύπου. Λεηλατήθηκαν τα γραφεία των εφημερίδων, Καθημερινή, Ριζοσπάστης, θέατρα όπως το «Κοτοπούλη», αλλά και σπίτια πολιτικών της αντιπολίτευσης.
Τα επεισόδια αυτά ονομάστηκαν Ιουλιανά και σημαδεύτηκαν από την δολοφονία του Ίωνος Δραγούμη στις 31 Ιουλίου. Ο Δραγούμης βρισκόταν εκείνη την ημέρα στο σπίτι της ερωμένης του, Μαρίκας Κοτοπούλη στην Κηφισιά. Ωστόσο ο ίδιος θέλησε να φύγει και να κατευθυνθεί γρήγορα προς την Αθήνα προκειμένου να κλείσει την ύλη για την Πολιτική Επιθεώρησι η οποία θα κυκλοφορούσε την επόμενη ημέρα. Προφανώς από προαίσθημα, η Μαρίκα Κοτοπούλη τον προέτρεψε να μην φύγει από το σπίτι λόγω των επεισοδίων.
Ο Ίων Δραγούμης μπαίνει στο αυτοκίνητό του και κατευθύνεται προς την Αθήνα. Στο ύψος των Αμπελοκήπων, τον σταματούν άνδρες της στρατιωτικής φρουράς του Ελευθερίου Βενιζέλου. Επρόκειτο για ενέδρα ανδρών του τότε αρχηγού της Χωροφυλακής, Εμμανουήλ Ζυμβαράκη. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που διέρρευσαν, υπήρξαν έντονες διαβουλεύσεις του επικεφαλής του Τάγματος Ασφαλείας, Παύλου Γρυπάρη με τον στενό συνεργάτη του Βενιζέλου, Εμμανουήλ Μπενάκη.
Αυτόπτης μάρτυρας υποστήριξε πως ο Ίων Δραγούμης οδηγήθηκε πεζή, συνοδεία στρατιωτών, προς την συμβολή των οδών Βασιλίσσης Σοφίας (τότε λεγόταν Κηφισίας) και Παπαδιαμαντοπούλου, κοντά στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα το ξενοδοχείο Χίλτον. Τελικά μετά από λίγο, ακούστηκαν πυροβολισμοί με αποτέλεσμα ο Ίων Δραγούμης να πέσει νεκρός στο έδαφος. Στο συγκεκριμένο σημείο έχει αναγερθεί σήμερα και αναμνηστική στήλη.
Ένα από τα τραγικά παιχνίδια της μοίρας είναι ότι ο Δραγούμης κατευθυνόμενος προς τα γραφεία του περιοδικού του, σκόπευε να συγγράψει άρθρο στο οποίο θα καταδίκαζε την απόπειρα δολοφονίας κατά του Βενιζέλου. Ο τότε πρωθυπουργός φαίνεται να αναφώνησε μόλις του ανήγγειλαν την είδηση της δολοφονίας του Δραγούμη: «Φρικτό! Φρικτό! Φρικτό!».

Ντενί Ντιντερό (Denis Diderot, 5 Οκτωβρίου 1713 – 31 Ιουλίου 1784)

Louis-Michel van Loo 001.jpg

31 Ιουλίου 1784 (237 χρόνια πριν) πέθανε:
Ντενί Ντιντερό Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας

Ο Ντενί Ντιντερό (Denis Diderot, 5 Οκτωβρίου 1713 – 31 Ιουλίου 1784) ήταν Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας.

Γιος ενός σιδερά από την πόλη Λανγκρ (Langres), διδάχθηκε από Ιησουίτες κληρικούς και σπούδασε στη Σορβόνη, από όπου αποφοίτησε το 1732 ως νομικός. Ο Ντιντερό έχασε όμως το ενδιαφέρον του για το νομικό επάγγελμα και προτίμησε να ασχοληθεί με γλώσσες, λογοτεχνία, φιλοσοφία και μαθηματικά. Αναδείχθηκε σε επιφανή φιλόλογο, φιλόσοφο και συγγραφέα ενώ ήταν εμπνευστής και ηγέτης της προσπάθειας για συγγραφή της «Εγκυκλοπαίδειας» από το 1746 μέχρι το 1780. Σε όλα τα έργα του διέδιδε το πνεύμα του διαφωτισμού, άθεος και υλιστής ο ίδιος, ενάντια στη δεισιδαιμονία και τη θρησκοληψία. Μαζί με τον Βολταίρο και τον Ρουσσώ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους συγγραφείς του 18ου αιώνα. Τα μυθιστορήματά του διαβάζονται ακόμα και τον 21ο αιώνα. Έγραψε ακόμα θεατρικά έργα και κριτικές εργασίες.

Η τσαρίνα Αικατερίνη της Ρωσίας τον κάλεσε να υποβάλει προτάσεις για το εκπαιδευτικό σύστημα της Ρωσίας και γι' αυτό ο Ντιντερό έμεινε στα χρόνια 1773-1774 στην Πετρούπολη. Στα ύστερα δημοσιεύματά του ασχολήθηκε επίσης με πολιτικά ζητήματα και θεωρείται από τους πνευματικούς πατέρες της επερχόμενης γαλλικής επαναστάσεως.

Παρασκευή, Ιουλίου 30, 2021

Έμιλι Τζέιν Μπροντέ (30 Ιουλίου 1818 - 19 Δεκεμβρίου 1848)

Emily Brontë by Patrick Branwell Brontë restored.jpg

30 Ιουλίου 1818 (203 χρόνια πριν) γεννήθηκε: 

Έμιλι Μπροντέ Αγγλίδα συγγραφέας

Η Έμιλι Τζέιν Μπροντέ (30 Ιουλίου 1818 - 19 Δεκεμβρίου 1848) ήταν Αγγλίδα συγγραφέας, γνωστή από το μοναδικό της μυθιστόρημα, Ανεμοδαρμένα Ύψη, το οποίο θεωρείται ένα από τα κλασικά έργα της αγγλικής λογοτεχνίας. Ήταν ένα από τα αδέλφια Μπροντέ, ανάμεσα στον αδελφό της Μπράνγουελ και τη νεαρότερη αδελφή Αν. Δημοσίευε τα έργα της με το ψευδώνυμο Έλλις Μπελ.


Η Έμιλι Μπροντέ γεννήθηκε στις 30 Ιουλίου 1818 στο Θόρντον, κοντά στο Μπράντφορντ του Γιορκσάιρ, και ήταν το πέμπτο από τα έξι παιδιά της Μαρίας Μπράνγουελ και του κληρικού και συγγραφέα Πάτρικ Μπροντέ, του οποίου το πατρικό όνομα ήταν Μπράντι αλλά το είχε αλλάξει. Η Μαρία Μπράνγουελ είχε αδύνατη κράση και πέθανε από καρκίνο το 1821, αφήνοντας έξι παιδιά. Μετά το θάνατο της μητέρας τους, οι μεγαλύτερες αδελφές της Έμιλι, Μαρία, Ελίζαμπεθ και Σαρλότ Μπροντέ, στάλθηκαν σε εκκλησιαστικό σχολείο στο Κάουαν Μπριτζ, όπου βίωσαν την κακοποίηση και τις στερήσεις που αργότερα περιέγραψε η Σαρλότ στο Τζέιν Έιρ.

Το 1824 η οικογένεια μετακόμισε στο Χάουορθ, όπου ο πατέρας της Έμιλι ήταν εφημέριος. Η Έμιλι στάλθηκε στο ίδιο σχολείο όπου πήγαιναν οι αδελφές της αλλά για σύντομο χρονικό διάστημα. Όταν μία επιδημία τύφου χτύπησε το σχολείο, η Μαρία και η Ελίζαμπεθ αρρώστησαν. Η Μαρία, η οποία μπορεί στην πραγματικότητα να είχε φυματίωση, στάλθηκε σπίτι της όπου και πέθανε. Στη συνέχεια, η Έμιλι απομακρύνθηκε από το σχολείο μαζί με την Σαρλότ και την Ελίζαμπεθ. Η Ελίζαμπεθ πέθανε λίγο μετά την επιστροφή τους στο σπίτι.

Στη συνέχεια οι τρεις εναπομένουσες αδελφές και ο αδελφός τους Μπράνγουελ, εκπαιδεύτηκαν στο σπίτι από τον πατέρα τους και τη θεία τους, Ελίζαμπεθ Μπράνγουελ, η οποία ήταν αδελφή της μητέρας τους. Μέσα σ' αυτό το περιβάλλον άνθισε το λογοτεχνικό τους ταλέντο. Στον ελεύθερο χρόνο τους τα παιδιά δημιούργησαν μία σειρά από φανταστικούς κόσμους, οι οποίοι εμφανίζονται στις ιστορίες που έγραψαν και εντός των οποίων έλαβαν χώρα οι φανταστικές περιπέτειες που ζούσαν τα στρατιωτάκια τους μαζί με τον Δούκα του Ουέλινγκτον και τους γιους του. Από αυτή την περίοδο δεν σώζεται παρά ένα μικρό μόνο μέρος από το έργο της Έμιλι, εκτός από κάποια ποιήματα των χαρακτήρων της Όταν η Έμιλι ήταν 13 ετών, η ίδια και η Αν αποσύρθηκαν από τη συμμετοχή τους στο φανταστικό βασίλειο της Άνγκρια και ξεκίνησαν ένα νέο, το Γκόνταλ, ένα μεγάλο νησί στο Βόρειο Ειρηνικό. Εξαιρουμένων των ποιημάτων της Έμιλι για το Γκόνταλ και τους καταλόγους της Αν με τους χαρακτήρες και τα τοπωνύμια, τα γραπτά τους για το Γκόνταλ δεν σώζονται. Επίσης σώζονται κάποια "ημερολόγια" της Έμιλι στα οποία περιγράφονται τρέχοντα γεγονότα στο Γκόνταλ, μερικά από τα οποία γράφτηκαν μαζί με την Αν. Ένα χρονολογείται από το 1841, όταν η Έμιλι ήταν 23 ετών, και ένα άλλο από το 1845, όταν ήταν 27 ετών

Όταν ήταν 17 ετών η Έμιλι παρακολούθησε το σχολείο θηλέων Roe Head, όπου η Σαρλότ ήταν δασκάλα. Όμως κατάφερε να μείνει μόνο τρεις μήνες καθώς ένιωθε ακραία νοσταλγία κι έτσι επέστρεψε σπίτι και τη θέση της πήρε η Αν Εκείνη την εποχή, στόχος των κοριτσιών ήταν να αποκτήσουν επαρκή μόρφωση ώστε να ανοίξουν ένα δικό τους μικρό σχολείο.

Άννα Παναγιωτοπούλου (γεννήθηκε στην Κυψέλη, στις 30 Ιουλίου 1945)

Άννα Παναγιωτοπούλου: η ηθοποιός «χύνει» χολή για συναδέλφους της -  eretikos.gr
 
30 Ιουλίου 1945 (76 χρόνια πριν) γεννήθηκε:
Άννα Παναγιωτοπούλου Ελληνίδα ηθοποιός

Η Άννα Παναγιωτοπούλου (γεννήθηκε στην Κυψέλη, στις 30 Ιουλίου 1945) είναι Ελληνίδα ηθοποιός.

Από τα παιδικά της χρόνια ήθελε να γίνει ηθοποιός. Μεγάλωσε σε μεγαλοαστικό περιβάλλον, το οποίο δεν είχε καμία σχέση με το θέατρο, ενώ και οι γονείς της δεν ήθελαν να ασχοληθεί με κάτι τέτοιο. Όταν την έστειλαν στην Ελβετία για σπουδές, γύρισε κρυφά και έδωσε εξετάσεις στο Εθνικό. Εκεί πρωτοσυνάντησε και τον Σταμάτη Φασουλή, με τον οποίο ήταν στην ίδια τάξη.

Μαζί με τον Σταμάτη Φασουλή υπήρξαν βασικά μέλη στο «Ελεύθερο Θέατρο» -σχεδόν από τις απαρχές του- και πρωταγωνίστησαν στην πρώτη του μεγάλη επιτυχία Και συ χτενίζεσαι, που το έκανε γνωστό και αγαπητό στο ευρύ κοινό. Ανέβαζαν παραστάσεις ποικίλου ρεπερτορίου, από Μπρεχτ μέχρι Χουρμούζη. Μόνιμη «στέγη» απέκτησαν όταν πήγαν στο Άλσος Παγκρατίου. Παράλληλα, μέχρι τότε, οι συμμετέχοντες στο θίασο ασχολούνταν και με άλλες δουλειές για βιοπορισμό. Το 1980, το «Ελεύθερο Θέατρο» σταμάτησε και ιδρύθηκε η «Ελεύθερη Σκηνή», από την Άννα Παναγιωτοπούλου και τον Σταμάτη Φασουλή, που επρόκειτο ουσιαστικά για μια μετονομασία του Ελεύθερου Θεάτρου. Η Άννα Παναγιωτοπούλου συνέχισε με επιθεωρήσεις, στις οποίες έπαιζε αλλά έγραφε και το σενάριο.

Ευρέως γνωστή έγινε μέσω της συμμετοχής της σε τηλεοπτικές σειρές, αρχικά στη κρατική και στη συνέχεια στην ιδιωτική τηλεόραση. Σταθμός της τηλεοπτικής της καριέρας (και προσωπικό της ''φαβορί'') ,θεωρείται η ενσάρκωση της «Μαντάμ Σουσού» στην ομώνυμη διασκευή του έργου του Δημήτρη Ψαθά (μαζί με τους Θανάση Παπαγεωργίου και Άγγελο Αντωνόπουλο).

Τεράστια επιτυχία σημείωσαν επίσης οι σειρές: «Οι τρεις Χάριτες» (στο πλευρό των Μίνας Αδαμάκη, Νένας Μεντή, Άννας Κυριακού) και «Ντόλτσε Βίτα» (μαζί με Κατιάνα Μπαλανίκα, Μαρία Καβογιάννη, Μαρία Φωκά, Θανάση Ευθυμιάδη, Κατερίνα Ζιώγου, Παύλο Ορκόπουλο, Γαλήνη Τσεβά κα), που θεωρούνται ''κλασικές''.

Την τηλεοπτική σεζόν 2003-2004, συμπαρουσίαζε μαζί με τον Φώτη Σεργουλόπουλο, τον Χρήστο Ευθυμίου, τον Μένιο Σακελλαρόπουλο, τον Κλέονα Γρηγοριάδη και την Ματθίλδη Μαγγίρα, το τηλεπαιχνίδι "Το show των εκατομμυρίων", το οποίο έκανε πρεμιέρα τον Οκτώβριο του 2003 από το MEGA.

Δημήτρης Καλλιβωκάς (Αθήνα 30 Ιουλίου 1930-)





30 Ιουλίου 1930 (91 χρόνια πριν) γεννήθηκε:
Δημήτρης Καλλιβωκάς Έλληνας ηθοποιός

Ο Δημήτρης Καλλιβωκάς (Αθήνα 30 Ιουλίου 1930-) είναι Έλληνας ηθοποιός.

Αποφοίτησε το 1954 από τη Δραματική σχολή του Ωδείου Αθηνών, όπου είχε καθηγητές τους Δημήτρη Ροντήρη, Αιμίλιο Βεάκη, Γ. Σιδέρη κ.ά. Αμέσως προσελήφθη στο Εθνικό Θέατρο, ενώ η πρώτη του συμμετοχή ήταν στο χορό της "Ορέστειας" του Αισχύλου στο Ηρώδειο, το καλοκαίρι του 1954. Παρέμεινε στο Εθνικό Θέατρο για τρία χρόνια παίζοντας αξιόλογους ρόλους, όπως Βαλεντίνο στον «Φάουστ» του Γκαίτε, Μαρτινέθ στην «Άμαξα του Μεριμέ», Όσβαλντ στο έργο «Βασιλιάς Ληρ» του Σαίξπηρ και δώδεκα ακόμη ρόλους. Μετά την αποχώρηση του από το Εθνικό θέατρο, το 1957, εργάστηκε στο «Ελεύθερο Θέατρο».

Έχει παίξει σε πολλά μεγάλα θέατρα, ενώ έχει συνεργαστεί με όλους σχεδόν τους σπουδαίους ηθοποιούς της χρυσής εποχής του θεάτρου και του κινηματογράφου.

Υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος των εταιρικών θιάσων Πειραϊκό Θέατρο - Δ.Ροντήρη, Εταιρικού θιάσου του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, Προσκήνιο - Αλέξη Σολομού, Δημοτικό Θέατρο Θράκης, Θεατρική συνεργασία, και στο Δημοτικό Θέατρο Κηφισιάς.

Έχει λάβει μέρος συνολικά σε 95 θεατρικά έργα του ελληνικού και παγκοσμίου δραματολογίου, κωμωδίες και δράματα, κλασικά και σύγχρονα. Συμμετείχε σε 38 ταινίες μεγάλου μήκους, ελληνικές και ξένες. Ακόμη, έλαβε μέρος σε θεατρικά έργα στα ραδιόφωνα της ΕΡΤ και της ΥΕΝΕΔ, καθώς και σε πολλές τηλεοπτικές παραγωγές.

Δημήτρης Καλαμάρας (30 Ιουλίου 1924 - 1 Ιουλίου 1997


 

30 Ιουλίου 1924 (97 χρόνια πριν) γεννήθηκε:
Δημήτρης Καλαμάρας Έλληνας γλύπτης

Ο Δημήτρης Καλαμάρας (30 Ιουλίου 1924 - 1 Ιουλίου 1997) ήταν Έλληνας γλύπτης.
Γεννήθηκε στη Φλώρινα το 1924 και πέθανε στην Αθήνα το 1997.
Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών ζωγραφική (1946-1947) με τους Δημήτριο Μπισκίνη, Επαμεινώνδα Θωμόπουλο και Ουμβέρτο Αργυρό και γλυπτική (1947-1954) με τον Μιχάλη Τόμπρο.

Συνέχισε στις Ακαδημίες Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας (1954-1957) και της Ρώμης (1958-1961), όπου είχε δασκάλους τους Περίκλε Φατζίνι και Βενάντζο Κροτσέτι αντίστοιχα. Κατά την παραμονή του στην Ιταλία, συνδέθηκε με σημαντικούς καλλιτέχνες, όπως τον Τζάκομο Μαντζού, τον Μαρίνο Μαρίνι, τον Τζόρτζιο ντε Κίρικο, τον Τζόρτζιο Μοράντι και τον Χένρι Μουρ. Πραγματοποίησε ταξίδια σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις και μελέτησε μουσεία.

Το 1958 εγκατέστησε το πρώτο εργαστήριο χαλκοχυτικής στη Σχολή Καλών Τεχνών, ενώ από το 1969 ως το 1985 υπήρξε καθηγητής στην έδρα της γλυπτικής, εισάγοντας και τη συστηματική διδασκαλία θεωρητικών κειμένων.

“Ο Θνήσκων Πολεμιστής” του Δ. Καλαμάρα στον σταθμό ΕΘΝΙΚΗ ΑΜΥΝΑ

Παρουσίασε το έργο του σε ατομικές εκθέσεις, καθώς και σε αναδρομική που οργανώθηκε το 1995 από την Εθνική Πινακοθήκη. Έλαβε επίσης μέρος σε ομαδικές, μεταξύ των οποίων Πανελλήνιες, η Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας του 1961, όπου κέρδισε το Χρυσό Μετάλλιο, και η Μπιενάλε του Σάο Πάολο το 1979.

Θαυμαστής της τέχνης της Αναγέννησης και έχοντας πάντα ως αφετηρία την ανθρώπινη μορφή, ο Δημήτρης Καλαμάρας δημιούργησε τα πρώτα του έργα παραμένοντας πιστός στην ορατή πραγματικότητα. Το διάστημα 1954-1965 στις συνθέσεις του κυριαρχούν τα εξπρεσιονιστικά στοιχεία, ενώ μετά το 1965 τα έργα του αποκτούν δομικό χαρακτήρα και χτίζονται με γεωμετρικούς όγκους, αποτέλεσμα εξαντλητικής μελέτης και λεπτομερών μετρήσεων που οφείλονται στην πίστη του στην τάξη, την αρμονία, τη συμμετρία και σε ό,τι ήταν βασισμένο στο νόμο του αριθμού.

Γιώργος Τζώρτζης (Αθήνα, 30 Ιουλίου 1938 - Αθήνα, 14 Ιανουαρίου 2019)



30 Ιουλίου 1938 (83 χρόνια πριν) γεννήθηκε:
Γιώργος Τζώρτζης Έλληνας ηθοποιός

Ο Γιώργος Τζώρτζης (Αθήνα, 30 Ιουλίου 1938 - Αθήνα, 14 Ιανουαρίου 2019) ήταν Έλληνας ηθοποιός της τηλεόρασης και του κινηματογράφου.

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Αυγούστου 1938. Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1960 και στον κινηματογράφο το 1961. Έκανε την πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο στο έργο του Αλέξανδρου Κασσόνα "Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια", με τον θίασο των Βασίλη Διαμαντόπουλου και Μαρίας Αλκαίου. Ακολούθησαν συμμετοχές σε πολλούς άλλους θιάσους, με πιο μακροχρόνια αυτήν με τον θίασο των Δημήτρη Μυράτ και Βούλας Ζουμπουλάκη.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 δημιούργησε τον δικό του θίασο μαζί με την τότε σύζυγό του Τόνια Καζιάνη με τον οποίο ανέβασε σημαντικά έργα του διεθνούς ρεπερτορίου.

Έπαιξε και στην τηλεόραση με πιο γνωστή συμμετοχή να είναι στην σειρά "Λάμψη" του Νίκου Φώσκολου, στο ρόλο του αρχηγού της Αστυνομίας. Άλλες τηλεοπτικές συμμετοχές του ήταν στον "Άγνωστο Πόλεμο", στις "Μάγισσες της Σμύρνης" αλλά και στα "Ματωμένα Χώματα" το 2008 όπου συμπρωταγωνίστησε με την Άννα Συνδινού.

Ήταν παντρεμένος με την επίσης ηθοποιό Τόνια Καζιάνη, με την οποία γνωρίστηκε στα γυρίσματα της ταινίας "Ένας Γερμανός στα Καλάβρυτα" και με την οποία πρωταγωνίστησε και στο σίριαλ "Άγνωστος Πόλεμος". Απέκτησαν μια κόρη, την Ευγενία, η οποία δεν ασχολήθηκε με τον χώρο της υποκριτικής.

Απεβίωσε ηλικία 81 ετών στις 15 Ιανουαρίου του 2019

Σήμερα 30/7... Αγίων Ανδρονίκου και Σιλουανού των Αποστόλων



Αγίων Ανδρονίκου και Σιλουανού των Αποστόλων


Για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

Τζόρτζο Βαζάρι (Giorgio Vasari, 30 Ιουλίου 1511 - 27 Ιουνίου 1574)

Giorgio Vasari Selbstporträt.jpg 

30 Ιουλίου 1511 (510 χρόνια πριν) γεννήθηκε

Τζόρτζο Βαζάρι Ιταλός ζωγράφος και αρχιτέκτονας

Ο Τζόρτζο Βαζάρι (Giorgio Vasari, 30 Ιουλίου 1511 - 27 Ιουνίου 1574) ήταν Ιταλός ζωγράφος, αρχιτέκτονας, συγγραφέας και ιστορικός, γνωστός κυρίως για το έργο του Οι βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων, με βιογραφικά στοιχεία διακεκριμένων καλλιτεχνών, που θεωρείται η ιδεολογική βάση της συγγραφής της ιστορίας της τέχνης.

Ο Τζόρτζο Βαζάρι γεννήθηκε στο Αρέτσο, γιος του αγγειοπλάστη Αντόνιο Βαζάρι και της Μαντελένα Τάτσι. Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την εκπαίδευσή του προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από την αυτοβιογραφία του. Την περίοδο 1520-1524 μαθήτευσε κοντά στους Αντόνιο ντα Σακόνε και Τζοβάνι Πολάστρα (1465-1540), αποκτώντας γνώσεις λατινικών. Ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τη ζωγραφική κάτω από την επίβλεψη του Γκιγιώμ ντε Μαρσιγιά (Guillaume de Marcillat), ενώ αργότερα υπήρξε μαθητής του Καρδινάλιου της Κορτόνα, Σίλβιο Πασερίνι (Silvio Passerini, 1469-1529), τον οποίο συνόδευσε στη Φλωρεντία. Εκεί μαθήτευσε κοντά στον Πιέριο Βαλεριάνο (Pierio Valeriano, 1477-1558), ο οποίος ήταν επίσης δάσκαλος στην αυλή των Μεδίκων, και κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στο εργαστήριο του Αντρέα ντελ Σάρτο και του Μπάτσιο Μπαντινέλλι. Το 1529 μαθήτευσε στο εργαστήριο του Ραφαέλλο ντα Μπρέσια, ενώ παράλληλα ξεκίνησε να ασχολείται με τη χρυσοτεχνία, κάτω από την επίβλεψη του Βιττόριο Γκιμπέρτι.

Από το καλοκαίρι του 1532, πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως ζωγράφος της αυλής των Μεδίκων και ακολουθώντας την επιθυμία του δούκα της Φλωρεντίας Αλέξανδρου για έργα οχύρωσης της πόλης, ο Βαζάρι ξεκίνησε να ασχολείται εντατικά με την αρχιτεκτονική. Μετά τη δολοφονία του προστάτη του το 1537, εγκατέλειψε την αυλή των Μεδίκων με σκοπό να εργαστεί ως αυτόνομος καλλιτέχνης. Τα επόμενα χρόνια ολοκλήρωσε έργα κατά παραγγελία, κυρίως στη Φλωρεντία, στη Ρώμη, και στη Νάπολη. Από το 1554 ήταν υπεύθυνος για την ανακαίνιση και διακόσμηση του Παλάτσο Βέκιο στη Φλωρεντία, έργο που τον απασχόλησε μέχρι το 1572, μέσα από το οποίο φρόντισε να προβάλει τη συμβολή της οικογένειας των Μεδίκων στην αναγέννηση των τεχνών. Αρκετοί από τους πίνακες του Βαζάρι, που θα χρησιμοποιούνταν για διακοσμητικούς σκοπούς, ολοκληρώθηκαν από βοηθούς του. Σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του είχε την βοήθεια πολυάριθμων βοηθών, οι οποίοι συνέβαλαν καθοριστικά στην ολοκλήρωση των έργων του. Για την πλειοψηφία των πινάκων και των νωπογραφιών του, ο ίδιος ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για τα σχέδιά τους, τα οποία θεωρούσε ως μέρος της αληθινής δημιουργικής διαδικασίας. Συνήθιζε ακόμα να επαναλαμβάνει τις ίδιες μορφές σε περισσότερα έργα του, γεγονός που συνέβαλε στην ικανότητά του να ολοκληρώνει απαιτητικές παραγγελίες σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Την περίοδο από το 1559 μέχρι το 1562, ο Βαζάρι ανέλαβε τις πιο σημαντικές παραγγελίες για αρχιτεκτονικές κατασκευές. Ίσως το σπουδαιότερο αρχιτεκτονικό έργο του, υπήρξε η κατασκευή του παλατιού Ουφίτσι, το οποίο σχεδιάστηκε αρχικά για τη στέγαση δικαστικών γραφείων, σύμβολο της πολιτικής ενότητας που είχε διαμορφώσει ο Κόζιμο Α΄. Τα πρώτα σχέδια για το παλάτι χρονολογούνται από το 1559. Το 1561 ξεκίνησε να εργάζεται για την ανάπλαση του κέντρου της Πίζας, κυρίως ανακαινίζοντας παλαιότερα παλάτια της περιοχής. Σχεδίασε επίσης την εκκλησία του Αγίου Στεφάνου (1565-69) καθώς και την εσωτερική της διακόσμηση, ζωγραφίζοντας το ιερό της. Την ίδια περίπου περίοδο, άρχισε να ασχολείται με τη συγκέντρωση πληροφοριών για τη δεύτερη έκδοση των Βίων, ο πρώτος τόμος της οποίας τυπώθηκε το 1564 για να ακολουθήσει η έκδοση ακόμα δύο τόμων το 1568. Το Μάιο του 1563 ταξίδεψε στο Αρέτσο, στην Κορτόνα, στην Ασίζη, στην Ανκόνα και στη Βενετία, όπου συνάντησε τον Τιτσιάνο, ενώ την άνοιξη του 1566 επισκέφτηκε πόλεις της βόρειας Ιταλίας, συλλέγοντας στοιχεία και πηγές.

Το Φεβρουάριο του 1570 επισκέφτηκε τη Ρώμη για να επιθεωρήσει τρία παρεκκλήσια στο Βατικανό, τα οποία ανέλαβε να διακοσμήσει με παραγγελιοδότη τον Πάπα Πίο Ε΄, ξεκινώντας τις εργασίες για το έργο το Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Οι νωπογραφίες ολοκληρώθηκαν σε μεγάλο βαθμό από συνεργάτες του Βαζάρι όπως ο Αλεσάντρο Φέι, ενώ ο ίδιος φιλοτέχνησε επιμελώς το ιερό για κάθε παρεκκλήσι. Τον επόμενο χρόνο ανακηρύχθηκε ιππότης από τον πάπα και επέστρεψε στη Φλωρεντία όπου παράλληλα με τις εργασίες για το Παλάτσο Βέκιο, ανέλαβε τη διακόσμηση του καθεδρικού ναού της πόλης, έργο που έμεινε όμως ημιτελές εξαιτίας του θανάτου του, στις 27 Ιουνίου του 1574.

Πέμπτη, Ιουλίου 29, 2021

Μάχη του Κλειδίου.

SamuilsDeathBGhistory.jpg

Η Μάχη του Κλειδίου (βουλ. Беласишка битка, γνωστή και με το όνομα Μάχη της οροσειράς Μπέλλες) διεξήχθη στις 29 Ιουλίου 1014 μεταξύ της Βυζαντινής και της Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας. Η μάχη αποτέλεσε το αποκορύφωμα της 50χρονης διαμάχης μεταξύ του Σαμουήλ της Βουλγαρίας και του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου και έληξε με τη νίκη των Βυζαντινών.

Διεξήχθη στην περιοχή μεταξύ των οροσειρών της Κερκίνης και του Δυτικού Ορβήλου, κοντά στο χωριό Κλειδίον (σήμερα στη Βουλγαρία) 41°22′00″N 23°1′00″E. Η αποφασιστική μάχη έγινε στις 29 Ιουλίου, με επίθεση των Βυζαντινών, υπό την ηγεσία του Νικηφόρου Ξιφία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή των Βουλγάρων. Αυτή η μάχη αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για τους Βούλγαρους. Οι Βούλγαροι στρατιώτες αιχμαλωτίστηκαν και τυφλώθηκαν μετά από διαταγή του Βασιλείου Β', ο οποίος αργότερα πήρε το όνομα «Βουλγαροκτόνος». Ο Σαμουήλ επέζησε από τη μάχη, αλλά πέθανε δύο μήνες αργότερα, από καρδιακή ανεπάρκεια. Θεωρείται πώς πέθανε όταν είδε τους τυφλούς Βούλγαρους στρατιώτες.

Παρά την στρατιωτική κατάρρευση της Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας μετά την μάχη του Κλειδίου, η κατάληψη της επικράτειας από τους Βυζαντινούς δεν ήταν άμεση. Τα Βουλγαρικά εδάφη έγιναν επαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1018.

Μίλτος Σαχτούρης (Αθήνα, 29 Ιουλίου 1919 – Αθήνα, 29 Μαρτίου 2005)

 

Ο Μίλτος Σαχτούρης (Αθήνα, 29 Ιουλίου 1919 – Αθήνα, 29 Μαρτίου 2005) ήταν ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Έλληνες ποιητές τιμημένος με τρία κρατικά βραβεία.
Γεννήθηκε στην κλινική Λούρου στην Αθήνα και ήταν γιος του δικαστικού και νομικού συμβούλου του κράτους, Δημητρίου Σαχτούρη και της Αγγελική Παπαδήμα. Από το γένος του πατέρα του καταγόταν από την Υδραϊκή οικογένεια των Σαχτούρηδων και ήταν εγγονός του αξιωματικού του πολεμικού ναυτικού Μιλτιάδη Σαχτούρη και δισέγγονος του ναυμάχου του '21 Γιώργη Σαχτούρη.

Σε ηλικία πέντε ετών εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του μόνιμα στην Αθήνα. Με προτροπή και επιμονή του πατέρα του, το 1937 άρχισε σπουδές νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο σχολείο ήταν συμμαθητής με τον Επαμεινώνδα Γονατά. Το 1938 δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Mίλτος Xρυσάνθης ένα διήγημα στο περιοδικό Εβδομάδα. Το 1939 πέθανε ο πατέρας του και ο ίδιος λίγα χρόνια αργότερα (1944), αν και βρισκόταν στο τέταρτο έτος της Νομικής, έκαψε τα βιβλία που διάβαζε, αποφασισμένος να επιδοθεί αποκλειστικά στην ποίηση. Την βιβλιοθήκη του πατέρα του, με τα νομικού περιεχομένου βιβλία, την πούλησε. Κατά τη διάρκεια της κατοχής έπασχε από φυματίωση με αποτέλεσμα για μεγάλο χρονικό διάστημα να παραμείνει καθηλωμένος στο κρεβάτι. Την εποχή του εμφυλίου υπηρέτησε στον στρατό.

Η πρώτη του επαφή με την ποίηση ήταν την Άνοιξη του 1941, όταν πρωτοέγραψε ποίηση. Το 1943 γνωρίστηκε με τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Νίκο Εγγονόπουλου, με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία. Ως ποιητής στον χώρο των γραμμάτων εμφανίστηκε, ύστερα από παρότρυνση του Ελύτη, το 1944 στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα. Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή «Η Λησμονημένη». Για την συλλογή αυτή ο Σαχτούρης ανέφερε πολλά χρόνια αργότερα: «το βιβλίο είναι αφιερωμένο σε αυτή τη γυναίκα, η οποία επανέρχεται και σε άλλα ποιήματά μου αργότερα μέχρι τα Εκτοπλάσματα». Το 1948 εξέδοσε τις «Παραλογαίς» και ακολούθησαν και άλλες πολλές, με αποκορύφωμα το «Μέ τό πρόσωπο στον τοίχο» (1952), το οποίο εκείνη την εποχή πούλησε πέντε αντίτυπα, αν και ήταν το καλύτερο έργο του.

Τα πρώτα του ποιήματα κατακρίθηκαν από την γενιά του '30 και ιδιαίτερα από τους Άλκη Θρύλο, Παλαιολόγο, Αιμίλιο Χουρμούζιο, Πέτρο Χάρη κ.α., οι οποίοι αντιμετώπισαν το έργο του με χλεύη.

Στις αρχές τις δεκαετίας του 1960 άρχισαν οι κριτικοί να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στα ποιήματά του Σαχτούρη. Πρώτα ο Αλέκος Αργυρίου και στη συνέχεια η Νόρα Αναγνωστάκη, σύζυγος του Μανόλη Αναγνωστάκη, με το άρθρο της «Ο Μίλτος Σαχτούρης και οι δύσκολοι καιροί» στο περιοδικό Κριτική. Με το έργο του αργότερα ασχολήθηκαν οι Μαρωνίτης, Γιάννης Δάλλας, Χρήστος Μπράβος, Θάνος Κωνσταντινίδης, Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Τατιάνα Μιλλιέξ κ.α.

Στην διάρκεια της λογοτεχνικής του πορείας τιμήθηκε με τρία κρατικά βραβεία: Το 1956 με το Α' Βραβείο Νέοι Ευρωπαίοι Ποιητές από την ιταλική ραδιοφωνία και τηλεόραση για την συλλογή του «Όταν σας μιλώ», το 1962 με το Β' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την συλλογή του «Τα Στίγματα» και το 1987 με το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το έργο του «Εκτοπλάσματα».

Ο Σαχτούρης αν και επηρεάστηκε από τον υπερρεαλισμό δεν αφομοιώθηκε σε αυτόν και θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ξέφυγε από αυτόν αποκτώντας μια καθαρά προσωπική φωνή. Μπορεί όμως με ευκολία να χαρακτηριστεί ως ένας ποιητής του παραλόγου και του συμβολισμού. Η γλώσσα των ποιημάτων του είναι ελλειπτική, λιτή, τραγική, σκυθρωπή και σοβαρή. Επίσης η ποίηση του ως προς τη δομή είναι ενιαία, δηλαδή εμπειρίες οι οποίες συνεχώς αναπαράγονται με μια κυκλική φορά, ενώ διακρίνει κανείς μια έντονη εικονοποιία.

Τα ποιήματά του είναι εμπνευσμένα από την περίοδο της κατοχής και της μεταπολεμικής εποχής.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε σε ένα μικρό διαμέρισμα της οδού Ίμβρου 2 στην Κυψέλη γράφοντας ελάχιστα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Σαχτούρης για να επιβιώσει είχε αναγκαστεί να πουλήσει το οικογενειακό του κτήμα στην Αργολίδα, έκτασης 230 στρεμμάτων, το οποίο είχε δοθεί στην οικογένεια Σαχτούρη από τον Καποδίστρια, καθώς και το πατρικό του στην Κυψέλη, στην οδό Καλύμνου. Επίσης το υπουργείο πολιτισμού του είχε χορηγήσει τιμητική σύνταξη.

Απεβίωσε στις 29 Μαρτίου 2005 στην Αθήνα και τάφηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών δημοσία δαπάνη. Δεν παντρεύτηκε και δεν απέκτησε οικογένεια, διατηρούσε όμως δεσμό από το 1960 με την ζωγράφο Γιάννα Περσάκη.

http://el.wikipedia.org/wiki/Μίλτος_Σαχτούρης

Ρένα Βλαχοπούλου

Ρένα Βλαχοπούλου - Η Παριζιάνα 01.jpeg 

Ρένα Βλαχοπούλου (1923[ στην Κέρκυρα, πέθανε στις 29 Ιουλίου 2004 στην Αθήνα) ήταν Ελληνίδα ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου και τραγουδίστρια.
Γεννήθηκε το 1923 στην Κέρκυρα. [σύμφωνα όμως με το βιβλίο του Κώστα Παπασπήλιου " Πινακοθήκη γέλιου ", αναφέρεται πως η Βλαχοπούλου εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο θέατρο Μακέδου στην Αθήνα, στα 18 της χρόνια (το 1940 δηλαδή, όπως αναφέρεται σχεδόν σε όλα τα βιογραφικά της), άρα γεννήθηκε το 1922 αν δεχτούμε την προαναφερθείσα πηγή] ή το 1917 όπως ανέφερε ο Τύπος κατά την διάρκεια της νοσηλείας της στο νοσοκομείο. Ο πατέρας της, Γιάννης Βλαχόπουλος, ανήκε στην αριστοκρατία του νησιού ενώ η μητέρα της, Καλλιόπη, ήταν κόρη κάποιας υπηρέτριας που εργαζόταν στο σπίτι των Βλαχόπουλων. Οι γονείς της αγαπήθηκαν και, παρά τις αντιδράσεις της οικογένειας του νέου που τον αποκλήρωσε, παντρεύτηκαν κι έκαναν εννιά παιδιά. Τα έβγαζαν πέρα με δυσκολία. Η Ρένα ήταν το πέμπτο τους παιδί. Με τον πατέρα της πήγαινε συχνά επίσκεψη στον αρχοντικό του κόντε Θεοτόκη όπου υπήρχε πιάνο αλλά και μια δισκοθήκη με δίσκους των 78 στροφών. Εκεί θα έχει την πρώτη της επαφή με τη μουσική και το τραγούδι.

Σε ηλικία 16 χρονών, τραγούδησε για πρώτη φορά σε κάποιο ζαχαροπλαστείο της Σπιανάδας, όπου το 1938 γνώρισε και ερωτεύτηκε τον ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ Κώστα Βασιλείου. Μαζί μετακόμισαν στην Αθήνα όπου παντρεύτηκαν το καλοκαίρι του επόμενου έτους. Τότε, στο βαριετέ "Όασις", στο Ζάππειο, όπου ο Μίμης Τραϊφόρος παρουσίαζε νέους καλλιτέχνες, η Ρένα δοκίμασε τις ικανότητές της στο τραγούδι. Εντυπωσίασε τον Τραϊφόρο, που της ζήτησε να τραγουδά εκεί μονίμως. Πράγματι, την άλλη μέρα πήγε να τραγουδήσει στο βαριετέ φορώντας δανεική τουαλέτα, που την πάτησε και έπεσε κάτω.

Σημείωσε επιτυχία τραγουδώντας τη "Μικρή Χωριατοπούλα", δηλαδή το ιταλικό τραγούδι Reginella Campagnola του Έλντο ντι Λατζάρο που διασκεύασε στα ελληνικά ο Πωλ Μενεστρέλ. Λίγους μήνες αργότερα, κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, το τραγούδι διασκευάζεται και πάλι από τον Γιώργο Οικονομίδη και γνωρίζει ακόμα πιο μεγάλη επιτυχία ως Κορόιδο Μουσολίνι. Εμφανίζεται για πρώτη φορά ως τραγουδίστρια στο θέατρο Μοντιάλ του Μακέδου, στην οδό Πανεπιστημίου σε επιθεώρηση με τη Σοφία Βέμπο, τις αδελφές Καλουτά, τον Μάνο Φιλιππίδη, την Ηρώ Χαντά, τον Μίμη Κοκκίνη και τη Γεωργία Βασιλειάδου. Παράλληλα ξεκινά να ηχογραφεί δίσκους γραμμοφώνου στην Οντεόν.

Το 1940, λίγες μέρες μετά την κήρυξη του πολέμου, οι Ιταλοί βομβάρδισαν την Κέρκυρα. Τότε σκοτώθηκαν και οι δύο γονείς της. Με τον Βασιλείου χώρισε και το 1942 παντρεύτηκε τον τραπεζίτη Γιάννη Κωστόπουλο.

Τότε ξεκίνησε συνεργασία με τον συνθέτη Γιάννη Σπάρτακο στο "Πάνθεον" που της έγραψε τραγούδια τζαζ, τα οποία είχαν μεγάλη επιτυχία. Εξ αιτίας αυτού ο Τύπος την αποκάλεσε «βασίλισσα της τζαζ». Το τραγούδι Θα σε πάρω να φύγουμε, που τραγούδησε για πρώτη φορά στο Σινέ Νιους της οδού Σταδίου και αργότερα, το φθινόπωρο του 1944, στην επιθεώρηση Welcome των Αλέκου Σακελλάριου - Δημήτρη Ευαγγελίδη στο θέατρο Κυβέλη, ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα. Με τον Σπάρτακο συνεργάστηκαν για αρκετά χρόνια. Το 1946 χώρισε με τον Κωστόπουλο.

Στο διάστημα 1946-51 περιόδευσε με τον Σπάρτακο στο εξωτερικό ξεκινώντας από τη Μέση Ανατολή (Λίβανος, Περσία) και καταλήγοντας στις ΗΠΑ). Κατά τη διάρκεια της περιοδείας δέχτηκε την πρόσκληση του Σάχη της Περσίας για να τραγουδήσει στα ανάκτορα: η πριγκίπισσα Σοράγια, γοητευμένη από τη φωνή της Ρένας, θα της χαρίσει και ένα μενταγιόν. Τη βοηθά ιδιαίτερα το γεγονός ότι μιλά πολλές ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά) και με εξαιρετική προφορά. Εμφανίζεται και πάλι στην Αθήνα στο θέατρο Σαμαρτζή, στις 24 Αυγούστου 1951, στην παράσταση «Φεστιβάλ στην Αθήνα», μαζί με τους Ορέστη Μακρή, Κούλη Στολίγκα, Νίκο Σταυρίδη, αδελφές Καλουτά.

Μίκης (Μιχαήλ) Θεοδωράκης

Mikis2004.jpg

Ο Μίκης (Μιχαήλ) Θεοδωράκης (Χίος, 29 Ιουλίου 1925) είναι Έλληνας συνθέτης, στιχουργός, διευθυντής ορχήστρας και πολιτικός, κρητικής και μικρασιάτικης καταγωγής. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες μουσικοσυνθέτες. Ως πολιτικός υπήρξε υπουργός και τέσσερις φορές εκλεγμένος βουλευτής του ελληνικού κοινοβουλίου με το Κ.Κ.Ε[ και την Ν.Δ, ενώ παράλληλα ήταν ακτιβιστής τιμημένος με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν το 1983.

Έχει ασχοληθεί με όλα τα είδη της μουσικής, ενώ έχει συνθέσει τον ίσως πιο αναγνωρίσιμο ελληνικό ρυθμό διεθνώς, το συρτάκι "Ζορμπάς" (1964), βασισμένο σε παραδοσιακή κρητική μουσική. Επίσης έχει ασχοληθεί με την κλασική μουσική γράφοντας συμφωνίες, ορατόρια, μπαλέτα, όπερες και μουσική δωματίου.

Συνθέσεις του έχουν ερμηνευτεί από καλλιτέχνες παγκοσμίου φήμης, όπως οι Beatles, η Σίρλεϊ Μπάσεϊ, η Τζόαν Μπαέζ και η Εντίθ Πιάφ, ενώ έχει γράψει μουσική για γνωστές ταινίες όπως: Φαίδρα (1962), Αλέξης Ζορμπάς (1964), Ζ (1969) και Σέρπικο (1973). To 1970, για τη μουσική στη ταινία Ζ, του απονεμήθηκε το βραβείο BAFTA για πρωτότυπη μουσική, ενώ ήταν υποψήφιος στην ίδια κατηγορία του 1974, για την ταινία State of Siege, και το 1975, για την ταινία Serpico. Επίσης ήταν υποψήφιος για Γκράμι το 1966 και το 1975 για το μουσικό θέμα των ταινιών Ζορμπάς και Serpico αντίστοιχα.

Το πιο σημαντικό του έργο θεωρείται η μελοποιημένη ποίηση, χρησιμοποιώντας ως στίχους ποιήματα βραβευμένων ποιητών ελληνικής και ξένης καταγωγής, όπως οι Γιάννης Ρίτσος (Βραβείο Ειρήνης Λένιν 1976), Γιώργος Σεφέρης (Νόμπελ 1963), Πάμπλο Νερούδα (Νόμπελ 1971), Οδυσσέας Ελύτης (Νόμπελ 1979).

Το 2000 προτάθηκε για βραβείο Νόμπελ Ειρήνης

Ο Μίκης Θεοδωράκης γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου 1925 στη Χίο  Η καταγωγή του πατέρα του, Γιώργη Θεοδωράκη, Mπιζανομάχου, ήταν από τον Γαλατά Χανίων και της μητέρας του, Ασπασίας Πουλάκη, από τον Τσεσμέ της Μικράς Ασίας. Οι γονείς του συναντήθηκαν στην Μικρά Ασία, λίγο πριν από την Μικρασιατική Καταστροφή Τα παιδικά του χρόνια ο Μίκης Θεοδωράκης τα πέρασε σε διάφορες πόλεις της ελληνικής επαρχίας όπως τη Μυτιλήνη, τα Γιάννενα, το Αργοστόλι, το Πύργο Ηλείας, τη Πάτρα και κυρίως στην Τρίπολη Αρκαδίας, λόγω των συχνών μεταθέσεων του δημοσίου υπαλλήλου πατέρα του

Στην Τρίπολη, μόλις 17 ετών, δίνει την πρώτη του συναυλία παρουσιάζοντας το έργο του Κασσιανή και παίρνει μέρος στην αντίσταση κατά των κατακτητών Στη μεγάλη διαδήλωση της 25ης Μαρτίου 1943 συλλαμβάνεται για πρώτη φορά από τους Ιταλούς και βασανίζεται. Διαφεύγει στην Αθήνα, όπου οργανώνεται στον ΕΛΑΣ και εκτελεί χρέη διαφωτιστή στον Πέμπτο Τομέα της ΕΠΟΝ, ενώ αγωνίζεται και σαν διμοιρίτης τής Μεταξωτής διμοιρίας του 1ου τάγματος της Νέας Σμύρνης κατά τα Δεκεμβριανά.Συγχρόνως σπουδάζει στο Ωδείο Αθηνών με καθηγητή τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη.

H καταδρομική επιχείριση του Κανάρη στην Αίγυπτο

Σαν σήμερα έγινε η καταδρομική επιχείριση του Κανάρη στην Αίγυπτο

Τον Ιούλιο του 1825 ο Ιμπραήμ είχε πατήσει για τα καλά το πόδι του στον Μοριά και σημείωνε τη μία επιτυχία μετά την άλλη απέναντι στους επαναστατημένους Έλληνες.

Την εποχή εκείνη, ο Κωνσταντίνος Κανάρης σκέφτηκε ένα παράτολμο σχέδιο ως αντιπερισπασμό προς τον Αιγύπτιο πολέμαρχο: να εκστρατεύσει στην πατρίδα του και να κάψει τον αιγυπτιακό στόλο, που ναυλοχούσε στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας, μπροστά από το παλάτι του πατέρα του Μοχάμετ Άλι. Έτσι θα σταματούσε και το λαθρεμπόριο που έκαναν Γάλλοι, φίλοι του Μωχάμετ Άλη, σε βάρος του ελληνικού αγώνα..

Το σχέδιο του κοινοποιήθηκε στους προύχοντες της Ύδρας Μανώλη Τομπάζη, Λάζαρο Κουντουριώτη και Αντώνιο Κριεζή, οι οποίοι ενθουσιάστηκαν και αποφάσισαν να το θέσουν σε εφαρμογή. Με πάσα μυστικότητα για τον φόβο των κατασκόπων, ετοιμάστηκαν τρία πυρπολικά, ένα για τον Κανάρη, ένα για τον Αντώνιο Βώκο και το άλλο για τον Μανώλη Μπούτη, Τα πυρπολικά θα συνοδεύονταν από τα μεγάλα πλοία του Κριεζή και του Τομπάζη, που θα είχε το γενικό πρόσταγμα της επιχείρησης.

Ο στολίσκος απέπλευσε από την Ύδρα στις 23 Ιουλίου 1825 και σαν σήμερα στις 29 Ιουλίου βρισκόταν έξω από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Αμέσως, ο Τομπάζης συγκάλεσε σύσκεψη στο πλοίο του και αποφασίσθηκε τα μεν πλοία να παραμείνουν έξω από το λιμάνι, όσο το δυνατόν αφανή από τα παρατηρήρια του εχθρού, τα δεν πυρπολικά να εισδύσουν στο λιμάνι και αφού επιτελέσουν το έργο τους οι πυρπολητές να επιστρέψουν με τις λέμβους στα πλοία. Στους πυρπολητές δόθηκαν σαφείς εντολές να μην βλάψουν σκάφη με ξένη σημαία.

Το σχέδιο πήγε από την αρχή στραβά. Ο Κανάρης όρμησε πρώτος με το πυρπολικό του και άφησε αρκετά πίσω τους Βώκο και Μπούτη. Μέχρι να συνεννοηθούν για να εισέλθουν και οι τρεις ταυτόχρονα στο λιμάνι, είχαν παρέλθει πολύτιμες ώρες. Ο ήλιος άρχισε να δύει, όταν ο Κανάρης αποφάσισε να ενεργήσει μόνος και στράφηκε με το πυρπολικό του προς το λιμάνι. Όμως, για κακή του τύχη τον αντιλήφθηκε ο πλοηγός του λιμανιού και αφού διαπίστωσε ότι δεν ήταν εμπορικό, αλλά εχθρικό πλοίο, προσπάθησε να κάνει ανεπιτυχώς ρεσάλτο στο πλοίο του Κανάρη και να το εμποδίσει να εισέλθει στο λιμάνι.

Ο Κανάρης γνώριζε τη διάταξη του λιμανιού της Αλεξάνδρειας από παλαιότερα ταξίδια του και κατηύθυνε το πυρπολικό του προς την αποβάθρα των ανακτόρων του Μοχάμετ Άλι, μπροστά από την οποία ήταν ελλιμενισμένες μεγάλες φρεγάτες και η ναυαρχίδα του στόλου. Όμως, ο άνεμος μεταβλήθηκε ξαφνικά κι έπαψε να είναι ευνοϊκός για τον θρυλικό ναυμάχο. Το πυρπολικό του δεν ήταν δυνατό να προχωρήσει. Εν τω μεταξύ, είχε γίνει αντιληπτό από τους Αιγυπτίους, που εκινούντο προς αντιμετώπισή του.

Ο Κανάρης, ευρισκόμενος πλέον σε δύσκολη θέση, άναψε το πυρπολικό και προσπάθησε να το ρίξει πάνω σ’ ένα επισκευαζόμενο αιγυπτιακό δίκροτο. Με τους άνδρες του επιβιβάσθηκε στη συνοδευτική λέμβο για να εξέλθει από το λιμάνι. Το πυρπολικό δεν βρήκε στόχο, αφού το αιγυπτιακό πλοίο έλυσε κάβους και απομακρύνθηκε, ενώ η λέμβος του δεχόταν καταιγιστικά πυρά από τον εχθρό. Βαλλόμενη ακατάπαυστα κατόρθωσε να φθάσει στο στόμιο του λιμανιού, όπου συνάντησε τον Βώκο με το πυρπολικό του, ενώ ο Μπούτης παρέμενε έξω από το λιμάνι. Από τη δραματική επιχείρηση διαφυγής του Κανάρη σκοτώθηκαν δύο μέλη του πληρώματός του, οι Παντελής Τζιτζάς και Ιωάννης Χούντας και τραυματίσθηκαν πέντε, οι Ιωάννης Κωνσταντινίδης, Αγγελής Γκλάβας, Νικόλαος Δήμου, Γεώργιος Ψαριανός και Νικόλαος Μανιάτης.

Ο Μοχάμετ Άλι αμέσως μόλις πληροφορήθηκε την επιθετική ενέργεια του ελληνικού πυρπολικού, διέταξε τα πλοία του να καταδιώξουν τον ελληνικό στόλο, ενώ ο ίδιος επιβιβάσθηκε σε μία κορβέτα και ανοίχτηκε στο πέλαγος. Όμως, τα ελληνικά πλοία είχαν προλάβει να απομακρυνθούν.

Στις 18 Αυγούστου 1825 επέστρεψαν στην Ύδρα, όπου τους επιφυλάχθηκε υποδοχή ηρώων.

Το ότι ο στόχος δεν επετεύχθη δεν οφείλεται σε λάθος του Κανάρη και ούτε μειώνει το μεγαλείο του εγχειρήματος. Οι επαναστατημένοι Έλληνες θεώρησαν την πράξη του Κανάρη πλήρη τόλμης και πατριωτισμού αλλά κάποιοι Ευρωπαίοι δυσαρεστήθηκαν και την είδαν σαν αχαρακτήριστη πειρατική πράξη λόγω της χρήσης ξένης σημαίας υπό επισήμου καταδρομέως. Η αγγλόφιλη «Εφημερίς της Ύδρας», σε μια εποχή που υπήρχαν διαμάχες για το ζήτημα της βασιλικής υποψηφιότητας (κάθε μεγάλη δύναμη ήθελε ο νέος βασιλιάς των Ελλήνων να προέρχεται από τον δικό της βασιλικό οίκο) κατηγόρησε τους Γάλλους επειδή ο φιλοτουρκισμός τους έγινε αιτία να ματαιωθεί ένα μεγάλο απελευθερωτικό εγχείρημα.

Το γεγονός προξένησε αίσθηση και θαυμασμό για τον Κωνσταντίνο Κανάρη στα ευρωπαϊκά κέντρα. Γάλλοι φιλέλληνες εξεγέρθηκαν, όταν εγράφη ότι στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας γαλλικό πολεμικό πλοίο (μπρίκι) κανονιοβόλησε το πυρπολικό του Κανάρη. Ο Γάλλος υπουργός Βιλέλ αναγκάσθηκε να προβεί σε διάψευση του συμβάντος ενώπιον της Βουλής.

συνέχεια


https://www.zougla.gr/politismos/article/san-simera-egine-i-katadromiki-epixirisi-tou-kanari-stin-egipto-1939137

Ίσιντορ Ισαάκ Ράμπι (Isidor Isaac Rabi, 29 Ιουλίου 1898 – 11 Ιανουαρίου 1988)

II Rabi.jpg 

Ο Ίσιντορ Ισαάκ Ράμπι (Isidor Isaac Rabi, 29 Ιουλίου 1898 – 11 Ιανουαρίου 1988) ήταν Πολωνός φυσικός και βραβευμένος με το Νόμπελ Φυσικής το 1944 για τη μέθοδο καταγραφής των μαγνητικών ιδιοτήτων του ατομικού πυρήνα.
Βιογραφία

Ο Ράμπι γεννήθηκε σε μια παραδοσιακή εβραϊκή οικογένεια στο Rymanów της Γαλικίας, στην τότε Αυστριακή Αυτοκρατορία (σήμερα ανήκει στην Πολωνία), και πήγε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής όταν ήταν παιδί. Το 1919 πήρε το πτυχίο του στη χημεία από το Πανεπιστήμιο Κορνέλ, και συνέχισε τις σπουδές στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια από όπου πήρε το 1927 το διδακτορικό του. Μια υποτροφία του επέτρεψε να πάει στην Ευρώπη και να συνεργασθεί με κορυφαίους φυσικούς όπως ο Νιλς Μπορ, Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, Βόλφγκανγκ Πάουλι και Ότο Στερν. Αργότερα επέστρεψε στο Κολούμπια, όπου και παρέμεινε.

Αλεξίς-Σαρλ-Ανρί Κλερέλ ντε Τοκβίλ (Γαλλικά: Alexis-Charles-Henri Clérel de Tocqueville προφέρεται: [alɛksi ʃaʁl ɑ̃ʁi kleʁɛl də tɔkvil], 29 Ιουλίου 1805 – 16 Απριλίου 1859


29 Ιουλίου 1805 (216 χρόνια πριν) γεννήθηκε:
Αλεξίς ντε Τοκβίλ Γάλλος ιστορικός

Ο Αλεξίς-Σαρλ-Ανρί Κλερέλ ντε Τοκβίλ (Γαλλικά: Alexis-Charles-Henri Clérel de Tocqueville προφέρεται: [alɛksi ʃaʁl ɑ̃ʁi kleʁɛl də tɔkvil], 29 Ιουλίου 1805 – 16 Απριλίου 1859) ήταν Γάλλος πολιτικός στοχαστής και ιστορικός, ο πιο βαθυστόχαστος εκπρόσωπος του πολιτικού φιλελευθερισμού στην ηπειρωτική Ευρώπη το πρώτο μισό του 19oυ αιώνα. Γνωστός για τα έργα του Η Δημοκρατία στην Αμερική (δίτομο: 1835 και 1840) και Το Παλαιό Καθεστώς και η Επανάσταση (1856), στα οποία αναλύει το βελτιωμένο βιοτικό επίπεδο και τις κοινωνικές συνθήκες των πολιτών, καθώς και τη σχέση τους με την αγορά στις δυτικές κοινωνίες. Το έργο Η Δημοκρατία στην Αμερική εκδόθηκε αφού ο Τοκβίλ ταξίδεψε στις ΗΠΑ και θεωρείται σήμερα ως μία από τις πρώτες πραγματείες στην κοινωνιολογία και την πολιτική επιστήμη.

Ο Τοκβίλ ασχολήθηκε ενεργά με τη γαλλική πολιτική, αρχικά υπό την Ιουλιανή Μοναρχία (1830-1848) και κατόπιν κατά την Δεύτερη Δημοκρατία (1849-1851) που διαδέχθηκε την Επανάσταση του Φλεβάρη του 1848. Αποσύρθηκε από τον πολιτικό βίο μετά το πραξικόπημα της 2ας Δεκεμβρίου 1851 του Ναπολέοντα Γ΄, οπότε και άρχισε να γράφει το έργο του «Το Παλαιό Καθεστώς και η Επανάσταση»

Διατεινόταν ότι η σημασία της Γαλλικής Επανάστασης έγκειτο στη συνέχιση της διαδικασίας εκσυγχρονισμού και κεντρικής συγκέντρωσης του γαλλικού κράτους, η οποία είχε αρχίσει υπό τον Λουδοβίκο ΙΔ’. Η αποτυχία της Επανάστασης πήγασε από την απειρία των εκπροσώπων της, οι οποίοι είχαν επενδύσει πολύ σε αφηρημένες ιδέες του Διαφωτισμού. Ο Τοκβίλ ήταν κλασικός φιλελεύθερος, υπέρμαχος του κοινοβουλευτισμού, αλλά σκεπτικιστής όσον αφορούσε στις ακρότητες της δημοκρατίας

Σήμερα 29/7...Αγίας Θεοδότης μάρτυρος, Αγίου Καλλινίκου του Κίλικος

ανθισμένο ποδήλατο (φ.Μ.Κυμάκη)
ανθισμένο ποδήλατο (φ.Μ.Κυμάκη)

Αγίας Θεοδότης μάρτυρος, Αγίου Καλλινίκου του Κίλικος

για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

Σύγχρονοι Ερυσίχθονες

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Ο μύθος του Θεσσαλού Ερυσίχθονα που διασώζει ο ποιητής Καλλίμαχος στον ύμνο του προς τη θεά Δήμητρα, μοιάζει να είναι το πρώτο οικολογικό μήνυμα στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Ένα μήνυμα που φανερώνει τις ολέθριες συνέπειες για τον άνθρωπο από την αλόγιστη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων.

Σύμφωνα λοιπόν με το μύθο, ο ιερόσυλος βασιλιάς Ερυσίχθονας σπρωγμένος από ακόρεστη αδηφαγία, έκοψε τα ιερά δέντρα της θεάς και ιδίως εκείνο που αγαπούσε περισσότερο.Μια πελώρια βαλανιδιά στην καρδιά του δάσους.
Η τιμωρία για τη βέβηλη αυτή πράξη , ήταν φοβερή αφού καταδικάστηκε από τη θεά σε αιώνια πείνα.Ετσι άρχισε το μαρτύριο του Ερυσίχθονα που αφού καταβρόχθισε ολόκληρο το βιός του, θα κατασπαράξει και τις ίδιες του τις σάρκες μέχρι να τον λυτρώσει ο θάνατος.

Η σημερινή πραγματικότητα έτσι όπως διαμορφώνεται στη χώρα μας με την ανήθικη , παρωχημένη αναπτυξιακή πολιτική των μνημονίων επιβάλλει μια νέα ανάγνωση αυτού του διδακτικού μύθου προκειμένου να μην επιτρέψουμε τον εκβαρβαρισμό του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος ώστε να διασώσουμε την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου και πάνω απ΄όλα να επιτρέψουμε στις μελλοντικές γεννιές να οικοδομήσουν με μέτρο και δικαιοσύνη την αρχή της βιωσιμότητας,της αλληλεγγύης,της ποιοτικής ανάπτυξης στηριζόμενοι στους εθνικούς μας πόρους.
Αντ'αυτού, με ένα ακόμα ψευτοδίλημμα ανάπτυξη ή περιβάλλον καθώς επίσης και το εκβιαστικό ανεργία ή περιβάλλον, ένας κύκλος διεθνούς κερδοσκοπίας ασελγεί εις βάρος της φύσης, της ιστορίας, της μνήμης του πολιτισμού καταστρέφοντας δίχως έλεος όλα εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της χώρας μας για μια αληθινά ενδογενή και βιώσιμη ανάπτυξη.
Με το πρόσχημα της πράσινης ανάπτυξης και με διαδικασίες fαst track (εφαρμοστικός νόμος 3986/2011) καθ'υπέρβαση της περιβαλλοντικής, χωροταξικής και αρχαιολογικής νομοθεσίας εκποιείται όλος ο πλούτος της χώρας : αιγιαλός , δάση, αρχαιολογικοί χώροι , σπήλαια , περιοχές οικοανάπτυξης που σημειωτέον είναι αναπαλλοτρίωτες βάσει του ελληνικού συντάγματος
Η Κρήτη,φαίνεται να αποτελεί προσφιλές φιλέτο για τις ορέξεις των πολυεθνικών κεφαλαίων που εκμεταλλευόμενες τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις,προωθούν με τη στήριξη των εγχώριων υποστηρικτών τους και ερήμην των τοπικών κοινωνιών,αυτή την παρά φύσιν αναπτυξιακή λαίλαπα. Σύμφωνα λοιπόν με το περίφημο πρόγραμμα" Ήλιος" ,όλες οι κορυφογραμμές της Κρήτης πρόκειται να καλυφθούν από αιολικούς,υβριδικούς, φωτοβολταϊκούς σταθμούς.Χιλιάδες στρέμματα μοναδικής βλάστησης, πολλά από αυτά ενταγμένα στο δίκτυο Natura oπως το μοναδικής ομορφιάς δάσος των Αζιλάκων στην ανατολική Κρήτη, αποψιλώνονται για να καλυφθούν από εκατομμύρια κυβικά μπετόν και σίδερο για την κατασκευή ταμιευτήρων χωρητικότητας εκατομμυρίων κυβικών με στόχο τη δέσμευση και τον πλήρη έλεγχο του πολυτιμότερου φυσικού κοινού αγαθού, του νερού ακόμα και αν αυτό ειναι της βροχής(Κ.Υ.Α. 150559/10/6/2011 που αφορά χρήση νερού).
Είναι προφανές ότι στόχος αυτής της νέας μορφής φεουδαρχίας δεν είναι η πράσινη ανάπτυξη στη Κρήτη αλλά η μετατροπή της σε ένα εργοστάσιο ενέργειας όπου με την ασυλία των μνημονιακών συμβάσεων,οι σύγχρονοι Ερυσίχθονες θα ικανοποιούν τα νοσηρά τους σχέδια που όχι μόνο δεν προωθούν την ανάπτυξη αλλά αντίθετα αποτελούν ύβρι για το οικοσύστημα.
Στον αντίποδα αυτής της τερατογένεσης που επιχειρείται στο τόπο μας, οι εναλλακτικές μορφές τουρισμού, των δρόμων του λαδιού, του κρασιού, των αρχαιολογικών και μοναστηριακών διαδρομών, της προώθησης επώνυμων τοπικών προιόντων, η παραγωγή τοπίου και εδάφους,η αποκατάσταση της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας των οικισμών μας πόσες θέσεις εργασίας και πόση ομορφιά θα δημιουργούσε γύρω μας ;
Όσοι βέβαια ταυτίζουν την ανάπτυξη με το ''ολοκαύτωμα'' του φυσικού χώρου και την εκποίηση της γής μας στους δανειστές θα πούν οτι πρόκειται περί ουτοπίας,οτι είναι ζήτημα πόρων και προύπολογισμών. Η δική μας απάντηση είναι ο,τι όλα είναι ζήτημα ιδεών και παιδείας. Η πρόταση μας είναι πρόταση ζωής και αγάπης για τον τόπο μας.Αλλωστε στις σημερινές συνθήκες άγριας παγκοσμιοποίησης, μονάχα κινήματα με ώριμη και ισχυρή συνείδηση της έννοιας του γενικού δημόσιου αγαθού μπορούν να διαμορφώσουν μια αξιοπρεπή σχέση με το περιβάλλον.Οχι λαοί ιδιωτικοποιημένοι όπως μας καθιστούν οι μνημονιακές συμβάσεις.

Γιούλη Ιεραπετριτάκη υποψήφια βουλευτής ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Α'Θεσ\νικης

το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε την Παρασκευή 15/6/12 στον ''δρομο της άριστεράς''

Δυτικότερα της Λήθης

 

Το μυθιστόρημα «Δυτικότερα της Λήθης» είναι ένα βιβλίο για τους ανθρώπους που έδρασαν στα ηρωικά χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου και του Εμφυλίου Πολέμου, αλλά εξοντώθηκαν μέσα από τους μηχανισμούς που επικράτησαν στην μετέπειτα μακρόχρονη ειρήνη. Για τη δοκιμασία της ψυχοθεραπείας και την γονιμοποιό δύναμη του έρωτα.

Η αναγκαστική παρουσία του ανοϊκού Στέφανου στη ζωή του συγγραφέα Άρη Μονιάκη ανατρέπει ολοκληρωτικά τη ζωή του. Το οδυνηρό παρελθόν γίνεται παρόν, η πένα του «στεγνώνει», το αλκοόλ πρωτεύει κι η σκέψη του θανάτου γίνεται φιλική.

Αυτό τον οδηγεί στο ιατρείο της ψυχοθεραπεύτριας Αμέλειας Μουρούζη όπου αρχίζει η ενδοσκόπηση, η επαφή του καλλιτέχνη με τον άνθρωπο, η συνάντηση του ανθρώπου με την ιστορία και η γείωση του μέσα της. Η συνάντηση του ανθρώπου με τον υπολοχαγό Στέφανο Μονιάκη, ένα Μινώταυρο παγιδευμένο στον Λαβύρινθο του... Η συνάντηση του άνθρωπου με τον λοχαγό του Δημοκρατικού Στρατού, Πέτρο Θάλλαρη, που δεν διαπραγματεύεται τις αρχές του, αλλά αντίθετα τις υπερασπίζεται με το κορμί του, αν χρειαστεί... Η συνάντηση του άνθρωπου με τη Δανάη Κούζη, κόρη πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου και μεγαλωμένη μέσα στη χείμερα του παρελθόντος, που αποφεύγει τις μεγάλες Ιδέες και Οράματα, ζει για το φευγαλέο, τον έρωτα κι έχει επιλέξει την Ιδιωτική της Οδό... Κατοπτρικοί ήρωες, κατοπτρικές ζωές, κατοπτρικά τοποθετημένο το παρόν με το παρελθόν, σε ένα βιβλίο που μιλά για την αυτογνωσία και την αφύπνιση του Νεοέλληνα απέναντι στο ιστορικό του παρελθόν. Ωστόσο, το ερώτημα, αν η ανθρώπινη επίγνωση μπορεί να ανατρέψει το μοιραίο, αφήνεται στην κρίση του αναγνώστη.

Τετάρτη, Ιουλίου 28, 2021

Εμμανουήλ Ροΐδης

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης (28 Ιουλίου 1836 – 7 Ιανουαρίου 1904) ήταν σημαντικός Έλληνας λογοτέχνης. Θεωρείται ένας από τους πιο πνευματώδεις συγγραφείς που παρουσιάστηκαν στα ελληνικά γράμματα, ενώ το έργο του συγκροτείται από πολλά διαφορετικά είδη, όπως μυθιστορήματα, διηγήματα, κριτικές μελέτες, κείμενα πολιτικού περιεχομένου, μεταφράσεις και χρονογραφήματα.

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου 1836 στην Ερμούπολη της Σύρου από εύπορους και αριστοκρατικής καταγωγής (εκ Χίου) γονείς, τον Δημήτριο Ροΐδη και την Κορνηλία το γένος Ροδοκανάκη. Το 1841 η οικογένειά του μετακόμισε στην Ιταλία λόγω του διορισμού του πατέρα του σε μεγάλο εμπορικό οίκο της εποχής, με έδρα τη Γένοβα, και αργότερα της υπηρεσίας του ως Γενικού Προξένου της Ελλάδας. Σε ηλικία δεκατριών ετών, και ενώ οι γονείς του είχαν εγκατασταθεί στο Ιάσιο, ο Ροΐδης επέστρεψε στην Ερμούπολη, όπου σπουδάζει εσωτερικός στο φημισμένο ελληνοαμερικανικό λύκειο Χ. Ευαγγελίδη. Συμμαθητής του ήταν ο λόγιος, συγγραφέας και έμπορος Δημήτριος Βικέλας και μαζί εξέδιδαν μια εβδομαδιαία χειρόγραφη εφημερίδα υπό τον τίτλο Μέλισσα.

Το 1855 αποφοιτώντας εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο για θεραπεία για το πρόβλημα της βαρηκοΐας που είχε εμφανιστεί από τα μαθητικά του χρόνια και συνέχισε να τον ταλαιπωρεί σε όλη τη ζωή του. Παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα φιλολογίας και φιλοσοφίας. Μετά από ένα χρόνο και εξ αιτίας της επιδείνωσης της υγείας του πήγε στο Ιάσιο και το 1857 στην Βραΐλα, όπου ανέλαβε την αλληλογραφία του εμπορικού οίκου του θείου του, Δημητρίου Ροδοκανάκη. Τότε ασχολήθηκε κρυφά με τη μετάφραση του Οδοιπορικού του Σατωβριάνδου, ο θείος του όμως το αντιλήφθηκε και τον παρότρυνε να την δημοσιεύσει. Την πλήρη μετάφραση εξέδωσε το 1860, έναν χρόνο αφού είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα μαζί με την οικογένειά του. Την επόμενη χρονιά ακολούθησε τους γονείς του στην Αίγυπτο, για θεραπεία της μητέρας του, όμως μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του το 1862 επέστρεψε με την μητέρα του και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, αποφασισμένος να μην ακολουθήσει τις εμπορικές δραστηριότητες που του είχε αφήσει ο πατέρας του αλλά να αφοσιωθεί στην ενασχόληση του με τα γράμματα.

Το 1866 ολοκλήρωσε την συγγραφή του μυθιστορήματος Πάπισσα Ιωάννα, έργο μέσα από το οποίο σατιρίζει τον κλήρο της Δυτικής Εκκλησίας την περίοδο του Μεσαίωνα. Το βιβλίο αφορίστηκε από την Ιερά Σύνοδο (αφορισμός που άρθηκε αργότερα) αλλά με τις συνεχείς πέντε εκδόσεις του κατάφερε να καταξιώσει διεθνώς τον Ροΐδη (ως διάσημο ή μάλλον διαβόητο - κατά σημείωση του Αρίστου Καμπάνη), ο οποίος τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με γαλλόφωνες εφημερίδες ενώ το 1870 έγινε και διευθυντής της εφημερίδας Grèce (Γκρες).

Το 1873 απώλεσε σχεδόν όλη του την περιουσία που είχε επενδύσει σε μετοχές της Εταιρίας Λαυρίου και της Πιστωτικής.

Τον Ιανουάριο του 1875 και για 18 μήνες εξέδιδε με τον Θέμο Άννινο το εβδομαδιαίο περιοδικό, χιουμοριστικό στην αρχή, σατιρικό κατόπιν, Ασμοδαίος μέσα από τις σελίδες του οποίου είχε τη δυνατότητα να σχολιάζει την δημόσια και πολιτική ζωή της Ελλάδας καθώς και να συμμετέχει ενεργά σε αυτήν. Υπέγραφε με τα ψευδώνυμα «Θεοτούμπης», «Σκνίπας» και πολλά άλλα παρόμοια, τα περισσότερα μιας μόνο χρήσεως, αφού τα ψευδώνυμα αυτά φαίνεται πως ήταν συνήθως αναγραμματισμοί φράσεων που τόνιζαν κάτι που είχε αναφερθεί στο αντίστοιχο άρθρο.[1] Kαυτηρίαζε τη κομματική συναλλαγή της εποχής του, υποστηρίζοντας όμως την πολιτική του Χαρίλαου Τρικούπη.

Το 1877 άρχισε η διαμάχη του με τον Άγγελο Βλάχο, με αφορμή ένα κριτικό του κείμενο με τίτλο «Περί Συγχρόνου Ελληνικής Ποιήσεως», στο οποίο στρεφόταν κατά του ακραίου ρομαντισμού και της πραγμάτωσής του στο έργο της Α' Αθηναϊκής Σχολής και των ποιητικών διαγωνισμών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1878 διορίστηκε έφορος στην Εθνική Βιβλιοθήκη, στην οποία εργαζόταν κατά την διάρκεια των κυβερνήσεων Τρικούπη, ενώ απολυόταν από τις κυβερνήσεις Δηλιγιάννη. Παράλληλα, εμφανιζόταν ως υπέρμαχος της δημοτικής με μια σειρά από γλωσσικές μελέτες αν και ο ίδιος έγραφε τα κείμενά του στην καθαρεύουσα. Το 1885 είχε ένα σοβαρό ατύχημα όταν τον χτύπησε μια άμαξα με αποτέλεσμα να σπάσει το σαγόνι του και να μην μπορεί να μιλήσει για μήνες. Το 1890 έχασε την ακοή του οριστικά.

Την περίοδο 1890-1900 δημοσίευσε το μεγαλύτερο μέρος του καθαρά αφηγηματικού του έργου, που περιλαμβάνει αρκετά διηγήματα. Μέχρι το τέλος της ζωής του συνεργαζόταν με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες της εποχής στα οποία δημοσίευε διηγήματα και κριτικά άρθρα.

Πέθανε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 1904.
Η Πάπισσα Ιωάννα

Η Πάπισσα Ιωάννα είναι το πιο διάσημο από τα αφηγηματικά έργα του Ροΐδη και ένα από τα πιο γνωστά μυθιστορήματα της Νεοελληνικής λογοτεχνίας, με πολλές μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες. Με το έργο αυτό ο συγγραφέας έρχεται σε ρήξη με την κρατούσα λογοτεχνική παράδοση, τον ρομαντισμό, και με την ενίσχυση του κύρους της Εκκλησίας.

Η υπόθεση του έργου είναι ένας θρύλος του 9ου αι. αρκετά διαδεδομένος στην Ευρώπη, για μια γυναίκα που κατάφερε να ανέλθει στον παπικό θρόνο, έμεινε έγκυος και γέννησε κατά τη διάρκεια μιας λιτανείας, όπου και πέθανε. Ο Ροΐδης είχε πρωτοακούσει την ιστορία στη Γένοβα, όταν ήταν παιδί, και επειδή του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση, έκανε εκτεταμένη έρευνα σε βιβλιοθήκες στην Αθήνα και στη Γερμανία και συγκέντρωσε πλούσιο υλικό για την περίοδο στην οποία διαδραματίζεται το έργο. Επέμεινε ιδιαίτερα σε αυτή τη διάσταση του μυθιστορήματος, γι' αυτό και το εξέδωσε με τον υπότιτλο «Μεσαιωνική Μελέτη». Kαι πράγματι το έργο είναι πιστότατο στην απεικόνιση της εποχής του (οι πόλεις, τα ταξίδια, τα μοναστήρια, οι συνήθειες, αποδίδονται με εξαιρετική ακρίβεια).

Το έργο εμφανώς παρουσιάζει τα αρνητικά της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά είναι φανερό ότι η κριτική και η απόρριψη απευθύνονται κυρίως στην Ορθόδοξη. Γι' αυτό και οι αντιδράσεις απέναντί του ήταν τόσο έντονες. Στον αφορισμό του έργου ο συγγραφέας απάντησε αρχικά χιουμοριστικά, με τις υποτιθέμενες «Επιστολές ενός Αγρινιώτου» με την υπογραφή Διονύσιος Σουρλής (στην εφημερίδα Αυγή, Μάιος 1866) και έπειτα με σοβαρό -αλλά και πιο δηκτικό τόνο-με το «Ολίγαι λέξες εις απάντησιν της αφοριστικής εγκυκλίου της Συνόδου».
Διηγήματα

Τα διηγήματα του Ροΐδη διαδραματίζονται στην Αθήνα και στην Ερμούπολη και στηρίζονται κυρίως σε προσωπικά του βιώματα. Είναι εμφανής σε όλα η κριτική του διάθεση εναντίον της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας. Χαρακτηριστικό είναι ότι πολλά έχουν ήρωες ζώα: η σύγκριση των ζώων με τον άνθρωπο είναι αρνητική εις βάρος του δευτέρου.
Το ύφος του συγγραφέα

Ο Ροΐδης είναι ο κατ' εξοχήν στυλίστας συγγραφέας και θεωρείται ότι είναι ο πρώτος που καθιέρωσε προσωπικό ύφος στη νεοελληνική λογοτεχνία. Το βασικό χαρακτηριστικό του είναι το χιούμορ και η ειρωνεία, που επιτυγχάνεται κυρίως με την απροσδόκητη σύναψη αταίριαστων λέξεων και εννοιών. Ο ίδιος είχε παρομοιάσει το ύφος του με την μέθοδο της «κολοκυνθοπληγίας», δηλαδή του χτυπήματος στο κεφάλι του αναγνώστη με μια ξερή κολοκύθα. Αυτό ήταν, όπως εξηγούσε, ένα «ανθυπνωτικόν φάρμακον», δηλαδή ο μόνος τρόπος για να κρατάει σε ενδιαφέρον και εγρήγορση τον (απαίδευτο) Έλληνα αναγνώστη.
Η λογοτεχνική κριτική

Ο Ροΐδης είναι ένας από τους οξυδερκέστερους Έλληνες κριτικούς. Διέβλεψε την φθορά του Αθηναϊκού Ρομαντισμού στην ποίηση και την πεζογραφία, ενίσχυσε τις ανανεωτικές προσπάθειες του περιοδικού Εστία στον τομέα του διηγήματος, στηλίτευσε τις υπερβολές της ηθογραφίας και κατέκρινε τον επαρχιωτισμό, δηλαδή τη φοβία για ξένες επιδράσεις στη λογοτεχνία.
Η διαμάχη με τον Άγγελο Βλάχο

Το 1877 ο Ροΐδης ήταν εισηγητής της κριτικής επιτροπής στον δραματικό διαγωνισμό του συλλόγου «Παρνασσός». Στην ομιλία του απέρριψε την ποιητική αξία όχι μόνο των υποβληθέντων στον διαγωνισμό έργων αλλά και εν γένει της ελληνικής ποιητικής παραγωγής της εποχής. Τη χαμηλή ποιότητα της ποίησης την απέδιδε στην απουσία κατάλληλης «περιρρέουσας ατμόσφαιρας». Οι απόψεις του απηχούν τη διδασκαλία του Taine, σύμφωνα με τον οποίον η τέχνη, ως κοινωνική εκδήλωση, εξαρτάται απόλυτα από το περιβάλλον και τις συνθήκες στις οποίες γεννάται. Δεδομένης λοιπόν της κατάστασης στην Ελλάδα ο Ροΐδης θεωρούσε λογική την χαμηλή ποιότητα της ποιητικής παραγωγής.

Ένα μήνα μετά απάντησε στην ομιλία του Ροΐδη ο Άγγελος Βλάχος με την ομιλία «Περί νεωτέρας ελληνικής ποιήσεως και ιδίως περί Γεωργίου Ζαλοκώστα», στην οποία αντέκρουσε τις απόψεις περί της δημιουργίας του ποιητή υπό την επίδραση του κοινωνικού και πνευματικού περιβάλλοντος, υποστηρίζοντας ότι οι ποιητές με ταλέντο γεννιούνται και ότι το έργο είναι αποτέλεσμα ποιητικής ευφυίας και όχι επίδρασης της κοινωνίας. Ο Γεώργιος Ζαλοκώστας ήταν το παράδειγμά του για την αξία της ποιητικής παραγωγής της εποχής.

Ο Ροΐδης απάντησε με άλλες δύο μελέτες «Περί συγχρόνου Ελληνικής κριτικής» και «Περί συγχρόνου Ελληνικής ποιήσεως», στις οποίες επαίνεσε το έργο των «Προδρόμων» (Ιωάννης Βηλαράς, Αθανάσιος Χριστόπουλος), την Επτανησιακή Σχολή και από σύγχρονους ποιητές μόνο τον Βαλαωρίτη και τον Αχ. Παράσχο. Ο Άγγελος Βλάχος ανταπάντησε με το έργο «Ο Νέος Κριτικός» και ο Ροΐδης με το έργο «Τα Κείμενα» και έτσι έληξε η διαμάχη.
Οι γλωσσικές μελέτες

Ο Ροΐδης, παρ' όλο που ο ίδιος έγραψε σε καθαρεύουσα, υποστήριζε τη χρήση της δημοτικής στη λογοτεχνία. Οι κυριότερες μελέτες του στις οποίες αναφέρεται σε γλωσσικά θέματα είναι: Ο Πρόλογος στη μετάφραση του «Οδοιπορικού» του Σατωβριάνδου, Ο Πρόλογος στα «Πάρεργα», η μελέτη για το «Ταξίδι» του Γιάννη Ψυχάρη και, η σημαντικότερη και εκτενέστερη, τα «Είδωλα» (1893).

Το πρόβλημα της «διγλωσσίας» το θεωρούσε εθνική συμφορά και επέρριπτε στους λογίους την ευθύνη για αυτό. Τη δημοτική γλώσσα τη θεωρούσε ισάξια της καθαρεύουσας σε πλούτο, ακρίβεια και σαφήνεια και πρότεινε για τη λογοτεχνική γλώσσα την σταδιακή απλοποίηση της καθαρεύουσας και τον εμπλουτισμό της δημοτικής ώστε τελικά να «συναντηθούν» σε μια γλώσσα.

Σχετικά με το «Ταξίδι» του Γιάννη Ψυχάρη, έγραψε ότι ήταν θετικό το γεγονός ότι η ενασχόληση με τη γλώσσα πέρασε από τα χέρια των λογίων στα χέρια των επιστημόνων, επαίνεσε το έργο για την πιστή εφαρμογή των επιστημονικών πορισμάτων του συγγραφέα του, τόνισε την ανάγκη να υπάρχει συμφωνία μεταξύ γραπτού και προφορικού λόγου, αλλά απέρριψε και τις ακρότητες του συγγραφέα σημειώνοντας ότι δεν ήταν δυνατόν να αγνοηθεί η μακρόχρονη ιστορία της ελληνικής γλώσσας και οι τύποι που αποτυπώνουν αυτήν την επίδραση, δηλαδή οι προσμίξεις της δημοτικής με την καθαρεύουσα δεν ήταν δυνατό -ούτε αναγκαίο- να αποφευχθούν πλήρως.
Εργογραφία
Μυθιστορήματα

Πάπισσα Ιωάννα (1866)

Διηγήματα

Ιστορία ενός σκύλου (1893)
Ιστορία μιας γάτας (1893)
Ιστορία ενός αλόγου (1894)
Ψυχολογία Συριανού συζύγου (1894)
Η Μηλιά(στη δημοτική) (1895)
Το παράπονο ενός νεκροθάπτου (1895)

Μελέτες, κείμενα

Περί συγχρόνου εν Ελλάδι κριτικής (1877)
Περί συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως (1877)
Τα Κείμενα (1877)
Γεννηθήτω φως (1879)
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1879)
Η Εθνική Βιβλιοθήκη εν έτει 1880 (1885)
Πάρεργα, επιμ. Δ. Ι. Σταματόπουλος (1885)
Το ταξίδι του Ψυχάρη (1888)
Τα Είδωλα (1893)

Μεταφράσεις

Σατωβριάνδου Οδοιπορικόν. Από Παρισίων εις Ιεροσόλυμα και από Ιεροσολύμων εις Παρισίους. (1860)
Μακώλεϋ Ιστορία της Αγγλίας - 7 τόμοι
Ποιήματα του Έντγκαρ Άλαν Πόε
Ιστορία της Αγγλικής λογοτεχνίας

Συλλογές

Διηγήματα
Συριανά διηγήματα Το ξεστούπωμα
Άπαντα - 7τομη έκδοση (1911-1914)
Άπαντα - 4τομη έκδοση (1940)
Εμμανουήλ Ροΐδης (1952)
Άπαντα - 2τομη έκδοση (1955)

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BC%CE%BC

Αντόνιο Λούτσιο Βιβάλντι

Ο Αντόνιο Λούτσιο Βιβάλντι (ιταλικά: Antonio Lucio Vivaldi, 4 Μαρτίου 1678 - 28 - 7-1741), γνωστός και με το προσωνύμιο il Prete Rosso (= ο κοκκινομάλλης παπάς) λόγω του χρώματος των μαλλιών του, ήταν Ιταλός συνθέτης, (μουσουργός), δεξιοτέχνης βιολιστής και ιερέας της εποχής του Μπαρόκ. Θεωρείται από τους σημαντικότερους συνθέτες της εποχής του και ο δημοφιλέστερος του κλασσικού μπαρόκ, καθώς με τη μουσική του επηρέασε πλήθος συνθετών τόσο της γενιάς του, μεταξύ των οποίων, τους Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, Γκέοργκ Φίλιπ Τέλεμαν, όσο και τους μετέπειτα.
Στα πιο γνωστά έργα του περιλαμβάνονται δεκάδες κοντσέρτα για βιολί - μια ενότητα των οποίων αποτελούν τις περίφημες "Τέσσερις Εποχές"- και άλλα όργανα, πάνω από 40 όπερες και πλήθος άλλων έργων θρησκευτικής μουσικής.

Αρκετά έργα του συνέθεσε για το γυναικείο μουσικό σχήμα του Ospedalle della Pietà, το οποίο ουσιαστικά ήταν ένα ορφανοτροφείο για εγκαταλειμμένα παιδιά και στο οποίο ο Βιβάλντι εργάστηκε στις περιόδους 1703 – 1705 και 1723 – 1740. Οι όπερές του επιπλέον είχαν κάποια επιτυχία σε πόλεις όπως η Βενετία, η Μάντουα και η Βιέννη. Μετά τη συνάντησή του με τον αυτοκράτορα Κάρολο τον Έκτο, ο Βιβάλντι μετοίκησε στη Βιέννη όπου και έλπιζε στην τοποθέτησή του ως μουσικού εκεί. Ο αυτοκράτορας ωστόσο σύντομα σχετικά μετά την άφιξή του πέθανε και ο συνθέτης απεβίωσε πάμφτωχος άνευ κάποιας σταθερής πηγής εισοδήματος.

Παρόλο που η μουσική του έτυχε ευρείας αποδοχής και αρεσκείας από το κοινό ενώ ο ίδιος ήταν εν ζωή, μετά το θάνατό του η δημοτικότητά της μειώθηκε αρκετά ως την ταχεία αναγέννησή της στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Στις μέρες μας, ο Βιβάλντι συγκαταλέγεται μεταξύ των δημοφιλέστερων και περισσότερο ηχογραφημένων μπαρόκ συνθετών.

Ο Αντόνιο Βιβάλντι γεννήθηκε στη Βενετία στις 4 Μαρτίου του 1678. Μάλιστα λέγεται ότι βαπτίσθηκε ανεπίσημα την ημέρα της γέννησής του εκ φόβου θανάτου του, μετά από ελαφρύ τραυματισμό που υπέστη σε σημειούμενο την ίδια μέρα σεισμό[1], ενώ η επίσημη (σε ναό) τελετή βάπτισης του Βιβάλντι έλαβε χώρα 2 μήνες αργότερα.[2]

Τα ονόματα των γονέων του συνθέτη, σύμφωνα με τα αρχεία του San Giovanni στη Bragora, ήταν Giovanni Battista Vivaldi ο πατέρας και Camilla Calicchio η μητέρα. Είχε 5 αδέρφια με τα εξής ονόματα: Margarita Gabriela, Cecilia Maria, Bonaventura Tomaso, Zanetta Anna, and Francesco Gaetano. Ο πατέρας του ήταν αρχικά κουρέας ενώ αργότερα ασχολήθηκε επαγγελματικά με το βιολί και ήταν αυτός που δίδαξε στον Antonio το όργανο και κατόπιν περιόδευσαν στη Βενετία πατέρας και γιος δίνοντας παραστάσεις. Κρίνοντας από το γεγονός ότι στην ηλικία των 24 ετών είχε πολλές γνώσεις στη μουσική και προσλήφθηκε στο ορφανοτροφείο του Ospedalle della Pietà. Ο Ιωάννης Βαπτιστής (Giovanni Batista, ο πατέρας του) ήταν ένας από τους ιδρυτές του Sovvegno dei musicisti di Santa Cecilia του οποίου πρόεδρος ήταν ο Giovanni Legrenzi, ένας διάσημος συνθέτης του μπαρόκ και maestro di cappella (διευθυντής της χορωδίας) στην εκκλησία San Marco Bassilica. Εικάζεται λοιπόν (και είναι πολύ πιθανό) ο Legrenzi να δίδαξε τα πρώτα μαθήματα σύνθεσης στον νεαρό Antonio. Ο Walter Kolneder, ειδικός από το Λουξεμβούργο, διέκρινε στοιχεία – επιρροές από το ύφος του Legrenzi στην πρώιμη δουλειά του συνθέτη Laetatus sum (RV Anh 31, σύνθεση το 1961 σε ηλικία 13 ετών του συνθέτη). Και ο πατέρας του Βιβάλντι πρέπει επίσης να συνέθετε: το 1689 μια όπερα ονόματι La Fedeltà sfortunata αναφέρεται να έχει συντεθεί από τον Giovanni Battista Rosso (Ιωάννης Βαπτιστής Κόκκινος), όνομα με το οποίο ο πατέρας του συνθέτη φαίνεται πως συμμετείχε στην ίδρυση του Sovvegno dei musicisti di Santa Cecilia: το «Rosso» (κόκκινος) λογικά αναφέρεται στο χρώμα των μαλλιών του, ένα οικογενειακό χαρακτηριστικό.

Η κατάσταση υγείας του Βιβάλντι ήταν από τη γέννησή του κακή. Τα συμπτώματα (strettezza di petto – σφίξιμο στο στήθος) που εμφάνιζε κατευθύνουν προς μια μορφή άσθματος.[2] Αυτό του δημιούργησε προβλήματα στην εκτέλεση σε πνευστά όργανα, αλλά δεν τον εμπόδισε σίγουρα να μάθει να παίζει βιολί όπως και να συνθέτει. Στην ηλικία των 15 ετών –το 1693– ξεκίνησε να μελετά προκειμένου να γίνει ιερέας.[2] Χειροτονήθηκε ιερέας το 1703 σε ηλικία 25 ετών και σύντομα του απέδωσαν το υποκοριστικό «Il Prete Rosso» (ο κόκκινος παπάς) εξαιτίας του χρώματος των μαλλιών του.[3] Σύντομα μετά τη χειροτόνησή του, στο 1704, απαλλάχθηκε από την τέλεση της Θείας Λειτουργίας εξαιτίας της επιδείνωσης της υγείας του. Τέλεσε τη Θεία Λειτουργία σαν ιερέας λίγες μόνο φορές, ενώ παρόλο που ανακλήθηκε από τα λειτουργικά του καθήκοντα, παρέμεινε ιερέας.

Τον Σεπτέμβριο του 1703, ο Βιβάλντι διορίστηκε ως δάσκαλος βιολιού (maestro di violino) στο ορφανοτροφείο Pio Ospedalle della Pietà στη Βενετία.[4] Εκτός από φημισμένος συνθέτης, ο Βιβάλντι επιπλέον ήταν και βιρτουόζος του βιολιού: Ο Γερμανός αρχιτέκτονας Johann Friedrich Armand von Uffenbach αναφέρθηκε σε αυτόν ως «[...]ο φημισμένος συνθέτης και βιολιστής[...]» και φέρεται να είπε ότι «Ο Βιβάλντι εκτέλεσε ένα σόλο κομμάτι εξαιρετικά και στο τέλος προσθέτοντας έναν ελεύθερο αυτοσχεδιασμό [μια καντέντσα] με εξέπληξε πλήρως, για αυτό και θεωρώ πολύ απίθανο ότι κάποιος έχει ποτέ παίξει ή πρόκειται ποτέ να παίξει με τέτοιον τρόπο».[5] Ο συνθέτης ξεκίνησε να εργάζεται για το ορφανοτροφείο στην ηλικία των 25 ετών και για τα επόμενα 30 χρόνια συνέθεσε τις κυριότερες δουλειές του εργαζόμενος εκεί.[6] Εκείνη την εποχή στη Βενετία υπήρχαν 4 παρόμοια ιδρύματα, τα οποία χρηματοδοτούσε η πολιτεία, με αποστολή την παροχή ασύλου και εκπαίδευσης σε παιδιά ορφανά, εγκαταλειμμένα ή παιδιά των οποίων οι οικογένειες δεν μπορούσαν να τα υποστηρίξουν.[7] Τα αγόρια μάθαιναν μια τέχνη και στην ηλικία των 15 έπρεπε να φύγουν από το ίδρυμα, ενώ τα κορίτσια διδάσκονταν μουσική με τα πιο προικισμένα να παραμένουν και να αποτελούν μέλη της αναβιωμένης ορχήστρας και χορωδίας του Ospedale.

Μετά την πρόσληψη του Βιβάλντι, τα ορφανά άρχιζαν να κερδίζουν φήμη και εκτίμηση τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, με τον συνθέτη να γράφει κονσέρτα, καντάτες και θρησκευτική μουσική για φωνητικά σύνολα.[8] Αυτές οι τελευταίες δουλειές (που αφορούν τη θρησκευτική μουσική) ξεπερνούν τις 60 και ποικίλουν ως προς το είδος τους από σόλο κομμάτια μέχρι μεγάλης κλίμακας χορωδιακά έργα για σολίστ, διπλή χορωδία και ορχήστρα.[9] Το 1704 εκτός από τη θέση του ως δάσκαλος ου βιολιού, ανατέθηκαν στο συνθέτη και τα καθήκοντα ως δασκάλου της viola all’inglese.[10] Ο συνθέτης επίσης κατείχε και τη θέση του δασκάλου της χορωδίας που απαιτούσε πολλές ώρες δουλειάς εκ μέρους του. Συνέθετε ένα ορατόριο σε κάθε γιορτή, ενώ παράλληλα έπρεπε να διδάσκει τους μαθητές τόσο θεωρία της μουσικής όπως επίσης και το πως να παίζουν κάποια όργανα.[11]

Οι σχέσεις του με τις εκάστοτε διοικήσεις του ορφανοτροφείου ήταν συχνά τεταμένες. Προκειμένου να διατηρηθεί κάποιος δάσκαλος στη θέση του, τα μέλη του συμβουλίου κάθε χρόνο έπαιρναν τη σχετικά απόφαση με μυστική ψηφοφορία. Έτσι το 1709 με μία ψήφο επιπλέον εναντίον του (7 κατά και 6 υπέρ)[12] ο Βιβάλντι εκδιώχθηκε και για τον επόμενο χρόνο δούλεψε ως ελεύθερος μουσικός. Το 1711 ωστόσο το συμβούλιο αντιλαμβανόμενο την αξία του ως δασκάλου της μουσικής τον επαναπροσέλαβε.[12] Το 1711 δε, ανελίχθηκε στη θέση του mestro di’ concerti γεγονός που τον καθιστούσε υπεύθυνο για κάθε είδους μουσική δραστηριότητα του ιδρύματος.[13][14]

Το 1705 η πρώτη συλλογή (Connor Cassara) των έργων του εκδόθηκε από τον Giuseppe Sala [15]: Το Opus 1 του είναι μια συλλογή –σε συμβατικό ύφος– από 12 σονάτες για 2 βιολιά και συνοδεύον μπάσο (basso continuo – συνήθως συνοδεία κοντραμπάσου και τσέμπαλου).[10] Το 1709 εκδώθηκε η δεύετρη συλλογή του (Opus 2) που αποτελούνταν επίσης από 12 σονάτες για τον ίδιο μουσικό σχηματισμό.[16] Η πραγματική καινοτομία σε ό,τι αφορά το έργο του ως συνθέτη, ήρθε με μια συλλογή 12 κονσέρτων για 1, 2 ή 4 βιολιά με συνοδεία ορχήστρας εγχόρδων ονόματι L’estro armonico (Opus 3). Το έργο αυτό εκδόθηκε το 1711 στο Amsterdam από Estienne Roger [17], και είναι αφιερωμένο στον Μεγάλο Πρίγκηπα Φερδινάνδο της Τοσκάνης. Ο πρίγκηπας όντας ο ίδιος μουσικός, επιχορήγησε αρκετούς μουσικούς, συμπεριλαμβανομένου του Αλεσσάντρο Σκαρλάτι και του Χαίντελ, ενώ είναι πολύ πιθανό να γνώρισε τον Βιβάλντι στη Βενετία. [18] Η επιτυχία του L’estro armonico ήταν πανευρωπαϊκή. Το 1714 ακολούθησε η La stravaganza (Opus 4) που αποτελέι μια συλλογή κονσερτών για σόλο βιολί και ορχήστρα εγχόρδων [19], αφιερωμένη σε έναν παλιό μαθητή του στο βιολί: τον βενετσιάνο ευγενή Vettor Dolfin.[20]

Τον Φεβρουάριο του 1711, ο συνθέτης με τον πατέρα του ταξίδεψαν στην πόλη Brescia όπου το έργο του Stabat Mater (RV 621) παίχτηκε στο πλαίσιο θρησκευτικών εκδηλώσεων. Το έργο αυτό φαίνεται να έχει συντεθεί βιαστικά: τα μέρη των εγχόρδων είναι απλά, τα μουσικά θέματα των 3 πρώτων κινήσεων επαναλαμβάνονται και στα υπόλοιπα 3 ενώ το λιμπρέτο δεν είναι ολοκληρωμένο. Ωστόσο, το εν λόγω έργο θεωρείται από τα πρώτα αριστουργήματά του.

Παρόλα τα συνεχή του ταξίδια από το 1718 -ένα από τα οποία έκανε μάλιστα για να διευθύνει τη χορωδία του πρίγκηπα του Έσσε-Ντάρμσταντ στη Μάντουα- το ορφανοτροφείο του πλήρωνε 2 sequin (ιστορικό χρυσό νόμισμα της Βενετίας) για να γράφει 2 κονσέρτα το μήνα για την ορχήστρα και να κάνει πρόβες σε αυτή τουλάχιστον 5 φορές ενώ αυτός ήταν στη Βενετία.
Ιμπρεσσάριος της όπερας
Εξώφυλλο της πρώτης έδκοσης του έργου Juditha triumphans[21]

Στη Βενετία στις αρχές του 18ου αιώνα, η όπερα ήταν από τους πλέον δημοφιλείς τρόπους διασκέδασης σε ό,τι αφορά τη μουσική (στην πόλη υπήρχαν πολλά θέατρα που συναγωνίζονταν για την προτίμηση του κοινού) γεγονός που αποδείχθηκε αρκετά προσοδοφόρα για το συνθέτη. Ξεκίνησε με την όπερα σαν δευτερεύουσα ασχολία: η πρώτη του δουλειά Ottone in Villa (RV 729) δεν πρωτοπαρουσιάστηκε στη Βενετία αλλά στο θέατρο Garzerie στην πόλη Vicenza το 1723.[22] Το επόμενο έτος έγινε ιμπρεσάριος στο Teatro Sant’Angelo στη Βενετία όπου και παρουσιάστηκε η όπερά του Orlando finto pazzo (RV 727). Καθώς δεν άγγιζε τόσο τις προτιμήσεις του κοινού, μετά παό λίγες εβδομάδες τερματίστηκε η παρουσίασή της και αντικαταστάθηκε από μια διαφορετικά δουλειά που είχε παρουσιαστεί το προηγούμενο έτος. [18]

Το 1715 παρουσίασε την –πλέον χαμένη– όπερά του Nerone fatto Cesare (RV 724) με μουσική από 7 διαφορετικούς συνθέτες εκ των οποίων εξείχε ο Βιβάλντι. Η όπερα περιείχε 11 άριες και σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Αργότερα θέλοντας να συνθέσει μια όπερα μόνος του, έγραψε την Arsilda regina di Ponto (RV 700, Arsilda η βασίλισσα του Πόντου) ή οποία ωστόσο λογοκρίθηκε από τις τοπικές αρχές και απαγορεύτηκε καθώς αναφερόταν στον έρωτα της πρωταγωνίστριας Arsilda με μια άλλη γυναίκα, τη Lisea, η οποία ωστόσο προσποιούνταν ότι είναι άντρας. Το επόμενο έτος ο Βιβάλντι ωστόσο, κατάφερε να άρει την απαγόρευση και η λογοκριμένη όπερα σημείωσε αξιόλογη επιτυχία.

Την ίδια περίοδο το ορφανοτροφείο παρήγγειλε στο συνθέτη αρκετά έργα θρησκευτικού χαρακτήρα. Τα πιο σημαντικά είναι 2 ορατόρια: το (πλέον χαμένο) Moyses Deus Pharaonis (RV 643) και το Juditha triumphans (RV 644) στο οποίο εορτάζεται η νίκη της Επικράτειας της Βενετίας εναντίον των Τούρκων και η ανακατάληψη της Κέρκυρας. Το τελευταίο αυτό έργο συγκαταλέγεται μεταξύ των θρησκευτικών αριστουργημάτων του ενώ και τα 11 φωνητικά μέρη εκτελούνταν από κορίτσια του ορφανοτροφείου τα οποία υποδύονταν και τους αντρικούς ρόλους. Αρκετές άριες περιλαμβάνουν σόλο μέρη για όργανα (όπως φλογέρες, όμποε, κλαρινέτα, βιόλες d’amore και μαντολίνα) τα οποία καταδείκνυαν το εύρος του ταλέντου των κοριτσιών.[23]

Επίσης το 1716, ο Βιβάλντι συνέθεσε και παρήγαγε άλλες 2 όπερες: την L’incoronazione di Dario (RV 719, η στέψη του Dario) και την La coνstanza trionfante degli amori e degli odi (RV 706). Η τελευταία σημείωσε τέτοια επιτυχία ώστε 2 χρόνια να ξαναπαρουσιαστεί διασκευασμένη και με τον τίτλο Artabano re dei Parti (RV 701 – πλέον χαμένη), ενώ 1732 παρουσιάστηκε και στην Πράγα. Τα επόμενα χρόνια, ο Βιβάλντι συνέθεσε αρκετές όπερες που παρουσιάστηκαν σε όλη την Ιταλία.

Το προοδευτικό ύφος του στην όπερα δημιούργησε στον συνθέτη κάποια προβλήματα με κάποιους συντηρητικούς μουσικούς όπως ο Benedetto Marcello (ειρηνοδίκης και ερασιτέχνης μουσικός) που έγραψε ένα φυλλάδιο κατηγορώντας δημόσια το συνθέτη και το έργο του. Το εν λόγω φυλλάδιο (με τίτλο Il teatro alla moda) παρόλο που δεν κατονομάζει ρητά τον Βιβάλντι περιέχει έμμεσες αναφορές σε αυτόν: στο εξώφυλο βρίσκεται ζωγραφιά εικονίζοντας μια βάρκα (ονόματι Sant’ Angelo) που στα αριστερά της υπάρχει ένα αγγελάκι φορώντας ιερατικό καπέλο και παίζοντας το βιολί. Η οικογένεια Marcello διεκδικούσε την κυριότητα του θεάτρου Sant’ Angelo (του οποίου ιμπρεσάριος διετέλεσε και ο συνθέτης) και είχε μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες με τη διοίκηση του θεάτρου για την ιδιοκτησία του δίχως επιτυχία όμως. Η λεζάντα που συνοδεύει τη ζωγραφιά από κάτω επισημαίνει ανύπαρκτα ονόματα προσώπων και τοποθεσιών όπως το ALDIVIVA, που αποτελεί ωστόσο αναγραμματισμό του ονόματος Α. Vivaldi.

Σε μια επιστολή προς τον χορηγό του Marchese Bentivoglio, ο Βιβάλντι αναφέρεται στις 94 όπερές του. Σήμερα ωστόσο, έχουν αποκαλυφθεί περίπου 50 ενώ απουσιάζουν αναφορές σχετικές με την ύπαρξη των υπόλοιπων. Ο συνθέτης ίσως υπερέβαλλε αλλά παρόλα αυτά είναι αρκετά πιθανό να είχε όντως γράψει 94 όπερες.[24] Παρόλο που συνέθεσε αρκετές όπερες, δεν έφτασε ποτέ στο επίπεδο άλλων μεγάλων συνθετών όπως ο Alessandro Scarlatti, o Leonardo Leo ή ο Baldassare Galuppi, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι δεν ήταν ικανός να «κρατήσει» μια παραγωγή σε κάποιο μεγάλο θέατρο επί μακρόν. [25]

Οι δημοφιλέστερες όπερές του La constanza trionfante και Farnace γνώρισαν 6 αναβιώσεις έκαστη.[25]
Στη Μάντουα, οι 4 εποχές
Γελοιογραφία από τον P.L.Ghezzi, Rome (1723)

"La primavera" (Άνοιξη) – Κίνηση 1: Allegro από τις Τέσσερις Εποχές
Μενου
0:00
Από ζωντανή εκτέλεση του 2000 των Wichita State University Chamber Players.
Έχετε προβλήματα με ; Δείτε βοήθεια πολυμέσων.

Το 1717 ή το 1718 προσφέρθηκε στο Βιβάλντι η θέση του Maestro di Capella στην αυλή του κυβερνήτη της Μάντουα πρίγκηπα Philip of Hesse–Darmstadt.[26] Έζησε εκεί για για 3 έτη και παρήγαγε αρκετές όπερες μεταξύ των οποίων και η Tito Manlio (RV 738). Το 1721 ήταν στο Μιλάνο όπου και πασουσίασε το ποιμενικό του δράμα La Silvia (RV 734) από το οποίο σήμερα σώζονται 9 άριες. Επισκέφθηκε το Μιλάνο ξανά τον επόμενο χρόνο με το πλέον χαμένο ορατόριο L’adorazione delli tre re magi al bambino Gesù (RV 645). Το 1722 μετοίκησε στη Ρώμη όπου και εισήγαγε το νέο του ύφος στις όπερες, ενώ ο νέος πάπας Βενέδικτος XIII τον προσκάλεσε να δώσει παράσταση ενώπιόν του. Το 1725 επέστρεψε στη Βενετία όπου και συνέθεσε 4 όπερες το ίδιο έτος.

Αυτή την περίοδο ήταν που συνέθεσε και τις 4 εποχές, 4 κονσέρτα δηλαδή όπου «σκιαγράφονται» σκηνές για κάθε μια εποχή. Τρία από τα 4 κονσέρτα αποτελούν πρότυπης σύλληψης ενώ το πρώτο η «Άνοιξη» δανείστηκε πρότυπα από την εισαγωγή της πρώτης πράξης της σύγχρονης όπερας Il Giustino. Έμπνευση για τη σύνθεση των κονσέρτων αποτέλεσε πιθανώς η εξοχή που περιέβαλε τη Μάντουα. Τα εν λόγω κονσέρτα αποτέλεσαν επανάσταση στο τρόπο της μουσικής σύλληψης: σε αυτά ο Βιβάλντι παρουσιάζει ρυάκια, πουλιά που κελαηδούν (διαφορετικών ειδών, καθένα από τα οποία χαρακτηρίζεται ειδικά), σκύλους που γαβγίζουν, κουνούπια που βομβίζουν, ποιμενικούς σκύλους που αλυχτούν, καταιγίδες, πιωμένους χορευτές, ήσυχες νύχτες, γιορτές κυνηγιού (παρουσιαζόμενες τόσο από την πλευρά των κυνηγών όσο και από τη μεριά των θυμάτων), παγωμένα τοπία, παιδιά που κάνουν πατινάζ και ζεστές χειμερινές φωτιές. Κάθε κονσέρτο σχετίζεται με ένα σονέτο, πιθανώς από τον Βιβάλντι, το οποίο περιγράφει τις σκηνές που σκιαγραφεί η μουσική. Εκδόθηκαν το 1725 στο Amsterdam από τον Le Cène, ως τα πρώτα 4 σε μια συλλογή με 12 κονσέρτα και με όνομα Il cimento dell’armonia e dell’inventione (Opus 8).

Κατά τη διάρκεια της περιόδου στη Μάντουα, ο συνθέτης συνδέθηκε με μια νέα και πολλά υποσχόμενη τραγουδίστρια ονόματι Anna Tessieri Giro που επρόκειτο να γίνει μαθήτρια, προστατευόμενη και αγαπημένη του πριμαντόνα.[27] Η Άννα μαζί με την μεγαλύτερη ετεροθαλή αδερφή της Paolina εντάχθηκαν στην ακολουθία του Βιβάλντι και συστηματικά των συνόδευαν στα ταξίδια του. Υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με τη φύση της σχέσης μεταξύ του συνθέτη και της Άννας, δίχως ωστόσο να υπάρχουν αποδείξεις για τίποτε περισσότερο από καθαρά φιλική και επαγγελματική σχέση. Ο ίδιος επιπλέον, διαψεύδει κατηγορηματικά την ύπαρξη οποιουδήποτε «ρομαντισμού» στη σχέση του με την Άννα σε επιστολή του που χρονολογείται 16 Νοεμβρίου 1737 προς τον χορηγό του Bentivoglio.[28]
Ύστερη ζωή και θάνατος

Στην ακμή της καριέρας του, ο Βιβάλντι έλαβε τιμές από Ευρωπαίους ευγενείς και βασιλικούς. Η γαμήλια καντάτα Gloria e Imeneo (RV 687) γράφτηκε για το γάμο του Louis XV. Το Opus 9 του La Cetra, ήταν αφιερωμένο στον αυτοκράτορα Charles VI. Το 1728, ο συνθέτης συνάντησε τον αυτοκράτορα σε μια επίσκεψή του στην Τεργέστη όπου πήγε για να δει την κατασκευή ενός νέου λιμανιού. Ο Charles θαύμαζε τόσο τη μουσική του Βιβάλντι ώστε λέγεται ότι κατά τη συνάντησή τους μίλησε μαζί του περισσότερο απ’ όσο είχε μιλήσει με τους υπουργούς του τα τελευταία 2 χρόνια! Ο αυτοκράτορας έδωσε στο συνθέτη τον τίτλο του ιππότη, ένα χρυσό μετάλλιο και μια πρόσκληση να τον επισκεφθεί στη Βιέννη. Ο Βιβάλντι από την άλλη έδωσε στον αυτοκράτορα ένα χειρόγραφο αντίγραφο της La Cetra, ένα σύνολο κονσέρτων εντελώς διαφορετικών από εκείνο που είχε εκδοθεί ως Opus 9. Πιθανώς η έκδοση είχε ακυρωθεί και ο Βιβάλντι αναγκάστηκε να συλλέξει μια «βελτιωμένη» έκδοση για τον αυτοκράτορα.

Ο Βιβάλντι συνοδευόμενος από τον πατέρα του, ταξίδεψε στη Βιέννη και την Πράγα το 1730 όπου και παρουσιάστηκε η όπερά του Farnace (RV 711).[29] Κάποιες από τις ύστερες όπερές του δημιουργήθηκαν σε συνεργασία με 2 από τους κυριότερους ιταλούς λιμπρετίστες της εποχής. Οι όπερες L’Olimpiade και Catone in Utica γράφτηκαν (λιμπρέτο) από τον Pietro Metastasio τον κυριότερο εκπρόσωπο του Αρκαδικού κινήματος και ποιητή της βιενέζικης αυλής. Η La Griselda ξαναγράφτηκε από τον νεαρό Carlo Goldoni με βάση ένα παλιότερο λιμπρέτο του Apostolo Zeno.

Όπως αρκετοί συνθέτες της εποχής, έτσι και ο Βιβάλντι πέρασε τα τελευταία του χρόνια με πολλές οικονομικές δυσκολίες. Οι συνθέσεις του δεν τύγχαναν της ίδιας εκτίμησης όπως κάποτε στη Βενετία˙ τα μεταβαλλόμενα μουσικά γούστα του κοινού γρήγορα κατέστησαν τις συνθέσεις του εκτός εποχής. Ο συνθέτης έτσι αναγκάστηκε να πουλήσει μεγάλο αριθμό των χειρογράφων του σε εξευτελιστικές τιμές προκειμένου να χρηματοδοτήσει το ταξίδι του στη Βιέννη το 1740.[30] Οι λόγοι για την αναχώρησή του είναι ασαφείς αλλά διαφαίνεται ότι μετά τη συνάντησή του με τον αυτοκράτορα Charles VI, ήλπιζε στην ανάληψη της θέσης του συνθέτη στην αυτοκρατορική αυλή. ταξιδεύοντας προς τη Βιέννη φέρεται να έκανε μια στάση στο Graz προκειμένου να επισκεφθεί την Anna Giro.[31]

Φαίνεται επίσης ότι ο Βιβάλντι πήγε στη Βιέννη για να παρουσιάσει όπερες αν κρίνουμε από το γεγονός ότι η κατοικία του βρισκόταν δίπλα στο Kärntnertortheater. Σύντομα μετά την άφιξή του στη Βιέννη, ο αυτοκράτορας πέθανε και για κακή του τύχη, ο συνθέτης έμεινε δίχως βασιλική προστασία και σταθερή πηγή εισοδήματος. Ο Βιβάλντι πέθανε πένητας [32][33] λίγο μετά τον αυτοκράτορα, τη νύχτα μεταξύ 27 και 28 Ιουλίου το 1741 σε ηλικία 63 ετών, [34] εξαιτίας «εσωτερικής λοίμωξης» σε ένα σπίτι ιδιοκτησία μιας χήρας ενός βιεννέζου κατασκευαστή σελών για άλογα. Την 28 του Ιούλη τάφηκε σε έναν απλό τάφο στο νεκροταφείο του νοσοκομείου της Βιέννης. Η κηδεία του συνθέτη έλαβε χώρα στον καθεδρικό ναό του Αγίου Στέφανου όπου ο νεαρός Joseph Haydn συμμετείχε στην παιδική χορωδία του ναού.

Τάφηκε δίπλα από την Karlskirche, σε μια περιοχή που πλέον εδράζεται το Πολυτεχνείο (Technical Institute). Το σπίτι όπου ζούσε ο συνθέτης στη Βιέννη κατεδαφίστηκε ενώ τώρα η περιοχή εν μέρει καταλαμβάνεται από το ξενοδοχείο Sacher. Αναμνηστικές πλάκες έχουν τοποθετηθεί και στις δύο τοποθεσίες όπως επίσης και ένα «αστέρι» Βιβάλντι στο βιεννέζικο Musikmeile και ένα μνημείο στην Rooseveltplatz.

Μόνο 3 πορτρέτα του Βιβάλντι είναι γνωστά στις μέρες μας: ένα χαρακτικό, μια ελαιογραφία και ένα σχέδιο με μελάνι. Το χαρακτικό φιλοτεχνησε ο Francois Morellon Le Cave το 1725 και απεικονίζει τον Βιβάλντι κρατώντας ένα φύλλο μουσικής. Το σχέδιο με μελάνι απεικονίζει μόνο το κεφάλι και τους ώμους του συνθέτη σε προφίλ και φλοτεχνήθηκε το 1723 από τον Ghezzi. Τέλος, η ελαιογραφία που ανευρίσκεται στο Liceo Musicale της Μπολόνια μας παρέχει πιθανότατα την πιο ακριβή απεικόνιση του συνθέτη καθώς επισημαίνει τα κόκκινα μαλλιά του κάτω από την ξανθιά του περούκα.

Δημοφιλείς αναρτήσεις Τελευταίες 7 ημέρες