Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Ιουνίου 08, 2022

Παρασκευή, Μαΐου 20, 2022

Τα μουστοκούλουρα του Αγησίλαγου


άλλα ντ άλλα κουτρουβάλα: Τα μουστοκούλουρα του Αγησίλαγου: Τα μουστοκούλουρα του Αγησίλαγου  μια πρόταση από τον Ηλία Μαμαλάκη Πόσο έχουν λείψει τα παραμύθια από τη ζωή μας... και πόσο χάρηκα όταν ήρ...

Μια θάλασσα βιβλία...από τον Ψυχογιό


άλλα ντ άλλα κουτρουβάλα: Μια θάλασσα βιβλία...από τον Ψυχογιό: για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει με φακό για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει με φακό για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει με φακό για μεγέθυνση ροδάκι...

Δευτέρα, Μαΐου 16, 2022

Η ΜΙΚΡΗ ΣΥΜΜΟΡΙΑ του Σάκη Αθανασιάδη *


Η ΜΙΚΡΗ ΣΥΜΜΟΡΙΑ

του Σάκη Αθανασιάδη * .

Το βουητό του ανέμου δυνάμωνε, τους σκέπασε ένα σύννεφο κόκκινης σκόνης. Τα κλαδιά των δέντρων λύγιζαν σαν πελώρια χέρια, γυμνά σαν αγάλματα από την πρώτη πάχνη του φθινόπωρου. Στο βάδισμά τους σάρωναν ξερά χόρτα που τα έπαιρνε ο βοριάς και τα ταξίδευε στη θάλασσα. Πάνω απ’ τα κεφάλια τους το ακούραστο μάτι του ήλιου έσπερνε κίτρινο.
Φορούσαν κασκόλ και βαριά πανωφόρια, τα μικρά κορμιά τους έδειχναν σαν πάνινες μπάλες. Μέσα Νοέμβρη και ο ήλιος ήταν ανίκανος να τους ζεστάνει. Η λάμψη του μια αυταπάτη θερμότητας. Μόνο το έντονο φως του έμενε, τόσο πολύ που αν το έκοβες σε φέτες και το έκανες εξαγωγή σαν Ελλάδα θα γινόσουν πλούσιος.
Με τις ανάσες τους ζέσταιναν τα χέρια μιλώντας μεταξύ τους συνωμοτικά κι ανέβαιναν όλο και περισσότερο το ύψωμα. Λαχανιασμένοι, αλλά και σίγουροι πως η αποστολή τους άξιζε κάθε θυσία. Στις χούφτες τους κρατούσαν θρίαμβο, μα άφηναν τα χαμόγελα για αργότερα, όταν η αποστολή θα τελείωνε.
Φτάνοντας στο στόχο τους μαζεύτηκαν όλοι πίσω από ένα τοίχο, για να ξεκουραστούν. Με τα μάτια τους έψαξαν τη γύρω περιοχή, δεν υπήρχε κανείς.
«Περιμένετε, θα πάω εγώ» φώναξε ο Κώστας και προχώρησε βιαστικά προς την πόρτα του μικρού ναού.
«Πρόσεχε να μην αφήσεις αποτυπώματα» τους φώναξαν οι άλλοι που έμειναν πίσω.
«Είμαστε τυχεροί, είναι ξεκλείδωτα» είπε λίγο πριν χαθεί μέσα στο εκκλησάκι.
Στάθηκαν όλοι ακίνητοι για ένα λεπτό, ένα λεπτό που έμοιαζε αιώνας, περιμένοντας την τιμωρία από τον ουρανό. Αφού δεν έγινε τίποτε άρχισαν να πανηγυρίζουν.
«Το δάχτυλό σου τρέχει ακόμη αίμα» είπε με συμπόνια ο Παύλος στο φίλο του καθώς άφηναν πίσω τους το εκκλησάκι.
«Το τρύπησα αρκετά» του απάντησε ο Κώστας φέρνοντας το πληγωμένο δάχτυλο στο στόμα, για να σταματήσει την αιμορραγία.
«Πάμε στα αμπέλια να κρυφτούμε κι από εκεί να βλέπουμε τον κόσμο όταν φτάσει» ακούστηκε να λέει ο Δημήτρης που ήταν ο μικρότερος της παρέας, σηκώνοντας ψηλά τα βαριά κιάλια του πατέρα του που είχε μαζί.
Οι σφεντόνες χτυπούσαν στο στήθος τους καθώς άρχισαν να τρέχουν. Τα πρώτα δέντρα τους έκρυψαν στις σκιές τους. Τα είχαν καταφέρει και κανείς δεν θα καταλάβαινε τίποτα, σίγουρα ήταν ανίκητοι σαν τους ήρωες στα βιβλιαράκια που διάβαζαν. Ήταν ο Μπλέκ, ο Ζαγκόρ, ο Όμπραξ και ο Κάπτεν Μάρκ.
Η μικρή συμμορία ξεχύθηκε στα αμπέλια αναζητώντας κάποιο πουλί να χτυπήσει με τις σφεντόνες της. Ο Παύλος, ο Κώστας, ο Δημήτρης και ο Τάσος, όλοι κάτω από δώδεκα χρονών. Ρουφούσαν τις ιστορίες από τα κόμικς που διάβαζαν και αγωνίζονταν να ξεπεράσουν τους ήρωές τους. Η παιδική τους άγνοια τους απαγόρευε να δουν οτιδήποτε άλλο πέρα από τη χαρά της περιπέτειας, αν και η τιμωρία δεν τους ήταν καθόλου άγνωστη. Η βέργα του δασκάλου παρέμενε μια μόνιμη απειλή. Τα καλοκαίρια που αυτός ο φόβος δεν υπήρχε γύριζαν πάνω κάτω στο χωριό από το πρωί ως το βράδυ και λειτουργούσαν σαν μια μυστική οργάνωση. Με αρχηγό, υπαρχηγό και μέλη.
Με κοντά παντελόνια έτρεχαν στις γειτονιές σημαδεύοντας με τις σφεντόνες τους εκτός από πουλιά και τζαμαρίες. Μερικές φορές έλυναν από τη βοσκή γαιδάρους τους καβαλούσαν κι έτρεχαν στους χωματόδρομους. Το ποτάμι ήταν το μόνο εμπόδιο που έφραζε την πορεία τους. Από τα αγαπημένα παιχνίδια των μικρών φίλων ήταν τα εμπόδια στους περαστικούς. Κρυμμένοι στην άκρη του δρόμου περίμεναν το θύμα τους και μόλις πλησίαζε στο σημείο της ενέδρας τραβούσαν ένα μακρύ σύρμα και ο περαστικός έπεφτε κάτω σα να τον χαστούκιζε ο θεός. Μετά χάνονταν στο σκοτάδι.
Οι μεγάλες απώλειες από χτυπήματα και σχισμένα ρούχα υπήρχαν στις ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις με τις άλλες γειτονιές. Λίγο πριν τη λήξη του αγώνα, όποια ομάδα έχανε μοίραζε κλωτσιές στα τυφλά κι έτσι η μάχη σώμα με σώμα άρχιζε. Συμμαθητές δεν υπήρχαν, μονάχα αντίπαλοι κι έπρεπε να συντριβούν με κάθε τρόπο.
Κουρασμένοι κάθισαν στη ρίζα ενός δέντρου να μετρήσουν τα πουλιά που είχαν χτυπήσει. Ο Κώστας έλειπε, τον έψαχναν με τα μάτια τους. Ξαφνικά από μακριά άκουσαν τη φωνή του.
«Παιδιά ελάτε…»
Την ώρα που είχαν σκαρφαλώσει σε μια αμυγδαλιά ακούστηκε από το χωριό η καμπάνα της εκκλησίας.
«Ξεκινάνε. Σε μια ώρα θα έχουν φτάσει. Μαζέψτε γρήγορα τα αμύγδαλα να βρούμε ένα σημείο να βλέπουμε καλύτερα» μουρμούρισε ο Κώστας.
Οι χωρικοί βάδιζαν αμίλητοι, τα πόδια τους είχαν το βάρος παρατημένων. Η σκόνη έσμιγε με τα χνώτα τους, αδιαμαρτύρητα έγλυφαν την κόκκινη λάσπη. Κανείς δεν θα ήθελε να κρατήσει στη μνήμη του όλα αυτά τα σκαμμένα απ’ τον μόχθο πρόσωπα, όλοι ήθελαν να τα πετάξουν μακριά σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Το ανθρώπινο ποτάμι ανέβαινε με δυσκολία το λόφο. Οι περισσότεροι περπατούσαν έχοντας το κεφάλι σκυμμένο προς τη γη λες και ήθελαν να παρατήσουν την κούρασή τους στο χώμα και να ελευθερωθούν. Πίσω του η κατακίτρινη από την ξηρασία πεδιάδα, δεκάδες χωριά και στο βάθος ο Αξιός ποταμός που το λιγοστό νερό του έφτανε ίσα-ίσα να ξεδιψάσουν τα κοπάδια με τα ζώα.
Θα μπορούσε ο θεός να δώσει εντολή στα σύννεφα να φέρουν βροχή κι όλη αυτή η λύπη να μετατραπεί σε χαρά; Κανείς δεν ήθελε να το συζητήσει με τον διπλανό του. Η τελευταία τους ελπίδα ήταν ο θεός και σε αυτόν έτρεχαν σήμερα. Χωρίς μεγάλη πίστη.
Ο παπάς του χωριού οδηγούσε την πορεία. Ο βοριάς έπαιζε με το άσαρκο κορμί του, συχνά του σήκωνε το ράσο, του έκρυβε το πρόσωπο κι έπεφτε καταγής, αλλά αυτός πεισματικά αγνοούσε όλα τα εμπόδια και συνέχιζε την πορεία.
Όταν έφτασε έξω από το εκκλησάκι στάθηκε ακίνητος. Σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και κοίταξε άκεφα τον ουρανό ζητώντας βοήθεια. Κατόπιν έστρεψε το βλέμμα του προς τον κόσμο, μασούλισε μερικές λέξεις που κόλλησαν στα χείλη του και χαμογέλασε λυπημένα.
«Παρακαλώ να περιμένετε όλοι εδώ και να κάνετε απόλυτη ησυχία. Θα πάω μέσα να προσευχηθώ και να φέρω έξω την εικόνα» είπε στη συνέχεια με μεγάλη δυσκολία.
Η εικόνα του Αγίου Παντελεήμονα είχε έρθει στη μακεδονική γη μαζί με τα κοπάδια των προσφύγων από την Ανατολική Θράκη που κατέκλισαν τα γύρω χωριά και επέβαλαν μια σιωπηλή κυριαρχία στον ντόπιο πληθυσμό καθώς τον βρήκαν αφανισμένο από το ανελέητο κυνηγητό των Βουλγάρων και των Τούρκων. Άλλοτε η εικόνα έκλαιγε κι άλλοτε ακούγονταν ήχοι από το πουθενά. Μερικές γυναίκες έλεγαν πως γέννησαν, ενώ ο γιατρός τους τις είχε βγάλει στείρες, όταν στον ύπνο τους είδαν την εικόνα του αγίου.
Από την ανοιχτή πόρτα φαινόταν ο παπάς πεσμένος στα γόνατά του να προσεύχεται. Ο κόσμος άρχιζε να μουρμουρίζει για την καθυστέρηση. Αν ήσουν ξένος θα έτρεχες να φύγεις μακριά και να πετάξεις όλη τη λύπη που μάζεψες στο ύψωμα, αλλά σε αυτή τη λιτανεία δεν υπήρχαν ξένοι. Μονάχα οι απελπισμένοι χωρικοί και η μικρή συμμορία που είχε σκαρφαλώσει στα κλαδιά μιας μουριάς και παρατηρούσε με τα κιάλια αυτά που συνέβαιναν στο εκκλησάκι ελπίζοντας το αίμα που έτρεξε από το χέρι του Κώστα να μη πήγαινε χαμένο.
Ξαφνικά ο παπάς σηκώθηκε όρθιος. Πλησίασε την βαριά ξύλινη εικόνα και την πήρε στην αγκαλιά του σαν μωρό, κατόπιν έμεινε ακίνητος. Τα μάτια του βούρκωσαν, το ράσο του βρέχονταν από τα δάκρυα. Με αποφασιστικά βήματα προχώρησε προς την έξοδο αγνοώντας τις σκόρπιες φωνές και τον κόσμο που τον κύκλωνε. Έσπρωξε μερικούς κι ανέβηκε πάνω σε μια μεγάλη πέτρα. Χωρίς να μιλήσει έκλεισε τα μάτια λες και οι εικόνες στη μνήμη του άρχισαν να λιγοστεύουν ή πως είχε ναυαγήσει σε κάποια θάλασσα κι έψαχνε τρόπο να σωθεί.
Σκούπισε τα υγρά του μάγουλα, αφήνοντας να περάσει ένα λεπτό αιώνιας σιωπής. Τέλος, έστρεψε την εικόνα προς το μέρος των χωρικών και τη σήκωσε ψηλά.
«Αυτή είναι η φωνή του θεού. Το αίμα που τρέχει εδώ σήμερα από την εικόνα του Αγίου Παντελεήμονα. Οι αμαρτίες μας είναι τόσες πολλές που ο θεός μας έστειλε ένα σημάδι για να βρούμε την αγάπη στην ψυχή μας» τα χέρια του έτρεμαν από τη συγκίνηση και ανίκανος για μια ακόμη φορά να κρύψει την συντριβή του, κάθισε στη πέτρα.
Το πλήθος γονάτισε. Χαμήλωσε τα μάτια στη γη κι άρχισε να προσεύχεται.
Ο παπάς σηκώθηκε ξανά όρθιος. Έμοιαζε σαν να γύριζε στο παρόν μετά από ένα μακρινό και κοπιαστικό ταξίδι.
«Θα κάνουμε αγρυπνία σήμερα. Ο θεός είναι μεγάλος και θα μας λυπηθεί αν ζητήσουμε συγνώμη για τις αμαρτίες μας» γύρω του κάποιοι γέροντες έκλαιγαν σαν μικρά παιδιά κοιτάζοντας με δέος τον ουρανό.
«Ο θεός είναι εδώ, δεν μας ξέχασε, ας μην τον αφήσουμε να ξαναφύγει» είπε κάποιος πιο ψύχραιμος.
Ο ήλιος σταδιακά έδυε. Στην τελευταία του βουτιά πίσω απ’ το λόφο ένα κοπάδι μαυροπούλια σκέπασε τον ουρανό, πάνω απ’ τα κεφάλια των χωρικών, πριν χαθεί κι αυτό στο μισοσκόταδο.
Ο παπάς ακίνητος στη θέση του έμοιαζε με λείψανο κάποιας διαλυμένης αυτοκρατορίας.
«Να πάνε μερικοί στο χωριό να φέρουν ρούχα και να ειδοποιήσουν και τους άλλους» είπε ξαναβρίσκοντας τη δύναμή του την ώρα που η νύχτα έκρυβε τα πρόσωπα.
Περπατούσαν στο χωματόδρομο με τις τσέπες τους γεμάτες θρίαμβο. Έριχναν πότε- πότε μια ματιά στο εκκλησάκι και γελούσαν με τα σκόρπια φώτα που χόρευαν στο λόφο. Ξαφνικά ο βοριάς που φυσούσε με λύσσα για μέρες σταμάτησε. Τα σύννεφα άρχισαν να μουτζουρώνουν το φεγγάρι ώσπου το έσβησαν, την ώρα που τα παιδιά πλησίαζαν τα πρώτα σπίτια του χωριού.
«Καλά τα καταφέραμε» είπε στους φίλους του ο Κώστας.
«Ο Μπλεκ δεν χάνει ποτέ» απάντησε ο Τάσος κι έσφιξε τη σφεντόνα.
«Παιδιά βρέχει…» ακούστηκε μια τρίτη φωνή. «Πάμε στα σπίτια μας γρήγορα θα γίνουμε μούσκεμα»
«Ουγκ…ο μεγάλος Μανιτού στέλνει τα δάκρυά του στα χλομά πρόσωπα» ψέλλισε ο Δημήτρης, παριστάνοντας τον ινδιάνο κι άρχισε να τρέχει καθώς η βροχή δυνάμωνε.
Μια συμμορία του απογεύματος, πολύ μακριά απ’ τον έρωτα, απ’ τον θάνατο και το φόβο…
.........
Ο Σάκης Αθανασιάδης γεννήθηκε το 1965 στο Άγιο Πέτρο του Κιλκίς και από τις όχθες του Αξιού ποταμού βρέθηκε στα ανθρώπινα ποτάμια της Αθήνας κυνηγώντας μια θέση στα Ελληνικά γράμματα. Τώρα διαμένει στην Λαμία, όπου εργάζεται στο Τ.Ε.Ι. της πόλης. Το πεζογραφικό και ποιητικό του έργο έχει αποσπάσει τιμητικές διακρίσεις, ενώ ποιήματά του βρίσκονται σε πολλές ανθολογίες. Έχει κυκλοφορήσει τέσσερα βιβλία με ποιήματα, δύο βιβλία με διηγήματα, μία νουβέλα και ένα μυθιστόρημα. Οι ΑrpeggiosMP μελοποίησαν στίχους του το 2012.

Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς – Χαβιέ Μαρίας


Book review: Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς – Χαβιέ Μαρίας

Γραμμένο το 1967 και βραβευμένο με το βραβείο Premio Romulo Gallegosto 1995, το βιβλίο αυτό του Χαβιέρ Μαρίας είναι ένα από τα πιο αξιόλογα βιβλία των τελευταίων ετώ


Από την Τέσυ Μπάιλα

Το μυθιστόρημα αρχίζει με μια τόσο απλή ταυτόχρονα έντονη σκηνή που σίγουρα δύσκολα θα το αφήσει κανείς από τα χέρια του. Η τεχνική δεξιοτεχνία του συγγραφέα είναι πρόδηλη από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου και ο ώριμος, στιβαρός, εξαιρετικά μακροπερίοδος λόγος πετυχαίνουν να δώσουν την απαιτούμενη βαρύτητα στο έργο. Ο Μαρίας στέκεται με τεράστια οξυδέρκεια σε κάθε λεπταίσθητη λεπτομέρεια της ιστορίας και στοχαστικά αποτυπώνει τις προσωπικές του θέσεις αποκαλύπτοντας κάθε φόβο του, κάθε εμμονή του, κάθε σκέψη του. Κι ενώ η ροή της αφήγησης μοιάζει ακατάπαυστη, στο βάθος πρόκειται για μια αφηγηματική τεχνική που ενώ θαρρεί κανείς ότι φλυαρεί εντούτοις γεμίζει τον αναγνώστη με ενδελεχείς περιγραφές σκέψεων, συναισθημάτων και εικόνων.

Ένα παράνομο ραντεβού εξελίσσεται σε τραγωδία καθώς ο Βίκτορ, ο κεντρικός χαρακτήρας του έργου, βρίσκεται στο σπίτι της Μάρτας Τέγιεθ, μιας γυναίκας που πιστεύει ότι εκείνη τη νύχτα θα γίνει ερωμένη του, μια και ο άντρας της λείπει σε επαγγελματικό ταξίδι στο Λονδίνο κι εκείνη τον έχει καλέσει στο σπίτι της. Το δείπνο τελειώνει, ο μικρός γιος της Μάρτας βρίσκεται επιτέλους στο κρεβάτι του και ο Βίκτορ με τη Μάρτα μεταφέρονται στο κρεβάτι της όπου αρχίζουν τις ερωτικές περιπτύξεις. Μια ξαφνική αδιαθεσία της γυναίκας διακόπτει τις τρυφερές στιγμές. Λίγο αργότερα ο Βίκτορ θα αντιληφθεί ότι η γυναίκα που βρίσκεται στο κρεβάτι δίπλα του έχει πεθάνει κι ένας ανελέητος δισταγμός κυριεύει τον Βίκτορ. Μόνος με ένα παιδί που κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο και μια πεθαμένη γυναίκα στο κρεβάτι, τα ίχνη του παντού μέσα στο σπίτι κι αυτός ένας υποψήφιος εραστής που κινδυνεύει παραμένοντας κάθε λεπτό μέσα στο άγνωστο σπίτι. Αποφασίζει να φύγει εγκαταλείποντας το παιδί και σβήνοντας τα ίχνη του.

"Κανείς δεν σκέφτεται ποτέ πως μπορεί να βρεθεί με μια πεθαμένη στην αγκαλιά του και πως δεν θα ξαναδεί το πρόσωπο του οποίου το όνομα θυμάται"
Με αυτή τη φράση κλειδί αρχίζει το μυθιστόρημά του ο Μαρίας και ταυτόχρονα προϊδεάζει τον αναγνώστη για το μέγεθος της συγγραφικής συγκρότησης που θα έχει το βιβλίο του. Ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να στροβιλιστεί σε έναν κυκεώνα σκέψεων, καθώς μας εξιστορεί όλα όσα επακολούθησαν από εκείνη τη νύχτα και παράλληλα να φιλοσοφήσει γύρω από τις σχέσεις των ανθρώπων, τις ενοχές τους, τα πάθη και τα λάθη τους, τη σημασία της απώλειας και του θανάτου, τη σχέση αλήθειας και ψέματος σε κάθε μας πράξη. Ο Βίκτορ συνταράζεται από το γεγονός. Μοιάζει με ντοστογιεφσκικό ήρωα που επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος για να μάθει και να γνωριστεί με όσα και όσους σχετίζονται με τη Μάρτα.

Ο Βίκτορ και η Μάρτα από τη μια κι από την άλλη ο Βίκτορ και η Θέλια η κατά έντεκα χρόνια μικρότερη πρώην γυναίκα του, την οποία αναζητά απεγνωσμένα για να βρεθεί ξανά στην αγκαλιά της έστω κι αν σε τίποτα δεν θυμίζει αυτή η αγκαλιά όλα όσα υπήρξε η Θέλια στη ζωή του. Μορφές γυναικείες που γίνονται η αφορμή για μια προσωπική αναζήτηση ενός πολύ μοναχικού ήρωα. Τα γεγονότα τον στοιχειώνουν με τη γοητεία τους και ο Μαρίας υπογράφει ένα κείμενο εξαιρετικής λογοτεχνικής αξίας ψυχογραφώντας τον εκλεπτυσμένο αλλά εσωστρεφές Βίκτορ και δείχνοντας ότι κάποια πράγματα μπορούν να ανασυνθέσουν το μέγιστο συναίσθημα της απώλειας ακριβώς όταν αποκλιμακώνονται. Όλα όσα φτάνουν λίγο πριν την ολοκλήρωσή τους αλλά ποτέ δεν ολοκληρώνονται, αφήνοντας μια γλυκόπικρη γεύση στους πρωταγωνιστές τους. Η αγωνία των προθέσεων, ο μαγνητισμός των κινήτρων, η απόκρυψη των πράξεων, η απιστία, η απάρνηση όλων όσων πέρασαν από τη ζωή μας και κάποτε αγαπήσαμε, η προσωπική αποκάλυψη, η γοητεία και η απογοήτευση όταν όλα εξανεμίζονται, οι σκιές που βαραίνουν τους ανθρώπους είναι μερικά από τα στοιχεία που ο Μαρίας διαπραγματεύεται στο συγκεκριμένο βιβλίο με τρόπο μεγαλειώδη. Και περισσότερο από όλα η εξαπάτηση. Το στοιχείο εκείνο που κυριαρχεί σε όλους τους χαρακτήρες και αποδεικνύεται ο συνδετικός αλλά ταυτόχρονα και εξισορροπητικός κρίκος στην αλυσίδα των ανθρώπινων σχέσεων. Όλοι έχουν κάποιο καλά κρυμμένο μυστικό και όλοι προσπαθούν να απενοχοποιηθούν τελικά μιλώντας γι’ αυτό αλλά επί της ουσίας όλοι έχουν εξαπατήσει ανενδοίαστα.

Από τον Ρασκόλνικοφ του Ντοστογιέφσκι στον Σαίξπηρ και από τις Καμπάνες του μεσονυχτίου του Όρσον Ουέλες στη ταινία που βλέπει την ώρα που η Μάρτα δίπλα του χάνεται ένας αφηγηματικός μηχανισμός στήνεται αριστοτεχνικά από τον Μαρίας για να συνομιλήσει με την ευγένεια, την ευθυβολία και την αρμονία της λογοτεχνικής μαεστρίας που διαθέτει με δημιουργούς άλλων εποχών. Και παρόλο που πρόκειται για ένα σκοτεινό θεματικά έργο ο Μαρίας καταφέρνει να αποδώσει το φιλοσοφικό του υπόβαθρο συμπαρασύροντας τον αναγνώστη σε ένα παιχνίδι αποκαλύψεων που θα γίνουν αιτία να αλλάξουν οι παγιωμένες συνειδήσεις. Επειδή για τον Μαρίας λίγα είναι τελικά όλα όσα απομένουν από κάθε άτομο μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Ο ίδιος λέει: «Και πόσο λίγα είναι αυτά που μένουν τελικά από κάθε άτομο μέσα στον άχρηστο χρόνο σαν το ολισθηρό χιόνι, για πόσο λίγα υπάρχει απόδειξη, και από αυτά τα λίγα που μένουν πόσα αποσιωπούνται, και από αυτά που δεν αποσιωπώνται μόνο ένα ελάχιστο μέρος μένει μετά στη μνήμη και για λίγο καιρό: ενόσω οδεύουμε αργά προς την εξάλειψή μας μόνο και μόνο για να περάσουμε στην πλάτη ή στην πίσω πλευρά αυτού του χρόνου, όπου δεν μπορεί πια κανείς να συνεχίσει να σκέφτεται ούτε να αποχαιρετά».

Δεν είναι τυχαίο που ο Γκούντερ Γκρας είχε πει για τον Μαρίας: «δεν υπάρχει τίποτε στη σύγχρονη λογοτεχνία που να μπορεί να συγκριθεί με το έργο του Χαβιέρ Μαρίας... ίσως μόνο ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες». Ο Μαρίας καταθέτει ένα κείμενο υψηλής αισθητικής και κερδίζει τον σεβασμό του αναγνωστικού κοινού σε όλο τον κόσμο. Πρόκειται για μια μεγάλη, σύγχρονη λογοτεχνική μορφή που δίκαια θεωρείται από τους κορυφαίους Ισπανούς λογοτέχνες.

Γεννημένος το 1951 ο Μαρίας σπούδασε φιλοσοφία και λογοτεχνία και δίδαξε σε πανεπιστήμια στην Αγγλία, στις ΗΠΑ και στην Ισπανία. Έκανε την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία σε ηλικία είκοσι ετών με το μυθιστόρημα "Τα λημέρια του λύκου" (1971). Έχει γράψει άλλα οκτώ μυθιστορήματα, μεταξύ των οποίων τα: "Ο αιώνας" (1983). "Ο αισθηματικός άντρας" (1986), "Όλες οι ψυχές" (1989), "Καρδιά τόσο άσπρη" (1992), "Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς" (1994) και "Η μαύρη ράχη του χρόνου" (1998). Έχει εκδώσει επίσης συλλογές με διηγήματα και άρθρα του σε ισπανικές εφημερίδες, καθώς και δύο βιβλία αφιερωμένα σε δύο από τους αγαπημένους του συγγραφείς, τον Φώκνερ και τον Ναμπόκοφ. Έχει μεταφράσει στα ισπανικά Χάρντυ, Στερν, Στήβενσον, Ναμπόκοφ, Φώκνερ, Γέητς, Κόνραντ κ.ά. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχουν γνωρίσει τεράστια επιτυχία. Το 1977 τιμήθηκε για το σύνολο του έργου του με το βραβείο Νέλλυ Σακς της πόλης του Ντόρτμουντ.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Σέλας, σε μετάφραση Βιβής Φωτοπούλου.

Τρίτη, Μαΐου 10, 2022

Βιβλία

Η φωτο  της ημέρας από βικιπαίδεια

για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει με φακό





 Δεν είναι νέα αλλά μπορείτε να τα βρείτε πολύ οικονομικά σε βιβλιοπωλεία αν όχι , σε παλαιοπωλεία ή μπαζάρ ή σε δανειστικές βιβλιοθήκες...
Καλή ανάγνωση ... 

Δευτέρα, Μαρτίου 28, 2022

Στην Ευρώπη ταξίδια στον 20ο αιώνα


 

 

 

 

 

 

 

 

Στην Ευρώπη ταξίδια στον 20ο αιώνα εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Από φυλλάδιο ένθετο "Βιβλιοθήκη"

Επιμέλεια Κατερίνα Σχινά

Eδώ πραγματικά έχουμε να κάνουμε με ένα εξαιρετικό εγχείρημα: ο συγγραφέας περιπλανιέται στην Ευρώπη, συνδέοντας τους τόπους με το παρελθόν τους, τη Γεωγραφία με την Ιστορία, τα ίχνη των δραματικών γεγονότων με τις μαρτυρίες των ανθρώπων 

Ο ευρωπαϊκός περίπλους του Ολλανδού συγγραφέα έγινε το 1999 . 0 Χέιρτ Μακ, ξεκινώντας τον Ιανουάριο απο το Άμστερνταμ, θα φτάσει στο τέλος του χρόνου στο μαρτυρικό Σεράγεβο.

Ενδιαμέσως, θα περάσει από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ή τους τόπους της μεγάλης έντασης (Υπρ, Βέρντεν, Γκερνίκα, Δουνκέρκη, Αουσβιτς, Βισί, Γκντανοκ, Σρεμπρέντσα, ανάμεσα σι' άλλα), θα κοντοσταθεί στα Ανώγεια και το Αργοστόλι, αναζητώντας τα σημάδια της ναζιστικής αγριότητας στην Κρήτη ή της ιταλικής κατοχής και του επακόλουθου δράματος μετά την απόσυρση των Ιταλών απο τον πόλεμο, το 1943, στην Κεφαλονιά, και θη οναστοχαστεί πόσο βαριά πέφτουν σήμερα πάνω στους ανθρώπους τα γεγονότα που σηματοδότησαν την ιστορία του 20ού αιωνα, 

Αφετηρία και αίτημα αυτής της περιπλάνησης ήταν να διερευνηθεί το πως παρουσιαζόταν, την εποχή που έγινε το ταξίδι του Μακ, η Ευρώπη στο κατώφλι της νέας χιλιετίας, να ψηλαφηθούν το βάρος του παρελθόντος, οι διχασμοί, οι απογοητεύσεις και οι επιπτώσεις τους, να εντοπιστεί, τέλος, τι είναι αυτό (αν υπάρχει κάτι) που ενώνει τους Ευρωπαίους και τι τους χωρίζει. 

'Οπως σημειώνει ο Νίκος Μπακουνάκης στην εισαγωγή του, το βιβλίο ανήκει στο είδος της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας ή καλύτερα στο είδος της λογοτεχνικής δημοσιογραφίας. όπου το ρεπορτάζ, η παρατήρηση και οι ζωντανές μαρτυρίες εναλλάσοονται με τις βαθιές βουτιές στην Ιστορία και τη λογοτεχνική περιουσία. Ανακαλώντας τον «Δούναβη» του Κλάουντιο Μαγκρις, το βιβλίο επιχειρεί να συλλάβει το πνεύμα των τόπων και να διεισδύσει στη λειτουργία της μνήμης, και το αποτέλεσμα είναι ένα θερμό, βαθύτατα ανθρωποκεντρικό βιβλίο, που κρυσταλλώνει με ιδιαίτερα ουναρπαστικό τρόπο την ιδέα χης Ευρώπης, ως μιας ελκυστικής οντότητας που ταλαντεύεται ανάμεσα στην πραγμαγικότητα και την ουτοπία.

Κυριακή, Μαρτίου 13, 2022

"Ένα φως στο νησί" της Κλερ Μποναφέ


απόσπασμα  από το βιβλίο που διαβάζω

 "Ένα φως στο νησί" της Κλερ Μποναφέ:                                                               

 για να διαβάσετε τις εικόνες πατήστε ροδάκι επάνω  και θα ανοίξει  νέα σελίδα...

Τρίτη, Ιανουαρίου 18, 2022

Γκαστόν Γκαλιμάρ Γάλλος εκδότης

Γκαστόν Γκαλιμάρ Γάλλος εκδότης



Γκαστόν Γκαλιμάρ Γάλλος εκδότης


Ο Γκαστόν Γκαλιμάρ (Gaston Gallimard) (Παρίσι, 18 Ιανουαρίου 1881- Νεϊγύ συρ Σεν, 25 Δεκεμβρίου 1975) υπήρξε Γάλλος εκδότης, ιδρυτής των εκδόσεων Γκαλιμάρ, ενός από τους σημαντικότερους εκδοτικούς οίκους του 20ου αιώνα για την γαλλική λογοτεχνία. Ασχολήθηκε επίσης και με άλλες δραστηριότητες του λόγου και του ευρύτερου καλλιτεχικού χώρου όπως η θεατρική και κινηματογραφική παραγωγή, οι εφημερίδες και η διοργάνωση συναυλίων.


Βιογραφικά στοιχεία


Γιος του γνωστού συλλέκτη σπάνιων βιβλίων και έργων τέχνης Πολ Γκαλιμάρ[10], ο Γκαστόν τελείωσε το λύκειο Κοντορσέ το 1898. Σπούδασε νομικά και λογοτεχνία στο Παρίσι

Το 1911, ο νεαρός τότε Γκαλιμάρ διατέλεσε βασικός χρηματοδότης και διαχειριστής του εκδοτικού οίκου NRF που προέκυψε μετά την ίδρυση του ομώνυμου περιοδικού Νέα Γαλλική Επιθεώρηση (Nouvelle Revue française) το 1909 από τους Αντρέ Ζιντ και Ζαν Σλουμπερζέ. Οι εκδόσεις της Νέας Γαλλικής Επιθεώρησης θα μετονομαστούν σε εκδόσεις Γκαλιμάρ το 1919 και θα σημαδέψουν τη γαλλική λογοτεχνία.

Μετά από δύο ταξίδια στην Αμερική αποφασίζει να διαφοροποιηθεί από τους ανταγωνιστές του: Ιδρύει μια επιτροπή από "αναγνώστες" οι οποίοι προτείνουν τους νέους τίτλους και σταδιακά εισέρχεται στον χώρο του τύπου (Detective, Voila, Marianne). Το 1933 ενσωματώνει τις εκδόσεις της Πλειάδος, που έμελλαν να γίνουν κλασσικές και σημείο αναφοράς της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Πεθαίνει το 1975 αφού έχει σταδιακά παραχωρήσει τη δίοικηση του οίκου Γκαλιμάρ στον γιό του, Κλώντ.
Προσωπική ζωήΠαντρεύτηκε την Υβόν Ρεντελσπερζέ (Yvonne Redelsperger) το 1912 με την οποία έκανε έναν γιο, τον Κλώντ και χώρισε το 1930 για να παντρευτεί με την Ζαν-Λεονί Ντυμόν (Jeanne-Léonie Dumont).  συνέχεια στην βικιπαίδεια

Δευτέρα, Ιανουαρίου 17, 2022

"Γνωρίζω το σώμα μου μέσα από την Τέχνη" - εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

 


Το βιβλίο αυτό έχει στόχο να δώσει στους παιδαγωγούς της προσχολικής και πρωτοσχολικής εκπαίδευσης ιδέες για την ανάπτυξη σχεδίων εργασίας που αφορούν είτε ολόκληρο το σώμα μας είτε τα μέρη του, με κύριο οδηγό την Τέχνη και συγκεκριμένα τη γλυπτική, τη ζωγραφική και τη φωτογραφία.

 Έχοντας ως ερέθισμα τα κυκλαδικά ειδώλια και έργα των Τζιακομέτι, Πικάσο, Βελάθκεθ, Μουνκ, Μοντριάν και άλλων καλλιτεχνών, τα παιδιά ανακαλύπτουν το σώμα τους και τα συναισθήματά τους μέσα από τεχνικές θεατρικού παιχνιδιού, ομαδικά παιχνίδια ρόλων, εικαστικές δράσεις και παιχνίδια μυθοπλασίας.

 Με αφορμή έργα Ελλήνων φωτογράφων και εικαστικών, όπως του Γιάννη Ψυχοπαίδη, του Νίκου Οικονομόπουλου, της Σιμόνης Ζαφειροπούλου, της Νέλλης Τραγουστή και του Δημήτρη Μυτά, τα παιδιά εστιάζουν στις λεπτομέρειες του ανθρώπινου σώματος και δημιουργούν πρωτότυπες κατασκευές.

 Οι δράσεις αφορούν παιδιά προσχολικής και πρωτοσχολικής ηλικίας, μπορούν όμως εύστοχα να χρησιμοποιηθούν, με επιμέρους τροποποιήσεις, ως οδηγός για ομάδες μεγαλύτερων παιδιών, ακόμα και ενηλίκων. 

Είναι πολύ χρήσιμο και ενημερωτικό για την εκπαίδευση μικρών παιδιών βιβλίο που πρέπει να  προμηθευτεί όποιος έχει σχέση με αυτήν.  Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε την ιστοσελίδα των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ


Κυριακή, Ιανουαρίου 16, 2022

16 Ιανουαρίου 1605

το πρώτο βιβλίο του Δον Κιχώτη

 

16 Ιανουαρίου 1605 : Κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο του Δον Κιχώτη στη Μαδρίτη.

Ο Δον Κιχώτης (Don Quixote de la Mancha - Δον Κιχότε δε λα Μάντσα), με πλήρη τίτλο El ingenioso hidalgo Don Quijote de la Mancha («Ο ευφάνταστος ευπατρίδης Δον Κιχώτης της Μάντσας») είναι κλασικό έργο λογοτεχνίας του Ισπανού συγγραφέα Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα (Miguel de Cervantes Saavedra).

Ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο Παντσα από τον Ονορέ Ντομιέ.

Εκδόθηκε σε δυο μέρη, το 1605 και το 1615 και είναι ένα από τα μυθιστορήματα που επηρέασαν σημαντικά την ισπανική λογοτεχνία.Είναι ένα από τα πιο εμπνευσμένα έργα της νεότερης δυτικής λογοτεχνίας. 

Το έργο περιγράφει τις περιπέτειες του πρωταγωνιστή Αλόνσο Κιχάνο, ενός απλού αγρότη ο οποίος έχοντας διαβάσει πολλά βιβλία για τον ιπποτισμό, πιστεύει ότι είναι ιππότης και παίρνει το όνομα Δον Κιχώτης. Στα βιβλία δεν αναγράφεται επακριβώς η τοποθεσία της κατοικίας του, αλλά μας λέει πως ζει μαζί με την ανηψιά του και την οικονόμο του σπιτιού του. 

Ξεκινάει τα ταξίδια και τις περιπέτειες του μόνος, μαζί με το κοκαλιάρικο άλογο του που το ονομάζει Ροσινάντε φορώντας μια παλιά μεταλλική πολεμική στολή που βρήκε. Κατά την διάρκεια των περιπετειών του τραυματίζεται και τον μεταφέρουν πάλι πίσω στο σπίτι του όπου τον φροντίζουν η ανιψιά και η οικονόμος του. Του λένε πως η στολή εξαφανίστηκε από μαγείας. Λίγο καιρό αργότερα βρίσκει τον γείτονα του Σάντσο Πάντσα και τον πείθει να τον ακολουθήσει με το αντάλλαγμα πως θα του δώσει μερίδιο σε ένα νησί. 

Ο Δον Κιχώτης είναι ερωτευμένος με μια νεαρή γειτόνισσα του, που από μόνος του την ονομάζει Δουλτσινέα και προσπαθεί να την σώσει γιατί έχει πείσει τον εαυτό του ότι βρίσκεται κάτω από την επήρεια μαγικών. Βεβαίως η Δουλτσινέα δεν γνωρίζει τίποτα από όλα αυτά και δεν εμφανίζεται ποτέ σε κανένα από τα βιβλία. 

Τα ταξίδια του Δον μαζί με τον πιστό σύντροφο του ξεκινάνε και τις περισσότερες φορές δεν έχουν καλή κατάληξη. Συνήθως γίνονται αντικείμενα χλευασμού και γέλιου κυρίως ο σύντροφος Σάντσα Πάντσα. Προς το τέλος του δεύτερου βιβλίου βλέπουμε πως ο Δον Κιχώτης κατά κάποιο τρόπο βρίσκει τα λογικά του και επιστρέφει μαζί με τον φίλο και συνταξιδιώτη του πίσω στο σπίτι τους.

Τα βιβλία είναι γραμμένα σε επεισόδια και η ιστορία του Δον Κιχώτη έχει γραφτεί πολλές φορές και σε παραμύθια για παιδιά

Στον πρόλογο του πρώτου μέρους, ο Θερβάντες σημειώνει πως συνέλαβε την ιδέα για το μυθιστόρημα στη φυλακή, πιθανώς αναφερόμενος στις περιόδους που πέρασε στη φυλακή του Κάστρο ντελ Ρίο (1592) ή της Σεβίλλης (1597-8).

 Ένας τοπικός θρύλος υποστηρίζει πως γράφτηκε σε φυλακή της πόλης Μάντσεγκαν (Manchegan), την περίοδο 1601-3, ωστόσο η μελέτη της βιογραφίας του Θερβάντες δεν επιβεβαιώνει φύλάκισή του εκεί. 

Σύμφωνα με άλλη πιθανή εκδοχή, ο Θερβάντες εμπνεύστηκε κατά την περίοδο που ήταν αιχμάλωτος στο Αλγέρι (1575-80). Η υπόθεση αυτή στηρίζεται στο γεγονός πως ως φανταστικός συγγραφέας του έργου εμφανίζεται στο κείμενο ο μουσουλμάνος ιστορικός Cide Hamete Benengeli, το οποίο συνδέεται με πιθανή επαφή του Θερβάντες, στο Αλγέρι, με Άραβες και Τούρκους αφηγητές. 

Περισσότερα στην βικιπαίδεια 

Δημοφιλείς αναρτήσεις Τελευταίες 7 ημέρες