Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Μαΐου 16, 2022

Τζάνγκο Ράινχαρντ




Ο Τζάνγκο Ράινχαρντ (Django Reinhardt, 23 Ιανουαρίου 1910 - 16 Μαΐου 1953) ήταν πρωτοποριακός βιρτουόζος κιθαρίστας της τζαζ και συνθέτης, που ξεχώρισε για την τεχνική και τη δεξιοτεχνία του, ενώ εφηύρε ένα εντελώς νέο στυλ τεχνικής τζαζ κιθάρας, που πλέον είναι μουσική παράδοση στη γαλλική τσιγγάνικη κουλτούρα. Ανάμεσα στις δημοφιλέστερες συνθέσεις του οι οποίες θεωρούνται πλέον κλασικά κομμάτια της τζαζ μουσικής, είναι τα "Minor Swing", "Daphne","Belleville", "Djangology", "Swing '42", "Nuages".

Παιδική ηλικία

Ο Ζαν Τζάνγκο Ράινχαρντ γεννήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1910 στη Liberchies, μια μικρή πόλη στο ανατολικό Βέλγιο, από τσιγγάνους γονείς. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος των παιδικών του χρόνων σε καταυλισμούς των Ρομά κοντά στο Παρίσι, παίζοντας μπάντζο, κιθάρα και βιολί από μικρή ηλικία. Ήδη στα 13 του, ο Ράινχαρντ ήταν σε θέση να βγάζει τα προς το ζην από τη μουσική.
ΤραυματισμόςΣτην ηλικία των 18, τραυματίστηκε από πυρκαγιά στο τροχόσπιτο που έμενε με την πρώτη του σύζυγο. Ο ίδιος υπέστη εγκαύματα 1ου και 2ου βαθμού σε πολλά μέρη του σώματός του, ενώ το τρίτο και τέταρτο από τα δάχτυλα του αριστερού χεριού του έμειναν μερικώς παράλυτα. (παράμεσος & μικρός). Έτσι, αναγκάστηκε να επανέλθει στην οργανοπαιξία με έναν εντελώς νέο τρόπο. Έπαιζε όλα τα κιθαριστικά σόλο του με τα δύο δάχτυλα, και χρησιμοποιούσε τα δύο τραυματισμένα μόνο για την απόδοση συγχορδιών.Η περίοδος μεταξύ των ετών 1929 και 1933 ήταν καθοριστική για την εξέλιξή του. Εγκατέλειψε το μπάντζο υπέρ της κιθάρας, ενώ επηρεάστηκε από τις μουσικές των Έντι Λανγκ και Τζο Βενούτι, Λούις Άρμστρονγκ, Ντιούκ Έλινγκτον. Το 1933, συναντιέται με το βιολιστή Stéphane Grappelli, με τον οποίο το 1934 σχηματίζουν στο Παρίσι το Quintette du Hot Club de France.

Σάββατο, Απριλίου 30, 2022

30 Απριλίου : Παγκόσμια Ημέρα Jazz

30 Απριλίου : Παγκόσμια Ημέρα Jazz

H UNESCO (ο οργανισμός του ΟΗΕ που ασχολείται με εκπαιδευτικά, επιστημονικά και πολιτιστικά θέματα) ανακήρυξε την 30η Απριλίου ως Παγκόσμια Ημέρα της Τζαζ Μουσικής, κατά τη διάρκεια της γενικής συνέλευσης του οργανισμού τον Νοέμβριο του 2011 στο Παρίσι.
Σκοπός του εορτασμού είναι «να φωτίσει τον σπουδαίο ρόλο της τζαζ ως μορφή τέχνης και μέσο επικοινωνίας που υπερβαίνει τις διαφορές». Η πρωτοβουλία ανήκει στον διάσημο αμερικανό τζαζίστα Χέρμπι Χάνκοκ και πρέσβη καλής θελήσεως της UNESCO, ο οποίος χαρακτήρισε την τζαζ «φωνή ελευθερίας».

Η 30η Απριλίου επιλέχτηκε ως Παγκόσμια Ημέρα Τζαζ, επειδή συμπίπτει με την τελευταία ημέρα του Μήνα της Τζαζ, που εορτάζεται κάθε Απρίλιο στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες αποτελούν τη γενέθλια χώρα της τζαζ μουσικής.

Διαβάστε περισσότερα:http://www.sansimera.gr/worldays/218#ixzz2RvBvOyll

Πέμπτη, Απριλίου 07, 2022

Μπίλι Χόλιντεϊ

 

Η Μπίλι Χόλιντεϊ (Billie Holiday, 7 Απριλίου 1915 - 17 Ιουλίου 1959) ήταν διακεκριμένη Αμερικανίδα τραγουδίστρια και τραγουδοποιός της τζαζ. Περισσότερο γνωστή για τις ερμηνείες της σε συνθέσεις άλλων μουσικών και τις φωνητικές ικανότητές της, η ίδια έγραψε περιορισμένο αριθμό τραγουδιών, ορισμένα από τα οποία συγκαταλέγονται στα κλασικά του τζαζ ρεπερτορίου, όπως τα Lady Sings the Blues και God Bless the Child. 

 Χαρακτηρίζεται συχνά ως η επιφανέστερη τραγουδίστρια στην ιστορία της τζαζ, λαμβάνοντας υπόψη και την επίδραση που άσκησε σε μεταγενέστερους καλλιτέχνες. Ερμήνευσε επίσης τραγούδια του μπλουζ ρεπερτορίου. Θεωρείται πως οι εγκάρδιες ερμηνείες της βρίσκονται στον αντίποδα των περισσότερο χαρούμενων αυτοσχεδιασμών της Έλα Φιτζέραλντ.

Βιογραφία

Γεννήθηκε στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ και μεγάλωσε στην πόλη της Βαλτιμόρης. Σε επίσημα έγγραφα εμφανίζεται με μία πληθώρα παραλλαγών του πραγματικού ονόματός της. Ήταν γνωστή κυρίως ως Eleanora Fagan, σύμφωνα με το επώνυμο της μητέρας της, ωστόσο σε νοσοκομειακά έγγραφα αναφέρεται ως Eleanor Harris (ή Elinore στο πιστοποιητικό γέννησής της). 

Σε παιδική ηλικία απέκτησε το παρωνύμιο Μπίλι, ενώ βαπτίστηκε με το όνομα Eleanor Gough. Παράλληλα ήταν γνωστή ως Ματζ (Madge). Σε εφηβική ηλικία άρχισε να χρησιμοποιεί συστηματικά το όνομα Μπίλι, πιθανώς λόγω της εκτίμησης που έτρεφε για την ηθοποιό του βωβού κινηματογράφου Μπίλι Νταβ (Billie Dove), ενώ αργότερα υιοθέτησε το επώνυμο του πατέρα της, ελαφρά παραλλαγμένο (Halliday), με το οποίο ξεκίνησε την επαγγελματική σταδιοδρομία της στο τραγούδι. Ο τζαζ μουσικός Λέστερ Γιανγκ τής έδωσε επίσης το γνωστό παρωνύμιο Lady Day.

Μπίλι Χόλιντεϊ, 23 Μαρτίου 1949, συλλογή Van Vechten

Τα παιδικά της χρόνια χαρακτηρίστηκαν από έντονες δυσκολίες. Ο πατέρας της εγκατέλειψε την οικογένεια αρνούμενος να αναγνωρίσει την πατρότητα της Χόλιντεϊ, κάτι που τελικά έκανε μόνο μετά την πρώτη επαγγελματική επιτυχία της. Ο ίδιος ήταν επίσης μουσικός, παίζοντας κιθάρα σε μεγάλες ορχήστρες (big bands), καθώς και στην ορχήστρα του Φλέτσερ Χέντερσον. 

Στην αυτοβιογραφία της περιγράφει την κακομεταχείρισή της από συγγενείς με τους οποίους αναγκάστηκε να συμβιώσει όταν η μητέρα της εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, ενώ για σύντομο χρονικό διάστημα φυλακίστηκε για πορνεία. Η ενασχόλησή της με το τραγούδι ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1930, τραγουδώντας σε μικρούς χώρους του Μπρούκλιν. 

Ο μουσικός παραγωγός και κυνηγός ταλέντων Τζον Χάμοντ ήταν ο πρώτος που διέκρινε τις δυνατότητές της και οργάνωσε τις πρώτες ηχογραφήσεις της, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε συνεργασία με τον Μπένι Γκούντμαν. Από το 1935 ηχογραφούσε συστηματικά, αποκτώντας σταδιακά ένα ευρύτερο ακροατήριο. 

Υπήρξε από τις πρώτες Αφροαμερικανίδες τραγουδίστριες που συμμετείχαν σε ορχήστρα λευκών, συνεργαζόμενη με τον Άρτι Σο (Artie Shaw) το 1938, και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1940 αποτελούσε μία από τις δημοφιλέστερες τραγουδίστριες. Την ίδια περίοδο, πολλά προβλήματα σημάδευαν την προσωπική ζωή της, σε αντιδιαστολή με την επιτυχημένη επαγγελματική εξέλιξή της.

 Άρχισε να χρησιμοποιεί ναρκωτικές ουσίες καταδικαζόμενη σε φυλάκιση το 1947, ενώ συνδέθηκε συχνά με συντρόφους που την κακομεταχειρίστηκαν. Σε συνδυασμό με την εξάρτηση από το αλκοόλ, η υγεία της επιδεινώθηκε. Συνέχισε να τραγουδά και να περιοδεύει μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950, ωστόσο η φωνή της τραχύνθηκε εμφανώς από τις καταχρήσεις. Πέθανε από κίρρωση του ήπατος σε ηλικία 44 ετών και σε δεινή οικονομική κατάσταση, έχοντας απωλέσει τα κέρδη της από τη μουσική.

Ραβί Σανκάρ

 


Ο Ραβί Σανκάρ (Βεγγαλέζικα: রবিশঙ্কর, Χίντι: रवि शंकर, ΔΦΑ: [rɔbi ʃɔŋkɔr] - 7 Απριλίου του 1920 - 11 Δεκεμβρίου του 2012), γεννήθηκε ως Ραμπίντρα Σανκάρ Τσοουντχουρί (Chowdhury)[19], ενώ του ονόματός του προηγείτο συχνά από ο τίτλος ευγενείας Παντίτ, που σημαίνει δάσκαλος ή λόγιος. Ήταν Ινδός μουσικός και συνθέτης από τους γνωστότερους δεξιοτέχνες του σιτάρ κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και συνθέτες της ινδουστανικής κλασικής μουσικής.

Βιογραφικό

Ο Σανκάρ γεννήθηκε σε οικογένεια Μπενγκάλι στο Μπενάρες, στη Βρετανική Ινδία και πέρασε τα νεανικά του χρόνια περιοδεύοντας την Ινδία και την Ευρώπη με την ομάδα χορού του αδελφού του Ουντάι Σανκάρ (Uday Shankar). Εγκατέλειψε το χορό το 1938 για να μελετήσει σιτάρ παίζοντας στην αυλή του μουσικού Αλλαουντίν Χαν (Allauddin Khan). Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του το 1944, ο Σανκάρ εργάστηκε ως συνθέτης, δημιουργώντας μουσική για την Τριλογία Απού του Σατιατζίτ Ράι και ήταν μουσικός διευθυντής του Πανινδικού Ραδιοφώνου (All India Radio), στο Νέο Δελχί, στην περίοδο 1949 - 1956

Το 1956 ξεκίνησε να περιοδεύει στην Ευρώπη και την Αμερική παίζοντας ινδική κλασική μουσική και αύξησε τη δημοτικότητά του εκεί στη δεκαετία του 1960 μέσα από τη διδασκαλία, την εκτέλεση και τη συνεργασία του με τον βιολονίστα Γεχούντι Μενουχίν και τον κιθαρίστα των Beatles Τζορτζ Χάρισον. Ο Σανκάρ, ασχολούμενος με τη δυτική μουσική έγραψε συνθέσεις για σιτάρ και ορχήστρα, ενώ περιόδευσε στον κόσμο κατά τις δεκαετίες 1970 και 1980. Από το 1986 έως το 1992, υπηρέτησε ως διορισμένο μέλος της Ράτζια Σάμπα της Άνω Βουλής του Κοινοβουλίου της Ινδίας. Ήταν ενεργός μουσικός έως το τέλος της ζωής του. Το 1999 στον Σανκάρ απονεμήθηκε η υψηλότερη τιμητική διάκριση της Ινδίας, το βραβείο Μπαράτ Ράτνα (Bharat Ratna).

Δευτέρα, Απριλίου 04, 2022

Ρόμπερτ Ουίλλιαμ Γκάρι Μουρ (Robert William Gary Moore

 

Ο Ρόμπερτ Ουίλλιαμ Γκάρι Μουρ (Robert William Gary Moore, 4 Απριλίου 1952 - 6 Φεβρουαρίου 2011) ήταν μουσικός, περισσότερο αναγνωρισμένος ως κιθαρίστας της μπλουζ ροκ μουσικής, καθώς επίσης και τραγουδιστής, με καταγωγή από το Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας.

Η καριέρα του ξεκίνησε την δεκαετία του 1960. Ο ίδιος συνεργάστηκε με καλλιτέχνες ανάμεσα στους οποίους οι Φιλ Λάινοτ και Μπράιαν Ντάουνεϊ, από τα χρόνια του στο Γυμνάσιο, με αποτέλεσμα να γίνει μέλος δύο φορές στο ιρλανδικό συγκρότημα της ροκ Thin Lizzy. Εκτός από τις συνεργασίες του με συγκροτήματα, ο Μουρ είχε και μία πολύ επιτυχημένη σόλο καριέρα.

Πέθανε στον ύπνο του, το Φεβρουάριο του 2011, ενώ βρισκόταν στην Ισπανία.
Βιογραφία

Ξεκίνησε να παίζει κιθάρα από την ηλικία των 8 ετών. Παρότι ήταν αριστερόχειρας, έπαιζε κιθάρα με το δεξί χέρι. Οι πρώτες του επιρροές ήταν από τον Πίτερ Γκριν, ο οποίος έγινε μέντοράς του, όταν ο Μουρ έπαιζε στο Δουβλίνο.

Παρά το γεγονός ότι είχε σχετικά μικρή δημοφιλία στις ΗΠΑ, η μουσική του Μουρ κέρδισε θετικές κριτικές στην Ευρώπη.

Συνεργάστηκε με πολλούς καλλιτέχνες και πειραματίστηκε με πολλά μουσικά είδη, όπως ροκ, τζαζ, μπλουζ, κάντρι, electric blues, hard rock και χέβι μέταλ.
Skid Row

Το 1969 σε ηλικία 16 ετών, ο Μουρ εγκαταστάθηκε στο Δουβλίνο και έγινε μέλος του συγκροτήματος Skid Row με τους Νόελ Μπρίτζμαν και Μπρους Σιλς. Με το συγκρότημα αυτό ο Μουρ άρχισε να γίνεται διάσημος στην μουσική βιομηχανία και τότε ξεκίνησαν οι δεσμοί του με τον Φιλ Λάινοτ.

Σάββατο, Μαρτίου 12, 2022

ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗΣ «ΟΤΑΝ ΑΝΘΙΖΟΥΝ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ», 1971

 


Ένα μικρό αφιέρωμα στον μεγάλο Σταύρο Κουγιουμτζή που έφυγε από κοντά μας πριν 17 χρόνια

Στίχοι& μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής.

Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας, «ΟΤΑΝ ΑΝΘΙΖΟΥΝ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ», 1971.

Εδώ http://youtu.be/BOHD4dxBJmY από ζωντανή ηχογράφηση του προγράμματος του Γιώργου Νταλάρα στο Μουσικό Κέντρο Αθηνών ΣΕΙΡΙΟΣ το 1988.
Διασκευή για δύο όργανα: Νίκος Κυπουργός.

Άσε με πάλι να σου πω
για χρόνια περασμένα
για τα τραγούδια που αγαπώ
τα παραπονεμένα

Ένας κόμπος η χαρά μου
κι όμως αν θα ρθεις
στάλα στάλα θα στη δώσω
για να δροσιστείς

Άσε με πάλι να ρωτώ
ο χρόνος τι θα φέρει
ο ήλιος και ο κεραυνός
μου στήσανε καρτέρι

Ένας κόμπος η χαρά μου
κι όμως αν θα ρθεις
στάλα στάλα θα στη δώσω
για να δροσιστείς


ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗΣ

Γεννήθηκε το 1932 στη Θεσσαλονίκη, σ' έναν προσφυγικό καταυλισμό. Τα πρώτα τραγούδια που άκουσε και αγάπησε ήταν αυτά που έφεραν οι πρόσφυγες μαζί τους. τά σμυρνέικα και τά λαϊκά.
Το 1967 ο Σταύρος Κουγιουμτζής αποφασίζει να κατεβεί στην Αθήνα.

 Ετσι αρχίζει η μεγάλη του συνεργασία με τη «MINOS» και κυρίως με τον νεαρό κι ανερχόμενο τότε τραγουδιστή Γιώργο Νταλάρα. Εκείνος ερμηνεύει το τραγούδι που θα γίνει η πρώτη μεγάλη επιτυχία του Κουγιουμτζή: το περίφημο «Να 'τανε το '21», σε στίχους της Σώτιας Τσώτου. 

Αυτή είναι η πρώτη μιας αλυσίδας μεγάλων επιτυχιών, οι περισσότερες με τον Γιώργο Νταλάρα, αλλά και με τη Χαρούλα Αλεξίου, την Αννα Βίσση, τη Βίκυ Μοσχολιού, τον Αντώνη Καλογιάννη, τον Γιάννη Πάριο, τον Γιάννη Καλατζή, την Ελευθερία Αρβανιτάκη αλλά και τη σύντροφό του Αιμιλία Κουγιουμτζή. 

Αν και εξαιρετικός στιχουργός και ο ίδιος, συνεργάζεται και με άλλους κορυφαίους στιχουργούς όπως τους Μάνο Ελευθερίου, Λευτέρη Παπαδόπουλο, Ακο Δασκαλόπουλο, Μιχάλη Μπουρμπούλη, Κώστα Βίρβο κ.ά.

Η τελευταία του δισκογραφική παρουσία ήταν το 2001 με το «Εβρεχε ο κόσμος» και 11 τραγούδια που έγραψε για να τα πει η κόρη του, Μαρία καί ως συμμετέχοντες ο Γιώργος Χριστοδούλου και ο Γιώργος Νταλάρας

Ο συνθέτης έφυγε το Σάββατο 12 Μάρτη 2005, στα 73 του χρόνια, από ανακοπή καρδιάς.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 21, 2022

Μιχάλης Αδάμης Έλληνας συνθέτης

Μιχάλης Αδάμης Έλληνας συνθέτης

Μιχάλης Αδάμης Έλληνας συνθέτης

Ο Μιχάλης Αδάμης (19 Μαΐου 1929 – 21 Ιανουαρίου 2013) ήταν Έλληνας συνθέτης και διδάκτωρ Πανεπιστημίου.

Γεννήθηκε στον Πειραιά στις 19 Μαΐου του 1929. Σπούδασε στο Ωδείο Πειραιώς απ΄ όπου και έλαβε δίπλωμα βυζαντινής μουσικής (1955) καθώς και αρμονίας το 1956. Συνέχισε στο Ελληνικό Ωδείο απ΄ όπου και έλαβε δίπλωμα Αντίστιξης, Φούγκας και Σύνθεσης το 1959. Παράλληλα σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Θεολογία (πτυχίο 1954) . Στη συνέχεια μετέβη στη Βοστώνη στο Πανεπιστήμιο Μπραντάις όπου και ολοκλήρωσε τις ανώτερες μουσικές σπουδές του σε σύνθεση ηλεκτρονικής μουσικής αλλά και βυζαντινής παλαιογραφίας (1962-1965). Κατά τη παραμονή του στη Βοστώνη δίδαξε βυζαντινή μουσική και διεύθυνε τη Χορωδία της Θεολογικής Σχολής Τίμιος Σταυρός.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ο Μιχάλης Αδάμης κατόπιν πρόσκλησης των Βασιλέων ίδρυσε και ανέλαβε τη διεύθυνση της Παιδικής Χορωδίας των Ανακτόρων και τη Χορωδία Δωματίου Αθηνών μέχρι το 1967. Από το 1968 ανέλαβε επικεφαλής του μουσικού τμήματος και διευθυντής του Κολεγίου Πηρς στην Αθήνα. Το 1965 ίδρυσε το πρώτο ηλεκτρονικό μουσικό εργαστήρι.

Από το μεγάλο αριθμό έργων του, που υπολογίζονται σε περισσότερα από 300, ξεχωρίζουν, για όργανα: η «Αποκάλυψη – έκτη σφραγίδα», «Τετέλεσται», «Ορέστης», «Παραμύθι», για ορχήστρα: «Συμφωνιέττα», «Λειτουργικό Κοντσέρτο», ενώ για ηλεκτρονική μουσική: «Προσχήματα», «Κοριολανός» κ.ά.

Επίσης έγραψε μουσική για αρχαίες τραγωδίες, εκκλησιαστική μουσική και διάφορες μελέτες για τη βυζαντινή μουσική. Του είχε ανατεθεί ακόμα και σύνθεση έργων σε διεθνή Φεστιβάλ.

Ο Μιχάλης Αδάμης διετέλεσε μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών (1971-1977), Αντιπρόεδρος (1973-1975) και από το 1976 Πρόεδρος του Ελληνικού Συνδέσμου Σύγχρονης Μουσικής και του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Εταιρίας Σύγχρονης Μουσικής, όπως επίσης και μέλος της καλλιτεχνικής επιτροπής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Συμμετείχε σε πολλά Φεστιβάλ με εκτέλεση πολλών έργων του.

Σημειώνεται ότι κατά το 11ο Συνέδριο της Διεθνούς Εταιρίας Μουσικολογίας που συνήλθε στη Κοπεγχάγη το 1972 ανακοίνωσε επίσημα την ανακάλυψη του αρχαιότερου δείγματος πολυφωνικής μουσικής στο Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά τον 14ο-15ο αιώνα.

Το 1962 ο Μιχάλης Αδάμης τιμήθηκε από τον Βασιλέα Παύλο με το Χρυσό Σταυρό του Φοίνικα ενώ το 1964 και 1965 τιμήθηκε με το Μουσικό Βραβείο «Σάμουελ Βέσχλερ». Ο Μιχάλης Αδάμης χαρακτηρίζεται, απ΄ όλη τη καλλιτεχνική του παρουσία ένας από τους μεγαλύτερους αναθεωρητές της μουσικής πρακτικής παιδείας, και από τους πρωτοπόρους της σύγχρονης μουσικής παραγωγής στην Ελλάδα. Το 1991 επιμελήθηκε της ίδρυσης του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου στο οποίο και το 1999 αναγορεύτηκε διδάκτωρ. Ομιλεί επίσης αγγλικά. Για 31 χρόνια από (το 1968 ως το 1999) υπήρξε επι κεφαλής του Μουσικού τμήματος και διευθυντής της χορωδίας του Pierce College στην Αθήνα.

Πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 2013.  

συνέχεια στη βικιπαίδεια

Τρίτη, Ιανουαρίου 18, 2022

Βασίλης Τσιτσάνης

Βασίλης Τσιτσάνης



Ο Βασίλης Τσιτσάνης (Τρίκαλα, 18 Ιανουαρίου 1915 - Λονδίνο, 18 Ιανουαρίου 1984) ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες λαϊκούς συνθέτες, στιχουργούς και τραγουδιστές του 20ού αιώνα, του οποίου τραγούδια ακούγονται μέχρι και σήμερα. Ήταν μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού.

 
Βιογραφία

Ο Τσιτσάνης γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 18 Ιανουαρίου 1915 από Ηπειρώτες γονείς. Από μικρή ηλικία έδειξε ενδιαφέρον για τη μουσική και έμαθε μαντολίνο, βιολί και μπουζούκι.

Το φθινόπωρο του 1936 ο Τσιτσάνης πήγε στην Αθήνα με κύριο σκοπό να σπουδάσει στη Νομική, αλλά γρήγορα τον κέρδισε η μουσική. Οι πρώτες του επιρροές είναι τα τραγούδια του Βαγγέλη Παπάζογλου και του Μάρκου Βαμβακάρη. Η πρώτη του εμφάνιση έγινε στο μαγαζί «Μπιζέλια». Σύντομα γνώρισε τον Δημήτρη Περδικόπουλο, που τον πήγε στην Odeon, όπου ηχογράφησε τα πρώτα του τραγούδια. Το «Σ’ έναν τεκέ μπουκάρανε» είναι η πρώτη ηχογράφηση του Τσιτσάνη.

Την περίοδο 1937-1940 έγραψε τραγούδια που ηχογράφησε με τις φωνές του Περδικόπουλου και άλλων τραγουδιστών εκείνης της εποχής, όπως του Στράτου Παγιουμτζή, του Μάρκου Βαμβακάρη και του Στελλάκη Περπινιάδη, με τους οποίους σε πολλές ηχογραφήσεις ο Τσιτσάνης συμμετείχε σαν δεύτερη φωνή.

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ο Τσιτσάνης έμεινε στη Θεσσαλονίκη, όπου για ένα διάστημα τεσσάρων ετών (1942–1946) είχε δικό του μαγαζί, το «Ουζερί ο Τσιτσάνης» στην οδό Παύλου Μελά 22, που έγινε διάσημο. Εκεί έγραψε μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του, τα οποία ηχογραφήθηκαν μετά τη λήξη του πολέμου, όπως τη «Συννεφιασμένη Κυριακή».

Τον Ιούλιο του 1942 παντρεύτηκε τη Ζωή Σαμαρά από τα Γρεβενά, όντες αρραβωνιασμένοι επί 19 μήνες. Κουμπάρος του Τσιτσάνη ήταν ο προσωπικός φίλος Νικόλαος Μουσχουντής, ο οποίος ήταν και διοικητής Χωροφυλακής της Θεσσαλονίκης, αλλά και θαυμαστής του έργου τού Τσιτσάνη και γενικώς του ρεμπέτικου τραγουδιού. Απέκτησε μια κόρη, τη Βικτώρια και ένα γιο, τον Κώστα.
Το 1946 επέστρεψε στην Αθήνα και άρχισε να ηχογραφεί ξανά. Δίπλα του έγιναν ευρέως γνωστές, τραγουδίστριες όπως η Σωτηρία Μπέλλου, η Ιωάννα Γεωργακοπούλου, η Μαρίκα Νίνου, αλλά και ο τραγουδιστής Πρόδρομος Τσαουσάκης.

Το 1947 η Σωτηρία Μπέλλου προσελήφθη ως τραγουδίστρια στο κέντρο διασκέδασης της Αθήνας όπου εμφανιζόταν ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο οποίος και την ανακάλυψε ως ιδιαίτερη φωνή. Το 1948 μια ομάδα φανατικών ακροδεξιών εισήλθαν στο χώρο που τραγουδούσε και την ξυλοκόπησαν βαριά με το χαρακτηρισμό «Βουλγάρα» (κομμουνίστρια), χωρίς ούτε οι μουσικοί και ούτε ίδιος ο Τσιτσάνης να τολμήσουν να σηκωθούν από τις καρέκλες τους.

Τα επόμενα χρόνια ο Τσιτσάνης γνώρισε ευρύτατη αποδοχή. Ειδικά μετά την πτώση της Χούντας, είχε ξεκινήσει συναυλίες σε στάδια και ανοιχτούς χώρους, κάτι που συνέβαινε πρώτη φορά για λαϊκά τραγούδια. Η τελευταία του δημόσια εμφάνιση σε ανοιχτό χώρο, ήταν σε τιμητική εκδήλωση του Δήμου Νίκαιας, σε συνεργασία του δημάρχου Στέλιου Λογοθέτη με τον Μίκη Θεοδωράκη για τη διοργάνωση του πρώτου πολιτιστικού καλοκαιριού στην Ελλάδα.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης ήταν στενός φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου και ο αγαπημένος του μουσικός.Υπήρξε μεγάλος λάτρης του Άρη Θεσσαλονίκης, αλλά και του ιστορικού ποδοσφαιρικού Α.Ο. Τρίκαλα, πηγαίνοντας συχνά στο γήπεδο.

Πέθανε στις 18 Ιανουαρίου του 1984 (ημέρα των γενεθλίων του) στο Λονδίνο από καρκίνο, και κηδεύτηκε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.


Προς τιμήν του, ο Δήμος Γλυφάδας μετονόμασε την οδό Βάου σε οδό Βασίλη Τσιτσάνη, καθώς ο συνθέτης κατοικούσε στη συγκεκριμένη οδό. Επίσης, κεντρικός δρόμος των Τρικάλων φέρει το όνομά του, όπως και άλλοι δρόμοι στην Ελλάδα.  συνέχεια στη βικιπαίδεια

Γιάννης Παπαϊωάννου

Γιάννης Παπαϊωάννου



Ο Γιάννης Παπαϊωάννου (Κίος Μικράς Ασίας, 18 Ιανουαρίου 1914 - Πέραμα, 3 Αυγούστου 1972) ήταν Έλληνας συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής του λαϊκού ρεμπέτικου τραγουδιού και ένας από τους κύριους και σημαντικότερους εκπροσώπους του.

Βιογραφία

Γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου του 1914 στην Κίο της Μικράς Ασίας, σε ηλικία δύο ετών έμεινε ορφανός από πατέρα, ενώ έξι χρόνια αργότερα έζησε τη Μικρασιατική Καταστροφή. Εγκαταστάθηκε με τη μητέρα και τη γιαγιά του στη Σαμοθράκη αλλά λίγο αργότερα μετακόμισαν στην Καλλιθέα , και συγκεκριμένα στις Τζιτζιφιές. Από μικρός εργάστηκε ως ψαράς, μαραγκός, σε συνεργείο αυτοκινήτων και σε οικοδομές και σταμάτησε να πηγαίνει σχολείο από νωρίς. Επίσης αξιοσημείωτο είναι πως στα προπολεμικά χρόνια υπήρξε ποδοσφαιριστής, αγωνιζόμενος ως τερματοφύλακας στην ομάδα του Φαληρικού Συνδέσμου.Υπήρξε κουμπάρος και στενός συνεργάτης του Βασίλη Τσιτσάνη.
Η καριέρα του

Πρωτοεμφανίσθηκε επαγγελματικά δίπλα στους Μάρκο Βαμβακάρη και Στέλιο Κερομύτη το 1937. Πρώτο του τραγούδι ήταν η Φαληριώτισσα που κυκλοφόρησε σε δίσκο και γνώρισε τεράστια επιτυχία. Ακολούθησαν πλήθος άλλων που έχουν στίχους του, μουσική του ή και τα δύο, μεταξύ των οποίων και είναι τα:Καπετάν Αντρέας Ζέπος, Πέντε Έλληνες στον Άδη, Άνοιξε, άνοιξε, Μοδιστρούλα, Γλέντα τη ζωή, Βαδίζω και παραμιλώ, Πριν το χάραμα, Πώς θα περάσει η βραδιά, Σβήσε το φως να κοιμηθούμε, κ.ά.

Γενικά τα τραγούδια του Γ. Παπαϊωάννου χαρακτηρίζονται από ένα κράμα καντάδας, μπάλου και μικρασιάτικων ακουσμάτων. Θεωρείται ο πρώτος, στο λαϊκό ρεμπέτικο τραγούδι, που χρησιμοποίησε στις ηχογραφήσεις του το λεγόμενο "πρίμο σεκόντο" (διφωνία).

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου ήταν ο πρώτος Έλληνας λαϊκός συνθέτης που ταξίδεψε στην Αμερική, το 1953, για να τραγουδήσει στους εκεί απόδημους Έλληνες. Μετά την επιστροφή του έμεινε μόνιμος συνεργάτης του Βασίλη Τσιτσάνη. Στο χώρο του είχε το παρατσούκλι Ψηλός ή Πατσάς.

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου συμμετείχε, σε πρωταγωνιστικό ρόλο, όχι σαν μουσικός αλλά σαν ηθοποιός, στην ελληνική κινηματογραφική ταινία "Αμαρτίες γονέων" (1963).

Σκοτώθηκε στις 3 Αυγούστου του 1972 σε ηλικία 58 ετών σε τροχαίο δυστύχημα, στο Νέο Πέραμα οδηγώντας νωρίς το πρωί πηγαίνοντας για το εξοχικό του στην Σαλαμίνα και κηδεύτηκε στο νεκροταφείο της Καλλιθέας.
Συνέχεια στη βικιπαίδεια

Δευτέρα, Ιανουαρίου 17, 2022

Δανάη Στρατηγοπούλου Ελληνίδα τραγουδίστρια

Δανάη Στρατηγοπούλου Ελληνίδα τραγουδίστρια

17 Ιανουαρίου 2009 (13 χρόνια πριν) πέθανε:

Δανάη Στρατηγοπούλου Ελληνίδα τραγουδίστρια

Η Δανάη Στρατηγοπούλου (8 Φεβρουαρίου 1913 – 18 Ιανουαρίου 2009) ήταν Ελληνίδα τραγουδίστρια, μουσικός, συγγραφέας, μεταφράστρια και καθηγήτρια της ελληνικής Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγου της Χιλής, καθώς και φωνητικής μουσικής σε πολλά ωδεία.

Βιογραφία

Γεννήθηκε στην Αθήνα (στο Μεταξουργείο) στις 8 Φεβρουαρίου του 1913 (κατ’ άλλους το 1911) και πέρασε τα πρώτα παιδικά της χρόνια στη Γαλλία (Μασσαλία και Παρίσι). Πατέρας της ήταν ο μηχανικός και δημοσιογράφος Ιππόλυτος Στρατηγόπουλος (εντάχθηκε στον Δ.Σ.Ε και εγκαταστάθηκε στη Τσεχία) και μητέρα της η αρσακειάδα Τίμω. Ο θεατρικός συγγραφέας Ιδομενεύς Στρατηγόπουλος ήταν παππούς της  Στην Αθήνα επιστρέφει μαζί με την οικογένειά της το 1923, χρονιά που γεννήθηκε η μικρότερη αδελφή της, η φλαουτίστα και εθνομουσικολόγος Μίρκα Στρατηγοπούλου.

Τελειώνοντας τις γυμνασιακές της σπουδές παρακολούθησε για ένα χρόνο τα μαθήματα της Εμπορικής Σχολής και γράφτηκε στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών, ενώ έλαβε δίπλωμα της Γαλλικής Ακαδημίας. Από πολύ νωρίς όμως ακολούθησε το ελαφρό τραγούδι και σπούδασε ορθοφωνία και φωνητική μουσική. Το 1935 πρωτοεμφανίζεται ως δημοσιογράφος, ενώ ένα χρόνο μετά το 1936 ασχολείται πλέον επαγγελματικά με το καλλιτεχνικό της πάθος που ήταν το τραγούδι. Την τέχνη του τραγουδιού διδάχθηκε από την εξαίρετη τότε καλλιτέχνιδα Μάγγη Καρατζά. Έτσι αργότερα συμμετέχει στη Μάντρα του Αττίκ με το καλλιτεχνικό όνομα Δανάη όπου και διέπρεψε ως η καλύτερη ερμηνεύτρια των αξιόλογων συνθέσεων του Αττίκ και του Χαιρόπουλου, αποδίδοντας επίσης με εξαιρετική επιτυχία ελληνικά δημοτικά τραγούδια καθώς και ιδιότυπες ισπανικές μελωδίες.

Όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος η Δανάη κατέφυγε στα Τρίκαλα όπου και διέμενε η αδελφή της. Το 1946 βρίσκεται καθηγήτρια φωνητικής μουσικής στο Ελληνικό Ωδείο Αθηνών και στη Δραματική Σχολή Ευγ. Χατζίσκου. Στην περίοδο της Χούντας διετέλεσε καθηγήτρια «τιμής ένεκεν» στην έδρα Ελληνικής Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγο και κατά την περίοδο 1972–1973 τακτική έμμισθη καθηγήτρια στο αυτό Πανεπιστήμιο.

Ήταν μέλος της Εταιρίας Στιχουργών και Μουσικοσυνθετών Ελλάδος, της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Επιτροπής Αλληλεγγύης με την Χιλή, του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών κ.ά. Επίσης η Δανάη είχε δώσει σειρά διαλέξεων σε Πανεπιστήμια της Χιλής καθώς και πολλά ρεσιτάλ με ελληνικά τραγούδια. Είχε τιμηθεί με πολλές καλλιτεχνικές διακρίσεις, επαίνους, δύο βραβεία για τους στίχους της καθώς και ειδικό βραβείο της Προεδρίας της Χιλής επί Αλλιέντε στο Φεστιβάλ του Χιλιανού ελαφρού τραγουδιού το 1972. Η Δανάη μιλούσε γαλλικά, ισπανικά και αγγλικά, και ήταν μόνιμος κάτοικος της Ραφήνας. Διατηρούσε άριστες σχέσεις με τη Χιλιανή Πρεσβεία των Αθηνών, μέχρι το θάνατό της στις 18 Ιανουαρίου του 2009.

Η Δανάη έγραψε περισσότερα από 300 τραγούδια, πολλά σε στίχους δικούς της, και πολλά βιβλία, ενώ ασχολήθηκε και με μεταφράσεις. Μετέφρασε, ανάμεσα στα άλλα, ελληνικά δημοτικά τραγούδια στα ισπανικά και ποιήματα του Πάμπλο Νερούδα στα ελληνικά. Ξεχωριστή θέση κατέχει η μετάφραση του Canto General. Είχε εκδώσει πολλά βιβλία καθώς και τον δίσκο Τα πιο όμορφα τραγούδια του Αττίκ. Επίσης διατηρούσε το ψευδώνυμο «Αργυρώ Καλλιγά».

Είχε παντρευτεί τον δημοσιογράφο Γιώργο Δ. Χαλκιαδάκη (πέθανε το 1954) με τον οποίον απέκτησε μια κόρη, την ερμηνεύτρια του ντουέτου Λήδα-Σπύρος, τραγουδοποιό και ποιήτρια Ειρήνη-Λήδα Χαλκιαδάκη. περισσότερα στη βικιπαίδεια

Παρασκευή, Ιανουαρίου 14, 2022

14-ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1690 - Εφευρίσκεται το κλαρινέτο

κλαρινέτο (ή ευθύαυλος)

 

14-ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1690 - Εφευρίσκεται το κλαρινέτο στη Νυρεμβέργη της Γερμανίας.


Το κλαρινέτο (ή ευθύαυλος) είναι πνευστό μουσικό όργανο. Στη σημερινή του μορφή εμφανίστηκε το 19ο αιώνα. Το κλαρινέτο κατέχει σήμερα βασική θέση στη συμφωνική ορχήστρα, και ανήκει στην κατηγορία των ξύλινων πνευστών. 

Πολύ σύνηθες είναι το κλαρινέτο και ως μέλος ορχηστρών της τζαζ. Στην Ελλάδα, όπου επεκράτησε η ονομασία κλαρίνο, αλλά και σε πολλές χώρες των Βαλκανίων, αποτελεί ένα από τα βασικά όργανα της παραδοσιακής μουσικής.


Το κλαρινέτο προήλθε από μετεξέλιξη παλαιότερων παρόμοιων οργάνων. Η βιβλιογραφία αναφέρει ως πρόγονο του κλαρινέτου το γαλλικό πνευστό όργανο σαλυμώ (γαλλ. chalumeau, ετυμολογούμενο από την ελληνική λέξη "κάλαμος"), στο οποίο σταδιακά προστέθηκαν μια σειρά κλειδιά.

 Βασικό σταθμό αποτελεί η προσθήκη από τον Γερμανό Γιόχαν Κρίστοφ Ντέννερ του κλειδιού δίπλα στην πίσω οπή του οργάνου (στα Ελληνικά λέγεται και "ψυχή"). Ήδη από την αρχή του 19ου αιώνα, το κλαρινέτο, έχοντας μια μορφή πολύ κοντινή στη σημερινή, έχει βρει τη θέση του στη συμφωνική ορχήστρα. 

Το 1839, ο Γάλλος Υάκινθος Κλοζέ αναδιέταξε τα κλειδιά, φέρνοντας το κλαρινέτο στη μορφή που είναι σήμερα γενικά γνωστό. Περισσότερα στη βικιπαίδεια

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 27, 2021

Αχιλλέας Αλφεράκης Έλληνας συνθέτης

Αχιλλέας Αλφεράκης Έλληνας συνθέτης


27 Δεκεμβρίου 1919 (102 χρόνια πριν) πέθανε:

Αχιλλέας Αλφεράκης Έλληνας συνθέτης

Ο Αχιλλέας Νικολάγιεβιτς Αλφεράκης (Ахиллес Николаевич Алфераки, Χάρκοβο, 3 Ιουλίου 1846 - Αγία Πετρούπολη, 27 Δεκεμβρίου 1919) ήταν Έλληνας συνθέτης 

Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας και ανήκει στη ρωσική εθνική σχολή. Συνέθεσε πάρα πολλά φωνητικά έργα (23 τετράδια με πάνω από 120 τραγούδια), 2 όπερες   («Ο Βασιλιάς του Δάσους» και «Η Νύχτα της Βάπτισης» ή «Η Παραμονή του Αι-Γιάννη») και μουσική δωματίου, με πολλές επιρροές από τη δημοτική μουσική της Ρωσίας. Ανέπτυξε έντονη κοινωνική και πολιτική δράση. Το 1880 έως το 1888 διετέλεσε δήμαρχος του Ταγκανρόγκ και επί δημαρχίας του η πόλη γνώρισε μέρες λαμπρής καλλιτεχνικής δόξας. 

Παλάτι Αλφεράκη Ταγκανρόγκ © TaganrogCity.Com


Το 1888 ο Αλφεράκης παραιτήθηκε από τη δημαρχία και μετακόμισε στην Αγία Πετρούπολη, όπου έγινε καγκελάριος του Υπουργείου Εσωτερικών το 1891 και πρώτος διευθυντής της ρωσικής υπηρεσίας τηλεγράφων. Ο Αλφεράκης αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στη μουσική. Πέθανε το 1919.
Σημειώσειςi. ^ Ο μουσικολόγος Γ. Λεωτσάκος τον αναφέρει ως Ρώσο συνθέτη, ελληνικής καταγωγής
Περισσότερα στη βικιπαίδεια

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 23, 2021

Χρόνης Αηδονίδης Έλληνας τραγουδιστής



23 Δεκεμβρίου 1928 (93 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Χρόνης Αηδονίδης Έλληνας τραγουδιστής

Ο Πολυχρόνης "Χρόνης" Αηδονίδης (Καρωτή Έβρου, 23 Δεκεμβρίου 1928) είναι Έλληνας μουσικός και τραγουδιστής της Θρακιώτικης παραδοσιακής μουσικής.

Γεννήθηκε 23 Δεκεμβρίου 1928, στην Καρωτή, ένα χωριό κοντά στο Διδυμότειχο. Γιος του ιερέα Χρήστου και της Χρυσάνθης Αηδονίδη, είναι ο δεύτερος από τα πέντε αδέλφια του. Στο χωριό του, στην Καρωτή, πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια κι εκεί έμαθε τα πρώτα του τραγούδια και μυήθηκε στον κόσμο της παραδοσιακής μουσικής, πρώτα από τη μητέρα του, που γνώριζε τα περισσότερα τραγούδια της Θράκης κι έπειτα απ' τους πλανόδιους μουσικούς.

Μαθητής ακόμα, διδάχθηκε βυζαντινή μουσική από τον πατέρα του και μετά από τον δάσκαλο Μιχάλη Κεφαλοκόπτη και ολοκλήρωσε αργότερα τις σπουδές του στη βυζαντινή μουσική, στην Αθήνα, στο Ελληνικό Ωδείο, κοντά στον Θεόδωρο Χατζηθεοδώρου.

Αργότερα διορίστηκε ως κοινοτικός δάσκαλος στα Πετρωτά Ροδόπης προς τις ακτές του Αιγαίου. Το 1950 βρέθηκε στην Αθήνα και εργάστηκε στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο ως λογιστής.

Το 1953 γνώρισε τον λαογράφο Πολύδωρο Παπαχριστοδούλου, ο οποίος του πρότεινε να συμμετέχει στην εκπομπή του «Θρακικοί Αντίλαλοι», στο κρατικό ραδιόφωνο. Διστακτικός στην αρχή ο Χρόνης Αηδονίδης εντέλει αποφάσισε να λάβει μέρος στην προσπάθεια διάσωσης της ελληνικής μουσικής παράδοσης.

Από τότε και με τη βοήθεια του Πολύδωρου Παπαχριστοδούλου, άρχισε να παίρνει μέρος στις εκπομπές του, συμμετέχοντας πολύ σύντομα ως μονωδός στη Χορωδία του Παντελή Καββακόπουλου. Αργότερα συμμετείχε και στη χορωδία του Σίμωνα Καρά[1], ενώ από το 1957 ανέλαβε τακτική εβδομαδιαία εκπομπή στο ραδιόφωνο, προβάλλοντας το μουσικό θησαυρό της πατρίδας του, της Θράκης. Ήταν η πρώτη φορά που τα Θρακιώτικα τραγούδια ακούγονταν σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας. 

Σάββατο, Δεκεμβρίου 04, 2021

Έλενα Σουλιώτη Ελληνίδα υψίφωνος



4 Δεκεμβρίου 2004 (17 χρόνια πριν) πέθανε:

Έλενα Σουλιώτη Ελληνίδα υψίφωνος

Η Έλενα Σουλιώτη (1943-2004) υπήρξε Ελληνίδα ερμηνεύτρια του λυρικού θεάτρου, γνωστή διεθνώς με το εκλατινισμένο Elena Suliotis και αργότερα Souliotis.

Υψίφωνος με σπουδαίο φωνητικό και σκηνικό ταλέντο, χαρακτηρίστηκε σε νεαρή ηλικία ως «η νέα Κάλλας», με αποτέλεσμα να εκτεθεί σε εξοντωτικούς ρυθμούς εμφανίσεων που κατέστρεψαν τη φωνή της. Παρόλα αυτά κάποιες ερμηνείες της, ιδίως σε έργα του Τζουζέπε Βέρντι, έχουν καταγραφεί ανάμεσα στις κορυφαίες της όπερας.
Βιογραφία

Η Σουλιώτη γεννήθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 1943, αλλά μεγάλωσε στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής, όπου μετανάστευσε η οικογένειά της το 1948. Αρχικά ήθελε να γίνει χημικός μηχανικός όπως ο πατέρας της, την κέρδισε όμως η μουσική.

Στα 19 της και αφού είχε ήδη ολοκληρώσει τις βασικές μουσικές σπουδές, εγκαταστάθηκε στο Μιλάνο για να παρακολουθήσει μαθήματα από τη φημισμένη Καταλανή σοπράνο Μερσέντες Λιόπαρτ. Δύο χρόνια αργότερα έκανε το πρωταγωνιστικό ντεμπούτο της ως Σαντούτσα στην Καβαλερία Ρουστικάνα (Νάπολη 1964), αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές. Ακολούθησε μια πολύ δημιουργική περίοδος, κατά την οποία ερμήνευσε κάποιες απ' τις πιο σημαντικές ηρωίδες του οπερατικού ρεπερτορίου, ενώ παράλληλα ηχογράφησε δίσκους που σήμερα θεωρούνται κλασικοί στο κοινό της όπερας.

Όπως όμως αποδείχθηκε στη συνέχεια, η ανάληψη δύσκολων και πολλών ρόλων σε τόσο νεαρή ηλικία, αποδείχθηκε τροχοπέδη για τη μετέπειτα καριέρα της, αφού δε δόθηκε χρόνος στη φωνή της αφενός να ξεκουράζεται, αφετέρου να ωριμάσει φυσιολογικά. Για παράδειγμα, εμφανίστηκε επανειλημμένα ως Αμπιγκαΐλε στο Ναμπούκο - ο συγκεκριμένος ρόλος θεωρείται «δολοφόνος» για τις υψιφώνους, σε βαθμό που η Μαρία Κάλλας τον είχε δοκιμάσει μία φορά το 1949 κι έκτοτε τον απέφευγε όπως ο διάβολος το λιβάνι. Άλλο ένα παράδειγμα μας δίνει η απλή ανάγνωση του προγράμματός εμφανίσεών της το 1966: Ξεκίνησε με Αΐντα στη Μάντουα και Δύναμη του Πεπρωμένου στη Νάπολη, συνέχισε με Τροβατόρε στη Γένοβα, Λουΐζα Μίλερ στη Φλωρεντία, Ναμπούκο στη Λισαβόνα, Χορό Μεταμφιεσμένων σε Μαδρίτη και Μπουένος Άιρες, ξανά Αΐντα στο Μέξικο Σίτι, Τζοκόντα στο Σικάγο και Άννα Μπολένα στη Νέα Υόρκη, για να κλείσει τη χρονιά με Ναμπούκο στη Σκάλα του Μιλάνου. Οκτώ διαφορετικοί πρωταγωνιστικοί ρόλοι σε μόλις έντεκα μήνες, ένα πρόγραμμα εξοντωτικό για κάθε λυρική τραγουδίστρια, πολλώ δε μάλλον στην ηλικία των 23 ετών!

Συνεπεία των παραπάνω, η φωνή της Σουλιώτη έχανε βαθμιαία την ακρίβεια και τη σταθερότητά της. Το 1972, μετά από οκτώ θριαμβευτικά χρόνια, αποδοκιμάστηκε ενώ ερμήνευε την Αμπιγκαΐλε στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου. Το 1974 αποσύρθηκε, όντας μόλις τριάντα ενός - μια ηλικία που οι περισσότερες υψίφωνοι ουσιαστικά ξεκινούν να γίνονται γνωστές. Επανεμφανίστηκε σε λιγότερο απαιτητικούς ρόλους στα τέλη της δεκαετίας του '70 και συνέχισε με αραιές παρουσίες έως το 2000, αλλά πλέον προτιμούσε να περνά το χρόνο της στη βίλα που είχε αγοράσει στη Φλωρεντία.

Πέθανε στη Φλωρεντία στις 4 Δεκεμβρίου 2004 από καρδιακή προσβολή. Είχε παντρευτεί μία φορά, τον πιανίστα Μαρτσέλο Γκουερίνι, με τον οποίο είχαν χωρίσει. Είχαν αποκτήσει μια κόρη, την Μπάρμπαρα (γεν. 1981). 

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 03, 2021

Νίνο Ρότα Ιταλός συνθέτης



3 Δεκεμβρίου 1911 (110 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Νίνο Ρότα Ιταλός συνθέτης

Ο Νίνο Ρότα (Giovanni "Nino" Rota Rinaldi, 3 Δεκεμβρίου 1912 - 10 Απριλίου 1979) ήταν Ιταλός συνθέτης. Έχει γίνει γνωστός για την μουσική που έγραψε για την ταινία Ο Νονός, αλλά και για την μακροχρόνια συνεργασία του με τον Φεντερίκο Φελίνι.

Γεννημένος στο Μιλάνο από γονείς μουσικούς, άρχισε από μικρή ηλικία τις σπουδές του στο ωδείο της πόλης. Μετά από λίγα χρόνια ο δάσκαλος του τον έπεισε να πάει για σπουδές στην Φιλαδέλφεια των Ηνωμένων Πολιτειών, κάτι που ο ίδιος έπραξε. Εκεί έμεινε για τρία χρόνια όπότε επέστρεψε στην Ιταλία.

Την πρώτη μουσική για ταινία έγραψε το 1933 για το Treno Popolare του Ραφαέλο Ματεράτσο. Μετά από περίπου 20 χρόνια γνώρισε τον Φεντερίκο Φελίνι και από εκεί ξεκινάει μια συνεργασία που κράτησε για περίπου 30 χρόνια. Έγραψε μουσική για ταινίες όπως το "Λα Στράντα", το Γλυκιά ζωή" , το "8 1/2", το "Βατερλώ" , το "Ρωμαίος και Ιουλιέτα" και για τον "Νονό".

Τιμήθηκε με Όσκαρ για τη μουσική του στον Νονό ΙΙ το 1975.

Έχει γράψει μουσική για πάνω από εκατό ταινίες αλλά και για δέκα όπερες, πέντε μπαλέτα και αρκετές συμφωνικές συνθέσεις. 

Τρίτη, Νοεμβρίου 30, 2021

Thriller




30 Νοεμβρίου 1982 (39 χρόνια πριν):

Κυκλοφορεί παγκοσμίως ο έκτος σόλο δίσκος του Μάικλ Τζάκσον Thriller. Θα γίνει ο δίσκος με τις περισσότερες πωλήσεις στην ιστορία.

Το Thriller είναι το 6o στούντιο άλμπουμ του Αμερικανού καλλιτέχνη Μάικλ Τζάκσον. Κυκλοφόρησε στις 30 Νοεμβρίου 1982, από την Epic Records, ως διάδοχος του, εμπορικά επιτυχημένου, άλμπουμ του Τζάκσον, Off the Wall. Το Thriller διαθέτει παρόμοια είδη μουσικής όπως το Off the Wall, όπως pop, rock, R&B και post-disco.



Ειδική έκδοση του άλμπουμ

Οι ηχογραφήσεις διεξήχθησαν μεταξύ Απρίλιου και Νοεμβρίου το 1982 στα Westlake Recording Studios στο Λος Άντζελες, Καλιφόρνια, με προϋπολογισμό παραγωγής 750.000 δολάρια, με παραγωγό τον Κουίνσι Τζόουνς. Ο Τζάκσον έγραψε τα 4 από τα 9 κομμάτια του άλμπουμ. Σε περίπου 1 χρόνο, το Thriller έγινε, και παραμένει ως σήμερα, το καλύτερο σε πωλήσεις άλμπουμ όλων των εποχών, με τις πωλήσεις να ανέρχονται στα 65-110 εκατομμύρια αντίγραφα παγκοσμίως,[4] και το καλύτερο σε πωλήσεις άλμπουμ στις ΗΠΑ.[5] 7 από τα 9 κομμάτι του άλμπουμ κυκλοφόρησαν ως singles, και όλοι έφθασαν στο Τοp#10 του Billboard Hot 100. Το άλμπουμ επίσης κέρδισε 8 (τα περισσότερα στην ιστορία) Grammy Awards το 1984.

Το Thriller επιβεβαίωσε την άποψη για τον Τζάκσον ως τον εξέχοντα ποπ αστέρα του αιώνα, και τον βοήθησε να σπάσει κάποιους φυλετικούς φραγμούς χάρη στις εμφανίσεις του στο MTV και στη συνάντηση με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρήγκαν στον Λευκό Οίκο. Οι ταινίες μικρού μήκους για το Thriller, το Billie Jean και το Beat It εμφανίζονταν συχνά στο MTV. Το 2001, κυκλοφόρησε μια ειδική έκδοση του άλμπουμ, με επιπλέον ηχητικές συνεντεύξεις, ένα demo recording και το τραγούδι Someone In the Dark, ένα τραγούδι που έλαβε Γκράμι στο ομώνυμο άλμπουμ της ταινίας E.T. the Extra-Terrestrial.[6] Το 2008, κυκλοφόρησε νέα εκδοχή του άλμπουμ, Thriller 25.

To Thriller έλαβε την 20η θέση στον κατάλογο του Rolling Stone, 500 Greatest Albums of All Time, το 2003,[7] και έλαβε την 3η θέση στην Εθνική Επιτροπή Ηχογράφησης Εμπορευμένων στο Definitive 200 Albums of All Time. Η ταινία μικρού μήκους για το τραγούδι Thriller διασώθηκε από τη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου στο Εθνικό Μητρώο Καταγραφής των ΗΠΑ, καθώς θεωρήθηκε «πολιτιστικά σημαντικό».

Στις 16 Δεκεμβρίου 2015 έγινε ο πρώτος δίσκος που πούλησε περισσότερα από 30 εκατομμύρια αντίτυπα στις ΗΠΑ, καταρρίπτοντας το δικό του προηγούμενο ρεκόρ, 6 χρόνια μετά το θάνατο του Τζάκσον.


Προϊστορία

Το προηγούμενο άλμπουμ του Τζάκσον, Off the Wall (1979), γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία και έλαβε εξαιρετικές κριτικές από το σύνολο σχεδόν του μουσικού τύπου. Ήταν επίσης εμπορική επιτυχία καλώς εκδόθηκαν 20 εκατομμύρια αντίγραφα παγκοσμίως. Τα χρόνια μεταξύ του Off the Wall και του Thriller ήταν μια μεταβατική περίοδος για τον τραγουδιστή, μια περίοδος αυξανόμενης ανεξαρτησίας. Η περίοδος απόδειξε ότι ο τραγουδιστής έγινε δυστυχισμένος - ο Τζάκσον εξήγησε, «Ακόμα και όταν είμαι στο σπίτι, είμαι μοναχικός. Μερικές φορές κάθομαι στο δωμάτιο μου και κλαίω. Είναι τόσο δύσκολο να κάνεις φίλους... Μερικές φορές περπατάω στη γειτονιά μου τη νύχτα, απλά ελπίζοντας να βρώ κάποιον να μιλήσω μαζί του. Αλλά απλά επιστρέφω στο σπίτι». Όταν ο Τζάκσον έγινε 21 τον Αύγουστο του 1979, διόρισε μάνατζερ του τον Τζων Μπράνκα.

Ο Τζάκσον είπε στον δικηγόρο του και στενό συνεργάτη Τζον Μπράνκα ότι θέλει να είναι ο «μεγαλύτερος αστέρας στο show business» και ο «πλουσιότερος». Ο Τζάκσον ήταν θυμωμένος ότι το Off the Wall έλαβε μόνο ένα Βραβείο Γκράμι και δήλωσε ότι «ήταν συνολικά άδικο ότι δεν έλαβε το Record of the Year και ότι δεν μπορεί να ξανασυμβεί». Επίσης ένιωθε ότι η μουσική βιομηχανία τον υποτιμούσε - το 1980, όταν ο Τζάκσον ρώτησε τον αρθρογράφο του Rolling Stone αν θέλει να γράψει μια ιστορία για τον Τζάκσον, η οποία θα γινόταν πρωτοσέλιδο, ο αρθρογράφος αρνήθηκε, κάτι στο οποίο ο Τζάκσον απάντησε, «Μου είπαν ότι οι μαύροι άνθρωποι στα πρωτοσέλιδα των περιοδικών δεν μπορούν να πωλήσουν αντίγραφα... Απλά περίμενε. Κάποτε τα περιοδικά θα με παρακαλούν για μια συνέντευξη. Μπορεί να τη δώσω, μπορεί όμως και να μη τη δώσω».
Ηχογράφηση



Ο Κουίνσι Τζόουνς, ο οποίος συνεργάστηκε με τον Τζάκσον για την παραγωγή του Thriller

Ο Τζάκσον συνεργάστηκε εκ νέου με τον παραγωγό του Off the Wall, Κουίνσι Τζόουνς. Το ζευγάρι δούλεψε μαζί σε 30 τραγούδια, 9 από τα οποία συμπεριλήφθηκαν τελικά στο άλμπουμ.[16] Το Thriller ηχογραφήθηκε από τον Απρίλιο εώς τον Νοέμβριο του 1982, με προϋπολογισμό παραγωγής 750.000 δολαρίων. Για την ηχογράφηση και την παραγωγή του άλμπουμ συνεργάστηκαν και με μερικά μέλη του συγκροτήματος Toto. Ο Τζάκσον έγραψε 4 τραγούδια: Wanna Be Startin' Somethin', The Girl Is Mine, Beat It και Billie Jean. Σε αντίθεση με άλλους καλλιτέχνες, ο Τζάκσον δεν έγραψε αυτά τα τραγούδια στο χαρτί. Αντιθέτως, χρησιμοποίησε ένα καταγραφέα ήχου (sound recorder) - όταν ηχογραφούσε θα τραγουδούσε από τη μνήμη.

Οι σχέσεις μεταξύ του Τζάκσον και Τζόουνς εντάθηκαν κατά την ηχογράφηση του άλμπουμ. Ο Τζάκσον ξόδεψε τον περισσότερο του χρόνο στις πρόβες για τις χορευτικές του κινήσεις. Όταν τα 9 τραγούδια του άλμπουμ ολοκληρώθηκαν, ο Τζόουνς και ο Τζάκσον ήταν απογοητευμένοι από το αποτέλεσμα και ηχογράφησαν ξανά το κάθε τραγούδι, ξοδεύοντας μια εβδομάδα για το καθένα. Ο Τζόουνς πίστευε ότι το Billie Jean δεν ήταν τόσο δυνατό για να συμπεριληφθεί στο άλμπουμ, αλλά ο Τζάκσον ήταν αντίθετος και το κράτησε. Ο Τζόουνς είπε στον Τζάκσον ότι το Thriller δεν θα είχε τόσο εμπορική επιτυχία όπως το Off the Wall, επειδή η αγορά είχε αποδυναμωθεί. Σε απάντηση, ο Τζάκσον απείλησε ότι θα ακυρώσει την κυκλοφορία του άλμπουμ.

Ο Τζάκσον ήταν αποφασισμένος να δημιουργήσει ένα άλμπουμ όπου «το κάθε τραγούδι θα ήταν θανατηφόρο», και έγραφε τα τραγούδια του Thriller με αυτή τη σκέψη. Ο Τζόουνς και ο Ροντ Τέμπερτον διηγήθηκαν αναλυτικά τι γινόταν κατά την ηχογράφηση του άλμπουμ στην ειδική έκδοση του 2001. Ο Τζόουνς μιλούσε για το Billie Jean και για το πόσο προσωπικό ήταν για τον Τζάκσον, ο οποίος αγωνίστηκε για να αντιμετωπίσει αρκετές εμμονές των υπερβολικών θαυμαστών του. Ο Τζόουνς ήθελε η μεγάλη εισαγωγή του τραγουδιού να μικρύνει - ωστόσο, ο Τζάκσον δεν την άλλαξε, δηλώνοντας ότι αυτό του προκαλεί την επιθυμία να χορέψει. Η συνεχιζόμενη αντίδραση κατά της disco έκανε αναγκαίο το άλμπουμ να αλλάξει μουσική κατεύθυνση από το disco-heavy Off the Wall. Ο Τζόουνς και ο Τζάκσον ήταν αποφασισμένοι να κάνουν ένα ροκ τραγούδι που θα ταίριαζε σε όλα τα γούστα και ξόδεψαν εβδομάδες για να βρουν τον κατάλληλο κιθαρίστα για το Beat It. Τελικά, απευθύνθηκαν στον Έντι Βαν Χάλεν από το ροκ συγκρότημα Van Halen.

Όταν ο Ροντ Τέμπερτον έγραψε το τραγούδι Thriller, αρχικά σκέφθηκε να το ονομάσει Starlight ή Midnight Man, αλλά προτίμησε το Thriller επειδή ένιωσε ότι ήταν πιο κατάλληλος τίτλος. Πάντα ψάχνοντας το κατάλληλο άτομο για να απαγγείλει τα τελευταία λόγια, ο Τζόουνς διάλεξε τον ηθοποιό Βίνσεντ Πράις, που ήταν γνωστός της συζύγου του, ο οποίος και ολοκλήρωσε τη δουλεία του σε 2 μόνο ηχογραφήσεις. Ο Τέμπερτον έγραψε το ομιλητικό μέρος σε ένα ταξί, καθώς ήταν στον δρόμο για το στούντιο ηχογράφησης. Ο Τζόουνς και ο Τέμπερτον είπαν ότι μερικές ηχογραφήσεις δεν είχαν συμπεριληφθεί, καθώς δεν είχαν τη «δύναμη» κάποιων άλλων τραγουδιών.

Για εξέταση, ο Τζάκσον ηχογράφησε τραγούδια όπως το Carousel (γραμμένο από τον Μάικλ Σεμπέλλο), το Nite Line (γραμμένο από τον Γκλέν Μπάλλαρντ), το Trouble (ή αλλιώς She's Trouble, γραμμένο από τον Τέρρι Μπρίττεν, Μπιλλ Λίβσεϊ και Σούε Σίφριν) και το Hot Street (γραμμένο από τον Ροντ Τέμπερτον, και γνωστό ως Slapstick). Ο Τζάκσον επίσης έκοψε μια έκδοση του Starlight. Τα ντέμο (demos) όλων αυτών των τραγουδιών υπάρχουν στο διαδίκτυο. Το Carousel και το Hot Street είχαν ολοκληρωθεί, αλλά δεν είχαν συμπεριληφθεί στο άλμπουμ. Στην ειδική έκδοση του 2001, υπάρχει και ένα μικρό βίντεο για το Carousel.
Συγγραφή

Σύμφωνα με τον Στηβ Χούε, από το Allmusic, το Thriller τελειοποίησε τα δυνατά στοιχεία του Off the Wall - τα χορευτικά και ροκ κομμάτια έγιναν πιο επιθετικά, ενώ τα ποπ κομμάτια και οι μπαλάντες ήταν πιο ήπιες και πιο πολλή ψυχή. Το άλμπουμ συμπεριλαμβάνει τις μπαλάντες The Lady in My Life, Human Nature, και The Girl Is Mine - τα funk κομμάτια Billie Jean και Wanna Be Startin' Somethin - και τα disco oriented Baby Be Mine και P.Y.T. (Pretty Young Thing) και είχε παρόμοιο ήχο με το υλικό στο Off the Wall. Το Wanna Be Startin' Somethin συνοδεύεται από μπάσο και κρουστά, ενώ το κεντρικό κομμάτι του τραγουδιού από μια ψαλμωδία σε αφρικάνικο ύφος (mamacosa, καθως προερχεται απο το mama se - mama sa mama- mama cosa, ενώ συχνά εσφαλμένα αναφέρεται ως σουαχίλι, αλλά βασίζεται στη ντουάλα), κάτι που δίνει στο τραγούδι μια διεθνή γεύση. Το The Girl Is Mine μιλά για μια διαμάχη δύο φίλων για μια γυναίκα, οι οποίοι διαφωνούν για το ποιος την αγαπά περισσότερο, και συμπεριλαμβάνει μια ομιλούμενη ραπ.

Παρά τη χαλαρή pop γεύση αυτών των 2 άλμπουμ, το Thriller, περισσότερο από το Off the Wall, είναι προάγγελος των αντιφατικών θεματικών στοιχείων τα οποία θα χαρακτήριζαν τη μετέπειτα καριέρα του Τζάκσον. Με το Thriller, ο Τζάκσον θα ξεκινήσει να συνδέεται με τα μοτίβα της παράνοιας και των σκοτεινών θεμάτων, συμπεριλαμβανομένου του υπερφυσικού στοιχείου στο ομώνυμο τραγούδι. Αυτό είναι εμφανές στα τραγούδια Billie Jean, Wanna Be Startin' Somethin και Thriller.[23] Στο Billie Jean, ο Τζάκσον τραγουδά για μια θαυμάστρια με εμμονές, η οποία υποστηρίζει ότι γέννησε το παιδί του ενώ στο Wanna Be Startin' Somethin τίθεται εναντίον των κουτσομπολιών στα ΜΜΕ. Στο προηγούμενο τραγούδι, ο Τζόουνς ανάθεσε στον σαξοφωνίστα της jazz, Τομ Σκόττ, να παίξει ένα σπάνιο όργανο, το λύρικον, ένα αεροελεγχόμενο όργανο όπως το συνθεσάιζερ. Ο μπασίστας Λούι Τζόνσον έπαιξε το κομμάτι του σε μια κιθάρα-μπάσο της Yamaha. Το τραγούδι ανοίγει με μια μεγάλη bass-and-drums (μπάσο-και-ντράμς) εισαγωγή. Στο τραγούδι Thriller, εμφανίζονται τα ηχητικά εφέ όπως το τρίξιμο της πόρτας, ο άνεμος, βήματα σε ξύλινες σανίδες και σκυλιά που ουρλιάζουν.

Το, κατά της βίας, Beat It με αναφορές στο West Side Story, και ήταν το πρώτο πετυχημένο rock κομμάτι του Τζάκσον. Ο Τζάκσον αργότερα δήλωσε για το Beat It: «το κύριο μήνυμα είναι ότι δεν πρέπει να είσαι σκληρός τύπος, μπορείς να αποφύγεις μια μάχη και να μείνεις άνδρας. Δεν χρειάζεται να πεθάνεις για να αποδείξεις ότι είσαι άνδρας». Το Human Nature είναι κυκλοθυμικό και εσωστρεφές, όπως φαίνεται από τους στίχους, «Looking out, across the morning, the City's heart begins to beat, reaching out, I touch her shoulder, I'm dreaming of the street» (Μεταφρ.: Κοιτώντας έξω, νωρίς το πρωί, η καρδία της Πόλης αρχίζει να χτυπά, βγαίνοντας έξω, αγγίζω των ώμο της, και περπατώ ονειροπολώντας στον δρόμο).

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, οι ικανότητες του Τζάκσον ως τραγουδιστή είχαν δεχθεί πολλούς επαίνους - το Allmusic τον περιγράφει ως «εκτυφλωτικά ταλαντούχο τραγουδιστή» Το Rolling Stone συγκρίνει τα φωνητικά του με «την κομμένη ανάσα και το ονειρικό τραύλισμα» του Στήβι Γουόντερ. Η ανάλυσή τους ανέφερε επίσης ότι «το ελαφρύ νόημα του Τζάκσον είναι εξαιρετικά όμορφο. Γλιστρά ομαλά σε ένα αναπάντεχο falsetto, το οποίο χρησιμοποιείται πολύ τολμηρά». Με την κυκλοφορία του Thriller, ο Τζάκσον μπορούσε να τραγουδήσει σιγανά, αλλά επέλεξε να τραγουδά με πιο δυνατή φωνή επειδή οι τραγουδιστές της ποπ είχαν περισσότερο εύρος στο να δημιουργούν μουσικά ύφη. Το Rolling Stone είχε την άποψη ότι ο Τζάκσον τραγουδούσε με «απόλυτη ενήλικη φωνή», η οποία ήταν «γεμάτη από λύπη». Το P.Y.T. (Pretty Young Thing), του Τζέιμς Ίνγρκαμ και του Κούινσι Τζόουνς, και το The Lady in My Life του Ροντ Τέμπερτον, έδωσαν στο άλμπουμ πιο δυνατή R&B κατεύθυνση - αυτά τα τραγούδια περιγράφθηκαν ως «οι πρώτες sexy, soulful μπαλλάντες του Τζάκσον μετά τα χρόνια του στην Motown», από τον Ταραμπορρέλλι. Ο τραγουδιστής είχε ήδη υιοθετήσει ένα φωνητικό λόξιγκα (vocal hiccup), το οποίο συνέχιζε να εφαρμόζει στο Thriller, σκοπός του οποίου ήταν να προωθήσει ένα συγκεκριμένο αίσθημα - όπως ενθουσιασμό, λύπη και φόβο.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 29, 2021

Σπυρίδων Σαμάρας Έλληνας συνθέτης




29 Νοεμβρίου 1861 (160 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Σπυρίδων Σαμάρας Έλληνας συνθέτης

Ο Σπυρίδων - Φιλίσκος Σαμάρας (29 Νοεμβρίου 1861 - 7 Απριλίου 1917) ήταν ένας από τους διαπρεπέστερους Έλληνες συνθέτες και ο κορυφαίος συνθέτης της Επτανησιακής Σχολής. Διακρίθηκε στο χώρο της όπερας.


Η περίοδος 1861-1882

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 17 Νοεμβρίου 1861. Γιος του γεννημένου στη Βιέννη, αλλά με καταγωγή από τη Σιάτιστα, "γραμματέα υποπρόξενου" του Ελληνικού Βασιλικού Προξενείου, Σκαρλάτου Σαμάρα, και της γεννημένης στην Κωνσταντινούπολη Φαννής Ελάου. Πρώτος του δάσκαλος στη μουσική υπήρξε ο επίσης Κερκυραίος μουσουργός Σπυρίδων Ξύνδας, ο οποίος του συνέστησε να συνεχίσει στο Ωδείο Αθηνών, όπου και τελικά ενεγράφη το 1874, παρακολουθώντας συστηματικά μαθήματα από το επόμενο έτος. Δάσκαλοί του ήταν ο Φρειδερίκος Βολωνίνης (βιολί), ο Άγγελος Μασκερόνι και ο Ερρίκος Στανκαμπιάνο (θεωρητικά, ενορχήστρωση και πιάνο).


Η περίοδος 1882-1911

Τον Δεκέμβριο του 1881 έφυγε για ανώτερες σπουδές στο Παρίσι. Σημαντικότερος καθηγητής του στο Κονσερβατουάρ του Παρισιού υπήρξε ο Λεό Ντελίμπ. Στο παρισινό Ωδείο εκτελέστηκαν μερικές συνθέσεις του, όπως η "Κιταράτα", η οποία απέσπασε τα συγχαρητήρια του Σαρλ Γκουνώ.

Στη συνέχεια (γύρω στο 1885) μετακόμισε στην Ιταλία, όπου και ξεκίνησε συστηματικά τη συνθετική του καριέρα. Ωστόσο, διατηρούσε για πολλά χρόνια μόνιμη κατοικία στο Παρίσι. Στις 16 Μαϊου του 1886 ανέβηκε με επιτυχία στο θέατρο Καρκάνο του Μιλάνου η τρίπρακτη όπερα Φλόρα Μιράμπιλις, θριάμβευσε όμως με το ανέβασμά της στη Σκάλα του Μιλάνου το 1887, με πρωταγωνίστρια την Εμμα Καλβέ. Με επιτυχία στέφθηκε και η εκτέλεση της τετράπρακτης όπερας "Μετζέ" το Δεκέμβριο του 1888 στο θέατρο Kostanzi της Ρώμης παρουσία υψηλών προσώπων.

Ο Σαμάρας ποτέ δεν αποξενώθηκε από την Ελλάδα, η φιλόμουση κοινότητα της οποίας παρακολουθούσε με θαυμασμό την ανοδική πορεία του μουσουργού. Έτσι το 1889 ανέβηκε στην Κέρκυρα και κατόπιν στην Αθήνα η "Φλόρα Μιράμπιλις" ως "Θαυμαστή Ανθώ".

Την αποτυχία της όπερας "Λιονέλλα" στη Σκάλα του Μιλάνου το 1891, ήρθε να αποκαταστήσει ο θρίαμβος της όπερας "La Martire" (Η Μάρτυς) που παρουσιάστηκε στη Νάπολη το Μάιο του 1894. Τοτε ακριβώς ο συνθέτης κατατάχθηκε από τους κριτικούς στη σχολή του βερισμού, της οποίας θεωρείται από τους πρωτεργάτες, πλάι στους Λεονκαβάλλο, Μασκάνι και Πουτσίνι.

Ακολούθησαν και άλλες επιτυχημένες όπερες, όπως "Η Δαμασμένη Μαινάδα" (La Furia Damata) το 1895, βασισμένη στο έργο του Σαίξπηρ "Το Ημέρωμα της Στρίγγλας", "Storia d'Amore" 1903 (αργότερα ανεβάστηκε και στη Γερμανία με τον τίτλο La Biontinetta (Η Ξανθούλα) και "Mademoiselle de Belle-Isle", το 1905.

Το 1895 ανατέθηκε από την Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή στον Σαμάρα η σύνθεση ενός Ολυμπιακού Ύμνου με την ευκαιρία της πραγματοποίησης στην Αθήνα των Πρώτων Σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων (Απρίλιος 1896). Μετά την ανάθεση στον Σαμάρα η επιτροπή επέλεξε να μελοποιηθεί το ομότιτλο ποίημα του Κωστή Παλαμά. Ο ύμνος αυτός καθιερώθηκε ως επίσημος Ολυμπιακός Ύμνος μόλις το 1958 στο Τόκυο, δηλαδή εξήντα δύο χρόνια μετά την παγκόσμια «πρώτη» του και σαράντα ένα χρόνια μετά τον θάνατο του συνθέτη του.

Αποκορύφωμα της συνθετικής του καριέρας ήταν το ανέβασμα της τρίπρακτης όπερας "Rhea" (Ρέα) τον Απρίλιο του 1908 στο θέατρο "Verdi" της Φλωρεντίας. Τον Σαμάρα συγχαίρουν για τη μουσική του σημαντικοί Ιταλοί συνθέτες όπως ο Πουτσίνι και ο Μασκάνι, αναδεικνύοντάς τον ως ομότιμό τους. Κατόπιν το έργο ανεβάστηκε στο Βερολίνο, ενώ στην Αθήνα πρωτοπαίχτηκε το 1911.


Η περίοδος 1911-1917

Το 1911 ο Σαμάρας εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Γιώργο Λεωτσάκο (Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό), ο επαναπατρισμός του ίσως συνδέεται με σκέψεις του βασιλιά Γεωργίου του Α΄ να τον κάνει διευθυντή του Ωδείου Αθηνών, κάτι που τελικά δεν τελεσφόρησε. Ένας ακόμη λόγος που τον ανάγκασε να παραμείνει στην Ελλάδα, παρόλο που οι συνθήκες καλλιτεχνικά ήταν αντίξοες, θεωρείται και γάμος του με την πιανίστα Άννα Αντωνοπούλου (1914). Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος φαίνεται ότι εγκλώβισε οριστικά το Σαμάρα στην Ελλάδα. Ο συνθέτης για να επιβιώσει αναγκάστηκε να στραφεί σε ελαφρότερο μελοδραματικό είδος, την οπερέτα, αλλά και να εμπλουτίσει το έντεχνο ελληνόφωνο τραγούδι.

Απεβίωσε στην Αθήνα στις 25 Μαρτίου / 7 Απριλίου 1917, σε ηλικία 56 ετών από τη νόσο του Bright (χρονία νεφρίτις).

Παρασκευή, Νοεμβρίου 26, 2021

Πάνος Γαβαλάς Έλληνας τραγουδιστής



26 Νοεμβρίου 1926 (95 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Πάνος Γαβαλάς Έλληνας τραγουδιστής

Ο Πάνος Γαβαλάς (Βατραχονήσι, 26 Νοεμβρίου 1926 – 3 Δεκεμβρίου 1988) ήταν σπουδαίος Έλληνας λαϊκός τραγουδιστής, συνθέτης και μουσικός.
Βιογραφικά στοιχεία

Γεννήθηκε στο Βατραχονήσι, που είναι γνωστό σήμερα ως τη συνοικία της Αθήνας Μετς. Ο πατέρας του ήταν από τη Φολέγανδρο και η μητέρα του από την Ικαρία. Σε παιδική ηλικία πρωτοασχολήθηκε με τη φυσαρμόνικα στους προσκόπους και αργότερα με τις χαβάγιες με τις οποίες έκανε καντάδες. Στη διάρκεια της κατοχής εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ.

Ερμήνευσε γνωστά τραγούδια όπως: «Σήκω πάνω κάτσε κάτω», «Στο σταυροδρόμι», «Δε με πονάς», «Φύγε κι άσε με», «Πήρε φωτιά μια καρδιά», «Άσε με πια», «Λαϊκό τσα-τσα», «Κάθε λιμάνι και καημός», «Όνειρο δεμένο», «Οι Γλάροι», «Άμα θες να φύγεις φύγε», «Γλυκέ μου τύραννε», «Εγώ είμαι ένα παλιόπαιδο». Ίδρυσε τη δισκογραφική εταιρία "Σονάτα".
Δισκογραφία
1966 - Οι Γλάροι
1967 - Η πόρτα ανοίγει
1967 - Τραγουδά Πάνο Γαβαλά
1968 - Κεχριμπαρένιες χάντρες
1968 - Πενιές καημοί και όνειρα
1970 - Μια φορά μονάχα ζούμε
1970 - Πάνος Γαβαλάς
1970 - Πήρε φωτιά μια καρδιά
1971 - Σήμερον σ΄ αυτόν τον δίσκο
1971 - Στο καπηλειό στο Πέραμα
1975 - Σεμνά και ταπεινά
1976 - Οι Επιτυχίες μου
1976 - Εμπρός γκρεμός και πίσω ρέμα
1977 - 14 Χρυσές Επιτυχίες
1977 - Λαϊκές συγκινήσεις
1978 - Τα Καλύτερα μου τραγούδια
1979 - Επίκαιρα και λαϊκά
1980 - Ένας σταθμός
1982 - Αξέχαστες Επιτυχίες
1982 - Μια περιπέτεια
1983 - Αξέχαστες Επιτυχίες 2
1984 - Είναι ώρα για αγκαλιά
1984 - Η Χρυσή εποχή 1954-1961 Νο 1
1984 - Η Χρυσή εποχή 1954-1961 Νο 2
1985 - Η Χρυσή εποχή 1954-1961 Νο 5
1985 - Η Χρυσή εποχή 1954-1961 Νο 15
1986 - Μια ανάσα
1987 - Λαμπράκη-Δυο δυο
1989 - Τραγουδώντας τις εποχές 2
1991 - Οι Μεγάλες Επιτυχίες
1992 - Αγγελόπουλος-Μαζί
1993 - Συγχαρητήρια
1994 - Από τους θησαυρούς των 45 στροφών
1994 - Δισκογραφία Τσιτσάνη 8 (Πάνου - Γαβαλάς)
1994 - Λαϊκές συγκινήσεις-Μια περιπέτεια
1995 - Επιτυχίες από τις 45 στροφές Νο 1
1996 - Επιτυχίες από τις 45 στροφές Νο 2
1995 - Τα πορτραίτα της Μίνως ΕΜΙ-15
1996 - Τραγούδια Από Τις 45 Στροφές
1996 - Μεγάλες Επιτυχίες
1997 - Τραγούδια Από Τις 45 Στροφές Νο 2
1997 - Έτσι είναι πάντα μ΄ ένα Αντίο
1998 - Οι Μεγάλες φωνές του Ελληνικού τραγουδιού
1998 - Τραγούδια Από Τις 45 Στροφές Νο 3
1999 - Πάλι με χαράματα
2000 - Τραγούδια Από Τις 45 Στροφές Νο 4
2001 - 18 Μεγάλες Επιτυχίες
2002 - Μεγάλοι Έλληνες Ερμηνευτές Νο 3
2003 - 22 Μεγάλες Επιτυχίες
2005 - Κάθε καημός και δάκρυ
2006 - 14 Μεγάλα τραγούδια
2006 - Ανθολογία - 1926-1988 (4 Cd)
2007 - Από τις 78 στροφές (1954 - 1960) (4 Cd)
2008 - Αναπολώντας τα παλιά
2009 - Το Ελληνικό τραγούδι Νο 11

Πέμπτη, Νοεμβρίου 18, 2021

Κομπάι Σεγκούντο Κουβανός μουσικός



18 Νοεμβρίου 1907 (114 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Κομπάι Σεγκούντο Κουβανός μουσικός

Ο Μάξιμο Φρανσίσκο Ρεπιλάδο Μουνιός Τέλλες (Máximo Francisco Repilado Muñoz, 18 Νοεμβρίου 1907 - 14 Ιουλίου 2003), γνωστός ως Κομπάι Σεγκούντο (Compay Segundo), ήταν Κουβανός κιθαρίστας, τραγουδιστής και συνθέτης.
Βιογραφία

Κομπάι Σεγκούνδο τον λέγανε χαϊδευτικά, διότι στις μουσικές ενφανίσεις ακομπανιάριζε πάντα παίζοντας το δεύτερο όργανο. Γεννήθηκε στο Σιμπόνι της Κούβας, και μετακόμισε στο Σαντιάγο δε Κούβα μικρό παιδί στα εννέα. Πρωτοεμφανίστηκε στη Δημοτική Μπάντα του Σαντιάγο δε Κούβα. Το 1934, αφου για ένα διάστημα είχε παίξει σε ένα κουιντέτο, μετακόμισε στην Χαβάνα, όπου επίσης έπαιζε κλαρινέτο στην Δημοτική Μπάντα. Επίσης, είχε μάθει να παίζει κιθάρα και τρες (κουβανέζικη κιθάρα). Εφηύρε την επτάχορδη κιθάρα, το λεγόμενο αρμόνικο, που το ονόμασε έτσι επειδή ακομπανιάριζε όλο αρμονία τόσο την ισπανική, όσο και την κουβανέζικη κιθάρα. Στη δεκαετία του 1950 γνώρισε επιτυχία με τους Los Compadres, ένα ντουέτο που σχημάτισε με τον Λορέντζο Ιερεζουέλο το 1947.

Δημοφιλείς αναρτήσεις Τελευταίες 7 ημέρες