Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Απριλίου 10, 2022

Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ (Δημοτικό τραγούδι)

Προσωποποίηση της πόλης του Μεσολογγίου
Προσωποποίηση της πόλης του Μεσολογγίου

 Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ (Δημοτικό τραγούδι)

 Σάββατο μέρα πέρασαν από το Μεσολόγγι
την Κυριακή ήταν των Βαγιών, Σαββάτο του Λαζάρου
κι άκουσα μέσα κλάματα, δάκρυα και μοιρολόγια,
δεν έκλαιγαν τον σκοτωμό κι ούτε για τα κουφάρια,
μόν' έκλαιγαν για το ψωμί οπού 'λειψε τ' αλεύρι.
Κι ένας παπάς εχούγιαξεν από την εκκλησία.
--Παιδιά, μεγάλοι και μικροί., εδώ στον Αϊ Νικόλα,
την ύστερη μεταλαβιά ελάτε για να βρείτε.
Κι ο Μπότσαρης εχούγιαξεν από το μετερίζι:
--Ποιος είν' άξιος και γρήγορος και άξιο παλικάρι,
να πάει με γράμμα στα νησιά, στην Ύδρα και τις Σπέτσες 

για να μας φέρουν ζαϊρέ να διώξουμε την πείνα,
να διώξουμε τς Αράπηδες, το σκύλο το Μπραϊμη.
Πού πας, μωρέ Μπραϊμπασα, με τους παλιαραπάδες!
Εδώ το λένε Κάρλελι, το λένε Μεσολόγγι,
όπου πολεμάν οι 'Έλληνες σαν άξια παλικάρια.
στις εκκλησιές μαζώχτηκαν, όλοι μικροί μεγάλοι
κι ένας στον άλλον έλεγε κι ένας στον άλλο λέει:
--Αδέρφια, τι θα κάνουμε στο χάλι που μας βρήκε; 

Δυο μήνες τώρα πέρασαν, που ο ζαϊρές εσώθει, 

φάγαμ' ακάθαρτα σκυλιά και γάτες και ποντίκια,
το Bασιλάδι έπεσε, τα Αντελικό εχάθει,
ήρθαν και τα καράβια μας και πάλι πίσω πάνε.
Θανάσης Κότσικας φώναξε, Θανάσης Κότσικας λέει:
--Αδέρφια ας πολεμήσουμε τους Τούρκους σα λιοντάρια 

και το γιουρούσ' ας κάνουμε για να διαβούμε πέρα. 

Μπροστά θα βγούνε οι γέροι στη μέση οι γυναίκες. 

Εγίνηκε το τσάκισμα μες στου Μακρή την ντάπια
και το γιοφύρι εχάλασαν και τα παιδιά τα πνίξαν. 

Αρρωστοι μέσα μείνανε μαζί με το Δεσπότη.
Φωτιά στο κάστρο βάλανε, κανένας δεν εσώθει.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ Προσωποποίηση της πόλης του Μεσολογγίου
Από τοιχογραφία του Μεγάρου της Βουλής

Δευτέρα, Απριλίου 04, 2022

Κωνσταντίνος Μάνος

 

Ο Κωνσταντίνος Μάνος (1869 - 4 Απριλίου 1913) ήταν Έλληνας πολιτικός, ποιητής και αγωνιστής.

Βιογραφικό

Γεννήθηκε το 1869 στην Αθήνα. Οι γονείς του κατάγονταν από ιστορικές οικογένειες. Συγκεκριμένα ο πατέρας του, Θρασύβουλος Μάνος, ήταν στρατηγός και καταγόταν από τη φαναριώτικη οικογένεια με απώτερη καταγωγή την Καστοριά, ενώ η μητέρα του, Ρωξάνη Μαυρομιχάλη, από την οικογένεια Μαυρομιχάλη. Ήταν αδελφός του Πέτρου Μάνου. Σπούδασε νομική στη Λειψία και φιλοσοφία στην Οξφόρδη. Διετέλεσε καθηγητής της αυτοκράτειρας της Αυστρίας Ελισάβετ. Πρωτοστάτησε στη διοργάνωση των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων της Αθήνας. Υπήρξε ιδρυτής του Α.Ο. Αθηνών.

Με την κήρυξη της Κρητικής Επανάστασης πήγε στην Κρήτη όπου και ηγήθηκε του Ιερού Λόχου, που δημιούργησε. Διάφορες απογοητεύσεις τον οδήγησαν να αφήσει την Ελλάδα και να ταξιδέψει, φτάνοντας μέχρι και την Αλάσκα. Επέστρεψε αργότερα στην Κρήτη για να διατελέσει δήμαρχος στα Χανιά για μία διετία (1900 – 1902).

Η αγωνιστική του δράση όμως δεν περιορίστηκε στην Κρητική Επανάσταση. Πήρε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Μιχαηλίδης. Το 1905 έλαβε μέρος στην κρητική συνέλευση τoυ Θερίσσου, ενώ ήρθε σε αντιπαράθεση με τον πρίγκιπα Γεώργιο, ύπατο αρμοστή της Κρητικής πολιτείας. Το 1909 πήρε μέρος στο Κίνημα στο Γουδί. Στη συνέχεια διορίστηκε αντιπρόσωπος και στις δύο αναθεωρητικές βουλές που ακολούθησαν.

Τελευταίος του αγώνας ήταν η συμμετοχή του στους Βαλκανικούς πολέμους (1912 – 1913), όπου ήταν αρχηγός στρατιωτικού σώματος το οποίο βοήθησε μεταξύ άλλων και στην απελευθέρωση της Πρέβεζας. Τον Απρίλιο του 1913 βρήκε τραγικό τέλος όταν το αεροπλάνο στο οποίο επέβαινε συνετρίβη στον Λαγκαδά, κατά τη διάρκεια ανιχνευτικής πτήσης σε βουλγαρικό στρατόπεδο.

Ο Κωνσταντίνος Θ. Μάνος στο μέτωπο
της Ηπείρου τον Δεκέμβριο του 1912.
Λογοτεχνικό έργοΠαρά τα μόλις 44 χρόνια της ζωής του, ο Κωνσταντίνος Μάνος έγραψε αρκετά ποιήματα, τα οποία δημοσίευσε στη μοναδική συλλογή που εξέδωσε υπό τον τίτλο Λόγια της Καρδιάς. Η συλλογή του αυτή τιμήθηκε με τον πρώτο έπαινο στον Φιλαδέλφειο διαγωνισμό. Πρωτοστάτησε επίσης στην καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας μαζί με τον Λορέντζο Μαβίλη. Εξέδωσε μάλιστα το 1905 μετάφραση της Αντιγόνης του Σοφοκλή στη δημοτική, γεγονός πρωτοποριακό για την εποχή του.

Παρασκευή, Μαρτίου 18, 2022

Οδυσσέας Ελύτης

 

Οδυσσέας Ελύτης

Έλληνας ποιητής και ζωγράφος. Ο Οδυσσέας Ελύτης υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές μας, που τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979. Αποτέλεσε ένα από τα επίλεκτα μέλη της λεγόμενης «γενιάς του τριάντα» στον χώρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν ο μικρότερος από τα έξι παιδιά του Λέσβιου επιχειρηματία Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της συμπατριώτισσάς του Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του εγκαταστάθηκε το 1895 στο Ηράκλειο, όπου ίδρυσε εργοστάσιο σαπωνοποιίας και πυρηνελουργίας, και δύο χρόνια αργότερα παντρεύτηκε τη μητέρα του.

Με την έκρηξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου το 1914, ο Παναγιώτης Αλεπουδέλης μεταφέρει την επιχειρηματική του δραστηριότητα στην Αθήνα και εγκαθίσταται με την οικογένειά του στην οδό Σόλωνος 98α. Σε ηλικία έξι ετών ο Οδυσσέας εγγράφεται στο ιδιωτικό Λύκειο Μακρή, που βρισκόταν τότε στην οδό Ιπποκράτους. Το 1918 πεθαίνει η μεγαλύτερη αδελφή του Μυρσίνη, σε μόλις ηλικία 20 ετών. Το 1923, ένα έτος μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η οικογένεια Αλεπουδέλη ταξιδεύει στο εξωτερικό (Ιταλία, Ελβετία, Γερμανία, Γιουγκοσλαβία). Το 1924 θα γνωρίσει στη Λωζάνη τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που αποτελούσε το πολιτικό ίνδαλμα της οικογένειάς του.

Το φθινόπωρο του 1924 μετεγγράφεται στο Γ' Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών και τον επόμενο χρόνο χάνει τον πατέρα του. Σ’ αυτή την περίοδο των μαθητικών του χρόνων εκδηλώνονται τα πρώτα πνευματικά του ενδιαφέροντα. Συνεργάζεται με το περιοδικό Διάπλασις των Παίδων, διαβάζει ελληνική και γαλλική λογοτεχνία και το 1927 έρχεται σε επαφή με την ποίηση του Καβάφη. Το 1928 παίρνει το απολυτήριο του τότε Γυμνασίου και γνωρίζει την ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη. Όλα αυτά τα χρόνια ο Οδυσσέας επισκεπτόταν σχεδόν κάθε καλοκαίρι κάποιο από τα νησιά του Αιγαίου, γεγονός που θα επηρεάσει το λυρικό υπόστρωμα της ποίησής του.

Το 1929 αποτελεί καθοριστικό έτος για την ποιητική του διαδρομή. Ανακαλύπτει τον σουρεαλισμό και διαβάζει Λόρκα και Ελιάρ. Γράφει τα πρώτα του ποιήματα και τα στέλνει με ψευδώνυμο σε περιοδικά. Το 1930 εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και η οικογένειά του μετακομίζει στην οδό Μοσχονησίων 146 (Πλατεία Αμερικής). Το 1933 γίνεται μέλος της Ιδεοκρατικής Φιλοσοφικής Ομάδας του Πανεπιστημίου και συμμετέχει σε εκδηλώσεις και συζητήσεις με τους Ιωάννη Συκουτρή, Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, Παναγιώτη Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνο Τσάτσο.

Το 1935 θα γνωρίσει τον ποιητή και ψυχαναλυτή Ανδρέα Εμπειρίκο, που θα επηρεάσει καθοριστικά την ποίησή του, όπως και τη λαϊκή ζωγραφική του Θεόφιλου, η οποία θα ασκήσει σημαντική επίδραση στον εικονιστικό προσανατολισμό της ποίησής του. Τον ίδιο χρόνο, ο φίλος και ομότεχνός του Γιώργος Σαραντάρης τον φέρνει σε επαφή με τη λογοτεχνική συντροφιά, που εξέδιδε το πρωτοποριακό περιοδικό Νέα Γράμματα. Την αποτελούσαν, μεταξύ άλλων, οι Γιώργος Σεφέρης, Γιώργος Θεοτοκάς, Γιώργος Κατσίμπαλης και Ανδρέας Καραντώνης. Στα Νέα Γράμματα θα δημοσιευτεί το πρώτο του δόκιμο ποίημα με τίτλο Του Αγαίου, με την υπογραφή: Ελύτης.

Το 1936 γνωρίζεται με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο και από τότε θα τους συνδέσει μια μακρόχρονη και στενή φιλία. Στην παρέα τους εντάσσονται οι ζωγράφοι Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας και Γιάννης Μόραλης, καθώς και ο ποιητής Νίκος Καρύδης, δημιουργός του εκδοτικού οίκου Ίκαρος, ο οποίος θα εκδώσει τα περισσότερα από τα βιβλία του Ελύτη. Τον ίδιο χρόνο θα διακόψει τις σπουδές του στη Νομική και θα στρατευθεί. Θα απολυθεί ως έφεδρος αξιωματικός το 1938.

Ο Ελύτης παραλαμβάνει το Νόμπελ Λογοτεχνίας
Τον Δεκέμβριο του 1939, όταν ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος έχει ξεσπάσει, θα εκδώσει σε 300 αντίτυπα την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Προσανατολισμοί, μια φωτεινή αχτίδα μέσα «στη συννεφιά του κόσμου». Το 1940 η οικογένεια Αλεπουδέλη μετακομίζει στην οδό Ιθάκης 31 και την ίδια χρονιά ο Σάμουελ Μπο-Μποβί μεταφράζει τα πρώτα ποιήματα του Ελύτη στα γαλλικά.

Με την έκρηξη του ελληνοϊταλικού πολέμου (28 Οκτωβρίου 1940) επιστρατεύεται ως ανθυπολοχαγός και ο παγωμένος χειμώνας του '40, τον βρίσκει στην πρώτη γραμμή του πυρός. Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 προωθείται με το λόχο του εντός του αλβανικού εδάφους. Στις αρχές του 1941 παθαίνει κοιλιακό τύφο και μεταφέρεται ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Γλυτώνει τον θάνατο ως εκ θαύματος και μεταφέρεται στην Αθήνα. Η μακριά του ανάρρωση συμπίπτει με την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα και την επακολουθήσασα Κατοχή.

Το 1943 κυκλοφορεί τη δεύτερη ποιητική του συλλογή Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα, μια αλληγορική αντίσταση μέσα στην Κατοχή, καμουφλαρισμένη σε μια υπερρεαλιστική φόρμα, όπως η Αμοργός του Γκάτσου και ο Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, που κυκλοφορούν την ίδια χρονιά.

Το 1945 συνεργάζεται με το υπερρεαλιστικό περιοδικό Τετράδιο. Δημοσιεύει μεταφράσεις ποιημάτων του Λόρκα κι ένα δικό του έργο, την ελεγεία Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας. Την ίδια χρονιά, με εισήγηση του Γιώργου Σεφέρη, τοποθετείται διευθυντής προγράμματος του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ), θέση από την οποία παραιτείται μετά από λίγο. Την περίοδο αυτή ασχολείται με τη ζωγραφική, που ήταν μια παλιά του απασχόληση, συμπληρωματική της ποίησης του.

Το 1948 φεύγει από την Ελλάδα, που δοκιμάζεται από τον Εμφύλιο Πόλεμο, για την Ελβετία και από εκεί στο Παρίσι, όπου εγκαθίσταται. Εκεί γνωρίζεται με την πρωτοπορία της γαλλικής διανόησης (Μπρετόν, Ελιάρ, Τζαρά, Καμί) και έρχεται σε επαφή με εικαστικούς καλλιτέχνες, όπως οι Πικάσο, Ματίς, Σαγκάλ και Τζιακομέτι. Το 1950 επισκέπτεται την Ισπανία και στο τέλος του ίδιου χρόνου εγκαθίσταται στο Λονδίνο, όπου συνεργάζεται με το BBC.

Το 1952 επιστρέφει στην Ελλάδα και τον επόμενο χρόνο επανακάμπτει στο ΕΙΡ ως διευθυντής προγράμματος, θέση που θα κρατήσει για ένα μονάχα χρόνο. Το 1959 κυκλοφορεί το Άξιον Εστί, μια κορυφαία στιγμή της ελληνικής λογοτεχνίας. Ο ποιητής καταδύεται στις ρίζες του ελληνικού μύθου και αντλεί υλικό και μορφές, εικόνες και ήχους, επιτυγχάνοντας μια δραματική σύνθεση, στην οποία το λυρικό «εγώ» ταυτίζεται με το επικό «εμείς» και η σύγχρονη γραφή συνδυάζεται με μια περιουσία, αρχαία βυζαντινή και νεώτερη. Το έργο αυτό του Ελύτη θα γνωρίσει πλατιά αναγνώριση και θα γίνει «κτήμα του Λαού», όταν θα μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη το 1964.

Το 1967 το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου τον βρίσκει να μεταφράζει αποσπάσματα της Σαπφούς, στη νέα του κατοικία επί της οδού Σκουφά 23. Το 1969 φεύγει για δεύτερη φορά από την Ελλάδα και εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου θα παραμείνει έως το 1971, οπότε επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα. Μετά την πτώση της δικτατορίας, διορίζεται πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ι.Ρ.Τ. και μέλος για δεύτερη φορά του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου (1974 - 1977). Παρά την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να συμπεριληφθεί στο ψηφοδέλτιο των βουλευτών Επικρατείας, ο Ελύτης αρνείται, παραμένοντας πιστός στην αρχή του να μην αναμιγνύεται ενεργά στην πολιτική πρακτική. Το 1977 αρνείται, επίσης, την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού.

Το 1979 έρχεται η μεγάλη στιγμή για τον ποιητή. Στις 18 Οκτωβρίου η Σουηδική Ακαδημία ανακοινώνει ότι θα του απονεμηθεί το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας «για την ποίησή του, που με βάθρο την ελληνική παράδοση περιγράφει με αισθητική δύναμη και υψηλή πνευματική διακριτικότητα, τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για την ελευθερία και τη δημιουργία». Στην ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας επισημαίνεται ότι το Άξιον Εστί αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα της ποίησης του 20ου αιώνα. Ο Ελύτης παρέστη στην καθιερωμένη τελετή απονομής στις 10 Δεκεμβρίου 1979 στη Στοκχόλμη, παραλαμβάνοντας το βραβείο από τον βασιλιά της Σουηδίας Κάρολο Γουσταύο και γνωρίζοντας παγκόσμια δημοσιότητα.

Τα επόμενα χρόνια θα είναι αρκούντως δημιουργικά για τον Ελύτη, με σημαντικές εκδόσεις έργων του στην ποίηση, το δοκίμιο και τη μετάφραση. Οι διακρίσεις και οι τιμές για το έργο του, εντός και εκτός της Ελλάδας, θα συνεχιστούν και θα ενταθούν. Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης θα φύγει από τη ζωή στις 18 Μαρτίου 1996, σε ηλικία 85 ετών.

Ο Οδυσσέας Ελύτης αποτέλεσε έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς του τριάντα, ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας υπήρξε το ιδεολογικό δίλημμα ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Ο ίδιος ο Ελύτης χαρακτήριζε τη δική του θέση στη γενιά αυτή ως παράξενη, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «από το ένα μέρος ήμουνα ο στερνός μιας γενιάς, που έσκυβε στις πηγές μιας ελληνικότητας, κι απ' την άλλη ήμουν ο πρώτος μιας άλλης που δέχονταν τις επαναστατικές θεωρίες ενός μοντέρνου κινήματος».

Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/biographies/557#ixzz2NsIJ9eiW

Τετάρτη, Ιανουαρίου 19, 2022

Αθανάσιος Χριστόπουλος

Αθανάσιος Χριστόπουλος Έλληνας ποιητής φ. βικιπαίδεια


Αθανάσιος Χριστόπουλος Έλληνας ποιητής


Ο Αθανάσιος Χριστόπουλος, ο «άλλος Ανακρέων» κατά τον Γεώργιο Σακελλάριο  γεννήθηκε στην Καστοριά το Μάιο του 1772 και απεβίωσε στο Βουκουρέστι 19 Ιανουαρίου 1847. Ήταν ποιητής, νομικός, ανώτατος δικαστικός, θεατρικός συγγραφέας, λόγιος και Φιλικός. Για το ποιητικό του έργο χαρακτηρίζεται «πρόδρομος» (μαζί με τον Ιωάννη Βηλαρά και τον Ρήγα Βελεστινλή) επειδή θεωρείται ότι, με τη χρήση της δημοτικής γλώσσας, άνοιξε νέους ποιητικούς δρόμους. 

Το επιστημονικό του έργο περιλαμβάνει πραγματείες σε θέματα γλωσσικά, πολιτικά, φιλοσοφικά και φυσικών επιστημών, πολλές από τις οποίες όμως δεν έχουν σωθεί. Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, ο Δημήτριος Βερναρδάκης, ο Εμμανουήλ Ροΐδης κ.α. μίλησαν με πολύ επαινετικά λόγια για τη λυρική του προσφορά και το 1891 ο Κωνσταντίνος Καβάφης έγραψε στιχούργημα με τίτλο Αθανάσιος Χριστόπουλος.

Βίος

Ο Αθανάσιος Χριστόπουλος γεννήθηκε στην Καστοριά. Πραγματοποίησε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Λύκειο του Βουκουρεστίου, όπου είχε μεταναστεύσει ο κληρικός πατέρας το 1780,όταν ο Αθανάσιος ήταν οκτώ ετών, πιεζόμενος από οικονομική ένδεια αλλά και από τις συνθήκες δουλείας στην πατρίδα του.

 Πέρασε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και μπορεί να θεωρηθεί Φαναριὠτης από εκλεκτική συγγένεια. Ολοκλήρωσε εκεί την βασική εκπαίδευση (είναι πιθανό να είχε δάσκαλο και τον Γρηγόριο Κωνσταντά) και συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Βούδας, όπου σπούδασε λατινική φιλολογία, φιλοσοφία και ιατρική, και στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας, όπου σπούδασε νομικά. 

Μετά το πέρας των σπουδών του επέστρεψε στο Βουκουρέστι και μπήκε στην αυλή του ηγεμόνα της Βλαχίας (και αργότερα της Μολδαβίας) Αλέξανδρου Μουρούζη, όπου αρχικά δίδασκε τα παιδιά του ηγεμόνα και αργότερα έγινε δικαστής και τιμήθηκε με τον τίτλο του «καμινάρη», ενώ παράλληλα ανέπτυξε και συγγραφική δραστηριότητα: έγραψε ένα θεατρικό έργο, τον Αχιλλέα και ένα από τα σημαντικότερα έργα του, τη Γραμματική της Αιολοδωρικής, ήτοι της ομιλουμένης τωρινής των Ελλήνων γλώσσας, στο οποίο υποστήριζε τη χρήση της δημοτικής, η οποία κατά την άποψή του ήταν κράμα της αρχαίας δωρικής και αιoλικής διαλέκτου.

Μετά το 1806 ο Χριστόπουλος ακολούθησε τον Μουρούζη στην Κωνσταντινούπολη, όταν εκείνος έχασε το αξίωμά του. Εκεί ήταν ευκολότερη η προσήλωσή του στο συγγραφικό έργο καθώς ήταν απαλλαγμένος από τα καθήκοντα του δικαστή και τα παιδιά του ηγεμόνα είχαν μεγαλώσει. Αυτή η εποχή ήταν πολύ γόνιμη: ανέλαβε τη σύνταξη ενός λεξικού της Νέας Ελληνικής, μαζί με άλλους λόγιους (Γρηγόριο Κωνσταντά, Άνθιμο Γαζή κ.α.) προσπάθησε να οργανώσει Πανεπιστήμιο στη Ζαγορά του Πηλίου, έγραψε μια πραγματεία σχετικά με την ύπαρξη κενού στην φύση, μια γλωσσολογική μελέτη Περί προφοράς, στην οποία προσπαθούσε να αναιρέσει τα επιχειρήματα του Εράσμου για την Προφορά της κλασικής Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας και μια πραγματεία Περί ποιητικής.

Η ζωή του Χριστόπουλου διαταράχθηκε το 1812, όταν ο ηγεμόνας Δημητράκης Μουρούζης, προστάτης των γραμμάτων, δολοφονήθηκε από τους Τούρκους. Διέφυγε τότε πάλι στο Βουκουρέστι, στην αυλή του ηγεμόνα Ιωάννη Καρατζά, όμως ένα μεγάλο τμήμα του έργου του (οι μελέτες για το κενό και την προφορά και το λεξικό που είχε ξεκινήσει) χάθηκε. 

Ο Ιωάννης Καρατζάς τον διόρισε εκ νέου δικαστή με τον τίτλο του Μεγάλου Λογοθέτη και του ανέθεσε να συντάξει νέα νομοθεσία για την Ηγεμονία της Βλαχίας. Ο Χριστόπουλος ασχολήθηκε συστηματικά με το έργο αυτό ἐως το 1816.Το 1815 περίπου έγραψε ένα φιλοσοφικο-πολιτικό σύγγραμμα, τα Πολιτικά φροντίσματα, που διέπεται από τις αρχές του Νικολό Μακιαβέλι. Το έργο αυτό ήταν αφορμή για αρνητική κριτική εναντίον του και δεν τυπώθηκε ποτέ όσο ζούσε.

Το 1818 ο ηγεμόνας Ιωάννης Καρατζάς δραπέτευσε στην Δύση και ο Χριστόπουλος κατέφυγε στην πόλη Σιμπίνι της Τρανσυλβανίας. Εκεί μελέτησε και μετέφρασε έργα του Σέξτου Εμπειρικού και έγραψε τις μελέτες Στοιχείωσις της σκεπτικής φιλοσοφίας και Πολιτικά παράλληλα. Εκείνα τα χρόνια μυήθηκε και στην Φιλική Εταιρεία. Οι ειδήσεις για την δράση του ως Φιλικού και για την ζωή του κατά τα χρόνια της Επανάστασης είναι λιγοστές.

Μετά την απελευθέρωση ο Χριστόπουλος επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1836, έμεινε όμως λιγότερο από ένα χρόνο και τελικά επέστρεψε στο Σιμπίνι όπου συνέχισε το συγγραφικό του έργο. Ασχολήθηκε κυρίως με την μετάφραση της Ιλιάδας, αρχικά σε ομοιοκατάληκτους και από το 1844 σε ανομοιο κατάληκτους στίχους και με τα Ελληνικά αρχαιολογήματα, εγχειρίδιο στο οποίο πραγματεύεται θέματα σχετικά με τα ελληνικά φύλα και τις αρχαίες διαλέκτους.

συνέχεια στη βικιπαίδεια  https://el.wikipedia.org/wiki

Σάββατο, Δεκεμβρίου 25, 2021

Θρασύβουλος Σταύρου Έλληνας συγγραφέας

Θρασύβουλος Σταύρου Έλληνας συγγραφέας




Ο Θρασύβουλος Σταύρου


25 Δεκεμβρίου 1979 (42 χρόνια πριν) πέθανε:

Θρασύβουλος Σταύρου Έλληνας συγγραφέας

Ο Θρασύβουλος Σταύρου (1886 - 25 Δεκεμβρίου 1979) ήταν Έλληνας φιλόλογος, ποιητής και μεταφραστής.

Γεννήθηκε στην Πέτρα Λέσβου και φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης και μετά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Όταν το 1911 πήρε πτυχίο φιλολογίας, συνέχισε για δύο χρόνια τις σπουδές του στο Μόναχο. Εργάστηκε ως καθηγητής στη Σμύρνη, γυμνασιάρχης, εκπαιδευτικός σύμβουλος και διευθυντής Μέσης Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας (1944-45).

Στη Σμύρνη εξέδωσε την ποιητική συλλογή Δρόμοι και μονοπάτια (1921). Είχε το ψευδώνυμο Μελικέρτης. Έπειτα μετέφρασε ξένη λογοτεχνία, όπως Γκαίτε (Ελένη του δεύτερου Φάουστ, 1925), Σίλερ (Μαρία Στιούαρτ, 1932), Μολιέρο (Με το ζόρι παντρειά - Ταρτούφος - Οι κατεργαριές του Σκαρπίνου, 1950), Ουγκώ (Ρουί Μπλάνς, 1951) και Μυσέ (Μια πόρτα πρέπει να είναι ανοιχτή ή κλειστή, 1948 και Δεν πρέπει να ορκίζεσαι για τίποτα, 1950). Συνέχισε με μεταφράσεις αρχαίων συγγραφέων, όπως Αίσωπο (1950), Μένανδρο (1954), Αριστοφάνη (1967), Ευριπίδη (1972) και Πίνδαρο (μεταθανάτια έκδοση το 1979).

Έγγραψε τη Νεοελληνική μετρική (1930) και υπήρξε ένας από τους συγγραφείς τηου σχολικού εγχειριδίου Νεοελληνική Γραμματική (1941). Μαζί με τους Μ.Τριανταφυλλίδη, Μ.Οικονόμου έγραψε το Η γλώσσα μου (1955) και δημοσίευσε το  Ο μεταφραστής και αγωνιστής του δημοτικισμού (περιοδικό Ν.Εστία 1963 , τεύχος 73). Βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών για την ποιότητα του μεταφραστικού του έργου το 1972. 

Πέθανε στην Αθήνα τα Χριστούγεννα του 1979. Είναι αδελφός του Δημητρίου Σταύρου, επίσης μεταφραστή, του οποίου η σύζυγος Τατιάνα είναι συγγραφέας.  πε4ρισσότερα στη βικιπαίδεια

Τριστάν Τζαρά Ρουμάνος ποιητής

Τριστάν Τζαρά Ρουμάνος ποιητής



25 Δεκεμβρίου 1963 (58 χρόνια πριν) πέθανε:

Τριστάν Τζαρά Ρουμάνος ποιητής

Ο Τριστάν Τζαρά (Tristan Tzara, πραγματικό όνομα Sami Rosenstock, Moineşti, 16 Απριλίου 1896 - Παρίσι, 25 Δεκεμβρίου 1963) ήταν Ρουμάνος/Γάλλος ποιητής, ιδρυτής του κινήματος του Ντανταϊσμού, ενός ρεύματος με κύριο στόχο την αισθητική πρόκληση και την αποδόμηση της γλώσσας.

Βιογραφία

Ο Τζαρά γεννήθηκε στη Ρουμανία σε μiα εβραϊκή οικογένεια αλλά έζησε και έδρασε κυρίως στο Παρίσι. Στα τέλη του 1929 εγκατέλειψε τον Ντανταϊσμό και μεταπήδησε στην ομάδα των υπερρεαλιστών. Προσπάθεια του ήταν να συνενώσει τον υπερρεαλισμό με τον Μαρξισμό.

Στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου έλαβε μέρος στην Γαλλική αντίσταση ενώ το 1947 προσχώρησε και στο Κομμουνιστικό κόμμα.

Πέθανε στο Παρίσι το 1963.
Εργογραφία
Τα Μανιφέστα του Ντανταϊσμού
L' Homme Approximatif (1931)
Parleur Seul (1950)
Vingt-cinq Poemes (25 Ποιήματα) 

βικιπαίδεια

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 24, 2021

Εμίλ Νελλιγκάν Καναδός ποιητής



24 Δεκεμβρίου 1879 (142 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Εμίλ Νελλιγκάν Καναδός ποιητής

Ο Εμίλ Νελλιγκάν ή Νελιγκάν (Émile Nelligan, Μόντρεαλ, Καναδάς, 24 Δεκεμβρίου 1879 – Μόντρεαλ, Καναδάς, 18 Νοεμβρίου 1941) ήταν Καναδός γαλλόφωνος ποιητής.

Ο πατέρας του, υπάλληλος των καναδικών ταχυδρομείων, ήταν αγγλόφωνος ιρλανδικής καταγωγής και η μητέρα του γαλλόφωνη Κεμπεκιώτισσα.

Ο Νελλιγκάν έδειξε το ποιητικό ταλέντο από πολύ νέος και δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα μόλις σε ηλικία 16 ετών. Οπαδός του συμβολισμού, επηρεάστηκε κυρίως από ποιητές της εποχής του όπως οι Γάλλοι Σαρλ Μπωντλαίρ, Πωλ Βερλαίν και Μωρίς Ρολλινά, ο Βέλγος Ζωρζ Ροντενμπάχ, και ο Αμερικανός Έντγκαρ Άλλαν Πόε.

Το 1897, ο Νελλιγκάν αποφάσισε να αφοσιωθεί στην ποίηση. Μπήκε σε λογοτεχνικούς κύκλους του Μόντρεαλ και εγκατέλειψε τις σπουδές του. Ο πατέρας του δεν συμμερίστηκε αυτή την απόφαση του νεαρού Εμίλ και τον επόμενο χρόνο τον έστειλε μετά βίας στην Αγγλία, για να μάθει να εργάζεται. Ο Εμίλ επέστρεψε στο Μόντρεαλ μόνον λίγες εβδομάδες αργότερα και ο πατέρας του τού βρήκε μία θέση λογιστή, εργασία που ο Εμίλ εγκατέλειψε μέσα σε δύο εβδομάδες. Το 1899, ο Νελλιγκάν έπαθε νευρικό κλονισμό, από τον οποίο δεν συνήλθε ποτέ. Τον Αύγουστο του 1899, οι γονείς του τον έκλεισαν σε ψυχιατρικό άσυλο, όπου και πέθανε σαράντα δύο χρόνια αργότερα.

Ο Νελλιγκάν ποτέ δεν ολοκλήρωσε το ποιητικό του έργο. Τα σκόρπια ποιήματά του, τα οποία τα είχε απαγγείλει σε διάφορες κοινωνικές και λογοτεχνικές συγκεντρώσεις, δημοσιεύθηκαν το 1904 χάρη στην φροντίδα ενός φίλου του. Ο ίδιος ο Νελλιγκάν δεν έμαθε ποτέ την επιτυχία που είχαν τα ποιήματά του.

Μετά τον θάνατό του, η ποίησή του έγινε εξαιρετικά δημοφιλής — κυρίως στο Κεμπέκ. Η ζωή του έλαβε διαστάσεις λαϊκού θρύλου και έγινε αντικείμενο μουσικής όπερας. Το 1979 καθιερώθηκε το Βραβείο Εμίλ Νελλιγκάν που δίνεται κάθε χρόνο σε έναν ταλαντούχο νεαρό γαλλόφωνο ποιητή της Βορείου Αμερικής.

Τα ποιήματα του Νελλιγκάν έχουν μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες, αλλά όχι στα ελληνικά. Τα πιο γνωστά ποιήματά του είναι Το χρυσό καράβι (Le Vaisseau d'or), και ο Έρωτας του κρασιού (Romance du vin). 

Σάββατο, Δεκεμβρίου 11, 2021

Αλφρέ ντε Μυσσέ Γάλλος ποιητής



11 Δεκεμβρίου 1810 (211 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Αλφρέ ντε Μυσσέ Γάλλος ποιητής

Ο Αλφρέ ντε Μυσσέ (Alfred Louis Charles de Musset-Pathay, 1810-1857) ήταν Γάλλος ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος.

Γιος λογίου, του Βικτόρ Ντονασιάν ντε Μυσσέ-Παταί, εγκαταλείπει τις σπουδές του στα νομικά και την ιατρική, και το 1830 γράφει την Βενετσιάνικη νύχτα που ανεβαίνει στην σκηνή με παταγώδη αποτυχία. Αποφασίζει να μη ξαναγράψει πια θεατρικά έργα για την σκηνή αλλά μόνο για ανάγνωση, κάνει κοσμική ζωή γράφοντας ελάχιστα, και μόνο στα τέλη του 1832 δημοσιεύει έργα του με σχετική επιτυχία.

Το 1833 εντάσσεται στους συνεργάτες της Revue des Deux Mondes (Επιθεώρηση των Δύο Κόσμων) και συνδέεται ερωτικά με την Γεωργία Σάνδη. Πρόκειται για ένα πολυτάραχο δεσμό με εκατέρωθεν απιστίες, χωρισμούς και επανασυνδέσεις, που διαρκεί δύο χρόνια. Ακολουθούν διάφορες σχέσεις του Μυσσέ με κοσμικές κυρίες.

Παρά την απόφασή του να μη ξαναγράψει θεατρικά έργα για την σκηνή, ανεβαίνει το 1847 στην Κομεντί Φρανσαίζ το Καπρίτσιο του με μεγάλη επιτυχία, και το 1849 άλλα τρία έργα του. Το 1852 εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας.

Οι ποιητές του τέλους του 19ου αιώνα τον απέρριψαν, σήμερα όμως θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ρομαντισμού.συνέχεια στη βικιπαίδεια

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 10, 2021

Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ "Θάλασσα του Πρωιού"





Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ "Θάλασσα του Πρωιού"

Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· όλα

ωραία και μεγάλα φωτισμένα.

Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)·
κι όχι κ’ εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής. 

Σάββατο, Νοεμβρίου 27, 2021

Οράτιος Ρωμαίος ποιητής



27 Νοεμβρίου 8 π.Χ. (2029 χρόνια πριν) πέθανε:

Οράτιος Ρωμαίος ποιητής

Ο Κόιντος Οράτιος Φλάκκος (Quintus Horatius Flaccus, 8 Δεκεμβρίου 65 π.Χ. - 27 Νοεμβρίου 8 π.Χ.), γνωστότερος απλώς ως Οράτιος, ήταν ο κορυφαίος Ρωμαίος λυρικός ποιητής κατά την εποχή του Οκταβιανού Αύγουστου. Για πολλούς είναι ένας από τους δύο μεγαλύτερους Λατίνους ποιητές όλων των εποχών μαζί με τον Βιργίλιο.
 
Η ζωή του

Γεννήθηκε στη Βενόζα, μία κωμόπολη στα σύνορα Απουλίας και Λουκανίας, ως γιος απελεύθερου γεννημένος ο ίδιος ελεύθερος. Ο πατέρας του εργαζόταν ως μεσάζοντας σε δημοπρασίες. Παρότι ο ποιητής παρουσιάζει τον εαυτό του ως «πτωχόν και τίμιον» αγρότη (macro pauper agello, «Σάτιρες» 1.6.71), η ασχολία του πατέρα του ήταν επικερδής για τους πρώην σκλάβους: ο πατέρας του μπόρεσε να ξοδέψει αρκετά χρήματα για την εκπαίδευση του γιου του, συνοδεύοντάς τον αρχικώς στη Ρώμη για τη στοιχειώδη μόρφωση και στέλνοντάς τον κατόπιν στην Αθήνα να μελετήσει Ελληνικά και Φιλοσοφία. Ο Οράτιος αργότερα εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του ως εξής:

«Αν ο χαρακτήρας μου βαρύνεται με λίγα μικρά ελαττώματα, κατά τα άλλα είναι τίμιος και ηθικός. Αν λίγους μόνο διάσπαρτους λεκέδες μπορείτε να δείξετε σε μια κατά τ´άλλα αγνή επιφάνεια, αν κανείς δε μπορεί να με κατηγορήσει για φιλοχρηματία, ή λαγνεία, ή ασωτίες, αν ζω ζωή ενάρετη, αμόλυντη από ακαθαρσίες (συγχωρείστε μου προς στιγμή τον αυτοέπαινό μου),κι αν είμαι ένας καλός φίλος για τους φίλους μου, στον πατέρα μου οφείλονται όλα αυτά... ... Αξίζει από μένα ευγνωμοσύνη και αίνο. Ποτέ δε θα μπορούσα να ντρέπομαι για ένα τέτοιο πατέρα, ούτε και νιώθω ανάγκη καμιά ν' απολογηθώ, σαν πολλούς άλλους, επειδή είμαι γιος απελεύθερου».

(«Σάτιρες» 1.6.65-92)

Μετά τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα, ο Οράτιος πήγε στο στρατό, υπό τις διαταγές του στρατηγού Βρούτου. Πόλεμησε ως αξιωματικός (tribunus militum) στη Μάχη των Φιλίππων. Αργότερα ισχυρίσθηκε ότι σώθηκε πετώντας την ασπίδα του και φεύγοντας. Επειδή κηρύχθηκε αμνηστία για όσους είχαν πολεμήσει κατά του Οκταβιανού Αυγούστου, ο Οράτιος επέστρεψε στην Ιταλία, όπου όμως ανακάλυψε ότι η ακίνητη περιουσία του είχε δημευθεί και (μάλλον) ότι ο πατέρας του είχε πεθάνει. Είχε πάντως τα χρήματα για να αγοράσει μία μόνιμη θέση εργασίας ως scriba quaestorius, ένα αξίωμα του Θησαυροφυλακίου, που του επέτρεψε να ζήσει άνετα και να επιδοθεί στην ποιητική του τέχνη. Αργότερα κατόρθωσε να εισέλθει σε ένα λογοτεχνικό κύκλο που περιελάμβανε τους Βιργίλιο και Ρούφο. Εκείνοι τον γνώρισαν στον Μαικήνα, φίλο και έμπιστο του Αυγούστου, που έγινε ο προστάτης του και δώρισε στον Οράτιο ένα αγρόκτημα με έπαυλη κοντά στο Tibur (το σημερινό Τίβολι). Μη έχοντας κληρονόμους, ο Οράτιος το άφησε πεθαίνοντας στον αυτοκράτορα Αύγουστο. Το αγρόκτημα διατηρείται και σήμερα ως τόπος προσκυνήματος για τους φίλους του έργου του.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 26, 2021

Άνταμ Μιτσκιέβιτς Πολωνός ποιητής



26 Νοεμβρίου 1855 (166 χρόνια πριν) πέθανε:

Άνταμ Μιτσκιέβιτς Πολωνός ποιητής

Ο Άνταμ Μπέρναρντ Μιτσκιέβιτς (πολωνικά: Adam Bernard Mickiewicz, Ζάβοσε ή Νοβογκρούντοκ, Ρωσική Αυτοκρατορία, 24 Δεκεμβρίου 1798 - Κωνσταντινούπολη, Οθωμανική Αυτοκρατορία, 26 Νοεμβρίου 1855) ήταν Πολωνός λογοτέχνης και εκπρόσωπος του ρομαντισμού. Τιμάται ως ο εθνικός ποιητής της Πολωνίας.

Βιογραφία
Καταγωγή και πρώτα χρόνια

Γεννήθηκε την παραμονή των Χριστουγέννων του 1798 στο Νοβογκρούντοκ ή στον γειτονικό οικισμό Ζάβοσε της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (εντός των ορίων της σημερινής Λευκορωσίας) και προερχόταν από οικογένεια Πολωνών ευγενών. Πατέρας του ήταν ο δικηγόρος Μικολάι Μιτσκιέβιτς, ο οποίος παρουσιάζεται ως τυπικός εκπρόσωπος των χαμηλόβαθμων Πολωνών ευγενών της περιοχής και μητέρα του η Μπαρμπάρα Μαγιέφσκα, γυναίκα της ίδιας κοινωνικής τάξης αλλά και πρώην υπηρέτρια σε γειτονικό κτήμα. Σύμφωνα με μια άποψη, ο πατέρας του Μιτσκιέβιτς αναφέρεται ως πιθανότατα ορθόδοξου οικογενειακού υπόβαθρου, ενώ όσον αφορά τη μητέρα του εικάζεται - δίχως ικανή τεκμηρίωση - πως είχε μακρινή εβραϊκή καταγωγή.

Ο Μιτσκιέβιτς πέρασε τα παιδιά του χρόνια στο Νοβογκρούντοκ, όπου επηρεάστηκε σε σημαντικό βαθμό από τον καθολικό του περίγυρο και από τις λαϊκές παραδόσεις του τοπικού λευκορωσικού πληθυσμού. Ολοκλήρωσε την εγκύκλιες σπουδές του σε σχολείο Δομινικανών μοναχών της γενέτειράς του και αναφέρεται ως μέτριος αλλά δραστήριος μαθητής
Δράση σε Βίλνιους και Κάουνας

Το 1815 εισήχθη με υποτροφία στο πολωνικό Πανεπιστήμιο του Βίλνιους, όπου αρχικά σπούδασε φυσικές επιστήμες, προτού μεταπηδήσει μετά από λίγο στη φιλολογία. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1819 και ακολούθως ξεκίνησε να διδάσκει σε σχολείο του Κάουνας. Από το 1817 ίδρυσε μαζί με τον Τόμαζ Ζαν τη μυστική οργάνωση των Φιλαρέτων ή Φιλομαθών (πολ:Towarzystwo Filomatów). Ο συγκεκριμένος σύλλογος ξεκίνησε ως καθαρά φιλολογικός, ωστόσο απέκτησε γρήγορα σαφές πολιτικό στίγμα.

Το 1820 ο Μιτσκιέβιτς συνέθεσε το ποίημα «Ωδή στη νεότητα» και το 1822 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Μπαλάντες και ρομάντζα», η οποία θεωρείται ορόσημο, καθώς οριοθετεί παραδοσιακά την έναρξη της περιόδου του ρομαντισμού στην πολωνική λογοτεχνία. Παράλληλα, ξεκίνησε να γράφει και το έργο «Οι Πρόγονοι» (πολ: Dziady), ένα ρομαντικό δράμα, όπου συνδυάζονται η λαϊκή παράδοση και η έμμονη προσήλωση στην υπόθεση της πολωνικής εθνικής απελευθέρωσης. Το συγκεκριμένο έργο λογοκρίθηκε από τις ρωσικές αρχές.
Διώξεις

Το 1823 εξαιτίας της συμμετοχής του στους «Φιλαρέτους» συνελήφθη μαζί με άλλα εννέα μέλη του συλλόγου και εξορίστηκε διαδοχικά στην Αγία Πετρούπολη, την Οδησσό και τη Μόσχα. Κατά την παραμονή του στην Πετρούπολη ήρθε σε επαφή με εκπροσώπους του κινήματος των Δεκεμβριστών (όπως οι Κονσταντίν Ρίλεβ και Αλεξάντερ Μπεστούζεβ) και γνωρίστηκε με τον μεγάλο Ρώσο ποιητή Αλεξάντερ Σεργκιέβιτς Πούσκιν. Το 1829 εγκατέλειψε οριστικά τα εδάφη της τσαρικής Ρωσίας.
Από την εξορία μέχρι τον θάνατό του

Μετά από μια περιπλάνηση σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, ο Μιτσκιέβιτς εγκαταστάθηκε το 1832 στη Γαλλία, όπου ήρθε σε επαφή με Πολωνούς ακτιβιστές που ζούσαν εξόριστοι στο Παρίσι, καταδιωκόμενοι από το τσαρικό καθεστώς για τη συμμετοχή τους στην αποτυχημένη εξέγερση του 1831. Από το 1839 και για ένα χρόνο δίδαξε λατινικά στη Λοζάνη, ενώ την ίδια περίοδο ασχολήθηκε με τη συγγραφή πολιτικών κειμένων. Το 1840 διορίστηκε καθηγητής σλαβικής φιλολογίας στο Γαλλικό Κολέγιο του Παρισιού.

Την ίδια περίοδο συνδέθηκε στενά με τον συμπατριώτη του φιλόσοφο, μυστικιστή και ψευδοπροφήτη Αντρζέι Τοβιάνσκι. Οι απόψεις του Τοβιάνσκι άσκησαν μεγάλη επιρροή στον Μιτσκιέβιτς, ο οποίος στις πανεπιστημιακές παραδόσεις του υιοθέτησε θέσεις όπως οι μεσσιανιστικές ιδιότητες του Μεγάλου Ναπολέοντα, αλλά και του ιδίου του Τοβιάνσκι, η θεία καθοδήγηση του σλαβικού κόσμου, η πεποίθηση πως οι Πολωνοί θα αποτίνασσαν τον ρωσικό ζυγό μόνο μέσω της πίστης και η πνευματική ανάδειξη της Πολωνίας και της Γαλλίας, οι οποίες θα οδηγούσαν την ανθρωπότητα στη νέα χιλιετία. Αυτές οι παραδόσεις προκάλεσαν τις σφοδρές αντιδράσεις της γαλλικής κυβέρνησης, της Καθολικής Εκκλησίας και των Πολωνών εμιγκρέδων και οδήγησαν τον Μάιο του 1844 στην απομάκρυνση του Μιτσκιέβιτς από το κολέγιο. Το 1849 ξεκίνησε την έκδοση της ριζοσπαστικής πολιτικής εφημερίδας La Tribune des Peuples, η κυκλοφορία της οποίας διεκόπη μετά από μερικούς μήνες εξαιτίας της λογοκρισίας.

Μνημείο του Άνταμ Μιτσκιέβιτς στην Κρακοβία (Ιούλιος 2010).

Το 1855, στα πλαίσια του Κριμαϊκού Πολέμου, ο Μιτσκιέβιτς εγκατέλειψε το Παρίσι και μετέβη στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί καταπιάστηκε με τη δημιουργία και την οργάνωση πολωνικών και εβραϊκών λεγεώνων που θα συμμετείχαν - ως τμήματα του οθωμανικού στρατού - στις πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον της Ρωσίας. Τελικά, τα σχέδιά του ματαιώθηκαν καθώς κατά τη σύντομη παραμονή του στην οθωμανική πρωτεύουσα, προσβλήθηκε από χολέρα και απεβίωσε τον Νοέμβριο του ίδιου έτους.

Η σορός του Μιτσκιέβιτς μεταφέρθηκε αρχικά από την Κωνσταντινούπολη στο Παρίσι και το 1890 στην Κρακοβία, όπου φυλάσσεται σε ειδική κρύπτη στον Καθεδρικό Ναό των Αγίων Στανισλάου και Βεγκεσλάου στο κάστρο Βάβελ, όπου βρίσκονται και οι τάφοι των βασιλέων της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας.
ΑποτίμησηΟ Μιτσκιέβιτς τιμάται ως ο εθνικός ποιητής της Πολωνίας. Ταυτόχρονα συγκαταλέγεται, από κοινού με τον Γιούλιους Σλοβάτσκι και τον Ζίγκμουντ Κρασίνσκι στους πρωτοπόρους των πολωνικών γραμμάτων. Αν και σημείο αναφοράς της εθνικής του συνείδησης ήταν το πάλαι ποτέ κραταιό βασίλειο της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας το έργο του επηρέασε σημαντικά τόσο τον πολωνικό, όσο και τον λιθουανικό εθνικισμό, όπως αυτοί διαμορφώθηκαν από τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 24, 2021

Λωτρεαμόν Γάλλος ποιητής



24 Νοεμβρίου 1870 (151 χρόνια πριν) πέθανε:

Λωτρεαμόν Γάλλος ποιητής

Ο Ιζιντόρ Ντυκάς (Isidore Lucien Ducasse, 4 Απριλίου 1846 - 24 Νοεμβρίου 1870), γνωστός περισσότερο με το ψευδώνυμο Λωτρεαμόν ή Κόμης του Λωτρεαμόν, ήταν Γάλλος ποιητής, δημιουργός των Ασμάτων του Μαλντορόρ που αποτελούν και το σημαντικότερο έργο του.

Η πρώτη έκδοση του "Τα Άσματα του Μαλντορόρ " 1868

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Ιζιντόρ Ντυκάς γεννήθηκε στο Μοντεβιδέο (Ουρουγουάη), την περίοδο που ο πατέρας του εργαζόταν στο γαλλικό προξενείο. Η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από τα Άνω Πυρηναία και φαίνεται πως διέθετε μία αξιόλογη περιουσία, αν και τα περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ντυκάς δεν είναι ως σήμερα εξακριβωμένα. Γνωρίζουμε πως ο Ντυκάς ταξίδεψε στο Παρίσι με σκοπό να δώσει εξετάσεις στην Πολυτεχνική Σχολή και στη Σχολή Μεταλλειολόγων, περίπου τον Αύγουστο του 1867. Το 1868 δημοσίευσε το πρώτο από Τα άσματα του Μαλντορόρ, έργο που ολοκληρώθηκε περίπου έναν χρόνο αργότερα και περιελάμβανε συνολικά έξι άσματα γραμμένα σε πεζό λόγο, αλλά κατά βάση ποιητικού χαρακτήρα. Αυτή ήταν και η πρώτη φορά που χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Κόμης του Λωτρεαμόν, ονομασία που πιθανόν να στηρίζεται στο γαλλικό μυθιστόρημα Λωτρεαμόν (Lautreamont) του Eugène Sue. Το 1870 δημοσίευσε τη συλλογή Poésies (Ποιήματα) και την ίδια χρονιά, στις 24 Νοεμβρίου πέθανε στην κατοικία του στο Παρίσι. Σχετικά με την αιτία του θανάτου του έχουν διατυπωθεί διάφορες εκδοχές και σύμφωνα με την επικρατέστερη ο θάνατός του προήλθε από κάποια μολυσματική αρρώστια.
 

Έργο

Στη σύντομη διάρκεια της ζωής του, ο Λωτρεαμόν κατάφερε να ολοκληρώσει μόλις δύο έργα, τα Άσματα του Μαλντορόρ (γαλλ. Chants de Maldoror), που θεωρείται και το σημαντικότερο, καθώς και τη συλλογή Ποιήματα. Τα Άσματα του Μαλντορόρ, αν και ολοκληρώθηκαν περίπου το καλοκαίρι του 1869, δεν δημοσιεύτηκαν ποτέ στη Γαλλία ενόσω ζούσε ο Λωτρεαμόν, είτε λόγω του φόβου του εκδότη του για μια πιθανή ποινική δίωξη, καθώς αποτελούσε για τα δεδομένα της εποχής ένα πολύ προκλητικό έργο, είτε λόγω κάποιας οικονομικής διένεξης. Για το λόγο αυτό, ο Λωτρεαμόν παρέμεινε σχεδόν άγνωστος ανάμεσα στους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής, ωστόσο τα έργα του άρχισαν να αναδεικνύονται αρκετά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1885 από τον Max Waller, ο οποίος δημοσίευσε απόσπασμά από τα Άσματα του Μαλντορόρ στην βελγική επιθεώρηση Jeune Belgique. Στον 20ο αιώνα, ο λογοτέχνης Αλφρέντ Ζαρύ τόνισε επίσης την αξία του έργου του Ντυκάς ενώ και οι υπερρεαλιστές επηρεάστηκαν σημαντικά από τον Λωτρεαμόν και ανέδειξαν περαιτέρω το έργο του. Συχνά, ο Λωτρεαμόν αναφέρεται για αυτό το λόγο και ως ένας από τους προδρόμους του υπερρεαλιστικού κινήματος.
 

Βιβλιογραφία
Έργα του Λωτρεαμόν
Τα Άσματα του Μαλντορόρ (1869)
Ποιήματα Ι, ΙΙ (1870)
Μελέτες
Francois Caradec, Isidore Ducasse, Compte de Lautréamont, Gallimard (1975)
Peter W. Nesselroth, Lautréamont's Imagery. A stylistic approach, Librairie Droz (1969)
Λωτρεαμόν, μτφ. Γιώργος Σπανός, επιμ. Φιλίπ Σουπώ, εκδ. Πλέθρον

Πέμπτη, Νοεμβρίου 18, 2021

Πωλ Ελυάρ Γάλλος ποιητής




18 Νοεμβρίου 1952 (69 χρόνια πριν) πέθανε:

Πωλ Ελυάρ Γάλλος ποιητής

ΠΩΛ ΕΛΥΑΡ ( 14 Δεκεμβρίου 1895 - 18 Νοεμβρίου 1952 )

Γεννήθηκε στην πόλη Σαιν-Ντενί, κοντά στο Παρίσι όπου πέρασε τα πρώτα του χρόνια. Στο διάστημα 1907-1911 γράφτηκε στη Σχολή Κολμπέρ όπου πραγματοποίησε σπουδές, ωστόσο σε ηλικία περίπου 17 ετών προσβλήθηκε από φυματίωση και αναγκάστηκε να τις διακόψει. Για δύο χρόνια, διέμεινε σε σανατόριο στο Νταβός της Ελβετίας όπου τελικά θεραπεύτηκε και αμέσως μετά, το 1914 κατατάχθηκε στον στρατό.

Το 1917 παντρεύτηκε την Helena Deluvina Diarkinoff, περισσότερο γνωστή ως Γκαλά, με την οποία απέκτησε και μία κόρη. Την ίδια περίοδο δημοσίευε τα πρώτα του ποιήματα, αρχικά με τη συλλογή Το Χρέος και η Ανησυχία και αργότερα με τα Ποιήματα για την Ειρήνη (1918), τα οποία προκάλεσαν και το ενδιαφέρον του Ζαν Πωλάν, εκδότη της επιθεώρησης Spectateur. Παράλληλα, ο Ελυάρ γνωρίστηκε με τουςΑντρέ Μπρετόν, Λουί Αραγκόν και Τριστάν Τζαρά, με τους οποίους συμμετείχε αρχικά στο κίνημα του ντανταϊσμού και αργότερα του υπερρεαλισμού. Αποτέλεσε έναν από τους ιδρυτές της επιθεώρησης των υπερρεαλιστών Litterature καθώς και της μεταγενέστερης έκδοσης La Revolution Surrealiste. Παρέμεινε στις τάξεις της υπερρεαλιστικής ομάδας του Παρισιού μέχρι το 1938.

Κατά τη διαρκεια του Β' παγκοσμίου πολέμου πήρε ενεργό μέρος στην Αντίσταση, ως μέλος του κομμουνιστικού κόμματος.

Πέθανε το 1952 από καρδιακή προσβολή. Θεωρείται μέχρι σήμερα ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του υπερρεαλισμού.ΑΠΟ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ


 

 Το τόξο των ματιών σου - Πωλ Ελυάρ
ζωγρ.arthur bragins

Το τόξο των ματιών σου κύκλους κάνει γύρω απ’την καρδιά μου, 

Απαλές και ρυθμικές στροφές,

Φωτοστέφανο του χρόνου, λίκνο νυχτερινό και σίγουρο,

Δε γνωρίζω πια όσα έχω ζήσει

Γιατί τα μάτια σου δε με κοιτούσαν πάντα.

Φύλλα της μέρας και βρύα της δροσιάς,

Καλαμιές ανέμου, ευωδιαστά χαμόγελα,

Φτερούγες που σκέπουν τον κόσμο με φως,

Καράβια φορτωμένα ουρανό και θάλασσα,

Κυνηγοί των ήχων και πηγές των χρωμάτων

Οι αυγές κυοφορούν αρώματα

Πάνω στην αχυροστρωμνή των άστρων,

Όπως η μέρα κρέμεται από την αθωότητα

Το σύμπαν κρέμεται από τα αγνά σου μάτια

Το αίμα μου όλο κυλάει μέσα στο βλέμμα τους. 

---------------------------------------------------------------------------------------------


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ Ο Π. ΕΛΥΑΡ ΣΤΟΝ ΓΡΑΜΜΟ


ΠΩΛ ΕΛΥΑΡ "ΑΘΗΝΑ"

Έλληνα λαέ βασιλιά απελπισμένε

Να χάσεις άλλο πια δεν έχεις πάρεξ τη λευτεριά

Τον έρωτα σου για τη λευτεριά και για τη δικαιοσύνη

Και τον άπειρο σεβασμό του ίδιου του εαυτού σου

Βασιλιά λαέ δε σ' απειλεί ο θάνατος

Στον έρωτά σου είσ' όμοιος είσαι αγαθός

Και το κορμί σου κι η καρδιά πεινούν για αιωνιότητα

Βασιλιά λαέ που πίστεψες πως σου χρωστούν το ψωμί

Και πως σου δίναν τίμια τ' άρματα να σηκώσεις

Τίμια δικιά σου σώζοντας βάζοντας το δικό σου νόμο

Λαέ απελπισμένε στα δικά σου μόνο τ' άρματα εμπιστέψου

Ελεημοσύνη σαν τα δώσανε κάνε τα εσύ ελπίδα

Και τη ελπίδα τούτη όρθωσε στο μαύρο φως αντίκρυ

Στον ανελέητο Χάροντα που δίπλα σου δεν βολεύετεια

Λαέ απελπισμένε ήρωα λαέΛαέ πεινασμένων λαίμαργων της πατρίδας

Μικρέ και μεγάλε στα μέτρα του καιρού σου

Έλληνα λαέ αφέντη παντοτινέ των πόθων σου

Συνταιριασμένα το ιδανικό της σάρκας κι η σάρκα η ίδια

Η φυσική λαχτάρα το ψωμί κι η λευτεριά

Η λευτεριά όμοια με τη λιόλουστη θάλασσα

Το ψωμί όμοιο με τους θεούς το ψωμί που σμίγει τους ανθρώπους

Το αληθινό ολόφωτο αγαθό πιο δυνατό απ' όλα

Πιο δυνατό απ' τον πόνο και τους εχθρούς μας όλους

9 Δεκέμβρη 1944

Σάββατο, Νοεμβρίου 13, 2021

ΟΙ ΝΗΡΗΙΔΕΣ ΝΥΜΦΕΣ

 

http://kariopoliskontostavlifokades.blogspot.gr/2011/08/blog-post_23.html

ΟΙ ΝΗΡΗΙΔΕΣ ΝΥΜΦΕΣ

ΠΙΝΑΚΑΣ - John Waterhouse «Hylas and the Nymphs»

Οι Νεράιδες (Νηρηιδες)στην Ομήρου Ιλιάδα
Είπε, κι εκείνον τον περίζωσε σα μαύρο γνέφι ο πόνος•
και διπλοπάλαμα αθαλόσκονη φουχτώνοντας τη ρίχνει
πα στο κεφάλι, και την όψη του μολεύει την πανώρια'
κι η στάχτη απά στο μοσκομύριστο του κάθουνταν χιτώνα'
κι αυτός μακρύς φαρδύς ξαπλώθηκε και κοίτουνταν στη σκόνη,
και με τα χέρια του ανασκάλευε μαδώντας τα μαλλιά του.

 Κι οι σκλάβες, που ο Αχιλλέας κι ο Πάτροκλος είχαν κουρσέψει,
έσυραν τρανή φωνή, απ' τον πόνο που 'νιωσαν, και δράμαν απ' τις πόρτες
30 στον Αχιλλέα το γαύρο ολόγυρα, και χεροπάλαμα όλες
κρούγαν τα στήθη τους, και λύθηκαν της κάθε μιας τα γόνα.
θρηνούσε κι απ' την άλλη ο Αντίλοχος, πνιγμένος μες στο κλάμα,
τον Αχιλλέα στα χέρια πιάνοντας—κι αυτός βαρια βογγούσε

 τι έτρεμε μπας και με το σίδερο θερίσει το λαιμό του.

Κι έσκουξεν άγρια" ευτύς τον άκουσεν η σεβαστή του η μάνα,
που πλάι στο γέρο κύρη εκάθουνταν, στα βάθη του πελάγου,
κι αρχίνησε το θρήνο' γύρα της μεμιάς εμαζωχτηκαν
όσες θεές νεράιδες έμεναν στου πελάγου τα βάθη•
η Κυμοθόη κι η Γλαύκη εκεί 'τανε, κι η Θάλεια κι η Νησαία  

40 κι η βοϊδομάτα Αλία κι η Φέρουσα κι η Θόη κι η Κυμοδόκη•
ήταν ακόμα κι η Λιμνώρεια κι η Αμφιθόη κι η Ακταίη
με τη Μελίτη και την Ίαιρα, την Αγαυή, τη Μαίρα,
και την Πρωτώ καί την Ιάνασσα, τη Σπειώ και την Πανόπη
και τη Δωτώ και την Καλλιάνειρα, την ξακουστή Γαλάτεια,
τη Δυναμένη, την Καλλιάνασσα καί τη Δωρίδα' κι ήταν
κι η Νημερτή μαζί και η Ιάνειρα, μαζί τους κι η Αμφινόμη•
κι η Ωρείθεια κι η Κλυμένη κι η Άψευδη μες στη σπηλιά βρεθήκαν,
κι η Αμάθια ακόμα η καλοπλέξουδη κι η Δεξαμενή, κι άλλες,
όσες θεές νεράιδες έμεναν στου πελάγου τα βάθη.

50 Και γέμισε η σπηλιά η κρουστάλλινη, κι αυτές έδερναν όλες
τα στήθη τους• και πρώτη η Θέτιδα κινάει το μοιρολόγι:
« Νεράιδες αδερφές μου, ακούστε με, καλά να ξέρετε όλες
γρικώντας, πόσους κρύβω μέσα μου βαθιά καημούς και πόνους.
Αλί κι αλί σε με την άμοιρη πικρολεβεντομάνα!

Γέννησα γιο τρανό, αψεγάδιαστο, στους αντρειωμένους πρώτο,
κι ως τρυφερό κλωνάρι ανάδωσε' κι εγώ, που ανάστησα τον
σα ροδαμό που ξεπετάχτηκε στου χωραφιού τον όχτο,
πάνω στα πλοία τα δρεπανόγυρτα στην Τροία τον έχω στείλει,
τους Τρώες να πολεμήσει. Αλίμονο, δε θα τον δω να γέρνει

60 στο πατρικό ξοπίσω σπίτι του, να τον καλωσορίσω!
Μα κι όσο ακόμα ζει και χαίρεται το φως του γήλιου, πάντα
τραβάει καημούς, κι ουδέ πηγαίνοντας μπορώ να τον συντράμω.
Κι όμως θα πάω να ιδώ το τέκνο μου, ποια συφορά ν' ακούσω
το 'χει πλακώσει, από τον πόλεμο μακριά κι ας μένει τώρα.»

Είπε, και τη σπηλιά παράτησε, κι εκείνες δακρυσμένες
ομάδι της τραβούσαν κι άνοιγε της θάλασσας το κύμα
τρογύρα, ως πια στην Τροία που φτάσανε την παχιοχωματούσα'
κι αράδα στο γιαλό ξεπρόβαλαν, κει που ήταν τραβηγμένα
πυκνά των Μυρμιδόνων τ' άρμενα, στον Αχιλλέα τρογύρα'

70 κι ως εβογγούσε κείνος, σίμωσεν η σεβαστή του η μάνα'
σέρνει φωνή μεγάλη, εφούχτωσε την κεφαλή του γιου της,
και μες στα κλάματα ανεμάρπαστα του συντυχαίνει λόγια:
« Τι κλαις, παιδί μου; Ποιος σου ετάραξε καημός τα σπλάχνα τώρα;
Για μίλα μου ανοιχτά, μην κρύβεσαι• σου τα 'χει ο Δίας τελέψει
τα όσα πιο πριν τον παρακάλεσες με σηκωμένα χέρια,
να στριμωχτούν οι Αργίτες σύψυχοι μπροστά απ' των πλοίων τις πρύμνες
και στενεμένοι απ' την ανάγκη σου φριχτά κακά να πάθουν.»

Πέμπτη, Νοεμβρίου 11, 2021

Κώστας Καρυωτάκης Έλληνας συγγραφέας


 
Κώστας Καρυωτάκης Έλληνας συγγραφέας

Ο Κ. Γ. Καρυωτάκης (30 Οκτωβρίου 1896 - 21 Ιουλίου 1928) ήταν Έλληνας ποιητής και πεζογράφος. Θεωρείται ως ο κυριότερος εκφραστής της σύγχρονης λυρικής ποίησης και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες. Για το έργο του έχουν γραφεί εκατοντάδες εργασίες και βιβλία, πραγματοποιήθηκαν δεκάδες ειδικά συνέδρια.Γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας στις 30 Οκτωβρίου 1896.] Ήταν δευτερότοκο παιδί του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη, με καταγωγή από την Καρυά Κορινθίας, και της Αικατερίνης (Κατίγκως) Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Στο σπίτι της γεννήθηκε ο ποιητής και εκεί σήμερα στεγάζεται η διοίκηση του εκεί Πανεπιστημίου. Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, που παντρεύτηκε τον δικηγόρο Παναγιώτη Νικολετόπουλο, και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος. Λόγω της εργασίας του πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Λευκάδα, το Αργοστόλι, τη Λάρισα, την Πάτρα, την Καλαμάτα, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά όπου έμειναν ως το 1913 λόγω των συνεχών μεταθέσεων του πατέρα του. Στην εφηβική του ηλικία 1909-1911 βρέθηκε στην Αθήνα και από το 1911-1913 στα Χανιά. Εκεί ερωτεύτηκε την Άννα Σκορδύλη. Αποφοίτησε το 1913 από το 1ο Γυμνάσιο Χανίων με βαθμό «λίαν καλώς». Από νεαρή ηλικία, περίπου δεκαέξι ετών, δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος της Διαπλάσεως των παίδων.
Φοιτητική περίοδος

Το 1914 ο Κώστας Kαρυωτάκης μετέβη στην Αθήνα για σπουδές στη Νομική Σχολή και στα τέλη του 1917 απέκτησε το πτυχίο του. Το 1916, φοιτητής στο Β΄ έτος Νομικής, άρχισε να δημοσιεύει ποιήματά του σε λαϊκά περιοδικά αλλά και σε εφημερίδες όπως η Ακρόπολη. Το 1917 ο πατέρας του απολύθηκε από το δημόσιο ως αντιβενιζελικός. Λίγα χρόνια αργότερα και ο ίδιος μετατέθηκε στην Πρέβεζα, ενώ από το Ιανουάριο του 1928, κατείχε τη θέση του Γενικού Γραμματέα της Ένωσης των Δημοσίων Υπαλλήλων Αθήνας. Η μετάθεση του είχε πολιτικά αίτια.
Πορεία ως δικηγόρος

Το 1917 ο Καρυωτάκης πήρε το πτυχίο Νομικής με βαθμό "λίαν καλώς". Το 1918 επισκέφθηκε τους γονείς του στη Θεσσαλονίκη όπου έμεναν. Το 1919 επιστρατεύθηκε αλλά πήρε ολιγόμηνη αναβολή λόγω υγείας. Το ίδιο έτος έλαβε άδεια δικηγόρου και διορίσθηκε υπουργικός γραμματέας Α’ στη Θεσσαλονίκη, προφανώς για να είναι κοντά στους γονείς του.

Στις 9 Μαρτίου 1919 έστειλε εξώδικο στο περιοδικό Νουμάς γιατί δεν του δημοσίευσε κριτική – ανακοίνωση για την ποιητική του συλλογή Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων. Το 1923 διορίστηκε στο Υπουργείο Υγιεινής Πρόνοιας και Κοινωνικής Αντιλήψεως, όπου επέδειξε σημαντικό έργο πρότασης νόμων που αφορούν τη δημόσια υγεία. Όμως τίποτε δεν υλοποιήθηκε γιατί ξέσπασε η δικτατορία του Πάγκαλου. Το 1926 ταξίδεψε στη Ρουμανία. Το 1927 εξέδωσε την ποιητική συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες. Το 1928 αποσπάσθηκε στην Πάτρα, αλλά αμέσως έφυγε για ταξίδι στο Παρίσι και μετά την επιστροφή του μετατέθηκε στη Νομαρχία Πρέβεζας. Για ένα διάστημα ο Καρυωτάκης επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε υπουργικός γραμματέας Α΄ στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ, μετά την οριστική απαλλαγή του από τον ελληνικό στρατό (παρουσιάσθηκε μόνο για λίγες μέρες), τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Στο τέλος για ν' αποφύγει τις μεταθέσεις απ' τη μια νομαρχία στην άλλη, μεταπήδησε στο Υπουργείο Πρόνοιας και μάλιστα στην κεντρική του υπηρεσία, στην Αθήνα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων, δημοσιεύτηκε το 1919. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικού περιεχομένου περιοδικό Η Γάμπα, του οποίου η δημοσίευση όμως απαγορεύτηκε μετά από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο Νηπενθή, εκδόθηκε το 1921. Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη (1902-1930). Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία του ποιητική συλλογή με τίτλο Ελεγεία και Σάτιρες. Τον Φεβρουάριο του 1928 αποσπάστηκε στην πόλη της Πάτρας και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα.

Η επίσης ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη γνώρισε τον Κώστα Καρυωτάκη το 1922 στη Νομαρχία Αττικής όπου αμφότεροι εργάζονταν προσωρινά, και τον ερωτεύτηκε, αλλά ο δεσμός τους διήρκεσε για πολύ λίγο. Ο Καρυωτάκης έμαθε ότι νοσεί από σύφιλη, αρρώστια τότε ανίατη η οποία αποτελούσε κοινωνικό στίγμα, και ζήτησε από τη Πολυδούρη να χωρίσουν. Εκείνη του πρότεινε γάμο, αλλά ο Καρυωτάκης το απέρριψε Η Πολυδούρη απολύθηκε το 1924, ήρθε σε ρήξη με τον Καρυωτάκη και αρραβωνιάστηκε με τον δικηγόρο Γεωργίου. Το 1926 στο Παρίσι η Πολυδούρη προσβλήθηκε από φυματίωση και νοσηλεύθηκε στην Ελλάδα στο νοσοκομείο Σωτηρία όπου το 1928 την επισκέφτηκε ο Καρυωτάκης.


Ο Κώστας Καρυωτάκης έφτασε στην Πρέβεζα με καράβι στις 18 Ιουνίου 1928, μετά από δυσμενή μετάθεση. Η θέση εργασίας του ήταν στη Νομαρχία Πρεβέζης, στο Γραφείο Εποικισμού και Αποκαταστάσεως Προσφύγων, όταν ήταν νομάρχης ο Γεώργιος Π. Γεωργιάδης. Ο Κώστας Καρυωτάκης ως δικηγόρος της Νομαρχίας, είχε στα καθήκοντά του τη σύνταξη και τον έλεγχο των τίτλων κυριότητας των αγροτεμαχίων διανομής προς τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας . Η τότε Νομαρχία Πρέβεζας στεγαζόταν σε ένα διώροφο μεγάλο «επιβλητικό» κτήριο με κήπο, στην οδό Σπηλιάδου 10, ιδιοκτησίας Πάλιου, που έχει γκρεμισθεί και εκεί ανεγέρθησαν δύο συνεχόμενες πολυκατοικίες.Το σπίτι που νοίκιασε και έμεινε τις τελευταίες μέρες της ζωής του ο Καρυωτάκης το 1928, βρίσκεται στην οδό Δαρδανελίων, στο λεγόμενο Σεϊτάν Παζάρ. Διατηρείται ακόμα ανέπαφο, υπάρχει αναμνηστική πλάκα, και κατοικούταν τη δεκαετία του '90 από την κυρία Λελόβα, κόρη της κυρίας Καλλιόπης Λυγκούρη (Πόπη), σπιτονοικοκυράς του Καρυωτάκη η οποία έχει πεθάνει και σήμερα κατοικείται από άλλους απογόνους. Η σπιτονοικοκυρά του Καρυωτάκη, Πηνελόπη Λυγκούρη, νεαρή κοπέλα το 1928 δήλωσε στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού ότι «στο σπίτι ο Καρυωτάκης δεν είχε καθόλου βιβλία, παρά μόνο χειρόγραφα δικά του, τα οποία μετά το θάνατό του δεν ήξερε ότι ήταν ποιήματα και τα πέταξε»!!!. Επίσης δήλωσε ότι "Είχε τρία κουστούμια γαλλικά, που αγόρασε στο Παρίσι και ήταν πάντα άψογα ντυμένος με γραβάτα".. Λέγεται επίσης προφορικά, ότι "ο Καρυωτάκης ήρθε σε ρήξη με τον τότε Νομάρχη, ο οποίος πιθανώς χρηματιζόταν με λίρες Μικρασιατών στο θέμα της μη ισότιμης και δίκαιης παροχής αγροτεμαχίων".

Στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού, ο δήμαρχος Πρέβεζας τη διετία 1977-1978, Ηρακλής Ντούσιας, περιέγραψε ότι, δύο ώρες προ της αυτοκτονίας του, περί τις 2.30 μ.μ., ο Καρυωτάκης πήγε στο τότε παραλιακό καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος» στη θέση Βρυσούλα, ιδιοκτησίας τότε Νιόνιου Καλλίνικου, όπου παρήγγειλε και ήπιε μια βυσσινάδα. Ο καφεπώλης παραξενεύτηκε τότε, γιατί ο ποιητής τού άφησε στο τραπέζι 75 δραχμές πουρμπουάρ, ενώ η τιμή του αναψυκτικού ήταν 5 δρχ. Ζήτησε ένα τσιγάρο να καπνίσει και μια κόλλα χαρτί (τετράδιο) όπου έγραψε τις τελευταίες σημειώσεις του, οι οποίες βρέθηκαν στην τσέπη του και διασώθηκαν. Στο τέλος των σημειώσεων αυτών έγραψε μεταξύ των άλλων: «Συνιστώ σε όσους σκοπεύουν να αυτοκτονήσουν, να αποφύγουν τη μέθοδο του πνιγμού, εάν γνωρίζουν καλό κολύμπι. Εγώ ταλαιπωρήθηκα στη θάλασσα 10 ώρες και δεν κατάφερα τίποτα!». Ο γιος του οπλοπώλη Ιωάννη Αναγνωστόπουλου, πολιτικός μηχανικός ΤΕ, δηλώνει στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού ότι «την προηγουμένη ημέρα τής αυτοκτονίας ο Καρυωτάκης αγόρασε από το κατάστημα του πατέρα του ένα πιστόλι, με το οποίο επέστρεψε σε λίγες ώρες διαμαρτυρόμενος ότι είχε βλάβη, ενώ είχε ξεχάσει να βγάλει την ασφάλεια». Αυτό εξηγήθηκε ως πρόθεσή του να αυτοκτονήσει αυθημερόν. Το πιστόλι αυτό είναι τύπου Pieper Bayard 9mm, παραχωρήθηκε από τους απογόνους της οικογένειας Καρυωτάκη και εκτίθεται από το 2003 στο «Μουσείο Μπενάκη» στην Αθήνα (κτίριο Α, Βασ. Σοφίας). Τελικά, στις 21 Ιουλίου 1928, το απόγευμα 4.30 μ.μ., και σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο Κώστας Καρυωτάκης περπάτησε από το καφενείο «Ουράνιος Κήπος» της Βρυσούλας προς τη θέση Βαθύ της Μαργαρώνας, μια απόσταση περίπου 400 μέτρων. Ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε με πιστόλι στην καρδιά. Η τότε χωροφυλακή τράβηξε φωτογραφία του πτώματος η οποία έχει δημοσιευθεί και τον δείχνει κουστουμαρισμένο, με ψαθάκι και με το χέρι με το πιστόλι στο στήθος. Στη θέση αυτή βρίσκεται σήμερα το στρατόπεδο των καυσίμων της 8ης Μεραρχίας Πεζικού και υπάρχει εκεί αναμνηστική μαρμάρινη επιγραφή που τοποθέτησε η Περιηγητική Λέσχη Πρέβεζας το 1970. Η πινακίδα γράφει: «Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης»

Ο Γιάννης Ρίτσος (Μονεμβασιά, 1 Μαΐου 1909 - Αθήνα, 11 Νοεμβρίου 1990)



Ο Γιάννης Ρίτσος (Μονεμβασιά, 1 Μαΐου 1909 - Αθήνα, 11 Νοεμβρίου 1990) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες ποιητές  με διεθνή φήμη και ακτινοβολία[5]. Δημοσίευσε πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, είκοσι δύο μυθιστορήματα, 1 θεατρικό έργο και μελέτες. Τα έργα του συμπληρώνουν πολλές μεταφράσεις, χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα. Αρκετά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες. Πολιτικά ανήκε στην Αριστερά (συγκεκριμένα στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας και την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά όταν το ΚΚΕ βρισκόταν στη παρανομία).

Ο Ρίτσος νόσησε από φυματίωση, ξεπέρασε την ασθένεια (πράγμα δύσκολο για την εποχή) και πέρασε από υλικές και ηθικές δοκιμασίες. Στο σανατόριο του «Σωτηρία», όπου νοσηλευόταν, ήρθε κοντά με τον μαρξισμό και την Αριστερά, πράγματα που επηρέασαν βαθύτατα την ποίησή του και τον τρόπο ζωής του. Αφού πέρασε από διάφορα σανατόρια, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως αυτοδίδακτος σκηνοθέτης στην Εργατική Λέσχη και ως ηθοποιός και χορευτής σε επιθεωρήσεις.

Η αγωνιστική του έφεση και η επαναστατική του φύση τον οδηγούν στην προσχώρηση του κινήματος των «Πρωτοπόρων» και κατόπιν, το 1942, στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, ενώ έγινε μέλος και του Κ.Κ.Ε. Αργότερα αρχίζουν οι εξορίες στη Λήμνο, στη Μακρόνησο και στον Άγιο Ευστράτιο. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, προσχώρησε στην Ε.Δ.Α. Το 1956 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση και στην Κούβα. Κατά τη διάρκεια της χούντας των Συνταγματαρχών εξορίστηκε και πάλι, αρχικά στη Γυάρο και κατόπιν στη Λέρο[8]. Με το πέρας της δικτατορίας και τη μεταπολίτευση, ο Ρίτσος έγινε ευρέως γνωστός, τόσο στον ελλαδικό χώρο, όσο και στο εξωτερικό, ενώ ακολούθησαν πολλές διακρίσεις και βραβεύσεις.

Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο Επιτάφιος και η Ρωμιοσύνη είναι κάποια από τα σημαντικότερα ποιήματα του Ρίτσου, ενώ έχει κάνει και πολλές μεταφράσεις ξένων ποιητών όπως του Ναζίμ Χικμέτ, του Αλεξάντρ Μπλοκ, του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι κ.ά.[9] Πολλά ποιήματα του Ρίτσου έχουν μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη, γνωστότερα εξ αυτών: Η Ρωμιοσύνη και ο Επιτάφιος αλλά και άλλα[10]. Μεταξύ των τιμητικών διακρίσεων του Ρίτσου περιλαμβάνονται το κρατικό βραβείο ποίησης και το βραβείο Λένιν

Τετάρτη, Νοεμβρίου 10, 2021

ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΡΕΜΠΩ (20 Οκτωβρίου 1854 - 10 Νοεμβρίου 1891) ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ απόσπασμα


  

ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΡΕΜΠΩ (20 Οκτωβρίου 1854 - 10 Νοεμβρίου 1891)
ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ απόσπασμα

Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου
και τη βρήκα πικρή και τη βλαστήμησα
οπλίστηκα ενάντια στη δικαιοσύνη. Δραπέτευσα...
Ω μάγισσες, μιζέρια, μίσος
εσείς θα διαφυλάξετε το θησαυρό μου.
Κατόρθωσα να σβήσω απ' τα λογικά μου
κάθε ελπίδα ανθρώπινη.

Με ύπουλο σάλτο χίμηξα σα θηρίο
πάνω σ' όλες τις χαρές σας να τις κατασπαράξω.
Επικαλέστηκα τους δήμιους
να δαγκάσω, πεθαίνοντας,
τα κοντάκια των όπλων τους.
Επικαλέστηκα κάθε οργή και μάστιγα
να πνιγώ στο αίμα, στην άμμο
η απόγνωση ήταν ο θεός μου.
Κυλίστηκα στη λάσπη
στέγνωσα στον αέρα του εγκλήματος
ξεγέλασα τη τρέλα
και η άνοιξη μου πρόσφερε
το φρικαλέο γέλιο του ηλίθιου.

Τρίτη, Νοεμβρίου 09, 2021

Μελισσάνθη Ελληνίδα ποιήτρια



9 Νοεμβρίου 1990 (31 χρόνια πριν) πέθανε:

Μελισσάνθη Ελληνίδα ποιήτρια

Η Μελισσάνθη, το πραγματικό όνομα της οποίας ήταν Ήβη Κούγια-Σκανδαλάκη (7 Απριλίου 1907 – 9 Νοεμβρίου 1990), ήταν Ελληνίδα ποιήτρια.

Βιογραφικά στοιχεία

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 1907 και σπούδασε γαλλική και γερμανική φιλολογία στο Γαλλικό Ινστιτούτο και στην Abendschule Αθηνών. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και καθηγήτρια γαλλικών. Ασχολήθηκε με την ποίηση και το 1930 εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή (Φωνές εντόμου). Η δεύτερη συλλογή της (Προφητείες) απετέλεσε φιλολογικό γεγονός, και μάλιστα ο Μιλτιάδης Μαλακάσης καυχιόταν ότι παρουσίασε πρώτος αυτό το ποιητικό «φαινόμενο», που «πραγματικά αγγίζει το θαύμα». Ακολούθησαν άλλες επτά συλλογές. Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της τιμήθηκε[1] με τον έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών (1936), με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1965), με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1976), με το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη κ.ά.

Η ποίησή της χαρακτηρίζεται από ευαισθησία, στοχασμό, αγωνία για τον άνθρωπο και τα προβλήματά του.

Απεβίωσε στις 9 Νοεμβρίου 1990, ταλαιπωρημένη από τον καρκίνο, και ενταφιάστηκε στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών. Ήταν παντρεμένη από το 1932 με τον δικηγόρο και πολιτικό Ιωάννη Σκανδαλάκη.

Εκτός από τις επιμέρους τιμητικές διακρίσεις έργων της, η Μελισσάνθη τιμήθηκε για το σύνολο της ποιητικής προσφοράς της με το παράσημο Χρυσό Σταυρό του Βασιλικού Τάγματος της Ευποιίας.
Εργογραφία
Ποιητικές συλλογές
Φωνές εντόμου, Αθήνα 1930
Προφητείες, Αθήνα 1931
Φλεγόμενη βάτος, Αθήνα 1935
Ο γυρισμός του ασώτου, εκδ. «Αντωνόπουλος», Αθήνα 1936, 22 σελ. (έπαινος Ακαδημίας Αθηνών το 1938 — στη β΄ έκδοση)
Ωσαννά (1939)
Λυρική εξομολόγηση (1945, εύφημος μνεία Βραβείου Κωστή Παλαμά)
Η εποχή του ύπνου και της αγρύπνιας (1950)
Το ανθρώπινο σχήμα (1961)
Το φράγμα της σιωπής (1965, Κρατικό Βραβείο Ποίησης)
Θεατρικό έργο
Ο μικρός αδελφός (1960, Σκιαρίδειο Βραβείο Παιδικού Θεάτρου)

Παρασκευή, Νοεμβρίου 05, 2021

Κ ΟΥΡΑΝΗΣ "Koρίτσια τοῦ παλιοῦ καιροῦ..."




Κ ΟΥΡΑΝΗΣ "Koρίτσια τοῦ παλιοῦ καιροῦ..."

Κορίτσια τοῦ παλιοῦ καιροῦ, Ἀθηναΐς, Εἰρήνη:
μορφές, μέσα στὴ μνήμη μου, χιμαιρικὲς κι ὡραῖες,
σὰ ρόδινες σ᾿ ἀκίνητα βάλτων νερὰ νυμφαῖες,


-τὸν τόπο ἀφότου ἀφήσατε, τί νά ῾χετε ἀπογίνει,
κορίτσια τοῦ παλιοῦ καιροῦ, Ἀθηναΐς, Εἰρήνη;

Ποιοὶ τάχα νὰ σᾶς χαίρουνται, σὲ ποιὰ νὰ ζεῖτε ξένα,
ὢ σεῖς ποὺ μὲ μαγεύατε, παιδί, στὴν ἐπαρχία,
ὅπως μαγεύουν ἔναστρης νυχτιᾶς τὴν ἡσυχία
γλυκιὲς φωνὲς ποὺ τραγουδᾶν τραγούδια εὐτυχισμένα,
ποιοὶ τάχα νὰ σᾶς χαίρουνται, σὲ ποιὰ νὰ ζεῖτε ξένα;

Σὰ νά ῾ρθαν καὶ σᾶς πήρανε κουρσάρικα καράβια,
οὔτ᾿ ἕνα μήνυμα ἀπὸ σᾶς δὲν ᾖρθε τώρα χρόνια!
Ρημάξανε τὰ σπίτια σας -κι ἀπ᾿ τὰ ψηλὰ μπαλκόνια
μόνες οἱ γριὲς οἱ βάγιες σας κοιτᾶνε πρὸς τὰ βράδια:
σὰ νά ῾ρθαν καὶ σᾶς πήρανε κουρσάρικα καράβια...

ΠΙΝΑΚΑΣ -Renoir‑"Two Young Girls at the piano"

Παρασκευή, Οκτωβρίου 29, 2021

Γιώργος Σαραντάρης, Ακόμα δεν μπόρεσα


Γιώργος Σαραντάρης, Ακόμα δεν μπόρεσα
Ακόμα δεν μπόρεσα να χύσω ένα δάκρυ
πάνω στην καταστροφή
δεν κοίταξα ακόμα καλά τους πεθαμένους,
δεν πρόφτασα να δω πως λείπουνε
από τη συντροφιά μου,
πως έχασαν τον αέρα που εγώ αναπνέω
και πως η μουσική των λουλουδιών,
ο βόμβος των ονομάτων που έχουνε τα πράγματα
δεν έρχεται στ' αυτιά τους·
ακόμα δεν χλιμίντρισαν τ' άλογα
που θα με φέρουν πλάι τους.
Να τους μιλήσω,
να κλάψω μαζί τους
και ύστερα να τους σηκώσω όρθιους·
όλοι να σηκωθούμε σαν ένας άνθρωπος,
σαν τίποτα να μην είχε γίνει
σαν η μάχη να μην είχε περάσει πάνω από τα κεφάλια μας.

Δημοφιλείς αναρτήσεις Τελευταίες 7 ημέρες