Κυριακή, Μαΐου 16, 2021

Σαρλ Περώ (Charles Perrault, Παρίσι, 12 Ιανουαρίου 1628 – 16 Μαΐου 1703)

Charles.Perrault.jpg


Ο Σαρλ Περώ (Charles Perrault, Παρίσι, 12 Ιανουαρίου 1628 – 16 Μαΐου 1703) ήταν Γάλλος λαογράφος και συγγραφέας, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε αρχικά ως υπεύθυνος των βασιλικών κτηρίων. Άρχισε να γίνεται γνωστός ως λογοτέχνης το 1660 περίπου με ερωτικά ποιήματα. Αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή του στη μελέτη της ποίησης και των καλών τεχνών. Ήταν αδελφός του Κλωντ Περώ (Claude Perrault, 1613 – 1688), αρχιτέκτονα του Λούβρου.

Ο Σαρλ Περώ διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη φιλολογική διαμάχη αναφορικά με την υπεροχή αρχαίων και νεότερων συγγραφέων. Το 1671 ο Περώ εκλέχτηκε στη Γαλλική Ακαδημία, όπου διάβασε το 1687 το ποίημά του «Ο αιώνας του Μεγάλου Λουδοβίκου» (Le siècle de Louis le Grand, 1687), με αφορμή του οποίου η Γαλλική Ακαδημία διχάστηκε και ξέσπασε η αποκαλούμενη «Διαμάχη των Παλαιών και των Νέων».

Στη διαμάχη αυτή, ο Περώ έλαβε μέρος με τους «Παραλληλισμούς των Παλαιών και των Νέων» (Paralleles des Anciens et des Modernes, 1688 – 1698, 4 τόμοι), υποστηρίζοντας την υπεροχή και τοποθετώντας σε υψηλότερη θέση τους συγχρόνους του συγγραφείς, όπως τον Μολιέρο και τον Φρανσουά ντε Παλέρμπ, από τους αρχαίους κλασικούς Έλληνες και Ρωμαίους συγγραφείς. Βασικός του αντίπαλος σ’ αυτή τη διαμάχη ήταν ο Νικολά Μπουαλώ – Ντεπρώ (Nicolas Boileau – Despreaux, 1636 - 1711).

Ο Σαρλ Περώ είναι όμως περισσότερο γνωστός σ’ όλο τον κόσμο από τη συλλογή παραμυθιών για παιδιά, που περιλαμβάνονται στις «Ιστορίες της μαμάς μου της χήνας» (Contes de ma mere l’ oye, 1697), που τα έγραψε για τη διασκέδαση των παιδιών του και που έφεραν στη λογοτεχνία τη μόδα των «παραμυθιών» (contes de fees). Ανάμεσα σ’ αυτά περιλαμβάνονται η «Κοκκινοσκουφίτσα», η «Σταχτοπούτα», «Ο Παπουτσωμένος Γάτος», «Η Ωραία Κοιμωμένη», «Κυανοπώγων», «Ο Κοντορεβιθούλης» κ. ά.
Μνημείο Σαρλ ΠερώΣτον Κήπο του Κεραμεικού (Jardin des Tuileries) στο Παρίσι ανεγέρθηκε το 1908 περίτεχνο μαρμάρινο μνημείο προς τιμήν του Γάλλου συγγραφέα Σαρλ Περώ, με γλυπτές παραστάσεις στη βάση του ηρώων από τα παραμύθια του (π. χ. παπουτσωμένος γάτος), έργο του Γάλλου γλύπτη Γκαμπριέλ Εντουάρ Μπατίστ Πες (Gabriel Edouard Baptiste Pech, 1854 - 1908).

Βίδες με σπανάκι και σάλτσα φέτας


 







Βίδες με σπανάκι και σάλτσα φέτας

Υλικά 
 δυο μπώλ βρασμένες βίδες
ένα μπωλ σπανάκι κομμένο
50 γρ φέτα
δυο κουταλιες τυρί κρέμα
μια κουταλιά ελαιόλαδο
ένα κουταλάκι πελτέ και μια κουταλιά βασιλικό ψιλοκομένο


Πιρς Μπρένταν Μπρόσναν (Pierce Brendan Brosnan, 16 Μαΐου 1953)

PierceBrosnanCannesPhoto2.jpg


Ο Πιρς Μπρένταν Μπρόσναν (Pierce Brendan Brosnan, 16 Μαΐου 1953) είναι Ιρλανδός ηθοποιός.

Είναι ο πέμπτος κατά σειρά ηθοποιός που υποδύθηκε τον Τζέιμς Μποντ, σε τέσσερις ταινίες, από το 1995 μέχρι το 2002. Άλλη μεγάλη στιγμή της καριέρας του ήταν το μιούζικαλ Mamma Mia! Η Ταινία το 2008.

Από το 2004 ο Μπρόσναν έχει παράλληλα με την ιρλανδική και την αμερικανική υπηκοότητα.

Παιδική ηλικία

Ο Μπρόσναν ήταν μοναχογιός και μεγάλωσε στην πόλη Νέβαν της Ιρλανδίας με τον παππού και τη γιαγιά του, καθώς ο πατέρας του είχε φύγει όταν ήταν μωρό και η μητέρα του είχε πάει στο Λονδίνο για να εργαστεί ως νοσοκόμα. Μετά το θάνατο του παππού και της γιαγιάς του έζησε μέχρι τα δέκα του περίπου χρόνια με διάφορους συγγενείς και γνωστούς. Τελικά στα μέσα της δεκαετίας του '60 πήγε να μείνει με την μητέρα του και τον πατριό του, αρχικά σε ένα χωριό της Σκωτίας και αργότερα στο Λονδίνο.

Όσο ζούσε στην Ιρλανδία πήγαινε σε ένα σχολείο που λειτουργούσε υπό τη διεύθυνση της θρησκευτικής κοινότητας των Χριστιανών Αδελφών (Christian Brothers). Για την εκπαίδευση στο συγκεκριμένο σχολείο ο Μπρόσναν σε διάφορες συνεντεύξεις του έχει εκφράσει την απέχθειά του, επικρίνοντας την καταπίεση που ασκούσαν οι Χριστιανοί Αδελφοί, τους οποίους χαρακτήρισε υποκριτές, στους μαθητές. Στο Λονδίνο γράφτηκε στο Elliott School το οποίο εγκατέλειψε στα δεκαέξι του. Θέλοντας να γίνει ζωγράφος γράφτηκε στο Central Saint Martins College of Art and Design, στη συνέχεια για ένα διάστημα εργάστηκε σε ένα τσίρκο και αργότερα σπούδασε τρία χρόνια στο Drama Centre London.
Έναρξη της καριέρας του

Μετά την αποφοίτησή του από το Drama Centre London το 1975, ξεκίνησε να δουλεύει ως βοηθός διευθυντή σκηνής στο Βασιλικό Θέατρο του Γιόρκ (York Theatre Royal), όπου έκανε και το ντεμπούτο του ως ηθοποιός στο έργο Wait Until Dark. Στη συνέχεια επιλέχτηκε από τον Τένεσι Ουίλιαμς για τον ρόλο του McCabe στο έργο The Red Devil Battery Sign και το 1977 από τον Φράνκο Τζεφιρέλι για το έργο Filumena του Εντουάρντο Ντε Φίλιππο (Eduardo De Filippo).

Εμφανίστηκε σε μικρούς ρόλους στις ταινίες The Long Good Friday(1980) και The Mirror Crack'd(1980) και στις τηλεοπτικές σειρές The Professionals, Murphy's Stroke και Play for Today.
Εγκατάσταση στην Αμερική

Στις Η.Π.Α, όπου εγκαταστάθηκε το 1982, έγινε ιδιαίτερα γνωστός με την τηλεοπτική μίνι σειρά Manions of America στην οποία είχε πρωταγωνιστικό ρόλο. Άλλη δημοφιλής τηλεοπτική σειρά στην οποία πρωταγωνίστησε ο Πίρς Μπρόσναν ήταν η αστυνομική σειρά Remington Steele (1982-1987) του NBC. Εμφανίστηκε επίσης στις ταινίες Το Τέταρτο Πρωτόκολλο (The Fourth Protocol)(1987), The Deceivers και Noble House (και οι δύο το 1988), The Lawnmower Man (1992) και Mrs. Doubtfire (1993).
Τζέιμς Μποντ

Ο Πιρς Μπρόσναν υποδύθηκε τον Τζέιμς Μποντ τέσσερις φορές. Πρώτη φορά ήταν το 1995 στην ταινία GoldenEye. Ακολούθησε δύο χρόνια αργότερα η ταινία Το αύριο δεν πεθαίνει ποτέ (Tomorrow Never Dies). Τρίτη φορά ήταν το 1999 στην ταινία Ο κόσμος δεν είναι αρκετός (The World Is Not Enough) ενώ τελευταία ταινία ήταν το Die Another Day το 2002.

Ο Πιρς Μπρόσναν είχε προταθεί πρώτη φορά για το ρόλο του Τζέημς Μποντ το 1987 αλλά καθώς δεσμευόταν ακόμα από το συμβόλαιο του στη σειρά Remington Steele, είχε αρνηθεί την πρόταση. Έτσι το 1987 και το 1989 το Βρετανό πράκτορα υποδύθηκε στις ταινίες The Living Daylights και Licence to Kill αντίστοιχα ο Τίμοθυ Ντάλτον.

Στα σοκάκια της Σεβίλης

 


Μαρία Γκαετάνα Ανιέζι (ιταλικά Maria Gaetana Agnesi, 16 Μαΐου 1718 - 9 Ιανουαρίου 1799)


Maria Gaetana Agnesi.jpg

Η Μαρία Γκαετάνα Ανιέζι (ιταλικά Maria Gaetana Agnesi, 16 Μαΐου 1718 - 9 Ιανουαρίου 1799) ήταν Ιταλίδα μαθηματικός, φιλόσοφος και φιλάνθρωπος. Θεωρείται η πρώτη συγγραφέας βιβλίου που πραγματευόταν ταυτόχρονα τόσο τον διαφορικό όσο και τον ολοκληρωτικό λογισμό και ήταν επίτιμη διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Μπολόνια.

Αφιέρωσε τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες της ζωής στη μελέτη της θεολογίας (ιδιαίτερα της πατρολογίας) και σε φιλανθρωπικό έργο στην υπηρεσία των φτωχών, στους οποίους άνοιξε το σπίτι της, όπου δημιούργησε ένα νοσοκομείο.

Ήταν αδελφή της συνθέτριας και τσεμπαλίστριας Μαρίας Τερέζας Ανιέζι Πινοτίνι.

Είναι γνωστή για τη μαθηματική καμπύλη που ονομάστηκε «μάγισσα της Ανιέσι» αν και δεν την εφηύρε εκείνη.

Τα πρώτα χρόνια

Η Μαρία Γκαετάνα Ανιέζι γεννήθηκε στο Μιλάνο σε μια εύπορη και μορφωμένη οικογένεια.Ο πατέρας της Πιέτρo Ανιέζι, καθηγητής μαθηματικών στον Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, ήθελε να ανέλθει στη μιλανέζικη αριστοκρατία. Για να πετύχει το στόχο του παντρεύτηκε την Άννα Φορτουνάτα Μπρίβιο το 1717. Ο θάνατος της μητέρας της Μπρίβιο της έδωσε την αφορμή για να αποτραβηχτεί από το δημόσιο βίο και να ασχοληθεί με τη διαχείριση του νοικοκυριού της.

Το πτυχίο της Ανιέζι από το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια

Η Μαρία θεωρήθηκε από μικρή παιδί-θαύμα. Μιλούσε τόσο ιταλικά όσο και γαλλικά ήδη από τα πέντε της. Μέχρι τα έντεκα της είχε μάθει επίσης ελληνικά, εβραϊκά, ισπανικά, γερμανικά και λατινικά και την αποκαλούσαν «επτάγλωσση ρήτωρ». Ανέλαβε μέχρι και τη διδασκαλία των μικρότερων αδερφών της. Όταν ήταν εννιά συνέγραψε και απάγγειλε μια ομιλία διάρκειας μιας ώρας στα Λατινικά σε μερικούς από τους πιο διακεκριμένους διανοούμενους της εποχής. Το θέμα ήταν το δικαίωμα των γυναικών στην εκπαίδευση.

Η Ανιέζι υπέφερε από μια άγνωστη αρρώστια στην ηλικία των 12 η οποία θεωρήθηκε πως οφειλόταν στην υπερβολική της μελέτη και για θεραπεία υποχρεώθηκε σε εντατικά μαθήματα χορού και ιππασίας. Η θεραπεία δεν δούλεψε και η Ανιέζι άρχισε να πάσχει από έντονους σπασμούς, με αποτέλεσμα να της επιτραπεί να μετριάσει τα μαθήματα. Στην ηλικία των δεκατεσσάρων είχε ξεκινήσει να μελετάει βλητική και γεωμετρία. Όταν ήταν δεκαπέντε ο πατέρας της ξεκίνησε να φιλοξενεί τακτικά μερικούς από τους πιο μορφωμένους άντρες της Μπολόνια, στους οποίους παρουσίασε μια σειρά θέσεων επάνω σε πραγματικά δυσνόητα φιλοσοφικά ερωτήματα. Καταγραφές αυτών των συναντήσεων υπάρχουν στο βιβλίο του Σαρλ ντε Μπρος Lettres sur l'Italie (γράμματα περί της Ιταλίας) και στο Propositiones Philosophicae (φιλοσοφικές προτάσεις) που εξέδωσε ο πατέρας της το 1738, μια καταγραφή της τελευταίας της παράστασης κατα τη διάρκεια της οποίας υποστήριξε 190 θέσεις.

Ο πατέρας της παντρεύτηκε δύο φορές μετά το θάνατο της μητέρας της και η Ανιέζι κατέληξε να είναι η μεγαλύτερη από 23 αδέρφια, περιλαμβανομένων των ετεροθαλών της. Εκτός από τις παραστάσεις και τις σπουδές της, ήταν υπεύθυνη και να διδάσκει τα αδέρφια της. Αυτή της η υποχρέωση την εμπόδισε να εκπληρώσει την επιθυμία της να ενταχθεί σε μονή, απόρροια της έντονης θρησκευτικότητας που είχε αναπτύξει. Αν και ο πατέρας της αρνήθηκε να της το επιτρέψει, συμφώνησε να την αφήσει να ζήσει μια ημιασκητική ζωή, χωρίς κοινωνικές επαφές, αφιερωμένη στη μελέτη των μαθηματικών. Εκείνη την περίοδο μελέτησε τόσο τον διαφορικό όσο και τον ολοκληρωτικό λογισμό. Οι άλλοι φιλόσοφοι την θεωρούσαν ιδιαίτερα όμορφη και η οικογένεια της ήταν μια από τις πλουσιότερες του Μιλάνου. Η Μαρία στη συνέχεια έγινε καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια.

Ταλιατέλες με σάλτσα μουστάρδας


 για μεγέθυνση ροδάκι νέα καρτέλα με φακό +-

Τζορτζ Πολκ

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/1/16/Lt._George_W._Polk%2C_USNR%2C_c1943.jpg

Η υπόθεση Πολκ αφορά την ανεξιχνίαστη δολοφονία του Αμερικάνου δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ στη μεταπολεμική περίοδο που συγκλόνισε την Ελλάδα και είχε τεράστιες διεθνείς προεκτάσεις.

Τζορτζ Πολκ 

Ο Τζορτζ Πολκ γεννήθηκε στο Τενεσί του Τέξας το 1913. Ήταν γιος του δικηγόρου Τζέιμς Πολκ, και απόγονος του προέδρου των ΗΠΑ Τζέιμς Νοξ Πολκ. Μεγαλώνοντας εγκαταστάθηκε στην Αλάσκα όπου άρχισε να ασχολείται με τη δημοσιογραφία. 

Το 1939 πήγε στην Άπω Ανατολή σαν ανταποκριτής της εφημερίδας New York Herald Tribune. Προς το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πόλεμου επέστρεψε στην πατρίδα του και κατατάχθηκε στην Αεροπορία του Ναυτικού. Μετά το τέλος του πολέμου εργάθηκε σαν ελεύθερος ρεπόρτερ στο δίκτυο CBS. Το 1947 έρχεται στην Ελλάδα όπου γνωρίζει την αεροσυνοδό Ρέα Κοκκώνη την οποία και παντρεύεται. 

Στις 16 Μαΐου του 1948, βρίσκεται δολοφονημένος στο Θερμαϊκό, κοντά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Βρετανοί του σήμερα απόγονοι των Ρωμαίων


Ένα εκατομμύριο Βρετανών ανδρών φαίνεται ότι κατάγεται από τους εισβολείς

Οι Ρωμαίοι εγκατέλειψαν τη Βρετανία κατά τον πρώιμο 5ο αι. αφήνοντας πίσω τους το Τείχος του Αδριανού και άλλα δημόσια κτίσματα μαζί με μια σειρά πόλεων, δρόμων και στρατοπέδων. Εντούτοις, σύμφωνα με νεότερες έρευνες, αυτό που κράτησε περισσότερο από αυτούς βρίσκεται στα χρωμοσώματα των Βρετανών, καθώς ένα εκατομμύριο Βρετανών ανδρών φαίνεται ότι κατάγεται από τους εισβολείς.
Μια γενετική μελέτη σε δείγμα 5.000 ατόμων έδειξε ότι πάνω από πέντε εκατομμύρια Άγγλοι και Ουαλοί φέρουν ξεχωριστές γενετικές υπογραφές που βρίσκονται συχνά, και μάλλον έχουν τις απαρχές τους, στην Ιταλία. Ακόμη, τα γενετικά χαρακτηριστικά αυτά είναι σπάνια σε περιοχές που γνώρισαν λίγο ή καθόλου τη ρωμαϊκή κατάκτηση, όπως η Σκωτία και η Ιρλανδία. Έτσι, αν και η επιστήμη δεν μπορεί ακόμη να βρει το πότε εισήχθησαν τα γενετικά χαρακτηριστικά του κάθε ατόμου, οι επιστήμονες υπολογίζουν ότι ο ερχομός των Ρωμαίων ευθύνεται για το λιγότερο το ένα τέταρτο των συνολικών ιταλικών χαρακτηριστικών.
Οι Ρωμαίοι έφτασαν στη Βρετανία το 43 μ.Χ, για να απαρτίσουν με τον ερχομό τους το 8% του συνολικού ανδρικού πληθυσμού της χώρας. Όπως αναφέρει το άρθρο της εφημερίδας Telegraph, «Οι επιστήμονες ανέλυσαν γενετικό υλικό από το χρωμόσωμα Υ που κληρονομείται στους άνδρες και ταύτισαν πέντε σπάνιους τύπους που είναι όμως ασυνήθιστα συχνοί μεταξύ Άγγλων, Ουαλών και Ιταλών ανδρών. Ο πιο χαρακτηριστικός αυτός τύπος είναι ο Αλπικός (R1b-S28), που βρίσκεται στο 13% των Ιταλών, στο 6,5% των Άγγλων και Ουαλών αλλά μόνο στο 4,3 των Σκωτσέζων και το 1,8 των Ιρλανδών.
Εφαρμόζοντας τους αριθμούς αυτούς στον συνολικό πληθυσμό, συστήνεται ότι 1,6 εκ. Άγγλοι και Ουαλοί φέρουν το Αλπικό γενετικό αποτύπωμα. 2,3 εκ. περισσότεροι επίσης φέρουν μία από τις τέσσερις άλλες γενετικές υπογραφές που ταύτισε η έρευνα». Και ο συνολικός αριθμός θα πρέπει να είναι ακόμη μεγαλύτερος δεδομένου ότι οι αριθμοί αυτοί αντιπροσωπεύουν τους ανθρώπους που σχετίζονται με τους Ρωμαίους μόνο μέσω των αρσενικών προγόνων τους.
Ο δρ. Τζιμ Γουίλσον, της εταιρείας BritainsDNA εξηγεί: «Σίγουρα κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικές γενετικές κληρονομιές. Αυτό συστήνει ότι ένας σημαντικός αριθμός γυναικών και ανδρών κατάγονται από τους Ρωμαίους από γενεαλογίες διαφορετικές από την πατρογονική τους [...]. Δε μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το αν κάθε ξεχωριστό άτομο κατάγεται από τους Ρωμαίους αλλά στο γενικό πληθυσμό των ανθρώπων που ανήκουν στις πέντε αυτές γενετικές ομάδες, ένα ποσοστό μπορεί, και πρέπει να είναι, σχετικά περισσότερο από ένα εκατομμύριο».
Τα αποτελέσματα της έρευνας παρουσιάστηκαν στη διοργάνωση Who Do You Think You Are? Roadshow στο Λονδίνο.
http://arxaia-ellinika.blogspot.gr/2013/05/vretanoi-tou-shmera-apogonoi-twn-rwmaiwn.html

Γιια τον έλεγχο στη Μέση Ανατολή


Χάρτης Συμφωνίας Σάικς–Πικό, περίγραμμα επιστολής Πωλ Καμπόν προς Σερ Έντουαρντ Γκρέι, 9 Μαΐου 1916
Δημιουργήθηκε Νοέμβριος 1915 – Μάρτιος 1916
Παρουσιάστηκε 23 Νοεμβρίου 1917 από τη ρωσική κυβέρνηση των Μπολσεβίκων
Επικυρώθηκε 16 Μαΐου 1916
Συντάκτης

Μαρκ Σάικς
Φρανσουά Ζωρζ-Πικό
Υπογράφοντες

Έντουαρντ Γκρέι
Πωλ Καμπόν
Σκοπός Ο καθορισμός των προτεινόμενων σφαιρών επιρροής και ελέγχου στη Μέση Ανατολή που θα έπρεπε να πετύχει η Τριπλή Αντάντ νικώντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία

Η Συμφωνία Σάικς–Πικό (αγγλικά: Sykes–Picot Agreement, γαλλικά: Accords Sykes-Picot) ήταν μυστικό σύμφωνο που συνήφθη τον Μάιο του 1916, ανάμεσα στη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία και είχε και τη συναίνεση της Ρωσίας. Με αυτό μοιράζονταν σε σφαίρες επιρροής και ελέγχου της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και αρχικά και της Ρωσίας, εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη σημερινή Τουρκία, τη Μέση Ανατολή, το Ιράκ και τη Συρία. Η ονομασία του συμφώνου προέρχεται από τα ονόματα των Μαρκ Σάικς και Φρανσουά Ζωρζ-Πικό, που ήταν οι διπλωμάτες της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας αντίστοιχα και οι οποίοι διαμόρφωσαν τους όρους του.

Ειδικότερα το εν λόγω σύμφωνο προέβλεπε ότι μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου: α) η Ρωσία θα αποκτούσε την επαρχία του Ερζερούμ, του Βαν, της Τραπεζούντας και του Μπιλίς β) η Γαλλία θα αποκτούσε τον Λίβανο, τα παράλια της Συρίας, τα Άδανα, την Κιλικία, το Γκαζίαντεπ, την Ούρφα, το Μαρντίν, το Ντιγιάρμπακιρ και την Μοσούλη γ) η Μεγάλη Βρετανία θα αποκτούσε την νότια Μεσοποταμία με τη Βαγδάτη και τα λιμάνια της Χάιφας και της Άκρας (σημερινό Ισραήλ) και δ) η Παλαιστίνη θα ετίθετο υπο διεθνές καθεστώς. Επίσης προέβλεπε ότι στις περιοχές που θα ήταν στη βρετανική και στη γαλλική σφαίρα επιρροής θα σχηματιζόταν μια συνομοσπονδία αραβικών κρατών ή ένα ανεξάρτητο αραβικό κράτος.

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία (Οκτώβριος 1917) οι Μπολσεβίκοι ανακάλυψαν το μυστικό αυτό σύμφωνο και το δημοσίευσαν στις 23 Νοεμβρίου του 1917 στις εφημερίδες Izvestia και Pravda. Τρεις ημέρες αργότερα δημοσιεύτηκε και στη βρετανική Guardian.

Λακεδαιμόνιοι .... οι πιο ανδρείοι




"Δημάρατε τι λες;! Χίλιοι άνθρωποι να πολεμήσουν έναν τόσο στρατό;!"
Οι Λακεδαιμόνιοι πολεμώντας ένας προς έναν, δεν είναι κατώτεροι κανενός· πολεμώντας όμως πολλοί μαζί, είναι οι πιο ανδρείοι από όλους τους ανθρώπους, καθότι όσο ελεύθεροι κι αν είναι, δεν έχουν απεριόριστη ελευθερία, αλλά υπακούουν σε έναν μόνο ηγέτη, τον νόμο, που τον φοβούνται πολύ περισσότερο από όσοι οι δικοί σου φοβούνται εσένα.
Εκτελούν ό,τι εκείνος τους προστάζει και τους προστάζει πάντα το ίδιο, και δεν τους συγχωρεί αν εγκαταλείψουν τη μάχη, όσο μεγάλο κι αν είναι το πλήθος των αντιπάλων, αλλά μένοντας στη θέση τους, ή θα νικήσουν ή θα πεθάνουν.... http://mythiki-anazitisi.blogspot.gr/2013/05/blog-post_1907.html

 

Τζάνγκο Ράινχαρντ (Django Reinhardt, 23 Ιανουαρίου 1910 - 16 Μαΐου 1953)

Django Reinhardt (Gottlieb 07301).jpg

Ο Τζάνγκο Ράινχαρντ (Django Reinhardt, 23 Ιανουαρίου 1910 - 16 Μαΐου 1953) ήταν πρωτοποριακός βιρτουόζος κιθαρίστας της τζαζ και συνθέτης, που ξεχώρισε για την τεχνική και τη δεξιοτεχνία του, ενώ εφηύρε ένα εντελώς νέο στυλ τεχνικής τζαζ κιθάρας, που πλέον είναι μουσική παράδοση στη γαλλική τσιγγάνικη κουλτούρα. Ανάμεσα στις δημοφιλέστερες συνθέσεις του οι οποίες θεωρούνται πλέον κλασικά κομμάτια της τζαζ μουσικής, είναι τα "Minor Swing", "Daphne","Belleville", "Djangology", "Swing '42", "Nuages".

Παιδική ηλικία

Ο Ζαν Τζάνγκο Ράινχαρντ γεννήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1910 στη Liberchies, μια μικρή πόλη στο ανατολικό Βέλγιο, από τσιγγάνους γονείς. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος των παιδικών του χρόνων σε καταυλισμούς των Ρομά κοντά στο Παρίσι, παίζοντας μπάντζο, κιθάρα και βιολί από μικρή ηλικία. Ήδη στα 13 του, ο Ράινχαρντ ήταν σε θέση να βγάζει τα προς το ζην από τη μουσική.

Τραυματισμός

Στην ηλικία των 18, τραυματίστηκε από πυρκαγιά στο τροχόσπιτο που έμενε με την πρώτη του σύζυγο. Ο ίδιος υπέστη εγκαύματα 1ου και 2ου βαθμού σε πολλά μέρη του σώματός του, ενώ το τρίτο και τέταρτο από τα δάχτυλα του αριστερού χεριού του έμειναν μερικώς παράλυτα. (παράμεσος & μικρός). Έτσι, αναγκάστηκε να επανέλθει στην οργανοπαιξία με έναν εντελώς νέο τρόπο. Έπαιζε όλα τα κιθαριστικά σόλο του με τα δύο δάχτυλα, και χρησιμοποιούσε τα δύο τραυματισμένα μόνο για την απόδοση συγχορδιών.Η περίοδος μεταξύ των ετών 1929 και 1933 ήταν καθοριστική για την εξέλιξή του. Εγκατέλειψε το μπάντζο υπέρ της κιθάρας, ενώ επηρεάστηκε από τις μουσικές των Έντι Λανγκ και Τζο Βενούτι, Λούις Άρμστρονγκ, Ντιούκ Έλινγκτον. Το 1933, συναντιέται με το βιολιστή Stéphane Grappelli, με τον οποίο το 1934 σχηματίζουν στο Παρίσι το Quintette du Hot Club de France.

Η ΜΙΚΡΗ ΣΥΜΜΟΡΙΑ του Σάκη Αθανασιάδη *

 


Η ΜΙΚΡΗ ΣΥΜΜΟΡΙΑ

του Σάκη Αθανασιάδη *
.
Το βουητό του ανέμου δυνάμωνε, τους σκέπασε ένα σύννεφο κόκκινης σκόνης. Τα κλαδιά των δέντρων λύγιζαν σαν πελώρια χέρια, γυμνά σαν αγάλματα από την πρώτη πάχνη του φθινόπωρου. Στο βάδισμά τους σάρωναν ξερά χόρτα που τα έπαιρνε ο βοριάς και τα ταξίδευε στη θάλασσα. Πάνω απ’ τα κεφάλια τους το ακούραστο μάτι του ήλιου έσπερνε κίτρινο.
Φορούσαν κασκόλ και βαριά πανωφόρια, τα μικρά κορμιά τους έδειχναν σαν πάνινες μπάλες. Μέσα Νοέμβρη και ο ήλιος ήταν ανίκανος να τους ζεστάνει. Η λάμψη του μια αυταπάτη θερμότητας. Μόνο το έντονο φως του έμενε, τόσο πολύ που αν το έκοβες σε φέτες και το έκανες εξαγωγή σαν Ελλάδα θα γινόσουν πλούσιος.
Με τις ανάσες τους ζέσταιναν τα χέρια μιλώντας μεταξύ τους συνωμοτικά κι ανέβαιναν όλο και περισσότερο το ύψωμα. Λαχανιασμένοι, αλλά και σίγουροι πως η αποστολή τους άξιζε κάθε θυσία. Στις χούφτες τους κρατούσαν θρίαμβο, μα άφηναν τα χαμόγελα για αργότερα, όταν η αποστολή θα τελείωνε.
Φτάνοντας στο στόχο τους μαζεύτηκαν όλοι πίσω από ένα τοίχο, για να ξεκουραστούν. Με τα μάτια τους έψαξαν τη γύρω περιοχή, δεν υπήρχε κανείς.
«Περιμένετε, θα πάω εγώ» φώναξε ο Κώστας και προχώρησε βιαστικά προς την πόρτα του μικρού ναού.
«Πρόσεχε να μην αφήσεις αποτυπώματα» τους φώναξαν οι άλλοι που έμειναν πίσω.
«Είμαστε τυχεροί, είναι ξεκλείδωτα» είπε λίγο πριν χαθεί μέσα στο εκκλησάκι.
Στάθηκαν όλοι ακίνητοι για ένα λεπτό, ένα λεπτό που έμοιαζε αιώνας, περιμένοντας την τιμωρία από τον ουρανό. Αφού δεν έγινε τίποτε άρχισαν να πανηγυρίζουν.
«Το δάχτυλό σου τρέχει ακόμη αίμα» είπε με συμπόνια ο Παύλος στο φίλο του καθώς άφηναν πίσω τους το εκκλησάκι.
«Το τρύπησα αρκετά» του απάντησε ο Κώστας φέρνοντας το πληγωμένο δάχτυλο στο στόμα, για να σταματήσει την αιμορραγία.
«Πάμε στα αμπέλια να κρυφτούμε κι από εκεί να βλέπουμε τον κόσμο όταν φτάσει» ακούστηκε να λέει ο Δημήτρης που ήταν ο μικρότερος της παρέας, σηκώνοντας ψηλά τα βαριά κιάλια του πατέρα του που είχε μαζί. 
Οι σφεντόνες χτυπούσαν στο στήθος τους καθώς άρχισαν να τρέχουν. Τα πρώτα δέντρα τους έκρυψαν στις σκιές τους. Τα είχαν καταφέρει και κανείς δεν θα καταλάβαινε τίποτα, σίγουρα ήταν ανίκητοι σαν τους ήρωες στα βιβλιαράκια που διάβαζαν. Ήταν ο Μπλέκ, ο Ζαγκόρ, ο Όμπραξ και ο Κάπτεν Μάρκ.
Η μικρή συμμορία ξεχύθηκε στα αμπέλια αναζητώντας κάποιο πουλί να χτυπήσει με τις σφεντόνες της. Ο Παύλος, ο Κώστας, ο Δημήτρης και ο Τάσος, όλοι κάτω από δώδεκα χρονών. Ρουφούσαν τις ιστορίες από τα κόμικς που διάβαζαν και αγωνίζονταν να ξεπεράσουν τους ήρωές τους. Η παιδική τους άγνοια τους απαγόρευε να δουν οτιδήποτε άλλο πέρα από τη χαρά της περιπέτειας, αν και η τιμωρία δεν τους ήταν καθόλου άγνωστη. Η βέργα του δασκάλου παρέμενε μια μόνιμη απειλή. Τα καλοκαίρια που αυτός ο φόβος δεν υπήρχε γύριζαν πάνω κάτω στο χωριό από το πρωί ως το βράδυ και λειτουργούσαν σαν μια μυστική οργάνωση. Με αρχηγό, υπαρχηγό και μέλη.
Με κοντά παντελόνια έτρεχαν στις γειτονιές σημαδεύοντας με τις σφεντόνες τους εκτός από πουλιά και τζαμαρίες. Μερικές φορές έλυναν από τη βοσκή γαιδάρους τους καβαλούσαν κι έτρεχαν στους χωματόδρομους. Το ποτάμι ήταν το μόνο εμπόδιο που έφραζε την πορεία τους. Από τα αγαπημένα παιχνίδια των μικρών φίλων ήταν τα εμπόδια στους περαστικούς. Κρυμμένοι στην άκρη του δρόμου περίμεναν το θύμα τους και μόλις πλησίαζε στο σημείο της ενέδρας τραβούσαν ένα μακρύ σύρμα και ο περαστικός έπεφτε κάτω σα να τον χαστούκιζε ο θεός. Μετά χάνονταν στο σκοτάδι.
Οι μεγάλες απώλειες από χτυπήματα και σχισμένα ρούχα υπήρχαν στις ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις με τις άλλες γειτονιές. Λίγο πριν τη λήξη του αγώνα, όποια ομάδα έχανε μοίραζε κλωτσιές στα τυφλά κι έτσι η μάχη σώμα με σώμα άρχιζε. Συμμαθητές δεν υπήρχαν, μονάχα αντίπαλοι κι έπρεπε να συντριβούν με κάθε τρόπο.
Κουρασμένοι κάθισαν στη ρίζα ενός δέντρου να μετρήσουν τα πουλιά που είχαν χτυπήσει. Ο Κώστας έλειπε, τον έψαχναν με τα μάτια τους. Ξαφνικά από μακριά άκουσαν τη φωνή του.
«Παιδιά ελάτε…»
Την ώρα που είχαν σκαρφαλώσει σε μια αμυγδαλιά ακούστηκε από το χωριό η καμπάνα της εκκλησίας.
«Ξεκινάνε. Σε μια ώρα θα έχουν φτάσει. Μαζέψτε γρήγορα τα αμύγδαλα να βρούμε ένα σημείο να βλέπουμε καλύτερα» μουρμούρισε ο Κώστας.
Οι χωρικοί βάδιζαν αμίλητοι, τα πόδια τους είχαν το βάρος παρατημένων. Η σκόνη έσμιγε με τα χνώτα τους, αδιαμαρτύρητα έγλυφαν την κόκκινη λάσπη. Κανείς δεν θα ήθελε να κρατήσει στη μνήμη του όλα αυτά τα σκαμμένα απ’ τον μόχθο πρόσωπα, όλοι ήθελαν να τα πετάξουν μακριά σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Το ανθρώπινο ποτάμι ανέβαινε με δυσκολία το λόφο. Οι περισσότεροι περπατούσαν έχοντας το κεφάλι σκυμμένο προς τη γη λες και ήθελαν να παρατήσουν την κούρασή τους στο χώμα και να ελευθερωθούν. Πίσω του η κατακίτρινη από την ξηρασία πεδιάδα, δεκάδες χωριά και στο βάθος ο Αξιός ποταμός που το λιγοστό νερό του έφτανε ίσα-ίσα να ξεδιψάσουν τα κοπάδια με τα ζώα.
Θα μπορούσε ο θεός να δώσει εντολή στα σύννεφα να φέρουν βροχή κι όλη αυτή η λύπη να μετατραπεί σε χαρά; Κανείς δεν ήθελε να το συζητήσει με τον διπλανό του. Η τελευταία τους ελπίδα ήταν ο θεός και σε αυτόν έτρεχαν σήμερα. Χωρίς μεγάλη πίστη.
Ο παπάς του χωριού οδηγούσε την πορεία. Ο βοριάς έπαιζε με το άσαρκο κορμί του, συχνά του σήκωνε το ράσο, του έκρυβε το πρόσωπο κι έπεφτε καταγής, αλλά αυτός πεισματικά αγνοούσε όλα τα εμπόδια και συνέχιζε την πορεία.
Όταν έφτασε έξω από το εκκλησάκι στάθηκε ακίνητος. Σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και κοίταξε άκεφα τον ουρανό ζητώντας βοήθεια. Κατόπιν έστρεψε το βλέμμα του προς τον κόσμο, μασούλισε μερικές λέξεις που κόλλησαν στα χείλη του και χαμογέλασε λυπημένα.
«Παρακαλώ να περιμένετε όλοι εδώ και να κάνετε απόλυτη ησυχία. Θα πάω μέσα να προσευχηθώ και να φέρω έξω την εικόνα» είπε στη συνέχεια με μεγάλη δυσκολία.
Η εικόνα του Αγίου Παντελεήμονα είχε έρθει στη μακεδονική γη μαζί με τα κοπάδια των προσφύγων από την Ανατολική Θράκη που κατέκλισαν τα γύρω χωριά και επέβαλαν μια σιωπηλή κυριαρχία στον ντόπιο πληθυσμό καθώς τον βρήκαν αφανισμένο από το ανελέητο κυνηγητό των Βουλγάρων και των Τούρκων. Άλλοτε η εικόνα έκλαιγε κι άλλοτε ακούγονταν ήχοι από το πουθενά. Μερικές γυναίκες έλεγαν πως γέννησαν, ενώ ο γιατρός τους τις είχε βγάλει στείρες, όταν στον ύπνο τους είδαν την εικόνα του αγίου.
Από την ανοιχτή πόρτα φαινόταν ο παπάς πεσμένος στα γόνατά του να προσεύχεται. Ο κόσμος άρχιζε να μουρμουρίζει για την καθυστέρηση. Αν ήσουν ξένος θα έτρεχες να φύγεις μακριά και να πετάξεις όλη τη λύπη που μάζεψες στο ύψωμα, αλλά σε αυτή τη λιτανεία δεν υπήρχαν ξένοι. Μονάχα οι απελπισμένοι χωρικοί και η μικρή συμμορία που είχε σκαρφαλώσει στα κλαδιά μιας μουριάς και παρατηρούσε με τα κιάλια αυτά που συνέβαιναν στο εκκλησάκι ελπίζοντας το αίμα που έτρεξε από το χέρι του Κώστα να μη πήγαινε χαμένο.
Ξαφνικά ο παπάς σηκώθηκε όρθιος. Πλησίασε την βαριά ξύλινη εικόνα και την πήρε στην αγκαλιά του σαν μωρό, κατόπιν έμεινε ακίνητος. Τα μάτια του βούρκωσαν, το ράσο του βρέχονταν από τα δάκρυα. Με αποφασιστικά βήματα προχώρησε προς την έξοδο αγνοώντας τις σκόρπιες φωνές και τον κόσμο που τον κύκλωνε. Έσπρωξε μερικούς κι ανέβηκε πάνω σε μια μεγάλη πέτρα. Χωρίς να μιλήσει έκλεισε τα μάτια λες και οι εικόνες στη μνήμη του άρχισαν να λιγοστεύουν ή πως είχε ναυαγήσει σε κάποια θάλασσα κι έψαχνε τρόπο να σωθεί.
Σκούπισε τα υγρά του μάγουλα, αφήνοντας να περάσει ένα λεπτό αιώνιας σιωπής. Τέλος, έστρεψε την εικόνα προς το μέρος των χωρικών και τη σήκωσε ψηλά.
«Αυτή είναι η φωνή του θεού. Το αίμα που τρέχει εδώ σήμερα από την εικόνα του Αγίου Παντελεήμονα. Οι αμαρτίες μας είναι τόσες πολλές που ο θεός μας έστειλε ένα σημάδι για να βρούμε την αγάπη στην ψυχή μας» τα χέρια του έτρεμαν από τη συγκίνηση και ανίκανος για μια ακόμη φορά να κρύψει την συντριβή του, κάθισε στη πέτρα.
Το πλήθος γονάτισε. Χαμήλωσε τα μάτια στη γη κι άρχισε να προσεύχεται.
Ο παπάς σηκώθηκε ξανά όρθιος. Έμοιαζε σαν να γύριζε στο παρόν μετά από ένα μακρινό και κοπιαστικό ταξίδι.
«Θα κάνουμε αγρυπνία σήμερα. Ο θεός είναι μεγάλος και θα μας λυπηθεί αν ζητήσουμε συγνώμη για τις αμαρτίες μας» γύρω του κάποιοι γέροντες έκλαιγαν σαν μικρά παιδιά κοιτάζοντας με δέος τον ουρανό.
«Ο θεός είναι εδώ, δεν μας ξέχασε, ας μην τον αφήσουμε να ξαναφύγει» είπε κάποιος πιο ψύχραιμος.
Ο ήλιος σταδιακά έδυε. Στην τελευταία του βουτιά πίσω απ’ το λόφο ένα κοπάδι μαυροπούλια σκέπασε τον ουρανό, πάνω απ’ τα κεφάλια των χωρικών, πριν χαθεί κι αυτό στο μισοσκόταδο.
Ο παπάς ακίνητος στη θέση του έμοιαζε με λείψανο κάποιας διαλυμένης αυτοκρατορίας.
«Να πάνε μερικοί στο χωριό να φέρουν ρούχα και να ειδοποιήσουν και τους άλλους» είπε ξαναβρίσκοντας τη δύναμή του την ώρα που η νύχτα έκρυβε τα πρόσωπα.
Περπατούσαν στο χωματόδρομο με τις τσέπες τους γεμάτες θρίαμβο. Έριχναν πότε- πότε μια ματιά στο εκκλησάκι και γελούσαν με τα σκόρπια φώτα που χόρευαν στο λόφο. Ξαφνικά ο βοριάς που φυσούσε με λύσσα για μέρες σταμάτησε. Τα σύννεφα άρχισαν να μουτζουρώνουν το φεγγάρι ώσπου το έσβησαν, την ώρα που τα παιδιά πλησίαζαν τα πρώτα σπίτια του χωριού.
«Καλά τα καταφέραμε» είπε στους φίλους του ο Κώστας.
«Ο Μπλεκ δεν χάνει ποτέ» απάντησε ο Τάσος κι έσφιξε τη σφεντόνα.
«Παιδιά βρέχει…» ακούστηκε μια τρίτη φωνή. «Πάμε στα σπίτια μας γρήγορα θα γίνουμε μούσκεμα»
«Ουγκ…ο μεγάλος Μανιτού στέλνει τα δάκρυά του στα χλομά πρόσωπα» ψέλλισε ο Δημήτρης, παριστάνοντας τον ινδιάνο κι άρχισε να τρέχει καθώς η βροχή δυνάμωνε.
Μια συμμορία του απογεύματος, πολύ μακριά απ’ τον έρωτα, απ’ τον θάνατο και το φόβο…
.
Ο Σάκης Αθανασιάδης γεννήθηκε το 1965 στο Άγιο Πέτρο του Κιλκίς και από τις όχθες του Αξιού ποταμού βρέθηκε στα ανθρώπινα ποτάμια της Αθήνας κυνηγώντας μια θέση στα Ελληνικά γράμματα. Τώρα διαμένει στην Λαμία, όπου εργάζεται στο Τ.Ε.Ι. της πόλης. Το πεζογραφικό και ποιητικό του έργο έχει αποσπάσει τιμητικές διακρίσεις, ενώ ποιήματά του βρίσκονται σε πολλές ανθολογίες. Έχει κυκλοφορήσει τέσσερα βιβλία με ποιήματα, δύο βιβλία με διηγήματα, μία νουβέλα και ένα μυθιστόρημα. Οι ΑrpeggiosMP μελοποίησαν στίχους του το 2012.
[ ιστολόγιο ] [ e-mail ]

Ρόνι Τζέιμς Ντίο ή Ρόνι Ντίο ή Ντίο (Ronnie James Dio, 10 Ιουλίου 1942 – 16 Μαΐου 2010)

Ronnie James Dio HAH Katowice v2.png


O Ρόνι Τζέιμς Ντίο ή Ρόνι Ντίο ή Ντίο (Ronnie James Dio, 10 Ιουλίου 1942 – 16 Μαΐου 2010) ήταν Ιταλοαμερικανός τραγουδιστής και συνθέτης της Heavy Metal μουσικής. Έδρασε με τα συγκροτήματα των Elf, Rainbow, Black Sabbath, Heaven & Hell καθώς και με το προσωπικό του σχήμα, τους Dio. Στις λοιπές μουσικές του συμμετοχές, περιλαμβάνεται επίσης η φιλανθρωπική κίνηση Hear 'n Aid. Έχει παγκοσμίως χαρακτηριστεί ως εκ των δυναμικότερων τραγουδιστών της Heavy Metal μουσικής, αναγνωρισμένος για τη μεστή φωνή του καθώς και για το ότι κατέστησε λαοφιλέστερη τη χειρονομία "devil's horns" στην κουλτούρα του συγκεκριμένου μουσικού είδους. Μια από τις τελευταίες του συνεργασίες ήταν εκείνη με τα τότε μέλη των Black Sabbath, Τόνι Αϊόμι, Γκίζερ Μπάτλερ και Βίνι Άπις, υπό το όνομα Heaven & Hell, της οποίας το πρώτο και μοναδικό στούντιο άλμπουμ ήταν το The Devil You Know, το οποίο κυκλοφόρησε στις 28 Απριλίου του 2009. Ο Ντίο, έφυγε από τη ζωή στις 16 Μαΐου του 2010 από καρκίνο του στομάχου.

Τα πρώτα χρόνια 

O Ρόνι Τζέιμς Ντίο (επίσημο όνομα Ρόναλντ Τζέιμς Πανταβόνα) γεννήθηκε στο Πόρτσμουθ του Νιού Χάμσαϊρ των Ηνωμένων Πολιτειών, και ήταν το μοναδικό παιδί μιας Ιταλικής οικογένειας η οποία διέμεινε εκεί έως τη μετακόμισή τους στο Κόρτλαντ της Νέας Υόρκης κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του. 

Οι γονείς του τον γαλούχησαν με τις αρχές της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, γεγονός το οποίο τον δυσαρεστούσε.

Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς – Χαβιέ Μαρίας


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Book review: Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς – Χαβιέ Μαρίας

Γραμμένο το 1967 και βραβευμένο με το βραβείο Premio Romulo Gallegosto 1995, το βιβλίο αυτό του Χαβιέρ Μαρίας είναι ένα από τα πιο αξιόλογα βιβλία των τελευταίων ετών.


Από την Τέσυ Μπάιλα

Το μυθιστόρημα αρχίζει με μια τόσο απλή ταυτόχρονα έντονη σκηνή που σίγουρα δύσκολα θα το αφήσει κανείς από τα χέρια του. Η τεχνική δεξιοτεχνία του συγγραφέα είναι πρόδηλη από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου και ο ώριμος, στιβαρός, εξαιρετικά μακροπερίοδος λόγος πετυχαίνουν να δώσουν την απαιτούμενη βαρύτητα στο έργο. Ο Μαρίας στέκεται με τεράστια οξυδέρκεια σε κάθε λεπταίσθητη λεπτομέρεια της ιστορίας και στοχαστικά αποτυπώνει τις προσωπικές του θέσεις αποκαλύπτοντας κάθε φόβο του, κάθε εμμονή του, κάθε σκέψη του. Κι ενώ η ροή της αφήγησης μοιάζει ακατάπαυστη, στο βάθος πρόκειται για μια αφηγηματική τεχνική που ενώ θαρρεί κανείς ότι φλυαρεί εντούτοις γεμίζει τον αναγνώστη με ενδελεχείς περιγραφές σκέψεων, συναισθημάτων και εικόνων.

Ένα παράνομο ραντεβού εξελίσσεται σε τραγωδία καθώς ο Βίκτορ, ο κεντρικός χαρακτήρας του έργου, βρίσκεται στο σπίτι της Μάρτας Τέγιεθ, μιας γυναίκας που πιστεύει ότι εκείνη τη νύχτα θα γίνει ερωμένη του, μια και ο άντρας της λείπει σε επαγγελματικό ταξίδι στο Λονδίνο κι εκείνη τον έχει καλέσει στο σπίτι της. Το δείπνο τελειώνει, ο μικρός γιος της Μάρτας βρίσκεται επιτέλους στο κρεβάτι του και ο Βίκτορ με τη Μάρτα μεταφέρονται στο κρεβάτι της όπου αρχίζουν τις ερωτικές περιπτύξεις. Μια ξαφνική αδιαθεσία της γυναίκας διακόπτει τις τρυφερές στιγμές. Λίγο αργότερα ο Βίκτορ θα αντιληφθεί ότι η γυναίκα που βρίσκεται στο κρεβάτι δίπλα του έχει πεθάνει κι ένας ανελέητος δισταγμός κυριεύει τον Βίκτορ. Μόνος με ένα παιδί που κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο και μια πεθαμένη γυναίκα στο κρεβάτι, τα ίχνη του παντού μέσα στο σπίτι κι αυτός ένας υποψήφιος εραστής που κινδυνεύει παραμένοντας κάθε λεπτό μέσα στο άγνωστο σπίτι. Αποφασίζει να φύγει εγκαταλείποντας το παιδί και σβήνοντας τα ίχνη του.

"Κανείς δεν σκέφτεται ποτέ πως μπορεί να βρεθεί με μια πεθαμένη στην αγκαλιά του και πως δεν θα ξαναδεί το πρόσωπο του οποίου το όνομα θυμάται"
Με αυτή τη φράση κλειδί αρχίζει το μυθιστόρημά του ο Μαρίας και ταυτόχρονα προϊδεάζει τον αναγνώστη για το μέγεθος της συγγραφικής συγκρότησης που θα έχει το βιβλίο του. Ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να στροβιλιστεί σε έναν κυκεώνα σκέψεων, καθώς μας εξιστορεί όλα όσα επακολούθησαν από εκείνη τη νύχτα και παράλληλα να φιλοσοφήσει γύρω από τις σχέσεις των ανθρώπων, τις ενοχές τους, τα πάθη και τα λάθη τους, τη σημασία της απώλειας και του θανάτου, τη σχέση αλήθειας και ψέματος σε κάθε μας πράξη. Ο Βίκτορ συνταράζεται από το γεγονός. Μοιάζει με ντοστογιεφσκικό ήρωα που επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος για να μάθει και να γνωριστεί με όσα και όσους σχετίζονται με τη Μάρτα.

Ο Βίκτορ και η Μάρτα από τη μια κι από την άλλη ο Βίκτορ και η Θέλια η κατά έντεκα χρόνια μικρότερη πρώην γυναίκα του, την οποία αναζητά απεγνωσμένα για να βρεθεί ξανά στην αγκαλιά της έστω κι αν σε τίποτα δεν θυμίζει αυτή η αγκαλιά όλα όσα υπήρξε η Θέλια στη ζωή του. Μορφές γυναικείες που γίνονται η αφορμή για μια προσωπική αναζήτηση ενός πολύ μοναχικού ήρωα. Τα γεγονότα τον στοιχειώνουν με τη γοητεία τους και ο Μαρίας υπογράφει ένα κείμενο εξαιρετικής λογοτεχνικής αξίας ψυχογραφώντας τον εκλεπτυσμένο αλλά εσωστρεφές Βίκτορ και δείχνοντας ότι κάποια πράγματα μπορούν να ανασυνθέσουν το μέγιστο συναίσθημα της απώλειας ακριβώς όταν αποκλιμακώνονται. Όλα όσα φτάνουν λίγο πριν την ολοκλήρωσή τους αλλά ποτέ δεν ολοκληρώνονται, αφήνοντας μια γλυκόπικρη γεύση στους πρωταγωνιστές τους. Η αγωνία των προθέσεων, ο μαγνητισμός των κινήτρων, η απόκρυψη των πράξεων, η απιστία, η απάρνηση όλων όσων πέρασαν από τη ζωή μας και κάποτε αγαπήσαμε, η προσωπική αποκάλυψη, η γοητεία και η απογοήτευση όταν όλα εξανεμίζονται, οι σκιές που βαραίνουν τους ανθρώπους είναι μερικά από τα στοιχεία που ο Μαρίας διαπραγματεύεται στο συγκεκριμένο βιβλίο με τρόπο μεγαλειώδη. Και περισσότερο από όλα η εξαπάτηση. Το στοιχείο εκείνο που κυριαρχεί σε όλους τους χαρακτήρες και αποδεικνύεται ο συνδετικός αλλά ταυτόχρονα και εξισορροπητικός κρίκος στην αλυσίδα των ανθρώπινων σχέσεων. Όλοι έχουν κάποιο καλά κρυμμένο μυστικό και όλοι προσπαθούν να απενοχοποιηθούν τελικά μιλώντας γι’ αυτό αλλά επί της ουσίας όλοι έχουν εξαπατήσει ανενδοίαστα.

Από τον Ρασκόλνικοφ του Ντοστογιέφσκι στον Σαίξπηρ και από τις Καμπάνες του μεσονυχτίου του Όρσον Ουέλες στη ταινία που βλέπει την ώρα που η Μάρτα δίπλα του χάνεται ένας αφηγηματικός μηχανισμός στήνεται αριστοτεχνικά από τον Μαρίας για να συνομιλήσει με την ευγένεια, την ευθυβολία και την αρμονία της λογοτεχνικής μαεστρίας που διαθέτει με δημιουργούς άλλων εποχών. Και παρόλο που πρόκειται για ένα σκοτεινό θεματικά έργο ο Μαρίας καταφέρνει να αποδώσει το φιλοσοφικό του υπόβαθρο συμπαρασύροντας τον αναγνώστη σε ένα παιχνίδι αποκαλύψεων που θα γίνουν αιτία να αλλάξουν οι παγιωμένες συνειδήσεις. Επειδή για τον Μαρίας λίγα είναι τελικά όλα όσα απομένουν από κάθε άτομο μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Ο ίδιος λέει: «Και πόσο λίγα είναι αυτά που μένουν τελικά από κάθε άτομο μέσα στον άχρηστο χρόνο σαν το ολισθηρό χιόνι, για πόσο λίγα υπάρχει απόδειξη, και από αυτά τα λίγα που μένουν πόσα αποσιωπούνται, και από αυτά που δεν αποσιωπώνται μόνο ένα ελάχιστο μέρος μένει μετά στη μνήμη και για λίγο καιρό: ενόσω οδεύουμε αργά προς την εξάλειψή μας μόνο και μόνο για να περάσουμε στην πλάτη ή στην πίσω πλευρά αυτού του χρόνου, όπου δεν μπορεί πια κανείς να συνεχίσει να σκέφτεται ούτε να αποχαιρετά».

Δεν είναι τυχαίο που ο Γκούντερ Γκρας είχε πει για τον Μαρίας: «δεν υπάρχει τίποτε στη σύγχρονη λογοτεχνία που να μπορεί να συγκριθεί με το έργο του Χαβιέρ Μαρίας... ίσως μόνο ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες». Ο Μαρίας καταθέτει ένα κείμενο υψηλής αισθητικής και κερδίζει τον σεβασμό του αναγνωστικού κοινού σε όλο τον κόσμο. Πρόκειται για μια μεγάλη, σύγχρονη λογοτεχνική μορφή που δίκαια θεωρείται από τους κορυφαίους Ισπανούς λογοτέχνες.

Γεννημένος το 1951 ο Μαρίας σπούδασε φιλοσοφία και λογοτεχνία και δίδαξε σε πανεπιστήμια στην Αγγλία, στις ΗΠΑ και στην Ισπανία. Έκανε την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία σε ηλικία είκοσι ετών με το μυθιστόρημα "Τα λημέρια του λύκου" (1971). Έχει γράψει άλλα οκτώ μυθιστορήματα, μεταξύ των οποίων τα: "Ο αιώνας" (1983). "Ο αισθηματικός άντρας" (1986), "Όλες οι ψυχές" (1989), "Καρδιά τόσο άσπρη" (1992), "Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς" (1994) και "Η μαύρη ράχη του χρόνου" (1998). Έχει εκδώσει επίσης συλλογές με διηγήματα και άρθρα του σε ισπανικές εφημερίδες, καθώς και δύο βιβλία αφιερωμένα σε δύο από τους αγαπημένους του συγγραφείς, τον Φώκνερ και τον Ναμπόκοφ. Έχει μεταφράσει στα ισπανικά Χάρντυ, Στερν, Στήβενσον, Ναμπόκοφ, Φώκνερ, Γέητς, Κόνραντ κ.ά. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχουν γνωρίσει τεράστια επιτυχία. Το 1977 τιμήθηκε για το σύνολο του έργου του με το βραβείο Νέλλυ Σακς της πόλης του Ντόρτμουντ.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Σέλας, σε μετάφραση Βιβής Φωτοπούλου.

Παρθένιος Β΄ (... - 16 Μαΐου 1651), ο επονομαζόμενος Νέος, οξύς, Γολιάθ ή Κεκεσκίνης


Ο Παρθένιος Β΄ (... - 16 Μαΐου 1651), ο επονομαζόμενος Νέος, οξύς, Γολιάθ ή Κεκεσκίνης, διετέλεσε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατά τα έτη 1644-1646 και 1648-1651.

Καταγόταν από τα Ιωάννινα. Εκάρη ιερομόναχος και το 1632 εξελέγη Μητροπολίτης Ιωαννίνων. Το 1639 εξελέγη Μητροπολίτης Αδριανουπόλεως κατόπιν ενεργειών του πνευματικού του πατέρα, ως τότε Μητροπολίτη Αδριανουπόλεως, Παρθενίου, ο οποίος τότε εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης. 

Ζούσε περισσότερο στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνδέθηκε με οπαδούς του Κύριλλου Λούκαρι, ιδίως με τον Θεόφιλο Κορυδαλλέα. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1644 εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης με την υποστήριξη των φιλολουκαρικών.

Ήταν φιλοχρήματος και βίαιος και ακολούθησε αντιπαπική πολιτική. Ανέτρεψε και ακύρωσε τις αποφάσεις της Συνόδου του Ιασίου και την λεγόμενη «Ορθόδοξη Ομολογία» του Μητροπολίτη Κιέβου Πέτρου Μογίλα, γεγονός που προκάλεσε την έχθρα του Ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Βασιλείου Λούπου, ο οποίος, ερωτηθείς από τους Τούρκους, ζήτησε να ριχθεί ο Πατριάρχης στη φυλακή. Το 1646 κατήργησε όλες τις πατριαρχικές εξαρχίες και όρισε να αποδοθούν στους πλησιόχωρους αρχιερείς.

Οι αντίπαλοί του κατόρθωσαν να τον καθαιρέσουν τον Νοέμβριο του 1646 και να τον εξορίσουν στην Κύπρο. Καθ'οδόν προς την εξορία κατάφερε να διαφύγει και να μεταβεί στο Ιάσιο, όπου παρέμεινε δύο χρόνια. Στις 29 Οκτωβρίου 1648 επανεξελέγη Πατριάρχης. Στη δεύτερη αυτή, τριετή Πατριαρχία του, ακολούθησε αντίθετη πολιτική, στρεφόμενος εναντίον των καλβινιστών. Το 1649 μάλιστα ζήτησε εγγράφως τη συνδρομή του Αυτοκράτορα Φερδινάνδου Γ΄ εναντίον τους.

Τελικά όμως κατέληξε να έχει πλήθος εχθρών και στις δύο παρατάξεις και στο τέλος να βρεθεί μόνος και ανίσχυρος. Την άνοιξη του 1651, οι Ιησουΐτες, με την υποστήριξη των ηγεμόνων της Βλαχίας και της Μολδαβίας, τον διέβαλαν στο Σουλτάνο Μωάμεθ Δ΄ ότι προβαίνει σε μυστικές συνεννοήσεις με τους Ρώσους. Στις 16 Μαΐου συνελήφθη από Γενίτσαρους, οι οποίοι τον στραγγάλισαν και τον πέταξαν στον Βόσπορο

 Οι χριστιανοί περισυνέλεξαν το λείψανό του και το ενταφίασαν στη Μονή Καμαριώτισσας στη Χάλκη.

Σάλτσα γιαουρτιού


Σάλτσα γιαουρτιού

Υλικά

200 γρ. στραγγιστό γιαούρτι
2 κουταλιές μαγιονέζα
1 κουταλιά ελαιόλαδο
1/2 κουταλάκι ρίγανη
1/2 κουταλάκι δυόσμο
λίγο ξύδι
αλάτι, πιπέρι

Εκτέλεση Συνταγής

Ανακατεύουμε πολύ καλά όλα τα υλικά μαζί. tip συνταγής Μπορείτε να τη συνοδέψετε με πατάτες φούρνου ή βραστές.

Σήμερα 16/5...

 Των Μυροφόρων

Ιερομαρτύρων Αύδα και Αυδιησού και των συν αυτοίς, 

Αλεξάνδρου πατριάρχου Ιεροσολύμων 

Αγίου Νικολάου Πατριάρχου Κων/πόλεως


Δημοφιλείς αναρτήσεις Τελευταίες 7 ημέρες