Τρίτη, Ιανουαρίου 26, 2021

Αχιλλέας Παράσχος






Ο Αχιλλέας Παράσχος (πραγματικό όνομα Νασάκης ή Νασίκογλου· Ναύπλιο 1838 - Αθήνα, 26 Ιανουαρίου 1895) ήταν Έλληνας ρομαντικός ποιητής του 19ου αιώνα, εκπρόσωπος της πρώτης Αθηναϊκής σχολής. Παράσχος ήταν το μικρό όνομα του πατέρα του.

Γεννήθηκε στο Ναύπλιο και καταγόταν από τη Χίο. Νωρίς εγκαταστάθηκε στην Αθήνα με τον πατέρα του έπειτα από την καταστροφή της Χίου. Διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα από τον αδελφό του Γεώργιο (1821-1886), επίσης ποιητή. Από όσα γνωρίζουμε δεν έκανε σπουδές και κατόρθωσε να μορφωθεί από τις εφημερίδες και τα βιβλία τα οποία διάβαζε. Δεν εργάστηκε ποτέ του, καθώς χρήματα και φήμη τού έδιναν μονάχα οι στίχοι του. Οι πολιτικοί της εποχής τον διόριζαν σε διάφορες θέσεις μόνο και μόνο για να εισπράττει μισθό.

Στα νεανικά του χρόνια αναμείχθηκε στον κύκλο της Χρυσής Νεολαίας, στους σπουδαστές και στους διανοούμενους οι οποίοι είχαν στόχο την απομάκρυνση του Όθωνα, και που εξαιτίας αυτής φυλακίσθηκε στις φυλακές του Μεντρεσέ απέναντι από τους Αέρηδες και πού εξαιτίας αυτού εμπνεύστηκε το ποίημά του «Εις τον πλάτανον του Μεντρεσέ» το οποίο και έγινε πανελληνίως γνωστό. Αφέθηκε γρήγορα ελεύθερος γιατί στην φυλακή αρρώστησε βαριά αλλά δεν σταμάτησε την δράση του εναντίον του Όθωνα. Τη νύχτα που καταλύθηκε η εξουσία ο Παράσχος ήταν ένας από τους πολίτες που πήγαν στον στρατώνα του πυροβολικού για να ενωθούν με τον ξεσηκωμένο στρατό. Ωστόσο, όταν το 1867 πέθανε ο Όθων μετανιωμένος για τη στάση του έγραψε το Ελεγείον εις τον Όθωνα δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο την απογοήτευσή του από την πολιτική εκείνων που είχαν εκδιώξει τον Όθωνα,αλλά δεν τήρησαν τις επαγγελίες τους.

Δημοσίευσε τους πρώτους στίχους του στα περιοδικά Αβδηρίτης και Χρυσαλλίς. Όταν το 1881 εξέδωσε τρεις τόμους με ποιήματά του, εισέπραξε το υπέρογκο για την εποχή ποσό των 50.000 δραχμών. Ωστόσο γρήγορα το σπατάλησε και άρχισε να ζητά βοήθεια από τους φίλους του. Ταξίδεψε στη Ρουμανία, την Αίγυπτο, τη Γαλλία και την Αγγλία όπου οι εκεί Έλληνες τον υποδέχθηκαν με αγάπη.

Απεβίωσε το 1895 και ενταφιάστηκε στο Α΄ Κοιμητήριο των Αθηνών. Η κηδεία του, με είκοσι επικήδειους, συγκέντρωσε πλήθος κόσμου και έγινε παρουσία και του τότε βασιλιά, Γεωργίου Α'. Τέτοια πάνδημη κηδεία δεν είχε ξαναγίνει ποτέ. Όπως έγραψε και ο Ξενόπουλος «Δεν έμεινε άνθος που να μην κατατεθεί εις τον τάφον του εκείνον στολιζόμενον καθημερινώς επί εβδομάδας, επί μήνας από γνωστούς και αγνώστους θαυμαστάς. Όλοι τον έκλαψαν ως τον τελευταίον εθνικόν ποιητήν του ελληνισμού».

Φιλοποίμην Φίνος






Ο Φιλοποίμην Φίνος (Κάτω Τιθορέα, 1908 – Αθήνα, 26 Ιανουαρίου 1977) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες παραγωγούς κινηματογράφου κατά τις δεκαετίες του '40, '50, '60 και '70. Στο ενεργητικό του περιλαμβάνονται 175 ταινίες, πολλές από τις οποίες έμειναν κλασικές. Έκανε την πρώτη του ταινία σαν σκηνοθέτης ("Το Τραγούδι του Χωρισμού", γυρίστηκε το 1939 και κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1944) που ήταν αποτυχία. Ο Φίνος απογοητεύτηκε και αποφάσισε να μην ασχοληθεί ξανά με την σκηνοθεσία. Στη διάρκεια του πολέμου γύρισε σημαντικά ντοκουμέντα από το Μέτωπο της Αλβανίας και στην συνέχεια στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Αθήνα. Όλο όμως το υλικό και το αρχείο του κατασχέθηκε από τους Γερμανούς και ένα ελάχιστο μόνο μέρος του κατάφερε να διασωθεί. Το 1943, κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, ίδρυσε την εταιρεία παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών Φίνος Φιλμς, της οποίας η πρώτη ταινία, «Η Φωνή της Καρδιάς», έκανε πρεμιέρα στις 29 Μαρτίου 1943 στον κινηματογράφο Rex της Πανεπιστημίου. Ο Φίνος έφερε πρώτος τα μαγνητόφωνα Nagra στην Ελλάδα και γύρισε την πρώτη έγχρωμη ταινία με στερεοφωνικό ήχο, τα «Κορίτσια για φίλημα» (1964). Ο Φίνος πέθανε τον Ιανουάριο του 1977 λόγω καρκίνου που τον βασάνιζε για 7 χρόνια. Ήταν παντρεμένος με τη Τζέλλα Φίνου (1915-2010) και δεν είχε απογόνους.

Brave (2012)

 


Η Merida είναι η πριγκίπισσα της Σκωτίας και είναι αναγκασμένη να ακολουθήσει τα πατροπαράδοτα έθιμα των Highlands:να παντρευτεί το πιο άξιο πριγκιπόπουλο από τις μεγάλες φατρίες της περιοχής, ώστε να διατηρήσει με τον τρόπο αυτό μονιασμένους τους υπηκόους της και να γίνει μια καθωσπρέπει σύζυγος και χαμηλών τόνων βασίλισσα δίπλα στον βασιλιά της.
Μα η κοκκινομαλλούσα πριγκίπισσα ούτε θέλει να ακούει για γάμους και δεσμεύσεις. Το μόνο που θέλει είναι ένα τόξο,
το πιστό της άλογο και την ελευθερία που της δίνει η άγρια φύση του τόπου της. Στην προσπάθειά της να ξεφύγει από τη δεσποτική μητέρα της και από το βάρος της κληρονομιάς που της δόθηκε, θα προσπαθήσει να το σκάσει αλλά και να δώσει ένα μάθημα σε όλους όσοι δεν την καταλαβαίνουν -και ιδίως στη μητέρα της- για να βρεθεί τελικά μπλεγμένη σ' ένα ξόρκι,τρομακτικό αλλά κι αποκαλυπτικό μαζί...
Είδος Ταινίας: Animation | περιπέτεια | κωμωδία
Ελληνική Πρεμιέρα: Πεμ 20 Σεπ 2012
Σκηνοθέτης: Mark Andrews, Brenda Chapman, Steve Purcell
Σενάριο: Brenda Chapman, Irene Mecchi, Mark Andrews, Steve Purcell
Ηθοποιοί: Kelly Macdonald, Billy Connolly, Emma Thompson, Julie Walters, Kevin McKidd
Διάρκεια: 100 Λεπτά

Mahatma Giovi "ΓΙΑΤΙ ΚΛΑΙΣ ΜΑΜΑ?"...


Mahatma Giovi
"ΓΙΑΤΙ ΚΛΑΙΣ ΜΑΜΑ?"...

Ένα μικρό αγόρι ρώτησε τη μαμά του: “Γιατί κλαις μαμά;”
-”Γιατί είμαι γυναίκα” του είπε.

Αργότερα το μικρό αγόρι ρώτησε τον μπαμπά του: “Γιατί η μαμά κλαίει χωρίς λόγο;”
-”Όλες οι γυναίκες κλαίνε χωρίς λόγο!” ήταν το μόνο που μπορούσε
να πει ο μπαμπάς του.

Κάποια στιγμή είχε μια συζήτηση με τον Θεό.
Τότε Τον ρώτησε:
“Θεέ μου, γιατί οι γυναίκες κλαίνε τόσο εύκολα;”

Και τότε ο Θεός του είπε:
- “Όταν δημιούργησα την γυναίκα έπρεπε να είναι ξεχωριστή.
Έφτιαξα τους ώμους της δυνατούς αρκετά ώστε να σηκώνουν
τα βάρη του κόσμου και απαλά για να προσφέρουν ανακούφιση.

Της έδωσα εσωτερική δύναμη για να μπορεί να υπομένει τις γεννήσεις
και την απόρριψη που καμιά φορά προέρχεται από τα παιδιά της.

Της έδωσα σκληράδα που της επιτρέπει να συνεχίζει όταν οι υπόλοιποι
τα έχουν παρατήσει, και να φροντίζει την οικογένεια της μέσω αρρώστιας
και κούρασης χωρίς να παραπονιέται.

Της έδωσα ευαισθησία ώστε να αγαπάει τα παιδιά της κάτω από οποιεσδήποτε
συνθήκες, ακόμα και όταν αυτά την πληγώνουν.

Της έδωσα δύναμη ώστε
να αντέχει τον άντρα της με τα ελαττώματα του και την έπλασα από το πλευρό του
για να προστατεύσω την καρδιά του.

Της έδωσα σοφία να γνωρίζει ότι ένας σύζυγος ποτέ δεν πληγώνει την γυναίκα του,
απλά ελέγχει τις δυνάμεις της και την αποφασιστικότητα της να παραμείνει
δίπλα του χωρίς αμφιβολίες.

Βλέπεις γιέ μου ’είπε ο Θεός‘, η ομορφιά της γυναίκας δεν είναι στα ρούχα που φοράει,
στη μορφή που έχει ,ούτε στον τρόπο που φτιάχνει τα μαλλιά της…

Η ομορφιά της γυναίκας είναι στα μάτια της…
γιατί τα μάτια είναι οι πύλες της καρδιάς… το μέρος που η αγάπη κατοκεί”. .

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ: ΝΗΣΤΙΣΙΜΑ ΜΠΙΦΤΕΚΙΑ

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ: ΝΗΣΤΙΣΙΜΑ ΜΠΙΦΤΕΚΙΑ


Υλικά:

3 κουταλιές ελαιόλαδο
* 5 κρεμμυδάκια ψιλοκομμένα φρέσκα

* 1/2 φλ. αρακάς

* 1 τριμμένο καρότο
* 2 φλ. αλεύρι

* 1 κουτάκι μπύρα η 1 κουταλακι μπεκιν παουτερ

* 1 μικρή βρασμένη πατάτα

* αλάτι

* πιπέρι

* δυόσμος, ρίγανη (προαιρετικά)

Εκτέλεση

1. Ζεσταίνετε τις 2 κουταλιές λάδι και σωτάρετε τον αρακά, τα κρεμμυδάκια και το καρότο

2. Βάζετε το αλεύρι με τη μπύρα σε μπωλ κι ανακατεύετε να γίνουν χυλός

3. Στο χυλό προσθέστε τα σωταρισμένα λαχανικά, την πατάτα και τα μπαχαρικά με τα μυρωδικά

4. Ζυμώνετε καλά και πλάθετε μπιφτέκια

5. Με το υπόλοιπο λάδι αλείψτε ένα ταψάκι και ψήστε τα μπιφτέκια στους 180 βαθμούς, να ροδίσουν

Εκπληκτικό κείμενο από Γάλλο λογοτέχνη

 

Γκρεμίστε όλη την Ελλάδα σε βάθος 100 μέτρων.

Αδειάστε όλα τα μουσεία σας, από όλον τον κόσμο.
Γκρεμίστε κάθε τι Ελληνικό από όλο τον πλανήτη.

Έπειτα σβήστε την Ελληνική γλώσσα από παντού.
Από την ιατρική σας, την. . φαρμακευτική σας.
Από τα μαθηματικά σας (γεωμετρία, άλγεβρα)
Από την φυσική σας, χημεία
Από την αστρονομική σας
Από την πολιτική σας
Από την καθημερινότητα σας.
Διαγράψτε τα μαθηματικά, διαγράψτε κάθε σχήμα, κάντε το τρίγωνο-οκτάγωνο, την ευθεία-καμπύλη, σβήστε την γεωμετρία από τα κτίρια σας, τους δρόμους σας, τα παιχνίδια σας, τα αμάξια σας, σβήστε την ονομασία κάθε ασθένειας και κάθε φαρμάκου, διαγράψτε την δημοκρατία και την πολιτική, διαγράψτε την βαρύτητα και φέρτε το πάνω κάτω, αλλάξτε τους δορυφόρους σας να έχουν τετράγωνη τροχιά, αλλάξτε όλα τα βιβλία σας (γιατί παντού θα υπάρχει και έστω μια ελληνική λέξη), σβήστε από την καθημερινότητα σας κάθε ελληνική λέξη, αλλάξτε τα ευαγγέλια, αλλάξτε το όνομα του Χριστού που και αυτό βγαίνει από τα Ελληνικά και σημαίνει αυτός που έχει το χρίσμα, αλλάξτε και το σχήμα κάθε ναού (να μην έχει την ελληνική γεωμετρία), σβήστε τον Μέγα Αλέξανδρο, σβήστε όλους τους Μυθικούς και Ιστορικούς ήρωες, αλλάξτε την παιδεία σας, αλλάξτε το όνομα της ιστορίας, αλλάξτε τα ονόματα στα πανεπιστήμια σας, αλλάξτε τον τρόπο γραφής σας, χρησιμοποιήστε τον αραβικό, διαγράψτε την φιλοσοφία, διαγράψτε, διαγράψτε, διαγράψτε.

Θα πείτε «δεν γίνεται».

Σωστά, δεν γίνεται γιατί μετά δεν θα μπορείτε να στεριώσετε ούτε μία πρόταση! Δεν γίνεται να σβήσει η Ελλάδα, ο Έλληνας, η προσφορά του πάνω σε αυτόν τον πλανήτη.

Η πρόκληση πάντως ισχύει.»

Je a n Richepin

Γουίλιαμ Σόμερσετ Μομ

Somerset Maugham (1934).jpg 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
O Γουίλιαμ Σόμερσετ Μομ (αγγλ. William Somerset Maugham, 25 Ιανουαρίου 1874 - 16 Δεκεμβρίου 1965) ήταν Άγγλος συγγραφέας, διάσημος για τα μυθιστορήματα και τα θεατρικά του έργα, πολλά εκ των οποίων έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο. Γεννήθηκε στο Παρίσι κι ήταν το τέταρτο απ' τα έξι παιδιά του νομικού συμβούλου της βρετανικής πρεσβείας. Όταν σε ηλικία δέκα χρονών έχασε τους γονείς του γύρισε στην Αγγλία. Σπούδασε ανθρωπιστικές σπουδές για ένα χρόνο στη Χαϊδελβέργη και ύστερα ιατρική, την οποία όμως εγκατέλειψε μετά την επιτυχία των μυθιστορημάτων του. Το 1903 έγραψε το πρώτο του θεατρικό (A man of honour) κι ακολούθησαν κι άλλα. Το 1917 βρέθηκε στη Ρωσία ως βρετανός πράκτορας και κάλυψε τα γεγονότα της Οκτωβριανής επανάστασης ως ρεπόρτερ. Πέθανε στη Νίκαια της Γαλλίας σε ηλικία 91 χρονών.



Ο Σόμερσετ Μομ ήταν ένας από τους δημοφιλέστερους (και καλύτερα αμειβόμενους) συγγραφείς της εποχής του. Παρά την τεράστια όμως επιτυχία της πρόζας του και των θεατρικών του έργων, ποτέ δεν κέρδισε την ανεπιφύλακτη αναγνώριση των κριτικών και των ομότεχνών του. Έγραψε σε ύφος παραδοσιακό και απολύτως κατανοητό σε εποχή κατά την οποία άρχισε να εμφανίζεται η μοντέρνα μορφή λογοτεχνίας των Ουίλιαμ Φόκνερ, Τζέιμς Τζόις, Βιρτζίνια Γουλφ κ.λ. Ο ίδιος έλεγε για τον εαυτό του : "Είμαι στην πρώτη σειρά των δευτέρας τάξεως συγγραφέων". Έργα

Μυθιστορήματα

Liza of Lambeth (Η Λίζα από το Λάμπεθ, 1897)
Mrs Craddock (Η κυρία Κράντοκ, 1902)
The Magician (Ο μάγος, 1908)
Of Human Bondage (Ανθρώπινη Δουλεία, 1915)
The moon and the sixpence (Το φεγγάρι και μιά πεντάρα, 1919)
The painted veil (Το βαμμένο πέπλο, 1925)
Ashenden οr Τhe British Agent (Ασέντεν ή Ο Βρετανός πράκτορας, 1928)
Cakes and ale (Κέικ και μπύρα, 1930)
The Narrow Corner (Η μικρή γωνιά, 1932)
Christmas Holiday (Χριστουγεννιάτικες διακοπές, 1939)
The razor's edge (Στην κόψη του ξυραφιού, 1944)

Θεατρικά

Lady Frederik (Λαίδη Φρέντερικ, 1907)
The explorer (Ο εξερευνήτης, 1908)
The Tenth Man (Ο δέκατος άνθρωπος, 1913)
The Land of Promise (Η Γη της Επαγγελίας, 1913)
Our betters (Οι καλύτεροί μας, 1917)
The Circle (Ο κύκλος, 1921)
East of Suez (Ανατολικά του Σουέζ, 1922)
Caesar's Wife (Η γυναίκα του Καίσαρα, 1922)
Rain (Η βροχή, 1923)
The letter (Το γράμμα, 1927)
The constant wife (Η σταθερή σύζυγος, 1927)
The sacred flame (Η ιερή φλόγα, 1928)
For Services Rendered (Διά παρασχεθείσας υπηρεσίας, 1932)
Η Θεατρίνα - Actress (Δημοσίευση στην Αθήνα 1957)

Ελληνικές μεταφράσεις

Η Λίζα από το Λάμπεθ : Σπ.Γεροδήμου ("Γαλαξίας")
Ανθρώπινη Δουλεία : Γιάννης Λάμψας ("Μπεργαδή")
Το φεγγάρι και μιά πεντάρα : Μ.Πολίτη ("Γκοβόστης")
Το βαμμένο πέπλο :
Μαν.Κορνήλιος ("Κραναός")
Γ.Ανδρικόπουλος ως Επικίνδυνο πέρασμα ("Κ.Μ.")
Ασέντεν ή Ο Βρετανός πράκτορας : Γιώργος Ασπροποταμίτης ("Αργώ")
Κέικ και μπύρα : Δ.Κωνσταντινίδης ως Οικογενειακός φίλος ("Ορφεύς")
Η μικρή γωνιά : Κοσμάς Πολίτης ως Σε μια γωνιά της γης ("Θεωρία")
Χριστουγεννιάτικες διακοπές : Στέλλα Βουρδουμπά ως Διακοπές στο Παρίσι ("Γκοβόστης")
Στην κόψη του ξυραφιού : Ανν.Φερτάκη ("Άγκυρα")

Επιλογές διηγημάτων του Μομ μεταφράστηκαν από τον Άρη Δικταίο ("Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος"), Γιάννη Λο Σκόκο ("Άγκυρα"), Δ.Κωνσταντινίδη ("Δαμιανού"), Αλ.Παναγή ("Πατάκη")
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CF%85%CE%AF%CE%BB%CE

Μ ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ "Τα χταποδάκια"

https://i.pinimg.com/originals/f8/a5/f7/f8a5f746e6f435e7f9e0f916e7fcac03.jpg

ΠΙΝΑΚΑΣ- Honoré Daumier - The Drinkers (1862) -


Μ ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ "Τα χταποδάκια"


Οι νοτιάδες φέρναν σύγνεφα εκείνο το χειμώνα, μα όχι το ’να πίσω από τ’ άλλο. Άφηναν και ώρες, την κάθε μέρα, που ξαστέρωνε λιγάκι ο ουρανός. Αυτό γινόταν περί το δειλινό. Κι ήταν ο ήλιος όσο δεν παίρνει χρυσαφής, κάτι σα μέλι φωτεινό ξεχυνόταν στο μικρό λιμάνι, στ’ αργοσάλευτα καΐκια του, στις μπαταρισμένες βάρκες, στα δίχτυα των ψαράδων που στέγνωναν απλωμένα, στη θάλασσα που σιγανάσαινε, στους ανθρώπους που τριγυρνούσαν πέρα δώθε, άγνωστο γιατί. Περί τη νύχτα θα χάλαγε πάλι ο καιρός. Αυτό το καταλάβαινες από τους γλάρους που πετούσαν χαμηλά, έξυναν τη θάλασσα με τις φτερoύγες τους, κλαγγάζοντας κάποιαν ακατάληπτη ανησυχία. Και το όντις, σε λίγο έφταναν ξανά τα σύγνεφα, αβγατίζοντας πολύ το βραδινό σκοτάδι, έτσι που ’σφιγγε η ψυχή του ανθρώπου.

Έτσι λοιπόν, την ώρα που ο Αστέρας πάλευε με τα σύγνεφα, μπήκε ο λεγάμενος στο μαγαζάκι, μποτζάροντας δώθε κείθε, σαν τραμπάκουλο σε σοροκάδα. Κοντός ήταν, κακοσούσουμος, αρκούντως γηραλέος, όχι καλοντυμένος ούτε καθαρός, μ’ ένα μαντίλι ματωμένο γύρω στο κεφάλι - σίγουρα φρεσκοσπασμένο ήταν. Η μύτη του μάλιστα, είχε μεγάλα χάλια, γδαρμένη, πρησμένη, σκεπασμένη κομμάτια αίμα πηχτό. Ή κουτρουβάλα είχε πάρει ο ερίφης, ή ξύλο γερό είχε πέσει, μπερντάχι με σύστημα, πάνω χέρι - κάτω χέρι, του αλατιού τον είχαν κανωμένο. Τώρα, γινωμένος ήταν όταν τις έφαγε, ή τα κοπάνησε κατόπι, να πνίξει στο κρασί το μεράκι τού καβγά; Αυτό δεν το ξέρουμε. Το βέβαιο είναι, λίαν σουρωμένος ήταν όταν μπήκε στο μαγαζί, κρατούσε μάλιστα στο χέρι κατιτίς τυλιγμένο σε χαρτί, φαγώσιμο πρέπει να ήταν. Προχώρησε, το λοιπόν, κατά τον μπεζαχτά, χαιρετώντας πολύ εγκάρδια τις δύο παρέες που βρίσκονταν την ώρα εκείνη στο μαγαζί. Μα δεν πήρε αντιχαιρέτισμα, ένεκα που οι μεν -δυο μαντράχαλοι- ήσαν πολύ απασχολημένοι με τις κοπέλες τους και δεν είχαν καιρό για κουβέντες άχρηστες. Όσο για τους δε, αυτοί πίναν το κρασί τους λίαν βαρύθυμοι και σέρτικοι, είχαν φαίνεται τις στεναχώριες τους. Τι να κάνει, λοιπόν, κι αυτός; Παράγγειλε ούζο καραφάκι, κι έπιασε κουβέντα με το μαγαζάτορα, ένεκα που ο Θεός τον έκανε άνθρωπο κοινωνικό, πολύ συσχετικό, η μουγκαμάρα κι η περισυλλογή ποσώς δεν του επήγαιναν. Είπε μάλιστα τη γνώμη του δυνατά, να την ακούσει όλος ο κόσμος:

-- Όποιος δε μιλάει, πεθαμένος είναι και θάβουν τον!

 
Ακούμπησε το στράτσο στον μπεζαχτά κι άρχισε ν’ αδειάζει το καραφάκι σε δυο νεροπότηρα, προσέχοντας φοβερά στη μοιρασιά, μήπως τυχόν και στάξει κόμπος στο ’να πιότερο από τ’ άλλο. Αφού τέλειωσε τη δίκαιη αυτή κατανομή, πήρε το πρώτο ποτήρι και το ήπιε, ήπιε και το δεύτερο, θαραπάηκαν τα σωθικά του κι άρχισε μεγάλο λακριντί με το μαγαζάτορα. Ένεκα όμως που η παρέα μας βρισκόταν κάμποσο μακριά, δεν έδωσε κανείς μας προσοχή, εξάλλου είχαμε δικές μας κουβέντες να πούμε, πολύ σοβαρές και διόλου ευτράπελες. Πες πως τον αλησμονήσαμε κι αυτόν, και τα σπασμένα μούτρα του, και το στράτσο και το μεθύσι του και το λακριντί του. Όταν, έξαφνα, κουβέντες σε ύφος έντονο τράβηξαν την προσοχή μας:

- Όχι, κύριος, δε θέλουμε το κέρασμά σου!

- Και γιατί, δηλαδής; Εγώ εκινήθην από την ευγενής πρόθεσις...

- Κόβε λόγια και στρι! Πολύ ψείρα μάς γίνηκες!


Η παρεξήγηση συνέβαινε με την άλλη παρέα που ο ερίφης θέλησε να την κεράσει, άγνωστο γιατί. Ίσως που το κρασί τον έκανε πολύ κοινωνικό, πρόθυμο να πιάσει σχέσεις εύκολες και γκαρδιακές με τον πάσα τυχών. Ίσως πάλι και να του γυάλισαν τα κορίτσια, ήθελε να κάνει το κομμάτι του. Οι μαντράχαλοι όμως πήραν αλλιώς το πράμα, εξ ου κι ο καβγάς –«περικαλώ, κύριος!» και «με το μπαρδόν, δεν είσαστε εν τάξει εν πάση περιπτώσει!». Ο ένας μάλιστα από τους δυο -άνθρωπος ευερέθιστος- σηκώθηκε μια στιγμή, κι είπε λόγια βαριά που προδίκαζαν χειροδικία. Τσίριξαν τα κορίτσια: «Mανώλη! Για τ' όνομα της Παναγιάς!», μπήκε στη μέση κι ο άλλος, ο πλέον ψύχραιμος, και το επεισόδιο θεωρείται λήξαν. Ο ερίφης υποχώρησε κανονικά κατά τον μπεζαχτά, όπου τον τραβούσε από το μανίκι ο ταβερνιάρης αυταρχικότατα:


-- Ήπιες το ούζο σου, Παναγιωτάκη; Πλέρωνε και στρίβε! Όχι ιστορίες στο μαγαζί μου!

Σαν ν' αποφάσισε να ησυχάσει ο Παναγιωτάκης, αλλά για να φύγει, ούτε λόγος! Ήθελε, σώνει και καλά, ν’ ανοίξει την καρδιά του, να πει τον πόνο του, να μιλήσει με άνθρωπο. Κανείς να μην τον θέλει, κανείς να μην καταλαβαίνει, όλοι να τον διώχνουν - τι κακό πάλι αυτό! Σαν τους Χίτες, στον `Αη-Λευτέρη, που παραξήγησαν τα λεγόμενά του και τον κάναν σώσπαστο στο ξύλο. Μα το ξύλο δεν τον ένοιαζε τόσο, όσο η παρεξήγηση.

-- Δεν είμαι κουκουές, εγώ! Είμαι καθώς πρέπει! Πολύ πολύ καθώς πρέπει...


Οι μαντράχαλοι της άλλης παρέας, που το επεισόδιο λήξαν δεν ασχολούνταν πια μαζί του, του ’ριξαν σκοτεινές ματιές. Έκλιναν προς τ’ αριστερά, ως φαίνεται, κι ο λόγος του λεγάμενου τους ξινοφάνηκε. Γίνηκε πρόχειρο διαβούλιο -να τον δείρουν, να μην τον δείρουν- μα δεν πήραν απόφαση, ένεκα που μόλις ξυλοδαρμένος από τους Χίτες ήτανε, έστω και λόγω παρεξήγησης, δε στέκεται να τις φάει κι από τους κουκουέδες. Εξάλλου, ο άνθρωπος είχε πια τα πιο φιλειρηνικά αισθήματα: Ξεδίπλωσε το στράτσο, τράβηξε δυο χταποδάκια που ήταν μέσα, τα καμάρωσε κι εδήλωσε πως έχει κάθε δικαίωμα να τα μαγειρέψει και να τα φάει ποτίζοντάς τα με μπόλικον κράσο, ένεκα που το χταπόδι χωρίς ένα πρώτο κρασί δε μαγειρεύεται, και δίχως ένα δεύτερο δε χωνεύεται. Άρχισε, λοιπόν, μεγάλες συνεννοήσεις με το μαγαζάτορα, να του ψήσει τα χταπόδια, να τα φάει εδώ που βρίσκεται, δηλαδή να τα φάνε παρέα, ένεκα που η μοναξιά κι αυτός δεν συνταιριάζουν, ανέκαθεν ντερμπεντέρης άνθρωπος ήταν. Ο μαγαζάτορας όμως είχε μεγάλες αντιρρήσεις. Των αδυνάτων αδύνατο! Η φουβoύ ήταν πιασμένη με τις γόπες, κατόπι θα τηγάνιζε πατάτες, ύστερα θα έρχονταν η πελατεία και θα παράγγελνε της ώρας πράματα, συκωτάκια, μπαρμπουνάκια, σαγανάκια.


-- Ό,τι άλλο, Παναγιωτάκη μου, αυτό όμως μη μου το ζητάς!


-- Δεν έχω, δηλαδής, το δικαίωμα να φάω κι εγώ ένα μεζέ σαν άνθρωπος -να, τα χταποδάκια μου- και να πιω το κρασί μου, σα φιλήσυχος πολίτης; Εμένα που με βλέπεις, άδικα μ'έδειραν οι Χίτες στον Άη-Λευτέρη. Δεν είμαι κουκουές!


Είχε αρπάξει το μαγαζάτορα από το γιακά και του ξηγούσε περί διά μακρών το πώς γίνηκε η παρεξήγηση με τους Χίτες. Κι επέμενε -ψείρα σωστή- πως δεν ήταν εντάξει, ο μαγαζάτορας, να μην του μαγειρεύει τα χταποδάκια, να φάει ένα μεζέ, να πιει ένα κρασί, και δος του επιχειρηματολογία, φλυαρία και λογοδιάρροια -για ψείρα, ναι, ήταν ψείρα και περίφημη!


-- Δε γίνεται, Παναγιωτάκη μου! του είπε ο άλλος κoφτά. Να πας στην Ευταλία να στα μαγειρέψει. Κι άντε τσαμπούκ τσαμπούκ, άδειαζέ μου το μαγαζί κι έχω δουλειά! Πλακώνει η πελατεία.


Ο ερίφης σώπασε, σα να είδε πως τίποτα πια δε γίνεται, πως έπρεπε να το πάρει απόφαση. Τύλιξε τα χταποδάκια στο στράτσο, τα έβαλε υπό μάλης και τράβηξε κατά την πόρτα. Μα η αγανάχτηση τον έπνιξε. Γύρισε, το λοιπόν, κι άρχισε καινούρια δημηγορία:


- Στην Ευταλία... Άιντε συ να πεις στην Ευταλία να στα μαγειρέψει! Συ, που δεν είσαι άντρας της... Εγώ, δηλαδή, δεν έχω δικαίωμα να φάω ένα μεζέ, να πιω ένα κρασί;


Αργά κατάλαβε πως μιλούσε στα κούφια, ένεκα που ο μαγαζάτορας είχε αποτραβηχτεί στην κουζίνα. Σήκωσε, το λοιπόν, τους ώμους και τράβηξε πάλι κατά την πόρτα. Φαίνεται όμως πως δε βολούσε η ψυχή του να ξεκολλήσει εύκολ' απ’ το μαγαζί. Περνώντας μπροστά στην παρέα μας κοντοστάθηκε. Ήθελε κουβέντα.

-- Έχει τσιγάρο;

Απόκριση καμιά. Είδαμε τι κολλιτσίδα ήταν, αν του μιλούσαμε ξεκολλημό δε θα ’χε. Αυτός όμως εκεί!

-- Θέλω τσιγάρο.

-- Δεν έχει! του λέει ο Αγλέουρας.

-- Πώς δεν έχει, αφού καπνίζετε!

Ήταν κι αναιδής.

-- Άιντε στο καλό! του λέει ο υποπλοίαρχος, κι άσε μας ήσυχους. Ακούς;

Αυτό δεν του άρεσε, του φίλου. Πήρε αμέσως ύφος κουτσαβάκικο, προκλητικό, μπεχλιβάνικο. Κι αμόλησε την πρόστυχη κουβέντα:

- Επειδή, δηλαδής, έχεις δυόμισι γαλόνια στο μανίκι, μας κάνεις και τον κάργα;

Φως φανάρι πως οι Χίτες του `Αη Λευτέρη δεν είχαν και τόσο άδικο. Μαρτυρήθηκε μοναχός του. Ο υποπλοίαρχος χαμογέλασε κάτω από τα μουστάκια του. Μα ο Αγλέουρας σηκώθηκε, άρπαξε τον Παναγιωτάκη από τις πλάτες και απλά, αυστηρά, θετικά τον έβγαλ’ έξω από το μαγαζί. Τον έβγαλε, δεν τον πέταξε. Όλα γίνηκαν μ’ ευγένεια και κατανόηση, ως αρμόζει να φέρεται κανείς σ' έναν μεθυσμένο, έναν ακαταλόγιστο. Κι αυτός δεν έφερε καμιάν αντίσταση, ψοφοδεής ήταν, μόνο λόγια και τίποτες άλλο. Ανθρωπάκος, που το κρασί τον εχτυπούσε παράξενα, τον έκανε να λέει μπούρδες δίχως να τις συλλογιστεί.

Ο Αγλέουρας εγύρισε και ξανακάθισε στη θέση του. Κέφι δεν είχαμ’ εξαρχής, τώρα το λίγο που είχε απομείνει ξανεμίστηκε κι αυτό. Δεν ήταν να ‘ρθει κι αυτό τ’ αυτοκίνητο, να πάμε στις δουλειές μας! Η νύχτα είχε πέσει πια, ήρθαν πάλι τα σύγνεφα, μαύρισε ο ουρανός διπλό σκοτάδι, το ίδιο κι η θάλασσα. Μόλις έβλεπες τα κατάρτια των καϊκιών ν’ αργοσαλεύουν πέρα δώθε πάνω στο μουντό στερέωμα, σα μετρονόμια που κράταγαν στον άνεμο το ρυθμό των νερών. Πρέπει και να ψιλόβρεχε, εμείς δεν το βλέπαμε, έτσι στο βάθος που καθόμαστε. Μα έρχονταν από το πέλαγο οσμή υγρού νοτιά, μύριζε και το χώμα, μουλιασμένο ως ήταν.

Και να, δεν πέρασαν ούτε τρία λεφτά, και ξαναπαρουσιάστηκε στην πόρτα. Έκανε να μπει πάλι στο μαγαζί, ένεκα που είχε μεθύσι πεισματάρικο, επίμονο, τίποτα δεν τον έκανε ν’ αλλάξει το κέφι του. Μεμιάς όμως όλοι σηκωθήκαμε, η παρέα μας, η άλλη παρέα, ο μαγαζάτορας:

- Πάλι εδώ είσαι; Έξω! Έξω! Φεύγ' από δω! Πήγαινε στο σπίτι σου! Μπεκρούλιακα! Προστυχόμουτρο! Κολλιτσίδα! Ψείρα! Ψείρα!

Αυτό γίνηκε τίμια κι αυθόρμητα, μας είχε φέρει ως εδώ, ο αλιτήριος! Όσο εμείς ξαφνιαστήκαμε από το φέρσιμό μας, άλλο τόσο κι αυτός. Η κατακραυγή χίμηξε απάνω του, τόνε βάρεσε στο στήθος, τον σταμάτησε, τον πισωπλάτισε. Απόμεινε ασάλευτος, κρατώντας τα τυλιγμένα χταπόδια στο χέρι το ζερβί, κι έριξε ματιά γεμάτη δέος ολοτρόγυρα. Πρέπει τα μούτρα μας να ήσαν τόσο άγρια, που φοβήθηκε.

- Καλά... μουρμούρισε... Καλά! Θα φύγω... Αφού δε με θέλετε... Μα πού να πάω; Πού; Στην Ευταλία; Ένας λόγος είναι αυτός. Ούτε κι αυτή με θέλει, όπως κι εσείς. Κανείς! Κανείς...

Τον έπιασε κάτι σαν παράπονο, κι άπλωσε το χέρι όπου κρατούσε τα χταπόδια:

- Να! Αυτά τα χταπόδια. Στη χόβολη... Όλοι μαζί θα τα τρώγαμε. Ένα μεζέ κι ένα κρασί. Σαν άνθρωπος κι εγώ. Σαν άνθρωπος...

Μας κοίταγε και πρόσμενε κατανόηση, σαν άνθρωπος από τους ανθρώπους. Μα μόνο φάτσες παγωμένες αντίκρισε, μάτια γεμάτα σκληράδα και κακία. Κακία ανθρώπινη.

Τότε, κατάλαβε. Κάτι σαν αποκαρδίωση τον έπιασε, όλα έσπασαν εντός του. Έπεσε αδύναμο το χέρι που κρατούσε τα δυο χταπόδια στο στράτσο το χαρτί, μάταιη προσφορά στην κατανόηση των ανθρώπων. Πήρε αργή στροφή, βγήκε πάλι από το μαγαζί, έπεσε βαρύς στο σκαλοπάτι κι απόμεινε ασάλευτος, με το τσακισμένο του κεφάλι μες στις δυο παλάμες. Δεν εμίλησε πια, τίποτα δεν είπε, μα έσμιξε την ψυχή του με τη νύχτα του νοτιά, τη σκέπασε με σύγνεφα, την τύλιξε με πνοές όστριας χειμωνιάτικης. Όσο για μας, ξανασκύψαμε στα ποτήρια, στις εφημερίδες, στις κουβέντες μας, μην καταλαβαίνοντας, μη θέλοντας να καταλάβουμε. Πέρασε έτσι ώρα αρκετή, ίσως και δέκα λεφτά, ίσως και τέταρτο ολόκληρο. Κι όταν ανασήκωσα τα μάτια και κοίταξα την πόρτα, εκεί που είχε καθίσει, δεν τον είδα πια. Είχε φύγει, τράβηξε μέσα στη νύχτα, ποιος ξέρει για πού, να μαγειρέψει τα χταπόδια του, να πιει ένα κρασί, σαν άνθρωπος. Σαν άνθρωπος, ακριβώς...

Ήρθε τ’ αυτοκίνητο –καιρός ήταν, επί τέλους! Σηκωθήκαμε όλοι με ανακούφιση και τραβήξαμε κατά την πόρτα. Όχι μόνο που βιαζόμαστε, αλλά και κάτι μάς στενοχώραγε, μάς έπνιγε. Το κέφι μας είχε χαλάσει. Όπως δρασκέλαγα το κατώφλι της πόρτας, πάτησα σ’ ένα πράμα μαλακό, γλυστερό, που παρά τρίχα να πέσω, να τσακιστώ. Πρόφτασα όμως και κρατήθηκ’ από το μάνταλο του θυρόφυλλου, έσκυψα βλαστημώντας, κι είδα πως αυτό που πάτησα ήταν το στράτσο με τα δυο χταπόδια.

-- Ρε παιδιά! είπα, ο ερίφης παράτησε τα χταποδάκια του...

Όλοι απομείναμε σιωπηλοί, κάποιος στοχασμός ανάδευε εντός μας, ήταν φανερό αυτό.

-Μήπως και τον προφτάξουμε... μουρμούρισε ο υποπλοίαρχος.

Κοιτάξαμε πέρα δώθε, ψάξαμε τη νύχτα, με τους προβολείς της φορντ. Τίποτα. Η ακρογιαλιά ξαπλωνόταν ως πέρα σκοτεινή κι ερημική, μόνο κάποιος γάτος τριγυρνούσε κάτω από τη βροχή, ένεκα που κόντευε Γενάρης. Και πάλι απομείναμε δίβουλοι, συλλογισμένοι.

- Τί θα γίνει με τα χταπόδια; ρώτησα

Ο Αγλέουρας σήκωσε τους ώμους.

- Θα τα πάρω να τα φάω εγώ! είπε. Κρίμα να παν χαμένα...

Χαμένα... Με τι προσοχή τα κουβαλούσε ο κακόμοιρος, με τι λαχτάρα πρόσμενε να τα μαγερέψει να τα φάει, να τα ποτίσει με καναδυό ποτήρια! Ναι, να τα γλεντήσει «σαν άνθρωπος», παρέα με τους συνανθρώπους, που θα νιώθαν τον καημό της ψυχής του... Μα οι άνθρωποι -τα θεριά- δεν ένιωσαν, ούτε ήταν βολετό να νιώσουν. Άχρηστα τα χταποδάκια πια, άχθος και βάρος για την απελπισία του. Τα παράτησε στο κατώφλι κι έφυγε και τράβηξε, και πήγε...

Ω, Θεέ μου! Πώς έπλασες τόσο άχαρη τη ζωή, σε τούτονα τον κόσμο;…

* * *

Την άλλη μέρα –πάλι με το σούρουπο– στο ίδιο μαγαζί είμαστε μαζωμένοι, πάλι οι ίδιοι άνθρωποι και πάλι τ’ αυτοκίνητο περιμέναμε να’ ρθει να μας πάρει. Ούτε φωνή ούτε κουβέντα. Βαρύθυμες ήσαν οι ψυχές μας, πιότερο κι από τον ουρανό. Ο Αγλέουρας μάλιστα φαινόταν ζαβλακωμένος.

-- Τι έχεις; τον ρώτησα.

-- Εκείνα τα χταπόδια… Εδώ μού έχουν σταθεί.

-- Τα χταπόδια του Παναγιωτάκη; είπε ο μαγαζάτορας που σκούπιζε το τραπέζι με μια πατσαβούρα. Θεός σχωρέσ’ τον! Τόνε βρήκαν σήμερα το πρωί, στα βράχια του κάβου. Όπως ήταν τύφλα χτες το βράδυ, παραπάτησε, φαίνεται, κι έπεσε από ψηλά. Το κεφάλι του γίνηκε λιώμα…

Κανείς μας δεν εμίλησε. Μόνον ο Αγλέουρας σηκώθηκε από την καρέκλα.

-- Πού πας; τον ρώτησα.
-- Πάω να κάνω εμετό… είπε.
Ήταν κατακίτρινος.

Από τη συλλογή διηγημάτων «Το νερό της βροχής».

Χαλούμι


 Χαλούμι
Μάθετε πώς να φτιάχνετε στο σπίτι σας κυπριακό τυρί!

• 2 λίτρα πλήρες γάλα κατσικίσιο, αγελαδινό ή πρόβειο.
• 1 κ.γ. αλάτι
• 2 λεμόνια

Βράζουμε σε μέτρια θερμοκρασία το γάλα σε μία κατσαρόλα και το χτυπάμε με ένα αναδευτύρα (σύρμα) μέχρι να φουσκώσει.

Μόλις φουσκώσει, κλείνουμε το μάτι της κουζίνας και ρίχνουμε το χυμό από τα 2 λεμόνια.

Ανακατεύουμε και στη συνέχεια αφήνουμε το γάλα να πήξει για 15 λεπτά.

Τοποθετούμε μία καθαρή πετσέτα πάνω από ένα μπολ και ρίχνουμε μέσα το πηχτό μείγμα γάλακτος.

Δένουμε σφιχτά τη πετσέτα και πιέζουμε ελαφρά για να φύγουν τα πολλά ζουμιά. Αφήνουμε τη πετσέτα μέσα στο μπολ για 1 ώρα.

Γεμίζουμε μια μεγάλη κατσαρόλα με αρκετό νερό ώστε να καλύψουμε τη πετσέτα που περιέχει το τυρί.


Ρίχνουμε μέσα στο νερό 2 κ.γ αλάτι. Βάζουμε μέσα τη πετσέτα και αφήνουμε το τυρί μέσα στο βραστό νερό για 1 ώρα περιστρέφοντας το ανά μισή ώρα.
Όταν περάσει η 1 ώρα, βγάζουμε τη πετσέτα από τη κατσαρόλα και τη βάζουμε πάνω σ' ένα σουρωτήρι. Αφήνουμε το τυρί να κρυώσει.

Στη συνέχεια, βγάζουμε το τυρί από τη πετσέτα και το τοποθετούμε μέσα σε ένα μπολ. Το αφήνουμε να κρυώσει σε θερμοκρασία δωματίου και μετά καλύπτουμε το μπολ με μία καθαρή πετσέτα και το βάζουμε στο ψυγείο για ένα βράδυ.

Το πρωί το τυρί θα έχει σκληρύνει και θα είναι έτοιμο.
toarkoudi.gr

Καταφύγιο στα βουνά της Κρήτης

Από την εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ 29-6-2004


Έξι άγρια πουλιά που κινδυνεύουν με εξαφάνιση
βρίσκουν ακόμα καταφύγιο στα βουνά της Κρήτης
και προσπαθούν να επιβιώσουν, κυνηγημένα από ποιόν άλλο;
Από τον άνθρωπο.
Το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, παρακολουθούν τους πληθυσμούς αυτών των αρπακτικών που είναι τα εξής:


Για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει με φακό


 

Συναισθηματική Νοημοσύνη


Συναισθηματική Νοημοσύνη

Είναι γεγονός ότι δεν γεννιόμαστε με υψηλή Συναισθηματική Νοημοσύνη αλλά την αποκτούμε μέσα από την ανεπίσημη εκπαίδευση σε αυτήν κατά την παιδική και ενήλικη ζωή μας. 

Είναι λοιπόν ένα είδος νοημοσύνης το οποίο χτίζεται στην πορεία της ανάπτυξης ενός ανθρώπου. Μέχρι σήμερα η έλλειψη ενημέρωσης σε συνδυασμό με την προσκόλληση σε παλιές νοοτροπίες έχουν παρεμποδίσει την ουσιαστική κινητοποίηση για την οργανωμένη εκπαίδευση σε δεξιότητες Συναισθηματικής Νοημοσύνης διαιωνίζοντας προσωπικές και διαπροσωπικές δυσκολίες. Αυτό συνεπάγεται ότι στους περισσότερους από εμάς δεν έχουν σφυρηλατηθεί οι ικανότητες που πλαισιώνουν την υψηλή Συναισθηματική Νοημοσύνη.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου με υψηλή Συναισθηματική Νοημοσύνη; Η περιγραφή του Goleman (1995) είναι η πιο διαδεδομένη αυτή τη στιγμή:

1. Η αναγνώριση των συναισθημάτων μας: Η αυτοεπίγνωση, η αναγνώριση δηλαδή των συναισθημάτων μας την ώρα που δημιουργούνται θεωρείται ο ακρογωνιαίος λίθος της Συναισθηματικής Νοημοσύνης.

2. Ο έλεγχος των συναισθημάτων μας: η ικανότητα αυτή σχετίζεται με τη χειραγώγηση και τον έλεγχο των συναισθημάτων ώστε να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά οι καταστάσεις της ζωής. Η ικανότητα αυτή οικοδομείται πάνω στην αυτοεπίγνωση.

3. Η εξεύρεση κινήτρων για τον εαυτό μας: Η ικανότητα για αυτοέλεγχο επιτρέπει την προσήλωση της προσοχής σε συγκεκριμένους στόχους, τη στοχοθεσία, την αυτοκυριαρχία και τη δημιουργικότητα.

4. Η αναγνώριση των συναισθημάτων των άλλων: η ικανότητα αυτή αφορά την ενσυναίσθηση που είναι θεμελιώδης δεξιότητα.

5. Η διαχείριση των σχέσεων μας: Η ικανότητα αυτή αναφέρεται στην ικανότητα διαχείρισης των συναισθημάτων των άλλων.

Είναι σημαντικό να γίνει αναφορά και στη θεωρία του Sternberg (1966) σύμφωνα με την οποία η ‘Νοημοσύνη της επιτυχίας’ αφορά την ικανότητα του ατόμου να προσαρμόζεται στο περιβάλλον και να προσαρμόζει τις ανάγκες και τις ικανότητες του στο περιβάλλον ώστε να ολοκληρώνει τους προσωπικούς του στόχους.

Ποια είναι η σημασία της Συναισθηματικής Νοημοσύνης;

Σύμφωνα με έρευνες το υψηλό IQ (ο δείκτης νοημοσύνης που ήταν γνωστός μέχρι τώρα) δεν εξασφαλίζει την επαγγελματική και προσωπική επιτυχία. Οι έρευνες δείχνουν ότι μόνο το 4% της επιτυχίας οφείλεται στο IQ. Ας φανταστούμε έναν άνθρωπο με πολύ υψηλό ΙQ ο οποίος εκδηλώνει συχνά έντονα ξεσπάσματα θυμού διαταράσσοντας τις προσωπικές και επαγγελματικές του σχέσεις. Μπορεί να είναι επιτυχημένος προσωπικά και επαγγελματικά;

Τα αποτελέσματα των ερευνών δείχνουν επίσης ότι μπορεί μια επιχείρηση να προσλάβει κάποιον για τα προσόντα του (IQ, σπουδές) αλλά ότι τον κρατούν για το χαρακτήρα του (Συναισθηματική Νοημοσύνη).

Σε σχολεία όπου εφαρμόστηκε πρόγραμμα συναισθηματικής αγωγής παρατηρήθηκαν βελτίωση στην αναγνώριση και κατονομασία συναισθημάτων, μεγαλύτερη ικανότητα κατανόησης των αιτιών των συναισθημάτων, μεγαλύτερη ανοχή στην απογοήτευση, αποτελεσματικότερος έλεγχος του θυμού, περισσότερη υπευθυνότητα, καλύτερη κατανόηση των απόψεων των άλλων και βελτίωση στην επικοινωνία.

Παρατηρώντας τους ανθρώπους γύρω μας μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι δεν αρκεί το υψηλό IQ για να είναι κανείς ευτυχισμένος. Η ευτυχία εξαρτάται περισσότερο από τη σχέση μας με τον εαυτό μας και τους άλλους οι οποίες βελτιώνονται με την ικανότητα στην αυτοεπίγνωση, τον αυτοέλεγχο, στην ενθάρρυνση εαυτού, την ενσυναίσθηση και τις κοινωνικές δεξιότητες, δηλαδή την υψηλή Συναισθηματική Νοημοσύνη.

http://www.klinikilyrakou.gr/ekswterika_iatria-gr/ektakto-peristatiko/synaisthmatikh-nohmosynh-gr.html

Ελληνικός Ζεόλιθος

Ο ελληνικός φυσικός ζεόλιθος έχει την ικανότητα δέσμευσης βακτηρίων, αερίων, ανόργανων, οργανικών και οργανομεταλλικών ενώσεων, ρυθμίζει προς το ουδέτερο το ph των υδάτων και εμπλουτίζει τα ύδατα με οξυγόνο. Η ορυκτολογική σύσταση και οι φυσικοχημικές ιδιότητες καθιστούν τον ελληνικό φυσικό ζεόλιθο το καταλληλότερο υλικό για πολυάριθμες και πολύμορφες περιβαλλοντικές, βιομηχανικές, κτηνοτροφικές και αγροτικές εφαρμογές.

Ο Ζεόλιθος ως στρατηγικός στόχος

Σε μία Θράκη όπου όλοι πιστεύουν ότι τίποτα πια δεν είναι δυναμικό κι ότι δεν υπάρχει καμία προοπτική στα τοπικά δεδομένα, θέλαμε να προτείνουμε επιπλέον από άλλες υπηρεσίες όπως είναι το Μουσείο Καραθεοδωρή ή το Μέγαρο Μουσικής, και τον στρατηγικό στόχο του Ζεόλιθου. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι δεν είναι συγκρίσιμα πράγματα και θα είχε δίκιο σε πρώτη φάση, αν δεν είναι ικανός να δει πιο πέρα από τον ορίζοντα της καθημερινότητας. Ένας τόπος για να ζήσει πραγματικά το παρόν του, πρέπει να έχει προοπτικές για το μέλλον και αυτές πρέπει να είναι πολλαπλές και μάλιστα σε διάφορους τομείς που είναι φαινομενικά εντελώς ανεξάρτητοι. Το ίδιο ισχύει για όλη την Ελλάδα και με το θέμα της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Η ιδέα δεν είναι να τα περιμένουμε όλα από μία και μόνο πρωτοβουλία και να παραμείνουμε παθητικοί στους άλλους τομείς. Αν παλεύουμε για την ΑΟΖ δεν είναι μόνο και μόνο για τους υδρογονάνθρακες αλλά για όλες τις δυνατότητες που προσφέρει σε όλο το ελληνικό πλαίσιο. Και ξέρουμε ότι η ελληνική ΑΟΖ θα βοηθήσει και τη Θράκη μας απλώς πρέπει να έχει να βοηθήσει σε κάτι το συγκεκριμένο. Μία από τις προτάσεις μας σε πρακτικό επίπεδο είναι η αξιοποίηση του Ζεόλιθου. Η Θράκη είναι μία από τις πλουσιότερες περιοχές της Ελλάδας όσον αφορά στα πετρώματα του Ζεόλιθου. Δεν είναι ανάγκη να πούμε περισσότερο όσον αφορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση γιατί οι σκεπτικιστές και οι επιφυλακτικοί θα το θεωρήσουν υπερβολικό. Ας παραμείνουμε λοιπόν στο ελληνικό πλαίσιο.

Εξετάσαμε με τον Γιώργο Χατζηγεωργίου πολλές από τις ιδιότητες του Ζεόλιθου και πολλές από τις εφαρμογές του για την ανάπτυξη που σέβεται το περιβάλλον και τον άνθρωπο προσφέροντας ταυτόχρονα θέσεις εργασίας κατά συνέπεια και άλλοι μπορούν από περιέργεια και μόνο να μελετήσουν αυτά τα επιστημονικά δεδομένα και να τα αξιολογήσουν ανάλογα. Το σημαντικό είναι ότι η πατρίδα μας διαθέτει και την τεχνογνωσία και την τεχνολογία για την εξόρυξη και την εκμετάλλευση του Ζεόλιθου, πράγμα το οποίο θα προσφέρει δυνατότητες και στο λιμάνι Αλεξανδρούπολης λόγω της μεταφοράς. Με άλλα λόγια, έχουμε στη διάθεσή μας στη Θράκη ένα προϊόν πολλαπλής χρήσης που μπορεί αποτελεσματικά να φέρει οικονομικές απολαβές σε όλη την περιοχή. Επιπλέον καθώς μιλάμε για πετρώματα και όχι για μεταλλεύματα, δεν υπάρχουν βέβαια τα προβλήματα κυάνωσης που καταστρέφουν όχι μόνο το περιβάλλον αλλά και όλο το οικονομικό υπόβαθρο της περιοχής. Ο στρατηγικός στόχος του Ζεόλιθου δεν είναι ένα τέχνασμα αλλά μία πραγματικότητα που δεν έχουμε εκμεταλλευτεί. Πρέπει ειδικά οι Θρακιώτες να μάθουν όσο περισσότερα στοιχεία για τον Ζεόλιθο για να αντιληφθούν ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος καθυστέρησης για την εκμετάλλευσή του κι επιπλέον οι εξορύξεις μπορούν ν’ αρχίσουν άμεσα χρησιμοποιώντας όλα τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας. 

Η αξιοποίηση του Ζεόλιθου δεν είναι ένα τεχνολογικό ή επιστημονικό πρόβλημα, είναι απλώς θέμα πολιτικής βούλησης και θεωρούμε ότι μέσω της ενημέρωσης αυτή θα υπάρξει σύντομα.

Συνταγές με λιαστή ντομάτα

 Δεξί κλικ- προβολή εικόνας - φακός

Φαίδων Γεωργίτσης





Ο Φαίδων Γεωργίτσης (Αθήνα, 26 Ιανουαρίου 1939 - Αθήνα, 1 Μαρτίου 2019) ήταν Έλληνας ηθοποιός, σκηνοθέτης της τηλεόρασης, του θεάτρου και του κινηματογράφου.
---------------
Παλαιότερη ανάρτηση
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 1939. Σπούδασε στις δραματικές σχολές του Καρόλου Κουν, Χρήστου Βλαχιώτη και Πέλου Κατσέλη.


Πρωτοεμφανίστηκε
στον κινηματογράφο στην ταινία "Ποτέ την Κυριακή" του Ζυλ Ντασέν το 1960. Έγινε δημοφιλής μέσα από τις ταινίες-μιούζικαλ της Φίνος Φιλμς σε σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη, με συχνούς συμπρωταγωνιστές τη Ζωή Λάσκαρη, τη Μαίρη Χρονοπούλου, τον Κώστα Βουτσά, τη Μάρθα Καραγιάννη κ.ά. Στο θέατρο, έχει συνεργαστεί με το Θέατρο Τέχνης του Κουν, αλλά και με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και το Μ. Βολανάκη.

Ήταν παντρεμένος με την ηθοποιό Μπέτυ Αρβανίτη, με την οποία είχε σχηματίσει και δικό του θίασο.

Έχει ασχοληθεί επίσης με τη σκηνοθεσία σε θεατρικά και κινηματογραφικά έργα.

Στην τηλεόραση εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1972 στη σειρά "Κόκκινο δαχτυλίδι", ενώ έγινε πάλι δημοφιλής τη δεκαετία του '90 μέσα από τις καθημερινές τηλεοπτικές σειρές "Καλημέρα Ζωή" και "Λάμψη" του Νίκου Φώσκολου.

Τα τελευταία χρόνια, ασχολείται με το κτήμα "Κεκρωπία" και τον ομώνυμο θεατρικό θίασο που έχει ιδρύσει στο Κορωπί. Κινηματογράφος

Ο γιος του Τσάρλυ (2008)
Κατάσκοπος Νέλλη (1981)
Ηλεκτρικός άγγελος (1981)
Ο σεξοκυνηγός (1981)... Ανδρέας
Καγκελόπορτα (1978)
Παύλος Μελάς (1974)
Σατανικές ερωμένες (1974)
Μιρέλα η σάρκα της ηδονής (1973)
Επιχείρηση Κράιπε ο τάφος του Γ΄ Ράιχ (1972)
Πιο θερμή και από τον ήλιο (1972)
Κυνηγημένοι εραστές (1972)
Ένα κορίτσι που τα θέλει όλα (1972)
Το τρίπτυχο της αμαρτίας (1972)
Αεροσυνοδός (1971)
Υπερήφανοι αετοί (1971)
Η ζαβολιάρα (1971)... Κώστας
Όταν η πόλη πεθαίνει (1969)... Βασίλης Αρσένης
Ένας ιππότης για τη Βασούλα (1968)... Μήτσος Μπεζεστένης
Γοργόνες και μάγκες (1968)... Πέτρος Αθανασίου
Όλγα αγάπη μου (1968)... Πέτρος Βασιλειάδης
Μια κυρία στα μπουζούκια (1968)... Γιώργος Κονταξής
Το παρελθόν μιας γυναίκας (1968)
Εκείνος κι εκείνη (1967)
Οι θαλασσιές οι χάντρες (1967)... Φώτης Τσίτουρας
Πυρετός στην άσφαλτο (1967)... Νικόλαος Κούρσος
Νύχτα γάμου (1967)... Θάνος Καμπίρης
Επιχείρηση Δούρειος Ίππος (1966)
Βρώμικη πόλη (1965)... Τάσος Λιάσκης
Οι νέοι θέλουν να ζήσουν (1965)
Το χώμα βάφτηκε κόκκινο (1965)... Γιάννος
Οι εχθροί (1965)
Πικρή ζωή (1965)
Διωγμός (1964)... Γιάννης Χαραλάμπους
Το κορίτσι της Κυριακής (1964)
Ίλιγγος (1963)... Κώστας Παναγιωτόπουλος
Τα κόκκινα φανάρια (1963)... Άγγελος
Ουρανός (1962)... Γιάγκος
Φαίδρα (1962)
Ποτέ την Κυριακή (1960)... ναύτης
Ερόικα (1960)

Τηλεόραση

Τυφλόμυγα (2007)
Σιγά μην εκτεθούμε (2001)
Καλημέρα Ζωή (1993)
Λάμψη (1991)
Το τέλος της μοναξιάς (1991)
Το κανάλι των παρανόμων (1989)
Παραμύθια πίσω από τα κάγκελα (1984)
Το Μυστικό του άσπρου βράχου (1982)
Το Παιχνίδι (1979)
Καμπαρέ (1978)
Οι Πανθέοι (1977)
Γιούγκερμαν (1977)
Το Κορίτσι της Κυριακής (1972)
Κόκκινο δαχτυλίδι (1972)

Θέατρο

Ευρυδίκη
Λεωφορείον ο Πόθος
Άννα Κρίστι
Μις Τζούλια
Μήδεια
Collection
Ιούλιος Καίσαρ
Έντα Γκάμπλερ
Φωνάζει ο κλέφτης
Κουραμπιέδες
Ξύπνα Ραγιά
Φιλοσόφησέ το
Ο φιλόσοφος Ξάνθος και ο δούλος του Αίσωπος
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CF%89%CE

Ιερό Προσκύνημα Αγίου Γρηγορίου




Ιερό Προσκύνημα Αγίου Γρηγορίου φωτογραφία Artware

Η Νέα Καρβάλη Καβάλας αποτελεί συνέχεια της παλαιάς Καππαδοκικής Καρβάλης (Γκέλβερι) και είναι συνδετικός κρίκος στην αλυσίδα μιας μακραίωνης ιστορίας. Η λαμπρή της πορεία σημαδεύτηκε καθοριστικά από την παρουσία του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ενός από τους μεγαλύτερους Πατέρες της Εκκλησίας μας.

Κάθε χρόνο, το απόγευμα της παραμονής της εορτής, στις 24 Ιανουαρίου, ψάλλεται πανηγυρικός Εσπερινός και στη συνέχεια, το βράδυ, γίνεται η καθιερωμένη Αγρυπνία. Την ημέρα της εορτής του Αγίου Γρηγορίου, στις 25 Ιανουαρίου, τελείται το πρωί Πολυαρχιερατική Θεία Λειτουργία και αμέσως μετά, γίνεται η περιφορά του πανσέπτου σκηνώματος του Αγίου στους κεντρικούς δρόμους της κοινότητας της Νέας Καρβάλης.
https://www.visitkavala.gr/sightseeing/iero-proskinima-agiou-grigoriou/

Συνταγή: Σπιτικό απορρυπαντικό πιάτων


Συνταγή: Σπιτικό απορρυπαντικό πιάτων

Υλικά για ποσότητα περίπου 750 ml 1/2 κούπα τσαγιού υγρό σαπούνι ελιάς 1 κουταλιά σούπας λευκό ξύδι 1 κουταλιά σούπας σόδα πλυντηρίου (σε μορφή κρυστάλλων) 1 1/2 κούπα βραστό νερό Προαιρετικά: 5 σταγόνες αιθέριο έλαιο λεμονιού
Εκτέλεση Αναμείξτε το σαπούνι με το ξύδι. Μην εκπλαγείτε αν το δείτε να κόβει σαν αυγό, συνεχίστε ν” ανακατεύετε. Ρίξτε τη σόδα πλυντηρίου Στο μεταξύ βράστε το νερό, ρίξτε το στο μειγμα κι ανακατέψτε. Όταν κρυώσει, είναι έτοιμο προς χρήση.
Αφαιρεί αποτελεσματικά τα λίπη και τη βρωμιά.

Σήμερα... 26/1 ΞΕΝΟΦΩΝ

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!
ΞΕΝΟΦΩΝ

Πωλ Λέοναρντ Νιούμαν





Ο Πωλ Λέοναρντ Νιούμαν (Αγγλ.: Paul Leonard Newman, 26 Ιανουαρίου 1925 - 26 Σεπτεμβρίου 2008) ήταν Αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης. Είχε λάβει πολυάριθμα βραβεία για το έργο του, ανάμεσα στα οποία ένα Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου (επίσης 2 τιμητικά και 9 υποψηφιότητες), 6 Χρυσές Σφαίρες, ένα Βραβείο SAG, ένα BAFTA και ένα Έμμυ. Είχε επίσης βραβευτεί για την ερμηνεία του στην ταινία «Πόθοι στην κάψα του καλοκαιριού» (1958) στο Φεστιβάλ των Καννών, ενώ έχει λάβει τον Ασημένιο Λέοντα στο Φεστιβάλ του Βερολίνου για την ταινία «Δεν είμαι κορόιδο κανενός» (1994). Επίσης, για μια εικοσαετία υπήρξε οδηγός αγωνιστικών αυτοκινήτων, ενώ μέχρι και τις τελευταίες μέρες της ζωής του προσέφερε πλούσιο φιλανθρωπικό έργο.


Ο Νιούμαν γεννήθηκε στο Σέικερ Χάιτς, στην πολιτεία Οχάιο. Ήταν γιος της Τερέζα (το γένος Φέτζερ ή Φέτσκο) [1][2] και του Άρθουρ Σ. Νιούμαν, που διατηρούσε ένα επιτυχημένο κατάστημα αθλητικών ειδών. [3][4] Ο πατέρας του ήταν Εβραίος και η μητέρα του προερχόταν από οικογένεια Σλοβάκων Καθολικών, από το πάλαι ποτέ Βασίλειο της Ουγγαρίας. Ο Νιούμαν έχει χαρακτηρίσει τον εαυτό του Εβραίο, υποστηρίζοντας πως αποτελεί «μεγαλύτερη πρόκληση» [5]. Η μητέρα του ηθοποιού εργαζόταν στο οικογενειακό κατάστημα, ενώ μεγάλωνε τον Πωλ και τον αδερφό του Άρθουρ (ο οποίος στο μέλλον έγινε παραγωγός και διευθυντής παραγωγής).[6]

Ο Νιούμαν έδειξε ένα πρώιμο ενδιαφέρον για το θέατρο, το οποίο ενθάρρυνε η μητέρα του. Σε ηλικία επτά ετών, πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στην υποκριτική, σε μια σχολική παράσταση. Όταν αποφοίτησε από το λύκειο το 1943, φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο (που εδρεύει στην πόλη Αθήνα) σπουδάζοντας οικονομικά [7]. Αποτέλεσε μέλος της φοιτητικής αδερφότητας Φι Κάππα Ταυ.
Στρατιωτική Θητεία

Ο Νιούμαν υπηρέτησε στο Ναυτικό κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στις επιχειρήσεις στον Ειρηνικό Ωκεανό [6]. Εστάλη στο πρόγραμμα V-12 του Γέιλ με την ελπίδα να γίνει δεκτός σαν πιλότος. Αλλά το σχέδιο αυτό ανετράπη όταν ένας γιατρός διέγνωσε σε αυτόν αχρωματοψία [6][8]. Εστάλη σε στρατόπεδο εκπαίδευσης και κατόπιν εκπαιδεύτηκε ως ασυρματιστής και σκοπευτής. Αφού εκπαιδεύτηκε ως ασυρματιστής και πολυβολητής σε τορπιλλοπλάνα, το 1944 εστάλη στο Μπάρμπερς Πόιντ, στη Χαβάη, και κατόπιν έλαβε μετάθεση για τα εφεδρικά σώματα που στρατοπέδευαν στον Ειρηνικό. Υπηρέτησε στο αεροπλανοφόρο USS Bunker Hill κατά τη Μάχη της Οκινάουα την άνοιξη του 1945. Εστάλη εκεί με μια εφεδρική μοίρα αεροπλάνων Avenger λίγο πριν την επίθεση, αλλά από κάποιο θέλημα της τύχης δεν πέταξε γιατί ο πιλότος του είχε κάποια μόλυνση στα αυτιά. Η υπόλοιπη ομάδα του δεν επέστρεψε ποτέ [9].

Μετά τον πόλεμο, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Κολλέγιο Κένυον, αποφοιτώντας το 1949. Ο Νιούμαν αργότερα σπούδασε υποκριτική στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ και υπό την εποπτεία του Λη Στράσμπεργκ στο Actors' Studio της Νέας Υόρκης [6].

Ο Νιούμαν έκανε το ντεμπούτο του σε θέατρο του Μπρόντγουεϊ, στην αυθεντική παραγωγή του έργου του Γουίλιαμ Ιντζ με τίτλο «Picnic». Κατόπιν συμμετείχε στο ανέβασμα των παραστάσεων «The Desperate Hours» και «Γλυκό Πουλί της Νιότης» με την Τζεραλντίν Πέιτζ. Αργότερα πρωταγωνίστησε στην κινηματογραφική εκδοχή του τελευταίου και πάλι με την Πέιτζ.

Η πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο ήταν στο «Ασημένιο Δισκοπότηρο» (1954), το οποίο ακολούθησαν οι αναγνωρισμένοι ρόλοι στις ταινίες «Εμείς οι ζωντανοί» (1956), ως μποξέρ Ρόκι Γκρατσιάνο, «Λυσσασμένη Γάτα» (1958), πλάι στην Ελίζαμπεθ Τέιλορ, και «The Young Philadelphians» (1959), με την Μπάρμπαρα Ρας και τον Ρόμπερτ Βων.

Ο Νιούμαν συμμετείχε σε ένα δοκιμαστικό με τον Τζέιμς Ντην για την ταινία «Ανατολικά της Εδέμ» (1955). Ο Νιούμαν έκανε δοκιμαστικό για το ρόλο του Άρον Τρασκ, ενώ ο Ντιν για αυτόν του μεγαλύτερου αδερφού του, Καλ Τρασκ (αν και ο Νιούμαν ήταν μεγαλύτερος ηλικιακά του Ντιν). Ο Ντιν κέρδισε το ρόλο του Καλ, αλλά το κομμάτι του Νιούμαν δόθηκε στον Ρίτσαρντ Ντάβαλος. Την ίδια χρονιά ο Νιούμαν συμπρωταγωνίστησε με την Εύα Μαρί Σεντ και το Φρανκ Σινάτρα σε μια ζωντανή και έγχρωμη μετάδοση του θεατρικού έργου του Θόρτον Γουάιλντερ με τίτλο «Η πόλη μας». Το 2003 ο Νιούμαν συμμετείχε σε ένα ριμέικ του ίδιου θεατρικού.

Ο Νιούμαν ήταν ένας από τους λίγους ηθοποιούς που έκαναν με επιτυχία τη μετάβαση από το σινεμά της δεκαετίας του ’50 σε αυτό των δεκαετιών ’60 και ’70. Η επαναστατική του περσόνα είχε πέραση στην επόμενη γενιά. Ο Νιούμαν πρωταγωνίστησε στις ταινίες «Έξοδος» (1960), «Ο κόσμος είναι δικός μου» (1961), «Άγριος Σαν Θύελλα» (1963), «F.B.I Φάκελος 17, άκρως εμπιστευτικόν» (1966), «Όμπρε!» (1967), «Ο Μεγάλος Δραπέτης» (1967), «Ο Πύργος της Κολάσεως» (1974), «Άγριο Παιχνίδι» (1977) και «Η Ετυμηγορία» (1982). Με τον ηθοποιό Ρόμπερτ Ρέντφορντ και το σκηνοθέτη Τζωρτζ Ρόι Χιλ συμμάχησε δύο φορές, για τις δυο υπερεπιτυχημένες ταινίες «Οι Δύο Ληστές» (1969) και «Το Κεντρί» (1973).

Πραγματοποίησε κοινές εμφανίσεις με τη σύζυγό του, Τζοάν Γούντγουορντ, στις ταινίες «Πόθοι στην κάψα του καλοκαιριού» (1958), «Καλημέρα ζωή» (1958), «Δεσμώτες της ηδονής» (1960), «Αγαπηθήκαμε στο Παρίσι» (1961), «Στους δυο τρίτος δεν χωρεί» (1963), «Άσσοι της ταχύτητος και του ιλίγγου» (1969), «WUSA» (1970), «Ο επιθεωρητής Χάρπερ» (1975), «Χάρρυ και γιος: Η σύγκρουση» (1984) και «Ο κύριος και η κυρία Μπριτζ» (1990).

Εκτός από το να πρωταγωνιστήσει και να σκηνοθετήσει την ταινία «Χάρρυ και γιος: Η σύγκρουση», ο Νιούμαν σκηνοθέτησε τέσσερις ακόμη ταινίες (στις οποίες δεν συμμετείχε ως ηθοποιός) με πρωταγωνίστρια την Γούντγουαρντ. Ήταν οι ταινίες «Γνώρισα την αγάπη, γνώρισα τη ζωή» (Rachel, Rachel 1968), βασισμένο στο μυθιστόρημα της Μάργκαρετ Λώρενς «A Jest of God», η μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του βραβευμένου με Πούλιτζερ θεατρικού «Άγριες Μαργαρίτες» (1972), η μεταφορά στη μικρή οθόνη του βραβευμένου με Πούλιτζερ θεατρικού «The Shadow Box» (1980) και η μεταφορά στον κινηματογράφο του έργου του Τένεσι Ουίλιαμς με τίτλο «Ο Γυάλινος Κόσμος» (1987).

25 χρόνια μετά την κυκλοφορία της ταινίας «Ο κόσμος είναι δικός μου!», ο Νιούμαν εμφανίστηκε και πάλι στο ρόλο του «Γρήγορου» Έντυ Φέλσον στην ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε, «Το χρώμα του χρήματος» (1986) για την οποία έλαβε το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου.

Το 2003, εμφανίστηκε σε μια θεατρική παράσταση του Μπρόντγουεϊ, την επανέκδοση του έργου του Θόρτον Γουάιλντερ, «Η πόλη μας». Έλαβε την πρώτη του υποψηφιότητα για Τόνυ για την ερμηνεία του. Το PBS και το κανάλι της καλωδιακής τηλεόρασης Showtime μετέδωσαν μια μαγνητοσκόπηση της παράστασης, οπότε ο Νιούμαν έλαβε επίσης υποψηφιότητα για Έμμυ.

Η τελευταία του εμφάνιση στον κινηματογράφο ήταν στο ρόλο του αφεντικού μιας οργάνωσης παρανόμων στην ταινία «Ο Δρόμος της Απώλειας», στο πλευρό του Τομ Χανκς, ενώ δάνειζε τη φωνή του για ταινίες. Συμβαδίζοντας με την αγάπη του για τους αγώνες αυτοκινήτων, παρείχε τη φωνή για τον Ντοκ Χάντσον, ένα αποσυρμένο αγωνιστικό αυτοκίνητο στην ταινία των Disney και Pixar, «Αυτοκίνητα». Ήταν επίσης ο αφηγητής της ταινίας του 2007 «Ντείλ», σχετικά με τη ζωή του θρυλικού οδηγού NASCAR, Ντέιλ Έρνχαρντ.

Δημοφιλείς αναρτήσεις Τελευταίες 7 ημέρες