Πέμπτη, Μαρτίου 04, 2021

Μαρία Πλυτά (26 Νοεμβρίου 1915 - 4 Μαρτίου 2006)

 
Μαρία Πλυτά: Η πρώτη ελληνίδα σκηνοθέτρια του κινηματογράφου. - Βιογραφία -  Σαν Σήμερα .gr

Η Μαρία Πλυτά (26 Νοεμβρίου 1915 - 4 Μαρτίου 2006) ήταν Ελληνίδα σκηνοθέτις του κινηματογράφου, πεζογράφος, θεατρική συγγραφέας και δημοσιογράφος. Ήταν η πρώτη γυναίκα σκηνοθέτιδα στην Ελλάδα και είναι γνωστή για τις ταινίες Τα αρραβωνιάσματα (1950), Ο βαφτιστικός (1952) και Ο Λουστράκος (1962), που σημείωσαν μεγάλη εμπορική επιτυχία. Η Πλυτά θεωρείται μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του πρώιμου μεταπολεμικού σινεμά, καθώς, παράλληλα με άλλους σκηνοθέτες, καθόρισε την κινηματογραφική γλώσσα της εποχής. Έγραψε επίσης μυθιστορήματα και θεατρικά έργα, ενώ εργάστηκε για αρκετά χρόνια σε εφημερίδες και περιοδικά.

Βιογραφία

Η Μαρία Πλυτά γεννήθηκε στις 26 Νοεμβρίου 1925 στη Θεσσαλονίκη. Λίγο μετά την Κατοχή εκδόθηκαν δύο μυθιστορήματά της, τα Δεμένα φτερά (1944) και οι Aλυσίδες (1946). Σύντομα την κέρδισε ο κινηματογράφος και το 1947 συμμετείχε ως καλλιτεχνική διευθύντρια στην ταινία Μαρίνος Κονταράς του Γιώργου Τζαβέλλα.

Η πρώτη ταινία που σκηνοθέτησε η Πλυτά ήταν Τα αρραβωνιάσματα (1950), στην οποία πρωταγωνίστησαν οι Ντίνος Ηλιόπουλος και Αιμίλιος Βεάκης. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ήταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών και το 1986 ανακηρύχθηκε επίτιμο μέλος της,, σε ένδειξη αναγνώρισης της κινηματογραφικής προσφοράς της. Ανάμεσα στις επιτυχίες της ήταν το 1962 η ταινία Ο Λουστράκος με πρωταγωνιστή τον Βασιλάκη Καΐλα. Ήταν επίσης στιχουργός τραγουδιών, ενώ είχε συγγράψει και δύο θεατρικά έργα για το ραδιόφωνο.


Έλενα Ναθαναήλ

 


Η Έλενα Ναθαναήλ (Νέα Φιλαδέλφεια, 19 Ιανουαρίου 1947 - 4 Μαρτίου 2008) ήταν Ελληνίδα ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης.
 
Βιογραφία

Καταγόταν από εύπορη οικογένεια. Το επώνυμο "Ναθαναήλ" ήταν το μητρώνυμό της. Ολόκληρο το ονοματεπώνυμο της ήταν Ελένη Ναθαναήλ Δεληβασίλη.[1] Σε τηλεοπτική συνέντευξή της στις 9 Φεβρουαρίου του 2004 στον Γρηγόρη Αρναούτογλου ("Όμορφος κόσμος το πρωί") δήλωσε ότι είχε καταγωγή από την πλευρά του πατέρα της από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας.

Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Πέλου Κατσέλη. Πρωτοεμφανίστηκε στο σινεμά στην ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη Κάτι να καίει (1964) στην ηλικία των 16 ετών. Έπειτα προσκλήθηκε στη Γερμανία για να πρωταγωνιστήσει στην -βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλα του Τόμας Μαν- ταινία του Ρολφ Τίλε "Το αίμα των Βελζούνγκεν" ("Ένοχος δεσμός").[2] Επιστρέφοντας στην Ελλάδα έκανε καριέρα στο θέατρο και το σινεμά. To 1968 βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την ταινία Ραντεβού με μία άγνωστη. Για αρκετά χρόνια πριν από το θάνατο της είχε αποσυρθεί από τα καλλιτεχνικά δρώμενα, κάνοντας μόνο επιλεκτικές εμφανίσεις. Η τελευταία της υποκριτική εμφάνιση έγινε στην τηλεοπτική σειρά Γοργόνες.
Προσωπική ζωή

Δεν παντρεύτηκε ποτέ, εντούτοις το 1973 απέκτησε μια κόρη με τον επιχειρηματία Γιώργο Τσαγκάρη, την Ίνκα. Τα τελευταία χρόνια μαζί με τον επί 29 χρόνια σύντροφο της ζωής της, βετεράνο ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού Τάσο Μητρόπουλο, κατοικούσαν στην Εύβοια και δήλωνε ότι ήταν αγρότισσα και ασχολιόταν με την παραγωγή κρασιού.

Έπασχε από καρκίνο του πνεύμονα. Απεβίωσε στις 4 Μαρτίου 2008 και η κηδεία της έγινε το μεσημέρι της επομένης στο νεκροταφείο της Νέας Φιλαδελφείας στον Κόκκινο Μύλο.


 

Η ΣΤΗΛΗ ΤΗΣ ΡΟΖΕΤΑΣ - Ζαν-Φρανσουά Σαμπολλιόν




Ζ.Φ. ΣΑΜΠΟΛΙΟΝ ( (23 Δεκεμβρίου 1790 – 4 Μαρτίου 1832)
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η ΣΤΗΛΗ ΤΗΣ ΡΟΖΕΤΑΣ
O Ζαν-Φρανσουά Σαμπολλιόν ήταν Γάλλος κλασικιστής λόγιος, φιλόλογος, ανατολιστής και αιγυπτιολόγος.
Ο Σαμπολλιόν γενικώς θεωρείται πατέρας της Αιγυπτιολογίας. Χρησιμοποιώντας ως θεμέλιο τμήμα του έργου του Τόμας Γιανγκ (Thomas Young) και του Γουίλιαμ Μπανκς, ο Σαμπολλιόν μετέφρασε τμήματα της στήλης της Ροζέττας το 1822, υποδεικνύοντας ότι η Αρχαία αιγυπτιακή γλώσσα ήταν παρόμοια με την Κοπτική γλώσσα, και ότι το σύστημα γραφής ήταν ένας συνδυασμός φωνητικών και ιδεογραφικών συμβόλων.

Η Στήλη της Ροζέττας είναι μια πέτρινη πλάκα από γρανοδιορίτη, που συχνά αναφέρεται λανθασμένα από βασάλτη ή γρανίτη, που προέρχεται από τον ναό του Πτολεμαίου Ε’ του Επιφανούς.

Χρονολογείται στο 2ο αιώνα π.Χ. και φέρει εγχάρακτη μια επιγραφή σε δύο γλώσσες (αιγυπτιακή και ελληνική) και τρία συστήματα γραφής (ιερογλυφικά, δημώδη αιγυπτιακή, ελληνική) Το ελληνικό μέρος της στήλης αρχίζει ως εξής: « Βασιλεύοντος του νέου και παραλαβόντος την βασιλείαν παρά του πατρός... ».

Το όνομά της προέρχεται από την πόλη Rachid (που εκγαλλίσθηκε ως Rosette) της Κάτω Αιγύπτου, στο βορειοδυτικό τμήμα του Δέλτα του Νείλου. Βορειότερα της πόλης, γύρω από το οχυρό Φορ Ζυλιέν (Fort Jullien), ο Γάλλος αξιωματικός που υπηρετούσε στο στράτευμα του Ναπολέοντα, Πιέρ Φρανσουά Ξαβιέ Μπουσάρ (Pierre-François-Xavier Bouchard), ανακάλυψε τη στήλη τελείως τυχαία το 1799. Έμεινε όμως έκθαμβος όταν κατάλαβε την αξία της, καθώς έως τότε κανείς δεν είχε καταφέρει να αποκρυπτογραφήσει τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά.

Η ανακάλυψη της τρίγλωσσης στήλης αποδείχθηκε θεμελιώδους σημασίας. Ο σπουδαίος Γάλλος μελετητής Ζαν-Φρανσουά Σαμπολιόν (1790-1832) (Jean-François Champollion), από τους πιο διακεκριμένους γλωσσολόγους της εποχής, κατάφερε, με βάση τα ονόματα των βασιλέων Πτολεμαίου και Αρσινόης που αναφέρονται στην στήλη, να βρει το κλειδί για να αποκρυπτογραφήσει τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά.

Αυτή η ανεκτίμητης αξίας ανακάλυψη ήταν καθοριστική για την εξέλιξη της επιστήμης της Αιγυπτιολογίας. Το σύστημα που χρησιμοποίησε ο Σαμπολιόν για να αποκρυπτογραφήσει το κείμενο της στήλης, η οποία φυλάσσεται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου, αποτελεί σημαντικό οδηγό για όσους ενδιαφέρονται για τη μελέτη των αρχαίων συστημάτων γραφής.ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Αντόνιο Λούτσιο Βιβάλντι




Ο Αντόνιο Λούτσιο Βιβάλντι (ιταλικά: Antonio Lucio Vivaldi, 4 Μαρτίου 1678 - 28 - 7-1741), γνωστός και με το προσωνύμιο il Prete Rosso (= ο κοκκινομάλλης παπάς) λόγω του χρώματος των μαλλιών του, ήταν Ιταλός συνθέτης, (μουσουργός), δεξιοτέχνης βιολιστής και ιερέας της εποχής του Μπαρόκ. Θεωρείται από τους σημαντικότερους συνθέτες της εποχής του και ο δημοφιλέστερος του κλασσικού μπαρόκ, καθώς με τη μουσική του επηρέασε πλήθος συνθετών τόσο της γενιάς του, μεταξύ των οποίων, τους Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, Γκέοργκ Φίλιπ Τέλεμαν, όσο και τους μετέπειτα.
Στα πιο γνωστά έργα του περιλαμβάνονται δεκάδες κοντσέρτα για βιολί - μια ενότητα των οποίων αποτελούν τις περίφημες "Τέσσερις Εποχές"- και άλλα όργανα, πάνω από 40 όπερες και πλήθος άλλων έργων θρησκευτικής μουσικής.

Αρκετά έργα του συνέθεσε για το γυναικείο μουσικό σχήμα του Ospedalle della Pietà, το οποίο ουσιαστικά ήταν ένα ορφανοτροφείο για εγκαταλειμμένα παιδιά και στο οποίο ο Βιβάλντι εργάστηκε στις περιόδους 1703 – 1705 και 1723 – 1740. Οι όπερές του επιπλέον είχαν κάποια επιτυχία σε πόλεις όπως η Βενετία, η Μάντουα και η Βιέννη. Μετά τη συνάντησή του με τον αυτοκράτορα Κάρολο τον Έκτο, ο Βιβάλντι μετοίκησε στη Βιέννη όπου και έλπιζε στην τοποθέτησή του ως μουσικού εκεί. Ο αυτοκράτορας ωστόσο σύντομα σχετικά μετά την άφιξή του πέθανε και ο συνθέτης απεβίωσε πάμφτωχος άνευ κάποιας σταθερής πηγής εισοδήματος.

Παρόλο που η μουσική του έτυχε ευρείας αποδοχής και αρεσκείας από το κοινό ενώ ο ίδιος ήταν εν ζωή, μετά το θάνατό του η δημοτικότητά της μειώθηκε αρκετά ως την ταχεία αναγέννησή της στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Στις μέρες μας, ο Βιβάλντι συγκαταλέγεται μεταξύ των δημοφιλέστερων και περισσότερο ηχογραφημένων μπαρόκ συνθετών.

Ο Αντόνιο Βιβάλντι γεννήθηκε στη Βενετία στις 4 Μαρτίου του 1678. Μάλιστα λέγεται ότι βαπτίσθηκε ανεπίσημα την ημέρα της γέννησής του εκ φόβου θανάτου του, μετά από ελαφρύ τραυματισμό που υπέστη σε σημειούμενο την ίδια μέρα σεισμό[1], ενώ η επίσημη (σε ναό) τελετή βάπτισης του Βιβάλντι έλαβε χώρα 2 μήνες αργότερα.[2]

Τα ονόματα των γονέων του συνθέτη, σύμφωνα με τα αρχεία του San Giovanni στη Bragora, ήταν Giovanni Battista Vivaldi ο πατέρας και Camilla Calicchio η μητέρα. Είχε 5 αδέρφια με τα εξής ονόματα: Margarita Gabriela, Cecilia Maria, Bonaventura Tomaso, Zanetta Anna, and Francesco Gaetano. Ο πατέρας του ήταν αρχικά κουρέας ενώ αργότερα ασχολήθηκε επαγγελματικά με το βιολί και ήταν αυτός που δίδαξε στον Antonio το όργανο και κατόπιν περιόδευσαν στη Βενετία πατέρας και γιος δίνοντας παραστάσεις. Κρίνοντας από το γεγονός ότι στην ηλικία των 24 ετών είχε πολλές γνώσεις στη μουσική και προσλήφθηκε στο ορφανοτροφείο του Ospedalle della Pietà. Ο Ιωάννης Βαπτιστής (Giovanni Batista, ο πατέρας του) ήταν ένας από τους ιδρυτές του Sovvegno dei musicisti di Santa Cecilia του οποίου πρόεδρος ήταν ο Giovanni Legrenzi, ένας διάσημος συνθέτης του μπαρόκ και maestro di cappella (διευθυντής της χορωδίας) στην εκκλησία San Marco Bassilica. Εικάζεται λοιπόν (και είναι πολύ πιθανό) ο Legrenzi να δίδαξε τα πρώτα μαθήματα σύνθεσης στον νεαρό Antonio. Ο Walter Kolneder, ειδικός από το Λουξεμβούργο, διέκρινε στοιχεία – επιρροές από το ύφος του Legrenzi στην πρώιμη δουλειά του συνθέτη Laetatus sum (RV Anh 31, σύνθεση το 1961 σε ηλικία 13 ετών του συνθέτη). Και ο πατέρας του Βιβάλντι πρέπει επίσης να συνέθετε: το 1689 μια όπερα ονόματι La Fedeltà sfortunata αναφέρεται να έχει συντεθεί από τον Giovanni Battista Rosso (Ιωάννης Βαπτιστής Κόκκινος), όνομα με το οποίο ο πατέρας του συνθέτη φαίνεται πως συμμετείχε στην ίδρυση του Sovvegno dei musicisti di Santa Cecilia: το «Rosso» (κόκκινος) λογικά αναφέρεται στο χρώμα των μαλλιών του, ένα οικογενειακό χαρακτηριστικό.

Η κατάσταση υγείας του Βιβάλντι ήταν από τη γέννησή του κακή. Τα συμπτώματα (strettezza di petto – σφίξιμο στο στήθος) που εμφάνιζε κατευθύνουν προς μια μορφή άσθματος.[2] Αυτό του δημιούργησε προβλήματα στην εκτέλεση σε πνευστά όργανα, αλλά δεν τον εμπόδισε σίγουρα να μάθει να παίζει βιολί όπως και να συνθέτει. Στην ηλικία των 15 ετών –το 1693– ξεκίνησε να μελετά προκειμένου να γίνει ιερέας.[2] Χειροτονήθηκε ιερέας το 1703 σε ηλικία 25 ετών και σύντομα του απέδωσαν το υποκοριστικό «Il Prete Rosso» (ο κόκκινος παπάς) εξαιτίας του χρώματος των μαλλιών του.[3] Σύντομα μετά τη χειροτόνησή του, στο 1704, απαλλάχθηκε από την τέλεση της Θείας Λειτουργίας εξαιτίας της επιδείνωσης της υγείας του. Τέλεσε τη Θεία Λειτουργία σαν ιερέας λίγες μόνο φορές, ενώ παρόλο που ανακλήθηκε από τα λειτουργικά του καθήκοντα, παρέμεινε ιερέας.

Τον Σεπτέμβριο του 1703, ο Βιβάλντι διορίστηκε ως δάσκαλος βιολιού (maestro di violino) στο ορφανοτροφείο Pio Ospedalle della Pietà στη Βενετία.[4] Εκτός από φημισμένος συνθέτης, ο Βιβάλντι επιπλέον ήταν και βιρτουόζος του βιολιού: Ο Γερμανός αρχιτέκτονας Johann Friedrich Armand von Uffenbach αναφέρθηκε σε αυτόν ως «[...]ο φημισμένος συνθέτης και βιολιστής[...]» και φέρεται να είπε ότι «Ο Βιβάλντι εκτέλεσε ένα σόλο κομμάτι εξαιρετικά και στο τέλος προσθέτοντας έναν ελεύθερο αυτοσχεδιασμό [μια καντέντσα] με εξέπληξε πλήρως, για αυτό και θεωρώ πολύ απίθανο ότι κάποιος έχει ποτέ παίξει ή πρόκειται ποτέ να παίξει με τέτοιον τρόπο».[5] Ο συνθέτης ξεκίνησε να εργάζεται για το ορφανοτροφείο στην ηλικία των 25 ετών και για τα επόμενα 30 χρόνια συνέθεσε τις κυριότερες δουλειές του εργαζόμενος εκεί.[6] Εκείνη την εποχή στη Βενετία υπήρχαν 4 παρόμοια ιδρύματα, τα οποία χρηματοδοτούσε η πολιτεία, με αποστολή την παροχή ασύλου και εκπαίδευσης σε παιδιά ορφανά, εγκαταλειμμένα ή παιδιά των οποίων οι οικογένειες δεν μπορούσαν να τα υποστηρίξουν.[7] Τα αγόρια μάθαιναν μια τέχνη και στην ηλικία των 15 έπρεπε να φύγουν από το ίδρυμα, ενώ τα κορίτσια διδάσκονταν μουσική με τα πιο προικισμένα να παραμένουν και να αποτελούν μέλη της αναβιωμένης ορχήστρας και χορωδίας του Ospedale.

Μετά την πρόσληψη του Βιβάλντι, τα ορφανά άρχιζαν να κερδίζουν φήμη και εκτίμηση τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, με τον συνθέτη να γράφει κονσέρτα, καντάτες και θρησκευτική μουσική για φωνητικά σύνολα.[8] Αυτές οι τελευταίες δουλειές (που αφορούν τη θρησκευτική μουσική) ξεπερνούν τις 60 και ποικίλουν ως προς το είδος τους από σόλο κομμάτια μέχρι μεγάλης κλίμακας χορωδιακά έργα για σολίστ, διπλή χορωδία και ορχήστρα.[9] Το 1704 εκτός από τη θέση του ως δάσκαλος ου βιολιού, ανατέθηκαν στο συνθέτη και τα καθήκοντα ως δασκάλου της viola all’inglese.[10] Ο συνθέτης επίσης κατείχε και τη θέση του δασκάλου της χορωδίας που απαιτούσε πολλές ώρες δουλειάς εκ μέρους του. Συνέθετε ένα ορατόριο σε κάθε γιορτή, ενώ παράλληλα έπρεπε να διδάσκει τους μαθητές τόσο θεωρία της μουσικής όπως επίσης και το πως να παίζουν κάποια όργανα.[11]

Οι σχέσεις του με τις εκάστοτε διοικήσεις του ορφανοτροφείου ήταν συχνά τεταμένες. Προκειμένου να διατηρηθεί κάποιος δάσκαλος στη θέση του, τα μέλη του συμβουλίου κάθε χρόνο έπαιρναν τη σχετικά απόφαση με μυστική ψηφοφορία. Έτσι το 1709 με μία ψήφο επιπλέον εναντίον του (7 κατά και 6 υπέρ)[12] ο Βιβάλντι εκδιώχθηκε και για τον επόμενο χρόνο δούλεψε ως ελεύθερος μουσικός. Το 1711 ωστόσο το συμβούλιο αντιλαμβανόμενο την αξία του ως δασκάλου της μουσικής τον επαναπροσέλαβε.[12] Το 1711 δε, ανελίχθηκε στη θέση του mestro di’ concerti γεγονός που τον καθιστούσε υπεύθυνο για κάθε είδους μουσική δραστηριότητα του ιδρύματος.[13][14]

Το 1705 η πρώτη συλλογή (Connor Cassara) των έργων του εκδόθηκε από τον Giuseppe Sala [15]: Το Opus 1 του είναι μια συλλογή –σε συμβατικό ύφος– από 12 σονάτες για 2 βιολιά και συνοδεύον μπάσο (basso continuo – συνήθως συνοδεία κοντραμπάσου και τσέμπαλου).[10] Το 1709 εκδώθηκε η δεύετρη συλλογή του (Opus 2) που αποτελούνταν επίσης από 12 σονάτες για τον ίδιο μουσικό σχηματισμό.[16] Η πραγματική καινοτομία σε ό,τι αφορά το έργο του ως συνθέτη, ήρθε με μια συλλογή 12 κονσέρτων για 1, 2 ή 4 βιολιά με συνοδεία ορχήστρας εγχόρδων ονόματι L’estro armonico (Opus 3). Το έργο αυτό εκδόθηκε το 1711 στο Amsterdam από Estienne Roger [17], και είναι αφιερωμένο στον Μεγάλο Πρίγκηπα Φερδινάνδο της Τοσκάνης. Ο πρίγκηπας όντας ο ίδιος μουσικός, επιχορήγησε αρκετούς μουσικούς, συμπεριλαμβανομένου του Αλεσσάντρο Σκαρλάτι και του Χαίντελ, ενώ είναι πολύ πιθανό να γνώρισε τον Βιβάλντι στη Βενετία. [18] Η επιτυχία του L’estro armonico ήταν πανευρωπαϊκή. Το 1714 ακολούθησε η La stravaganza (Opus 4) που αποτελέι μια συλλογή κονσερτών για σόλο βιολί και ορχήστρα εγχόρδων [19], αφιερωμένη σε έναν παλιό μαθητή του στο βιολί: τον βενετσιάνο ευγενή Vettor Dolfin.[20]

Τον Φεβρουάριο του 1711, ο συνθέτης με τον πατέρα του ταξίδεψαν στην πόλη Brescia όπου το έργο του Stabat Mater (RV 621) παίχτηκε στο πλαίσιο θρησκευτικών εκδηλώσεων. Το έργο αυτό φαίνεται να έχει συντεθεί βιαστικά: τα μέρη των εγχόρδων είναι απλά, τα μουσικά θέματα των 3 πρώτων κινήσεων επαναλαμβάνονται και στα υπόλοιπα 3 ενώ το λιμπρέτο δεν είναι ολοκληρωμένο. Ωστόσο, το εν λόγω έργο θεωρείται από τα πρώτα αριστουργήματά του.

Παρόλα τα συνεχή του ταξίδια από το 1718 -ένα από τα οποία έκανε μάλιστα για να διευθύνει τη χορωδία του πρίγκηπα του Έσσε-Ντάρμσταντ στη Μάντουα- το ορφανοτροφείο του πλήρωνε 2 sequin (ιστορικό χρυσό νόμισμα της Βενετίας) για να γράφει 2 κονσέρτα το μήνα για την ορχήστρα και να κάνει πρόβες σε αυτή τουλάχιστον 5 φορές ενώ αυτός ήταν στη Βενετία.
Ιμπρεσσάριος της όπερας
Εξώφυλλο της πρώτης έδκοσης του έργου Juditha triumphans[21]

Στη Βενετία στις αρχές του 18ου αιώνα, η όπερα ήταν από τους πλέον δημοφιλείς τρόπους διασκέδασης σε ό,τι αφορά τη μουσική (στην πόλη υπήρχαν πολλά θέατρα που συναγωνίζονταν για την προτίμηση του κοινού) γεγονός που αποδείχθηκε αρκετά προσοδοφόρα για το συνθέτη. Ξεκίνησε με την όπερα σαν δευτερεύουσα ασχολία: η πρώτη του δουλειά Ottone in Villa (RV 729) δεν πρωτοπαρουσιάστηκε στη Βενετία αλλά στο θέατρο Garzerie στην πόλη Vicenza το 1723.[22] Το επόμενο έτος έγινε ιμπρεσάριος στο Teatro Sant’Angelo στη Βενετία όπου και παρουσιάστηκε η όπερά του Orlando finto pazzo (RV 727). Καθώς δεν άγγιζε τόσο τις προτιμήσεις του κοινού, μετά παό λίγες εβδομάδες τερματίστηκε η παρουσίασή της και αντικαταστάθηκε από μια διαφορετικά δουλειά που είχε παρουσιαστεί το προηγούμενο έτος. [18]

Το 1715 παρουσίασε την –πλέον χαμένη– όπερά του Nerone fatto Cesare (RV 724) με μουσική από 7 διαφορετικούς συνθέτες εκ των οποίων εξείχε ο Βιβάλντι. Η όπερα περιείχε 11 άριες και σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Αργότερα θέλοντας να συνθέσει μια όπερα μόνος του, έγραψε την Arsilda regina di Ponto (RV 700, Arsilda η βασίλισσα του Πόντου) ή οποία ωστόσο λογοκρίθηκε από τις τοπικές αρχές και απαγορεύτηκε καθώς αναφερόταν στον έρωτα της πρωταγωνίστριας Arsilda με μια άλλη γυναίκα, τη Lisea, η οποία ωστόσο προσποιούνταν ότι είναι άντρας. Το επόμενο έτος ο Βιβάλντι ωστόσο, κατάφερε να άρει την απαγόρευση και η λογοκριμένη όπερα σημείωσε αξιόλογη επιτυχία.

Την ίδια περίοδο το ορφανοτροφείο παρήγγειλε στο συνθέτη αρκετά έργα θρησκευτικού χαρακτήρα. Τα πιο σημαντικά είναι 2 ορατόρια: το (πλέον χαμένο) Moyses Deus Pharaonis (RV 643) και το Juditha triumphans (RV 644) στο οποίο εορτάζεται η νίκη της Επικράτειας της Βενετίας εναντίον των Τούρκων και η ανακατάληψη της Κέρκυρας. Το τελευταίο αυτό έργο συγκαταλέγεται μεταξύ των θρησκευτικών αριστουργημάτων του ενώ και τα 11 φωνητικά μέρη εκτελούνταν από κορίτσια του ορφανοτροφείου τα οποία υποδύονταν και τους αντρικούς ρόλους. Αρκετές άριες περιλαμβάνουν σόλο μέρη για όργανα (όπως φλογέρες, όμποε, κλαρινέτα, βιόλες d’amore και μαντολίνα) τα οποία καταδείκνυαν το εύρος του ταλέντου των κοριτσιών.[23]

Επίσης το 1716, ο Βιβάλντι συνέθεσε και παρήγαγε άλλες 2 όπερες: την L’incoronazione di Dario (RV 719, η στέψη του Dario) και την La coνstanza trionfante degli amori e degli odi (RV 706). Η τελευταία σημείωσε τέτοια επιτυχία ώστε 2 χρόνια να ξαναπαρουσιαστεί διασκευασμένη και με τον τίτλο Artabano re dei Parti (RV 701 – πλέον χαμένη), ενώ 1732 παρουσιάστηκε και στην Πράγα. Τα επόμενα χρόνια, ο Βιβάλντι συνέθεσε αρκετές όπερες που παρουσιάστηκαν σε όλη την Ιταλία.

Το προοδευτικό ύφος του στην όπερα δημιούργησε στον συνθέτη κάποια προβλήματα με κάποιους συντηρητικούς μουσικούς όπως ο Benedetto Marcello (ειρηνοδίκης και ερασιτέχνης μουσικός) που έγραψε ένα φυλλάδιο κατηγορώντας δημόσια το συνθέτη και το έργο του. Το εν λόγω φυλλάδιο (με τίτλο Il teatro alla moda) παρόλο που δεν κατονομάζει ρητά τον Βιβάλντι περιέχει έμμεσες αναφορές σε αυτόν: στο εξώφυλο βρίσκεται ζωγραφιά εικονίζοντας μια βάρκα (ονόματι Sant’ Angelo) που στα αριστερά της υπάρχει ένα αγγελάκι φορώντας ιερατικό καπέλο και παίζοντας το βιολί. Η οικογένεια Marcello διεκδικούσε την κυριότητα του θεάτρου Sant’ Angelo (του οποίου ιμπρεσάριος διετέλεσε και ο συνθέτης) και είχε μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες με τη διοίκηση του θεάτρου για την ιδιοκτησία του δίχως επιτυχία όμως. Η λεζάντα που συνοδεύει τη ζωγραφιά από κάτω επισημαίνει ανύπαρκτα ονόματα προσώπων και τοποθεσιών όπως το ALDIVIVA, που αποτελεί ωστόσο αναγραμματισμό του ονόματος Α. Vivaldi.

Σε μια επιστολή προς τον χορηγό του Marchese Bentivoglio, ο Βιβάλντι αναφέρεται στις 94 όπερές του. Σήμερα ωστόσο, έχουν αποκαλυφθεί περίπου 50 ενώ απουσιάζουν αναφορές σχετικές με την ύπαρξη των υπόλοιπων. Ο συνθέτης ίσως υπερέβαλλε αλλά παρόλα αυτά είναι αρκετά πιθανό να είχε όντως γράψει 94 όπερες.[24] Παρόλο που συνέθεσε αρκετές όπερες, δεν έφτασε ποτέ στο επίπεδο άλλων μεγάλων συνθετών όπως ο Alessandro Scarlatti, o Leonardo Leo ή ο Baldassare Galuppi, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι δεν ήταν ικανός να «κρατήσει» μια παραγωγή σε κάποιο μεγάλο θέατρο επί μακρόν. [25]

Οι δημοφιλέστερες όπερές του La constanza trionfante και Farnace γνώρισαν 6 αναβιώσεις έκαστη.[25]
Στη Μάντουα, οι 4 εποχές
Γελοιογραφία από τον P.L.Ghezzi, Rome (1723)

"La primavera" (Άνοιξη) – Κίνηση 1: Allegro από τις Τέσσερις Εποχές
Μενου
0:00
Από ζωντανή εκτέλεση του 2000 των Wichita State University Chamber Players.
Έχετε προβλήματα με ; Δείτε βοήθεια πολυμέσων.

Το 1717 ή το 1718 προσφέρθηκε στο Βιβάλντι η θέση του Maestro di Capella στην αυλή του κυβερνήτη της Μάντουα πρίγκηπα Philip of Hesse–Darmstadt.[26] Έζησε εκεί για για 3 έτη και παρήγαγε αρκετές όπερες μεταξύ των οποίων και η Tito Manlio (RV 738). Το 1721 ήταν στο Μιλάνο όπου και πασουσίασε το ποιμενικό του δράμα La Silvia (RV 734) από το οποίο σήμερα σώζονται 9 άριες. Επισκέφθηκε το Μιλάνο ξανά τον επόμενο χρόνο με το πλέον χαμένο ορατόριο L’adorazione delli tre re magi al bambino Gesù (RV 645). Το 1722 μετοίκησε στη Ρώμη όπου και εισήγαγε το νέο του ύφος στις όπερες, ενώ ο νέος πάπας Βενέδικτος XIII τον προσκάλεσε να δώσει παράσταση ενώπιόν του. Το 1725 επέστρεψε στη Βενετία όπου και συνέθεσε 4 όπερες το ίδιο έτος.

Αυτή την περίοδο ήταν που συνέθεσε και τις 4 εποχές, 4 κονσέρτα δηλαδή όπου «σκιαγράφονται» σκηνές για κάθε μια εποχή. Τρία από τα 4 κονσέρτα αποτελούν πρότυπης σύλληψης ενώ το πρώτο η «Άνοιξη» δανείστηκε πρότυπα από την εισαγωγή της πρώτης πράξης της σύγχρονης όπερας Il Giustino. Έμπνευση για τη σύνθεση των κονσέρτων αποτέλεσε πιθανώς η εξοχή που περιέβαλε τη Μάντουα. Τα εν λόγω κονσέρτα αποτέλεσαν επανάσταση στο τρόπο της μουσικής σύλληψης: σε αυτά ο Βιβάλντι παρουσιάζει ρυάκια, πουλιά που κελαηδούν (διαφορετικών ειδών, καθένα από τα οποία χαρακτηρίζεται ειδικά), σκύλους που γαβγίζουν, κουνούπια που βομβίζουν, ποιμενικούς σκύλους που αλυχτούν, καταιγίδες, πιωμένους χορευτές, ήσυχες νύχτες, γιορτές κυνηγιού (παρουσιαζόμενες τόσο από την πλευρά των κυνηγών όσο και από τη μεριά των θυμάτων), παγωμένα τοπία, παιδιά που κάνουν πατινάζ και ζεστές χειμερινές φωτιές. Κάθε κονσέρτο σχετίζεται με ένα σονέτο, πιθανώς από τον Βιβάλντι, το οποίο περιγράφει τις σκηνές που σκιαγραφεί η μουσική. Εκδόθηκαν το 1725 στο Amsterdam από τον Le Cène, ως τα πρώτα 4 σε μια συλλογή με 12 κονσέρτα και με όνομα Il cimento dell’armonia e dell’inventione (Opus 8).

Κατά τη διάρκεια της περιόδου στη Μάντουα, ο συνθέτης συνδέθηκε με μια νέα και πολλά υποσχόμενη τραγουδίστρια ονόματι Anna Tessieri Giro που επρόκειτο να γίνει μαθήτρια, προστατευόμενη και αγαπημένη του πριμαντόνα.[27] Η Άννα μαζί με την μεγαλύτερη ετεροθαλή αδερφή της Paolina εντάχθηκαν στην ακολουθία του Βιβάλντι και συστηματικά των συνόδευαν στα ταξίδια του. Υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με τη φύση της σχέσης μεταξύ του συνθέτη και της Άννας, δίχως ωστόσο να υπάρχουν αποδείξεις για τίποτε περισσότερο από καθαρά φιλική και επαγγελματική σχέση. Ο ίδιος επιπλέον, διαψεύδει κατηγορηματικά την ύπαρξη οποιουδήποτε «ρομαντισμού» στη σχέση του με την Άννα σε επιστολή του που χρονολογείται 16 Νοεμβρίου 1737 προς τον χορηγό του Bentivoglio.[28]
Ύστερη ζωή και θάνατος

Στην ακμή της καριέρας του, ο Βιβάλντι έλαβε τιμές από Ευρωπαίους ευγενείς και βασιλικούς. Η γαμήλια καντάτα Gloria e Imeneo (RV 687) γράφτηκε για το γάμο του Louis XV. Το Opus 9 του La Cetra, ήταν αφιερωμένο στον αυτοκράτορα Charles VI. Το 1728, ο συνθέτης συνάντησε τον αυτοκράτορα σε μια επίσκεψή του στην Τεργέστη όπου πήγε για να δει την κατασκευή ενός νέου λιμανιού. Ο Charles θαύμαζε τόσο τη μουσική του Βιβάλντι ώστε λέγεται ότι κατά τη συνάντησή τους μίλησε μαζί του περισσότερο απ’ όσο είχε μιλήσει με τους υπουργούς του τα τελευταία 2 χρόνια! Ο αυτοκράτορας έδωσε στο συνθέτη τον τίτλο του ιππότη, ένα χρυσό μετάλλιο και μια πρόσκληση να τον επισκεφθεί στη Βιέννη. Ο Βιβάλντι από την άλλη έδωσε στον αυτοκράτορα ένα χειρόγραφο αντίγραφο της La Cetra, ένα σύνολο κονσέρτων εντελώς διαφορετικών από εκείνο που είχε εκδοθεί ως Opus 9. Πιθανώς η έκδοση είχε ακυρωθεί και ο Βιβάλντι αναγκάστηκε να συλλέξει μια «βελτιωμένη» έκδοση για τον αυτοκράτορα.

Ο Βιβάλντι συνοδευόμενος από τον πατέρα του, ταξίδεψε στη Βιέννη και την Πράγα το 1730 όπου και παρουσιάστηκε η όπερά του Farnace (RV 711).[29] Κάποιες από τις ύστερες όπερές του δημιουργήθηκαν σε συνεργασία με 2 από τους κυριότερους ιταλούς λιμπρετίστες της εποχής. Οι όπερες L’Olimpiade και Catone in Utica γράφτηκαν (λιμπρέτο) από τον Pietro Metastasio τον κυριότερο εκπρόσωπο του Αρκαδικού κινήματος και ποιητή της βιενέζικης αυλής. Η La Griselda ξαναγράφτηκε από τον νεαρό Carlo Goldoni με βάση ένα παλιότερο λιμπρέτο του Apostolo Zeno.

Όπως αρκετοί συνθέτες της εποχής, έτσι και ο Βιβάλντι πέρασε τα τελευταία του χρόνια με πολλές οικονομικές δυσκολίες. Οι συνθέσεις του δεν τύγχαναν της ίδιας εκτίμησης όπως κάποτε στη Βενετία˙ τα μεταβαλλόμενα μουσικά γούστα του κοινού γρήγορα κατέστησαν τις συνθέσεις του εκτός εποχής. Ο συνθέτης έτσι αναγκάστηκε να πουλήσει μεγάλο αριθμό των χειρογράφων του σε εξευτελιστικές τιμές προκειμένου να χρηματοδοτήσει το ταξίδι του στη Βιέννη το 1740.[30] Οι λόγοι για την αναχώρησή του είναι ασαφείς αλλά διαφαίνεται ότι μετά τη συνάντησή του με τον αυτοκράτορα Charles VI, ήλπιζε στην ανάληψη της θέσης του συνθέτη στην αυτοκρατορική αυλή. ταξιδεύοντας προς τη Βιέννη φέρεται να έκανε μια στάση στο Graz προκειμένου να επισκεφθεί την Anna Giro.[31]

Φαίνεται επίσης ότι ο Βιβάλντι πήγε στη Βιέννη για να παρουσιάσει όπερες αν κρίνουμε από το γεγονός ότι η κατοικία του βρισκόταν δίπλα στο Kärntnertortheater. Σύντομα μετά την άφιξή του στη Βιέννη, ο αυτοκράτορας πέθανε και για κακή του τύχη, ο συνθέτης έμεινε δίχως βασιλική προστασία και σταθερή πηγή εισοδήματος. Ο Βιβάλντι πέθανε πένητας [32][33] λίγο μετά τον αυτοκράτορα, τη νύχτα μεταξύ 27 και 28 Ιουλίου το 1741 σε ηλικία 63 ετών, [34] εξαιτίας «εσωτερικής λοίμωξης» σε ένα σπίτι ιδιοκτησία μιας χήρας ενός βιεννέζου κατασκευαστή σελών για άλογα. Την 28 του Ιούλη τάφηκε σε έναν απλό τάφο στο νεκροταφείο του νοσοκομείου της Βιέννης. Η κηδεία του συνθέτη έλαβε χώρα στον καθεδρικό ναό του Αγίου Στέφανου όπου ο νεαρός Joseph Haydn συμμετείχε στην παιδική χορωδία του ναού.

Τάφηκε δίπλα από την Karlskirche, σε μια περιοχή που πλέον εδράζεται το Πολυτεχνείο (Technical Institute). Το σπίτι όπου ζούσε ο συνθέτης στη Βιέννη κατεδαφίστηκε ενώ τώρα η περιοχή εν μέρει καταλαμβάνεται από το ξενοδοχείο Sacher. Αναμνηστικές πλάκες έχουν τοποθετηθεί και στις δύο τοποθεσίες όπως επίσης και ένα «αστέρι» Βιβάλντι στο βιεννέζικο Musikmeile και ένα μνημείο στην Rooseveltplatz.

Μόνο 3 πορτρέτα του Βιβάλντι είναι γνωστά στις μέρες μας: ένα χαρακτικό, μια ελαιογραφία και ένα σχέδιο με μελάνι. Το χαρακτικό φιλοτεχνησε ο Francois Morellon Le Cave το 1725 και απεικονίζει τον Βιβάλντι κρατώντας ένα φύλλο μουσικής. Το σχέδιο με μελάνι απεικονίζει μόνο το κεφάλι και τους ώμους του συνθέτη σε προφίλ και φλοτεχνήθηκε το 1723 από τον Ghezzi. Τέλος, η ελαιογραφία που ανευρίσκεται στο Liceo Musicale της Μπολόνια μας παρέχει πιθανότατα την πιο ακριβή απεικόνιση του συνθέτη καθώς επισημαίνει τα κόκκινα μαλλιά του κάτω από την ξανθιά του περούκα.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος 4 Μαρτίου 1851 - Σκιάθος 3 Ιανουαρίου 1911)



Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος 4 Μαρτίου 1851 - Σκιάθος 3 Ιανουαρίου 1911), «η κορυφή των κορυφών» κατά τον Κ. Π. Καβάφη, είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες, γνωστός και ως «ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων». Έγραψε κυρίως διηγήματα, τα οποία κατέχουν περίοπτη θέση στη νεοελληνική λογοτεχνία.

Ο ίδιος σε ένα σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα ιστορεί τη ζωή του:
"Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ, τῇ 4 Μαρτίου 1851. Ἐβγήκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α΄ καὶ Β΄ τάξιν. Τὴν Γ΄ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἴτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1872 ὑπήγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἤλθα εἰς Ἀθήνας καί ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ΄ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ὅπου ἤκουα κατ’ ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰ ξένας γλώσσας.

Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἴτα ἔγραφα στίχους, καί ἐδοκίμαζα να συντάξω κωμῳδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη "ἡ Μετανάστις" ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸν "Σωτήρα". Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη "Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν" εἰς τὸ "Μὴ χάνεσαι". Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καί ἐφημερίδας."

Ο Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στη Σκιάθο το 1851 και γονείς του ήταν ο ιερέας Αδαμάντιος Εμμανουήλ και η Αγγελική (Γκιουλώ) το γένος Μωραϊτίδη. Μεγάλωσε ανάμεσα σε εννιά παιδιά (τα δύο πέθαναν μικρά) και εξοικειώθηκε νωρίς με τα εκκλησιαστικά πράγματα, τη θρησκευτική ατμόσφαιρα, τις λειτουργίες, τα εξωκκλήσια και την ήσυχη ζωή του νησιώτικου περίγυρου. Όλα αυτά διαμόρφωσαν μια χριστιανοπρεπή ιδιοσυγκρασία, που διατήρησε με πείσμα ως το τέλος της ζωής του.

Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο νησί του, εσωτερικός στην Ι. Μονή του Ευαγγελισμού. Φοίτησε στο Γυμνάσιο (με πολλές διακοπές, λόγω οικονομικών δυσκολιών) στη Χαλκίδα και στον Πειραιά και το τελείωσε στο Βαρβάκειο της Αθήνας. Πάντα φτωχός, άρχισε από μαθητής να κερδίζει το ψωμί του με παραδόσεις και προγυμνάσεις μαθητών. Το 1872 επισκέφτηκε το Άγιο Όρος μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Διανέλο, αργότερα μοναχό Νήφωνα, όπου παρέμεινε οκτώ μήνες ως δόκιμος μοναχός. Μη θεωρώντας τον εαυτό του άξιο να φέρει το «αγγελικό σχήμα», επέστρεψε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου, την οποία, με όλες τις προσπάθειες που έκανε, δεν την τελείωσε, γιατί η φτώχεια, η ανέχεια και η επισφαλής υγεία του τού στάθηκαν ανυπέρβλητα εμπόδια. Το ότι δεν πήρε το δίπλωμά του στοίχισε στον πατέρα του, ο οποίος τον περίμενε να γυρίσει καθηγητής στο νησί και να βοηθήσει τις τέσσερις αδελφές του. Οι τρεις από αυτές παρέμειναν ανύπαντρες και του παραστάθηκαν με αφοσίωση σε όλες τις δύσκολες στιγμές του - όπως όταν, επί παραδείγματι, απογοητευμένος από τη ζωή της Αθήνας, αναζητούσε καταφύγιο στη Σκιάθο. Ωστόσο, επειδή οι οικονομικές του ανάγκες ήταν πολλές, σύντομα αναγκαζόταν να επιστρέψει στην Αθήνα.

Ὁ Ἀλέξαντρος Παπαδιαμάντης, ποιητὴς μὲ τὸν πεζὸ τὸ λόγο, καὶ κάποτε,
μὰ πολὺ σπάνια, μὲ τὸ στίχο, ἕνας ἀπὸ τοὺς ξεχωριστοὺς ἁρμονικοὺς
ἀντιπροσώπους τῆς νέας καὶ ἄμουσης ἀκόμα σὲ πολλὰ ἑλληνικῆς ψυχῆς.
Κωστῆς Παλαμᾶς, Ἡ Μοῦσα τοῦ Παπαδιαμάντη

Από τη στιγμή που γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο άρχισε να δημοσιογραφεί και να κάνει μεταφράσεις από τα Γαλλικά και Αγγλικά, γλώσσες που είχε μάθει σε βάθος και που λίγοι τις γνώριζαν τόσο καλά στην εποχή του. Οι απολαβές του όμως ήταν πενιχρές και αναγκαζόταν να ζει σε φτωχικά δωμάτια, όντας πάντα ολιγαρκής και λιτοδίαιτος.

Η θέση του καλυτέρευσε κάπως, όταν γνωρίστηκε με τον προοδευτικό δημοσιογράφο και εκδότη Βλάση Γαβριηλίδη, που ίδρυσε την περίφημη για την εποχή της εφημερίδα Ακρόπολη. Η ζωή του όμως δεν άλλαξε. Αν και η αμοιβή του από την εργασία του στην "Ακρόπολη" ήταν υπέρογκη (έπαιρνε 200 και 250 δραχμές το μήνα), ενώ κέρδιζε αρκετά και από τις -περιζήτητες- συνεργασίες του με άλλες εφημερίδες και περιοδικά, η οικονομική του κατάσταση στάθηκε για πάντα η αδύνατη πλευρά του. Ήταν σπάταλος και ανοργάνωτος όσον αφορά τη διαχείριση των χρημάτων του[εκκρεμεί παραπομπή]. Όταν έπαιρνε το μισθό του, πλήρωνε τα χρέη του στην ταβέρνα του Κεχριμάνη, (όπου έτρωγε είκοσι εφτά ολόκληρα χρόνια), έδινε το νοίκι, έστελνε στη Σκιάθο, μοίραζε στους φτωχούς, σπαταλούσε χωρίς σκέψη για την αυριανή μέρα. Κι έτσι έμενε πάντα φτωχός και στενοχωρημένος, χωρίς να μπορεί να αγοράσει ακόμη και τα στοιχειώδη, ακόμα και ρούχα. Δεν μπορούσε να περιποιηθεί τον εαυτό του και η μεγάλη ανεμελιά του, συνοδευμένη από κάποια φυσική ραθυμία και νωθρότητα, με μια πλήρη αδιαφορία για τα βιοτικά, τον κρατούσε σε κατάσταση αθλιότητας. Άπλυτος, απεριποίητος, σχεδόν κουρελής, ενώ μπορούσε να ζει με αξιοπρέπεια, γιατί ήταν λιτότατος και ασκητικός, σκορπούσε τα λεφτά του και μόνο κάθε πρωτομηνιά είχε χρήματα στην τσέπη του. «Κατ' έκείνην την ήμέραν συνέβη να είμαι πλούσιος..» έχει γράψει κάπου. Ενδεικτικό της σχέσης του με τα χρήματα είναι το περιστατικό που αναφέρει ο Παύλος Νιρβάνας: όταν ο Παπαδιαμάντης ξεκίνησε τη συνεργασία του με την εφημερίδα "Το Άστυ", ο διευθυντής του προσέφερε για μισθό 150 δραχμές. Η απάντηση του Παπαδιαμάντη ήταν: «Πολλές είναι εκατόν πενήντα. Με φτάνουνε εκατό». Η βασανισμένη αυτή ζωή, η εντατική εργασία, το ξενύχτι και προπάντων το ποτό, που σιγά-σιγά του έγινε πάθος , καθώς και το τσιγάρο και η καθημερινή υπερβολική κούραση, κατέστρεψαν την υγεία του και τον έφεραν πρόωρα στο θάνατο.

Παρόλο που γενικά στη ζωή του φαινόταν απλησίαστος, παρόλο που του άρεσε η μοναξιά και η απομόνωση και δεν έπιανε εύκολα φιλίες, στο Περιοδικό "Νέα Εστία" (Χριστούγεννα 1940) διαβάζουμε για εκείνους που πλησίαζε και φανέρωνε τον πλούσιο εσωτερικό του κόσμο:[1] ". . Ελάχιστοι ήταν οι φίλοι του, όπως ο συγγραφέας και ερευνητής Γιάννης Βλαχογιάννης, ο ποιητής Μιλτιάδης Μαλακάσης και ένας δυο άλλοι. Ακόμα και προς το Βλάση Γαβριηλίδη, που του στάθηκε ως πατέρας, και τον ενθάρρυνε και τον βοηθούσε πάντα σε κάθε δύσκολη στιγμή, δεν έδειξε την αγάπη, που, ίσως, θα έπρεπε να δείξει[εκκρεμεί παραπομπή]. Του άρεσε να ζει στον κλειστό εσωτερικό του κόσμο και να ζητά την πνευματική ανακούφιση ζωγραφίζοντας τις αναμνήσεις του στα ποιήματά του και στον ποιητικότατο πεζό του λόγο, στα διάφορα διηγήματά του, που τα περισσότερα ξαναζωντανεύουν τους παλιούς θρύλους του νησιού του.

Αυτός ο περίεργος και απόκοσμος τρόπος ζωής, με την παράλληλη προσήλωσή του στην Ορθόδοξη Εκκλησία και τη λειτουργική της παράδοση, τον έκανε να μοιάζει με κοσμοκαλόγερο. Συνήθιζε να ψάλλει στον Ι. Ναό του Αγίου Ελισσαίου ως δεξιός ψάλτης, ενώ στον ίδιο ναό έψαλλε ως αριστερός ψάλτης ο εξάδελφός του και συγγραφέας Αλέξανδρος Μωραϊτίδης και εφημέριος ήταν ο (στις μέρες μας ανακηρυγμένος Άγιος) παπα Νικόλας Πλανάς.

Η ζωή του Παπαδιαμάντη μέρα με τη μέρα γινόταν δυσκολότερη. Η φτώχεια, το ποτό και η ασυλλόγιστη απλοχεριά του έγιναν αιτία να φτάσει σε απελπιστική κατάσταση, ενώ παράλληλα χειροτέρευε και η υγεία του. Κάποιοι φίλοι του (μεταξύ των οποίων οι Μιλτιάδης Μαλακάσης, Επαμεινώνδας Δεληγιώργης, Παύλος Νιρβάνας, Δημήτριος Κακλαμάνος, Αριστομένης Προβελέγγιος) διοργάνωσαν μια γιορτή στο Φιλολογικό Σύλλογο "Παρνασσός" το 1908 για τα λογοτεχνικά εικοσιπεντάχρονά του και κατάφεραν να συγκεντρώσουν ένα χρηματικό ποσό, με σκοπό να τον βοηθήσουν να βγει από το οικονομικό αδιέξοδο. Πράγματι, ο Παπαδιαμάντης κατόρθωσε να πληρώσει τα χρέη του και να αγοράσει για πρώτη φορά καινούρια ρούχα κι ετοιμάστηκε να επιστρέψει στη Σκιάθο. Μάταια ο Νιρβάνας (γιατρός ο ίδιος) προσπάθησε να τον πείσει να εισαχθεί στο νοσοκομείο. Στα τέλη του Μαρτίου του 1908 έφυγε για το νησί του, με σκοπό να μην ξαναγυρίσει στην πόλη «της δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών», όπως ο ίδιος έγραψε.

Στο νησί του εξακολούθησε να κάνει τις μεταφράσεις που του έστελνε ο Γιάννης Βλαχογιάννης, για να έχει κάποιον πόρο ζωής, μα ύστερα από λίγο τα χέρια του πρήστηκαν και του ήταν δύσκολο να γράφει. Το ημερήσιο πρόγραμμά του περιλάμβανε πολύ πρωινό ξύπνημα, μια βόλτα στην ακρογιαλιά κι ύστερα εκκλησία. Μαζεύοντας τα ιστορικά του νησιού και τα παλιά χρονικά συνέθεσε τα τελευταία του διηγήματα πιο ώριμα και πιο ολοκληρωμένα.

Ο Παπαδιαμάντης πέθανε τον Ιανουάριο του 1911, ύστερα από επιδείνωση της υγείας του. Η κηδεία του τελέστηκε μέσα στο πένθος όλων των απλών ανθρώπων του νησιού. Με την είδηση του θανάτου του, το πένθος έγινε πανελλήνιο. Έγιναν επίσημα μνημόσυνα στην Αθήνα, στην Πόλη, στην Αλεξάνδρεια και αλλού. Ορισμένοι ποιητές συνέθεσαν εγκωμιαστικά έργα (Μαλακάσης, Πορφύρας κ.ά.) και τα φιλολογικά περιοδικά της εποχής εξέδωσαν τιμητικά τεύχη, αφιερωμένα στη μνήμη του. Ο εκδοτικός οίκος Φέξη, λίγο αργότερα, άρχισε την έκδοση των έργων του, που έφτασαν τους έντεκα τόμους. Στα 1924, ο Ελευθερουδάκης εξέδωσε τα Άπαντά του με αρκετά ανέκδοτα διηγήματα. Το 1925 πραγματοποιήθηκαν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του στη Σκιάθο, ενώ στις εφημερίδες Ελεύθερον Βήμα και Πολιτεία δημοσιεύτηκαν τα τελευταία άγνωστα διηγήματά του. Το 1933 έγιναν ομιλίες μπροστά στην προτομή του για το έργο του, με την παρουσία και συμμετοχή τετρακοσίων Γάλλων διανοούμενων που επισκέφθηκαν τη Σκιάθο, καθώς και εκατόν πενήντα Ελλήνων λογοτεχνών και άλλων θαυμαστών του. Διηγήματα του Παπαδιαμάντη άρχισαν να εκδίδονται στα γαλλικά και πολλοί Γάλλοι ελληνιστές ασχολήθηκαν πλατύτερα με το έργο του. Το 1936 ο Γιώργος Κατσίμπαλης ετοίμασε την πρώτη βιβλιογραφία του, ενώ ξεκίνησε από τους Έλληνες λογοτέχνες η συστηματική κριτική του έργου του, άλλοτε θετική και άλλοτε αρνητική. Αν και η βιβλιογραφία γύρω από τη ζωή του είναι τεράστια, τόσο σε έκταση όσο και σε ποικιλία, σοβαρά κριτικά άρθρα, τα οποία να απορρέουν από μια αντικειμενική μελέτη του έργου του, δεν υπάρχουν ως το 1935.

Ὅπου καὶ νὰ σᾶς βρίσκει τὸ κακό, ἀδελφοί
ὅπου καὶ νὰ θολώνει ὁ νοῦς σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμὸ
καὶ μνημονεύετε Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Τὸ Ἄξιoν Ἐστί

Μέσα στα περισσότερα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, του συγγραφέα και υμνητή «του ρόδινου νησιού του», γίνεται συχνή αναφορά στο φυσικό περιβάλλον της Σκιάθου, στις ρεματιές, τις χαράδρες, τα υψώματα, με διαφορετική το καθένα βλάστηση. Επίσης αναφέρεται συχνά και η θαλασσινή της διαμόρφωση, με τα αμέτρητα λιμανάκια, τους κόρφους και τους κάβους, τους γκρεμούς, τις σπηλιές, τα νησάκια, τις αμμουδιές, τα ακρογιάλια. Αυτές οι αλησμόνητες παιδικές μνήμες κυριαρχούν στη σκέψη του Παπαδιαμάντη και τις κάνει διηγήματα, εμπλουτισμένα με τα θρησκευτικά βιώματά του και με τα βάσανα, τους καημούς και τις μικροχαρές της σκιαθίτικης φτωχολογιάς. Οι ήρωές του είναι ψαράδες, αγρότες, ιερωμένοι, μετανάστες, πολυφαμελίτες, εργένηδες, αναξιοπαθούσες χήρες, όμορφες ορφανές, αλλά και κακάσχημες μάγισσες και διάφορες αγύρτισσες.

Όταν δεν έκανε τέχνη τις παιδικές του αναμνήσεις, έπαιρνε τα θέματά του από τη ζωή των φτωχογειτονιών της Αθήνας. Το υπόστρωμα συνήθως είναι θρησκευτικό. Το εξωτερικό περιβάλλον περιγράφεται με αληθινή λατρεία προς τη φύση. Υπάρχει όμως και μια οξύτατη ψυχολογική περιγραφή, μια εύστοχη διείσδυση στα βάθη του ψυχικού κόσμου των ηρώων του, που έκανε τόση εντύπωση, τόσο στους μετέπειτα χρόνους όσο και στην εποχή του, που πολλοί τον παρομοίασαν με τον Ντοστογιέφσκι.

Ολόκληρη η ουσία της πεζογραφίας του περικλείεται μέσα σε μια φράση του ίδιου : «Το έπ' έμοι, ενόσω ζω, και αναπνέω καί σωφρονώ, δεν θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ' έρωτος την φύσιν, καί να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη».

Στενότερα ηθογράφος στην αρχή, διεύρυνε με τον καιρό την ηθογραφία του και την τεχνική του, ώστε να θεωρείται ότι αυτός εγκαινίασε τη διηγηματογραφία στην Ελλάδα. Προσέδωσε στο έργο του τέτοια ποιότητα, που τον καθιέρωσε ως πρωταγωνιστή της ελληνικής πεζογραφίας. Οι εμπνεύσεις του, τροφοδοτούμενες από ένα απόθεμα μνήμης, διαποτίζονται από τον ποιητικό οίστρο και τη μαγεία του λόγου. Οι ήρωές του, απλοί, ταπεινοί, γραφικοί, βασανισμένοι, γίνονται οι πυρήνες των δραματικών συγκρούσεών τους με τη ζωή. Η καθαρεύουσα, που χρησιμοποιεί, σπάνια γίνεται δυσνόητη, γιατί διαπνέεται από τον κραδασμό και τη θέρμη του πλέον ευσυγκίνητου ανθρωπισμού. Ωστόσο, σιγά-σιγά απλοποιούσε τη γλώσσα, βάζοντας περισσότερα λαϊκά στοιχεία, και λίγο πριν το θάνατό του έγραψε και διηγήματα στη δημοτική. Τον διακρίνει ποιητικό ύφος, γόνιμη φαντασία και θρησκευτική κατάνυξη, η οποία τον συγκλόνιζε από την παιδική του ηλικία. Δεν περιορίζεται στην περιγραφική γοητεία, αλλά εισχωρεί στο δράμα της ανθρώπινης ψυχής. Στις εικόνες του, που έχουν την ίδια ζωγραφική γοητεία, είτε αναφέρονται στο Αιγαίο, είτε σε φτωχογειτονιά της Αθήνας, εμφυσά την πνοή της λυρικής του έξαρσης, ενσταλάζει το βυζαντινό μυστικισμό του και αποθέτει την τρυφερότητα της χριστιανικής του αγάπης.

Εκτός από τα διηγήματα και τις νουβέλες έγραψε και ποιήματα θρησκευτικής έμπνευσης, που εξυμνούν τη μητέρα του και την Παναγία. Κι όμως ο Παπαδιαμάντης, που ήταν υπερήφανος για το διηγηματικό του έργο, του οποίου γνώριζε την πραγματική αξία, δε θεώρησε ποτέ του ότι ήταν και ποιητής, αν και η ποιητική πνοή αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό και του πεζού του λόγου. Χωρίς να ενδιαφέρεται για ρίμες και στολίδια, πέτυχε μια λιτότητα ελεύθερου στίχου, που αρκετά χρόνια αργότερα έγινε, σχεδόν, μόνιμο μοτίβο της νεοελληνικής ποίησης. Αν η πεζογραφία του έχει τη δυνατότητα να αντικειμενοποιεί και τα προσωπικά του βιώματα, η ποίηση του αντίθετα δεν εκφράζει παρά την προσωπική του εξομολόγηση.

Η πρώτη του δειλή λογοτεχνική προσπάθεια πραγματώνεται με το μυθιστόρημα Η μετανάστις. Είναι ένα έργο του ξενιτεμένου ελληνισμού. Επικρίνει τον εκμοντερνισμό των μεταναστών, που κατ' αυτόν ξέχασαν τις γνήσιες ελληνικές παραδόσεις και χάλασαν την ψυχή τους. Με ηρωίδα την Ελληνίδα Μαρίνα Βεργίνη (μετανάστρια κι η ίδια), που κρατεί αχάλαστη την Ελλάδα μέσα της, πιστή στις εθνικές αρετές, με την αφοσίωσή της στο μνηστήρα της και μετά την εγκατάλειψή της, πληγωμένη στη λεπτή ευαισθησία της και στην ευγένεια της ψυχής της, οδηγείται, με καρτερικότητα και άδολη αγάπη προς όλους, στον τάφο. Ο συγγραφέας ξετυλίγει τα χτυπήματα της μοίρας με τέτοια δύναμη, που υψώνει την ηρωίδα του στο επίπεδο μορφής της αρχαίας τραγωδίας και, μέσα από το δικό της τραγικό μεγαλείο, βρίσκει την ευκαιρία να ξεγυμνώσει και να καυτηριάσει τη διαφθορά του περίγυρου και την κακία της κοινωνίας.

Στο δεύτερο μυθιστόρημά του Οι έμποροι των εθνών, ξεπερνάει την πρώτη του προσπάθεια και παρουσιάζει ένα έργο το οποίο δεν στάθηκε μόνο σημαντική προσφορά στην εποχή του, αλλά και σήμερα μπορεί να σταθεί δίπλα στα καλύτερα ιστορικά και ρομαντικά ελληνικά μυθιστορήματα[εκκρεμεί παραπομπή]. Μια πληθωρική φαντασία, σε συνδυασμό με ένα μεγάλο συγγραφικό ταλέντο, έδωσε ένα έργο πραγματικά γνήσιας καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ξαναζωντανεύει τη νησιώτικη Βενετοκρατία στην πρώτη της εξόρμηση για την κατάκτηση των Κυκλάδων και περιγράφει με δαντικές εικόνες την αγριότητα των Βενετών και των Γενοβέζων, που είχαν ως μόνο νόμο τους την αυθαιρεσία και την ωμή ιδιοτέλεια. Αυτοί είναι «οι έμποροι των εθνών», που η δίψα του χρήματος τούς μεταβάλει σε λύκους και απαίσιους φονιάδες των ήσυχων ανθρώπων των ελληνικών νησιών.

Το τρίτο μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη, Η Γυφτοπούλα, είναι ένα συγγραφικό τόλμημα, και στη σύλληψη, και στη σύνθεση, και στη μορφή[εκκρεμεί παραπομπή]. Δημοσιευμένη σε συνέχειες, μήνες ολόκληρους στην Ακρόπολη του Γαβριηλίδη, είχε τόση επιτυχία στο αναγνωστικό κοινό και γενικά στους λογοτεχνικούς κύκλους, που δημιούργησε γύρω του τον θρύλο τού μάγου και του υπεράνθρωπου, καθώς ο συγγραφέας κρυβόταν στην αφάνεια και στην ανωνυμία. Η Γυφτοπούλα είναι ένα μυθιστόρημα για την Άλωση[εκκρεμεί παραπομπή], ένας θρήνος για την Πόλη, από ένα μεγαλοϊδεάτη και Βυζαντινό, τον περίφημο φιλόσοφο Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα. Για τον Παπαδιαμάντη ο Πλήθωνας είναι ένα σύμβολο, θετικό και αρνητικό. Τον θαυμάζει για την αρχαιολατρία του, τον αποδοκιμάζει για τη θρησκευτική του πλάνη και την άγονη προσπάθειά του να αναβιώσει τη θρησκεία της αρχαίας Ελλάδας. Το ανακάτωμα των Γύφτων στην ιστορία δίνει ένα ιδιαίτερο θέλγητρο στην πλοκή, με αναπάντεχες συμπτώσεις που κάνουν το μυθιστόρημα ένα απέραντο περιβόλι δολοπλοκιών, με ολοκληρωμένους ήρωες τον Πλήθωνα και την άτυχη κόρη του, με τον ακόμα πιο άτυχο ερωτά της με τον Γύφτο Μάχτο (στην αυγή της ευτυχίας τους σκοτώνονται και οι δυο κάτω από τα συντρίμμια των αγαλμάτων, που πέφτουν ξαφνικά από σεισμό την παραμονή της Άλωσης της Πόλης).

Με τον Χρήστο Μηλιόνη ο Παπαδιαμάντης ξαναζωντανεύει τα ηρωικά χρόνια της Κλεφτουριάς, της εθνικής αντίστασης. Εκεί, κατά τον συγγραφέα, η λαϊκή ψυχή, παρατημένη από την ηγεσία της, πήρε στα χέρια της την τύχη του Έθνους. Είναι ένα προανάκρουσμα της παρουσίασης της νεοελληνικής ζωής, που ετοιμαζόταν να συνθέσει με τα διηγήματά του. Ο Παπαδιαμάντης πιστεύει πως η Επανάσταση δεν δικαιώθηκε. Ο λαός, που πολέμησε για να βρει την ελευθερία του, «απλώς και μόνον μετήλλαξεν τυράννους». Κατά τον συγγραφέα, οι τύραννοι αυτοί είναι ξενόδουλοι, λογιότατοι γραμματοσοφιστές, που με τις νόθες εκλογές κάθονταν στην πλάτη του φτωχού λαού, που τον περιφρονούσαν κιόλας. Την άθλια αυτή μετεπαναστατική κοινωνία θέλησε να στηλιτεύσει με το έργο του αυτό. Ο Χρήστος Μηλιόνης είναι ένα ιστορικό λογοτέχνημα, ίσως το καλύτερο που έχει δώσει ως σήμερα η νεοελληνική γραμματεία[εκκρεμεί παραπομπή]. Ο πυρήνας του έργου προέρχεται από το γνωστό δημοτικό τραγούδι για τον ηρωικό θάνατο τού Χρήστου Μηλιόνη. Το έργο αυτό δίνει την εικόνα μιας Κλεφτουριάς με αγνό ηρωισμό και ασίγαστη πίστη στην ελευθερία.

Η Φόνισσα είναι η δεύτερη νουβέλα του Παπαδιαμάντη και θεωρείται, από τους περισσότερους, το αριστούργημά του. Ανήκει στα έργα της προχωρημένης ωριμότητάς του, της ρεαλιστικής περιόδου, και κλείνει μέσα του τα πιο γόνιμα στοιχεία της τέχνης του. Σύλληψη, σύνθεση, μορφή, περιεχόμενο και μύθος σχηματίζουν ένα σημαντικό έργο τέχνης. Είναι βγαλμένο από τα βάθη της ψυχής του συγγραφέα, από την τραγωδία του σπιτιού του, από τη μιζέρια του νησιού του, από τη μεγάλη δυστυχία των φτωχών ανθρώπων του λαού. Η σύνθεση του έργου είναι αριστοτεχνική και η ενότητα αδιάσπαστη. Η αφήγηση είναι γοργή, ρωμαλέα, συγκλονιστική, και παίρνει συμβολικό χαρακτήρα. Η τεχνική του Παπαδιαμάντη φτάνει στο κορύφωμά της, όταν το έγκλημα αναδύεται βουβό μέσα από τις τύψεις της φόνισσας, που η ίδια το καταδικάζει, ενώ, παράλληλα, την εξανθρωπίζει το, στο βάθος του, ανθρωπιστικό ιδανικό της.

Τα Ρόδινα Ακρογιάλια, με υπότιτλο Κοινωνικόν μυθιστόρημα, είναι έργο που δείχνει την παρακμή και τα γηρατειά του συγγραφέα[εκκρεμεί παραπομπή]. Είναι ένα αφήγημα συμποσιακού τύπου, όπου οι συγκεντρωμένοι φιλοσοφούν ή διηγούνται ιστορίες. Οι δύο ήρωες του έργου, ο ναυτικός Διαμαντής ο Αγάλλος και ο βοσκός Πατσοστάθης, διηγούνται την ιστορία τους στον τρίτο ήρωα, τον αφηγητή, στον οποίο υποκρύπτεται ο Παπαδιαμάντης. Ο Αγάλλος, αλαφροΐσκιωτος από γενιά, έλειψε χρόνια στα βόρεια της Γαλλίας κι έχει γυρίσει τώρα, γεροντοπαλίκαρο, στο νησί του, ενώ ο Πατσοστάθης, αγροίκος βοσκός ή άπραγο αγρίμι, μένει για έντεκα χρόνια αρραβωνιασμένος επειδή του έχουν κάνει μάγια, αλλά και με μάγια παντρεύεται. Η νουβέλα μάς δίνει ανάγλυφη την εικόνα της ζωής στην ελληνική επαρχία του 19ου αιώνα και των ηθών στην ελληνική ύπαιθρο της εποχής όσον αφορά τον γάμο και τις προσωπικές σχέσεις γενικότερα, αναδεικνύοντας -με τον μοναδικό τρόπο και την υψηλή ψυχογραφική δεινότητα του Παπαδιαμάντη- τα ανθρώπινα πάθη και τις ανθρώπινες αδυναμίες. Τις πολύ αξιόλογες περιγραφές του έργου αυτού θαύμαζε ιδιαίτερα ο Καβάφης.

Ο Παπαδιαμάντης δεν ευτύχησε να δει τυπωμένο σε βιβλίο κανένα έργο του. Μετά το θάνατό του, τυπώθηκαν από τις εκδόσεις Φέξη (1912-1913) έντεκα τόμοι με όσα διηγήματα βρέθηκαν τότε. Πέντε τόμους εξέδωσε ο Οίκος Ελευθερουδάκη το 1925-1930 και έναν τόμο (Θαλασσινά διηγήματα) ο Αθ. Καραβίας το 1945. Το 1955, τα Άπαντά του εκδόθηκαν από τον Εκδ. Οίκο Δ. Δημητράκου, με βιογραφικά στοιχεία, κριτικά σχόλια και προλόγους σε γενική επιμέλεια Γ. Βαλέτα. Το 1963, τα Άπαντα του Παπαδιαμάντη εκδόθηκαν σε τρεις τόμους από την Εταιρεία Ελληνικών Εκδόσεων, με προλόγους και επιμέλεια Μιχ. Περάνθη.

Ο Παπαδιαμάντης, πέρα από τα τρία μυθιστορήματα και τα τρία εκτεταμένα διηγήματα (νουβέλες), έγραψε 180 διηγήματα και 40 μελέτες και άρθρα. Τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη ανήκουν στην τρίτη περίοδο της εξέλιξής του, τη λεγόμενη νατουραλιστική περίοδο, που αρχίζει με το πρώτο του διήγημα το 1887 και φτάνει ως το 1892. Τα διηγήματα του είναι περιγραφικά, φυσιολατρικά, με έντονο χρωματισμό στα εκφραστικά μέσα, με ειδυλλιακή ατμόσφαιρα, υποταγμένα σε κανόνες και σχέδιο. Αυτά είναι: Το χριστόψωμο, Η χήρα παπαδιά, Η τελευταία βαπτιστική, Η υπηρέτρα, Ο σημαδιακός, Η σταχομαζώχτρα, Εξοχική Λαμπρή, Η χτυπημένη[ασαφές], Ο Πανταρώτας, Η παιδική πασχαλιά, Η μαυρομαντηλού, Το Πάσχα ρωμέϊκο, το Θέρος-έρος, Ο φτωχός άγιος, Η νοσταλγός, Μια ψυχή, Ο Αμερικάνος, Στο Χριστό στο Κάστρο, Στην Αγ' Αναστασά και το Όλόγυρα στη λίμνη. Σε αυτά μπορεί να καταταχθεί και το Έρως-ήρως'. Με το αριστούργημά του Ολόγυρα στη λίμνη, ο συγγραφέας αγγίζει όλες τις μορφές της ηθογραφίας, δημιουργώντας δική του τεχνική, και ξαφνιάζει με την πρωτοτυπία του[εκκρεμεί παραπομπή]. Εκτός από το διήγημά του Ολόγυρα στη Λίμνη, κορυφαία δημιουργία του μπορεί να θεωρηθεί και η Νοσταλγός[εκκρεμεί παραπομπή].

Με το Ολόγυρα στη λίμνη, ο Παπαδιαμάντης εγκαινιάζει την ποιητική πεζογραφία[εκκρεμεί παραπομπή]. Με έντονη πλαστική δύναμη, δίνει διάφανες περιγραφές και δροσερές εικόνες, καθαρές και έντονες, που κάνουν το διήγημα έναν πολυσύνθετο πίνακα της νησιώτικης ζωής, γεμάτο από ποικιλία μορφών.

Από το 1892 ως το 1897, περίοδο όπου η Ελλάδα είδε τη χρεωκοπία, την πτώση του Τρικούπη και τον αποτυχημένο πόλεμο του '97, ο Παπαδιαμάντης, αληθινός πατριώτης και ζωντανός άνθρωπος, στηλιτεύει την κοινωνική διαφθορά και την πολιτική κατάσταση της χώρας. Τα διηγήματα του είναι κοινωνικής, σατιρικής, απόχρωσης. Με τη σάτιρά του προσπαθεί να ξυπνήσει την κοινωνία και να την οδηγήσει στην εθνική ανόρθωση. Αρχίζει με το διήγημα Οι Χαλασοχώρηδες και συνεχίζει με τα Τα δύο τέρατα, Ο καλόγερος, Τυφλοσύρτης, Ναυαγίων ναυάγια, Βαρδιάνος στα Σπόρκα κ.α. Με τους Ελαφροΐσκιωτους, μεταφέρει τη σάτιρά του στη Σκιάθο και χτυπάει τις λαϊκές δεισιδαιμονίες, τη μαγεία κλπ. Οι Παραπονεμένες και μερικά άλλα διηγήματα, όπως το Πατέρα στο σπίτι, ανήκουν στα αθηναϊκά διηγήματα. Ψυχολογικό είναι το διήγημα Φιλόστοργοι, και κοινωνικό το διήγημα Χωρίς στεφάνι. Άλλα διηγήματα αυτής της εποχής είναι τα Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη, Ο Γαγάτος καί τ' άλογο, Απόλαυσις στη γειτονιά, Για τα ονόματα κ.ά.

Από το 1897 αρχίζει η τρίτη περίοδος του διηγήματος του Παπαδιαμάντη, που την ονόμασαν περίοδο λυρισμού και πάθους[εκκρεμεί παραπομπή]. Ο εξωτερικός κόσμος υποχωρεί τώρα για να γίνει σκηνικό περίγραμμα, που μέσα του θα φωτιστούν οι μορφές του εσωτερικού κόσμου. Ο ζωγράφος γίνεται ποιητής, ο ηθογράφος λυρικός, ο σατιριστής δραματικός, ο νοσταλγός ψυχογράφος και πλάστης ανθρώπινων χαρακτήρων. Τα διηγήματα του ξεπέρασαν την εποχή του και έγιναν διαχρονικά για την ελληνική λογοτεχνία. Ξεδίπλωσε το ταλέντο του, εκδηλώνοντας μορφοπλαστικές ικανότητες μεγάλης δύναμης. Στην κορύφωση αυτής της περιόδου ανήκουν τα διηγήματα: Μερακλίδικα[ασαφές], Ο ξεπεσμένος δερβίσης, Ο γείτονας με το λαγούτο, Ο καλούμπας, Για την περηφάνια, Η στρίγγλα μάννα, Ο έρωτας στα χιόνια, Άγια και πεθαμένα, Τρελλή βραδιά, Τ' αγνάντεμα. Επίσης τα παιδικά: Δαιμόνια στο ρέμα, Υπό την βασιλικήν δρυν, Τα κρούσματα, Της Κοκκώνας το σπίτι, Το πνίξιμο του παιδιού, Γουτού-γουπατού, Ο Χριστός Ανέστη του Γιάννη, Ω! τα βασανάκια κ.ά.

Ύστερα ακολουθούν σημαντικά διηγήματα με τον ίδιο λυρισμό και πάθος: Το όνειρο στο κύμα, Οι μάγισσες, Η φαρμακολύτρια, Αμαρτίας φάντασμα Επίσης, θα μπορούσαν να μπουν και Τα ρόδινα ακρογιάλια. Στην τέταρτη, και τελευταία, την ρεαλιστική-κοινωνική περίοδο, που οι κριτικοί χαρακτηρίζουν ως την εποχή των μεγάλων δημιουργιών του Παπαδιαμάντη, ανήκουν τα διηγήματα: Η τύχη απ' την Αμέρικα, έργο πνοής και ωμού ρεαλισμού, Κοκκώνα θάλασσα, Μάννα και κόρη, Η αποσώστρα, Η ξομπλιάστρα, Η συντέκνισσα, Τα δυο κούτσουρα, Θάνατος κόρης, Έρμη στα ξένα, Αλιβάνιστος, Τ' αγγέλιασμα, Η ασπροφουστανούσα, Η πεποικιλμένη, Το χατζόπουλο, Οι Κανταραίοι και Η Φόνισσα.
Μυθιστορήματα

Η Γυφτοπούλα (1884)
Η Μετανάστις (1880)
Οι Έμποροι των Εθνών (1883)

Νουβέλες

Βαρδιάνος στα σπόρκα (1893)
Η Φόνισσα (1903)
Τα Ρόδιν' ακρογιάλια (1908)
Χρήστος Μηλιόνης (1885)

Διηγήματα

Αγάπη στον κρεμνό
Άγια και πεθαμένα (1896)
Άλλος τύπος (1903)
Αμαρτίας φάντασμα (1900)
Άνθος του γιαλού (1906)
Αποκριάτικη νυχτιά (1892)
Απόλαυσις στη γειτονιά (1900)
Άσπρη σαν το χιόνι (1907)
Άψαλτος (1906)
Για τα ονόματα (1902)
Για την περηφάνια (1899)
Γουτού Γουπατού (1899)
Γυνή πλέουσα (1905)
Εξοχική Λαμπρή (1890)
Εξοχικόν κρούσμα (1906)
Έρημο μνήμα (1910)
Έρμη στα ξένα (1906)
Έρως – Ήρως (1897)
Η Άκληρη (1905)
Η Αποσώστρα (1905)
Η Βλαχοπούλα (1892)
Η Γλυκοφιλούσα (1894)
Η Γραία κ' η θύελλα (1906)
Η Δασκαλομάννα (1894)
Η Επίσκεψις του αγίου Δεσπότη (1906)
Η Θητεία της πενθεράς (1902)
Η Θεοδικία της Δασκάλας (1906)
Η Ξομπλιαστήρα (1906)
Η Κάλτσα της Νώενας (1907)
Η Μακρακιστίνα (1906)
Η Μαούτα (1905)
Η Μαυρομαντηλού (1891)
Η Νοσταλγός (1894)
Η Ντελησυφέρω (1904)
Η Πεποικιλμένη (1909)
Η Πιτρόπισσα (1909)
Η Σταχομαζώχτρα (1889)
Η Στοιχειωμένη καμάρα (1904)
Η Συντέκνισσα (1903)
Η Τελευταία βαπτιστική (1888)
Η Τύχη απ' την Αμέρικα (1901)
Η Φαρμακολύτρια (1900)
Η Φωνή του Δράκου (1904)
Η Χήρα παπαδιά (1888)
Η Χήρα του Νεομάρτυρος (1905)
Η Χολεριασμένη (1901)
Η Χτυπημένη (1890)
Θάνατος κόρης (1907)
Θέρος – Έρος (1891)
Κοινωνική αρμονία (1906)
Κοκκώνα θάλασσα (1900)
Λαμπριάτικος Ψάλτης (1893)
Με τον πεζόβολο (1907)
Μια ψυχή (1891)
Μικρά ψυχολογία (1903)
Ναυαγίων ναυάγια (1893)
Νεκρός ταξιδιώτης (1910)
Ο Αβασκαμός του Αγά (1896)
Ο Αειπλάνητος (1903)
Ο Αλιβάνιστος (1903)
Ο Αμερικάνος (1891)
Ο Ανάκατος (1910)
Ο Γαγάτος καί τ' άλογο (1900)
Ο Γείτονας με το λαγούτο (1900)
Ο Διδάχος (1906)
Ο Έρωτας στα χιόνια (1896)
Ο Κακόμης (1903)
Ο Καλόγερος (1892)
Ο Κοσμολαΐτης (1903)
Ο Ξεπεσμένος Δερβίσης (1896)
Ο Πανδρολόγος (1902)
Ο Πανταρώτας (1891)
Ο Πεντάρφανος (1905)
Ο Πολιτισμός εις το χωρίον (1891)
Ο Σημαδιακός (1889)
Ο Τυφλοσύρτης (1892)
Ο Χαραμάδος (1904)
Ο Χορός εις του κ. Περιάνδρου (1905)
Οι Δύο Δράκοι (1906)
Οι Ελαφροΐσκιωτοι (1892)
Οι Κουκλοπαντρειές (1903)
Οι Λίρες του Ζάχου (1908)
Οι Μάγισσες (1900)
Οι Ναυαγοσώσται (1901)
Οι Παραπονεμένες (1899)
Οι Χαλασοχώρηδες (1892)
Ολόγυρα στη λίμνη (1892)
Όνειρο στο κύμα (1900)
Παιδική Πασχαλιά (1891)
Πάσχα Ρωμέικο (1891)
Πατέρα στο σπίτι! (1895)
Ποία εκ των δύο (1906)
Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου (1906)
Σταγόνα νερού... (1906)
Στην Αγι-Αναστασά (1892)
Στο Χριστό, στο Κάστρο (1892)
Στρίγλα μάννα (1902)
Τ' Αγνάντεμα (1899)
Τ' Αερικό στο δέντρο (1907)
Τ' Αστεράκι (1909)
Τ' Μπούφ' του π'λί (1904)
Τα Δαιμόνια στο ρέμα (1900)
Τα Δύο κούτσουρα (1904)
Τα Δύο τέρατα (1909)
Τα Καλαμπούρια ενός δασκάλου (1908)
Τα Κρούσματα (1903)
Τα Λιμανάκια (1907)
Τα Πτερόεντα δώρα (1907)
Τα Συχαρίκια (1894)
Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη (1896)
Της Δασκάλας τα μάγια (1909)
Της Κοκκώνας το σπίτι (1893)
Το Γιαλόξυλο (1905)
Το Γράμμα στην Αμερική (1910)
Το Ενιαύσιον θύμα (1899)
Το Θαλάσσωμα (1906)
Το Θαύμα της Καισαριανής (1901)
Το Καμίνι (1907)
Το Κρυφό Μανδράκι (1906)
Το Μυρολόγι της φώκιας (1908)
Το «Νάμι» της (1906)
Το Νησί της Ουρανίτσας (1902)
Το Πνίξιμο του παιδιού (1900)
Το Σπιτάκι στο Λιβάδι (1896)
Το Τυφλό σοκκάκι (1906)
Το Χριστός Ανέστη του Γιάννη
Το Χριστόψωμο (1887)
Το Ψοφίμι (1906)
Τρελή βραδιά (1901)
Υπηρέτρα (1888)
Υπό την Βασιλικήν δρύν (1901)
Φιλόστοργοι (1895)
Φορτωμένα κόκκαλα (1907)
Φτωχός Άγιος (1891)
Φώτα – Ολόφωτα (1894)
Χωρίς στεφάνι (1896)
Ωχ! Βασανάκια (1894)

Ποιήματα

Στην Παναγίτσα στο Πυργί
Προς την μητέρα μου (1880)
Δέησις (1881)
Εκπτωτος ψυχή (1881)
Η κοιμισμένη βασιλοπούλα (1891)
Το ωραίον φάσμα (1895)
Εις τους αδελφούς Γιαννάκην και Κώστα Γ. Ραφτάκη (1902)
Νύχτα βασάνου (1903)
Επωδή παπά στη χολέρα (1879)
Επωδή γιατρού στη χολέρα (1879)
Το τραγούδι της Κατίνας (1892)
Εις ιππεύουσαν Παναγυριώτισσαν (1907)
Ερωτες στα κοπριά (1907)
Στην Παναγία τη Σαλονικιά (1908)

Ηλίας Βενέζης (πραγματικό όνομα Ηλίας Μέλλος, 4 Μαρτίου 1904 Αϊβαλί - 3 - 8- 1973 Αθήνα)






Ο Ηλίας Βενέζης (πραγματικό όνομα Ηλίας Μέλλος, 4 Μαρτίου 1904 Αϊβαλί - 3 - 8- 1973 Αθήνα) ήταν Έλληνας συγγραφέας, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Έγινε γνωστός για τα μυθιστορήματά του Αιολική Γη, Το νούμερο 31328 και το θεατρικό έργο Μπλοκ C. Έγινε ο πρώτος Έλληνας συγγραφέας του οποίου τα έργα μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες, κάνοντας γνωστή την ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό.

Γεννήθηκε στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας στις 4 Μαρτίου 1904, σύμφωνα με αυτοβιογραφικό του σημείωμα, σύμφωνα όμως με άλλες πληροφορίες από επίσημα έγγραφα πρέπει να είχε γεννηθεί το 1898. Ο πατέρας του, Μιχαήλ Μέλλος, καταγόταν από την Κεφαλλονιά και η μητέρα του από τη Λέσβο. Βενέζης λεγόταν ο παππούς του Δημήτριος από την πλευρά του πατέρα του.

Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα έζησε στο Αϊβαλί, μέχρι τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1914, όταν και εγκαταστάθηκε με τη μητέρα και τα αδέρφια του στη Μυτιλήνη μέχρι το 1919. Το 1922 η οικογένειά του εγκατέλειψε οριστικά πλέον τη Μικρά Ασία, ο ίδιος όμως δεν πρόλαβε να επιβιβαστεί στο πλοίο: αιχμαλωτίστηκε και εστάλη στα εργατικά τάγματα για 14 μήνες. Οι εμπειρίες του από τα εργατικά τάγματα περιέχονται στο πρώτο μυθιστόρημά του, Το νούμερο 31328.

Το 1923 απελευθερώθηκε και επέστρεψε στη Μυτιλήνη. Εκεί υπήρχε αξιόλογη λογοτεχνική κίνηση με πρωτεργάτη τον Στράτη Μυριβήλη. Αυτός μάλιστα τον παρακίνησε να καταγράψει την αιχμαλωσία του και έλεγε χαρακτηριστικά ότι "του έμαθε πώς να κρατάει το μολύβι στο χέρι". Το Νούμερο 31328 δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά σε συνέχειες το 1924 στην εφημερίδα Καμπάνα της Μυτιλήνης, διευθυντής της οποίας ήταν ο Μυριβήλης.

Στη Μυτιλήνη εργαζόταν στην Τράπεζα της Ελλάδος και το 1932 πήρε μετάθεση και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Διώχθηκε για τις πολιτικές του ιδέες από τον νόμο του "Ιδιωνύμου", από τη δικτατορία του Μεταξά και κατά τη διάρκεια της Κατοχής συνελήφθη με την κατηγορία ότι σε συγκέντρωση του προσωπικού της Τράπεζας είχε μιλήσει για ελευθερία. Φυλακίστηκε στο "Μπλοκ C" των φυλακών Αβέρωφ και η εκτέλεσή του απετράπη έπειτα από αντιδράσεις του πνευματικού κόσμου.

Μετά τον πόλεμο διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην πνευματική ζωή της χώρας με επίσημες θέσεις όπως του Διευθύνοντος συμβούλου του Εθνικού Θεάτρου, Αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Το 1957 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Παράλληλα το έργο του γνώριζε πολύ μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα με συνεχείς επανεκδόσεις και στο εξωτερικό με πολλές μεταφράσεις.

Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του (1971-1973) υπέφερε από σοβαρό πρόβλημα υγείας. Πέθανε στις 3 Αυγούστου 1973 στην Αθήνα, από καρκίνο του λάρυγγα. Κηδεύτηκε και τάφηκε στη Μήθυμνα (Μόλυβο) της Λέσβου.
Εργογραφία
Μυθιστορήματα

Το νούμερο 31328 (1931)
Γαλήνη (1939)
Αιολική Γη (1943)
Ωκεανός (1956)
Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων, μαζί με τους Μυριβήλη, Καραγάτση, Τερζάκη (1958)

Διηγήματα

Μανώλης Λέκας (συλλογή, 1927)
Αιγαίο (συλλογή, 1941)
Ακήφ (διήγημα, 1944)
Άνεμοι (συλλογή, 1944)
Ώρα Πολέμου (συλλογή, 1946)
Οι νικημένοι (συλλογή, 1954)
Αρχιπέλαγος (συλλογή, 1969)

Ταξιδιωτικά και αφηγήσεις

Φθινόπωρο στην Ιταλία (ταξιδιωτικό, 1950)
Αμερικανική Γη (ταξιδιωτικό, 1955)
Αργοναύτες (χρονικά και ταξίδια, 1962)
Εφταλού (αφηγήσεις, 1972)
Περιηγήσεις (ταξιδιωτικό, 1973)
Στις ελληνικές θάλασσες (αφηγήσεις, 1973)
Μικρασία Χαίρε (αφηγήσεις, 1974)

Ραδιόφωνο

Πλοία και Θάλασσες (συγγραφή & αφήγηση, 1969)
Έλληνες και Ξένοι Περιηγητές (συγγραφή & αφήγηση, 1970)

Θέατρο

Μπλοκ C (θεατρικό, 1963)

Άλλα έργα

Έξοδος (χρονικό της κατοχής, 1950)
Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός (ιστορικό, 1952)
Χρονικόν της Τραπέζης της Ελλάδος (ιστορικό, 1955)
Εμμανουήλ Τσουδερός (ιστορικό, 1966)

Βιβλιογραφία

Η μεσοπολεμική πεζογραφία, εκδ. Σοκόλη, τ. Β
Κ. Μητσάκη, Νεοελληνική πεζογραφία. Η γενιά του '30, Αθήνα, 1977
M. Vitti, Η γενιά του τριάντα. Ιδεολογία και μορφή, Ερμής, Αθήνα 1977

http://el.wikipedia.org/wiki/Ηλίας_Βενέζης 

Μίριαμ Μακέμπα





H Μίριαμ Μακέμπα γεννήθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ στις 4 Μαρτίου 1932... Ως ένα νεαρό κορίτσι των δεκατριών, πήρε μέρος σε ένα σόου ταλέντων σε ένα ιεραποστολικό σχολείο και έφυγε με το πρώτο βραβείο. Συχνά την καλούσαν να τραγουδήσει στους γάμους, και η δημοτικότητά της αυξήθηκε , καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι θαμπώνονταν από το ταλέντο της.
Το 1952 επιλέχτηκε για να τραγουδήσει για το The Manhattan Brothers και περιόδευσε τη Νότια Αφρική μαζί τους.

Ήδη από το 1956, έγραψε και κυκλοφόρησε το τραγούδι "Pata Pata". Έλαβε πρόσκληση για να επισκεφθεί την Ευρώπη και την Αμερική, όπου ήρθε στην προσοχή του Harry Belafonte και ο Steve Allen και συνθηκολόγησε στο καλλιτεχνικό στερέωμα. 1959 είδε την να γίνει το πρώτο της Νότιας Αφρικής για να κερδίσει ένα βραβείο Grammy για το «Μια βραδιά με Harry Belafonte & Miriam Makeba» του άλμπουμ.

Η Μίριαμ Μακέμπα έγινε εξορίστηκε το 1960, όταν η Νότια Αφρική της απαγόρευσε να επιστρέψει στη χώρα γέννησής της καθώς κρίθηκε πολύ επικίνδυνο και επαναστατικό το έργο της το οποίο προωθούσε την εξέγερση των Αφρικανών με αποτέλεσμα η κυβέρνηση στην οποία ήταν κυρίως Λευκοί.

Η Miriam μόνο επέστρεψε στη Νότια Αφρική τριάντα χρόνια αργότερα. Το 1967, περισσότερα από δέκα χρόνια αφότου έγραψε το τραγούδι, "Pata Pata" κυκλοφόρησε στις Ηνωμένες Πολιτείες και έγινε ένα χτύπημα σε όλο τον κόσμο. Από τότε έχει καταγραφεί ξανά από πολλούς διεθνείς καλλιτέχνες.
Μίριαμ Μακέμπα, Miriam Makeba

Η Μακέμπα ήταν το αγαπημένο παιδί του αμερικανικού κοινού, αλλά στράφηκαν εναντίον της, όταν παντρεύτηκε τον μαύρο ακτιβιστή, Stokely Carmichael, το 1968.

Αν και ποτέ οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν της απαγόρευσαν τις συναυλίες, ξαφνικά αυτές ακυρώθηκαν. Κινήθηκε πίσω στην Αφρική, αυτή τη φορά στη Γουινέα όπου έγινε δεκτή με ανοιχτές αγκάλες. Miriam συνέχισε να γράφει τραγούδια και να κάνει περιοδείες. Ήταν σεβαστή από την κυβέρνηση της Γουινέας και κλήθηκε να αντιπροσωπεύσει στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τη Γουινέα.

Έχει απευθυθεί δύο φορές την Γενική Συνέλευση, μιλώντας για τη κατάσταση στης Ηπείρου της. Παρά το γεγονός ότι πάντα θεωρούσε τον εαυτό της όσον τραγουδίστρια και όχι ως πολιτικός, έχει κερδίσει πολλά διεθνή βραβεία της, συμπεριλαμβανομένου του 1986 Dag Hammerskjold Βραβείο Ειρήνης και της UNESCO Grand Prix du Conseil International de la Musique.

Η Makeba είναι επίσης γνωστή για το γεγονός ότι ενέπνευσε μια μόδα διαρκείας τη δεκαετία του 60, όπου το σύνθημα τη ήταν «το μαύρο είναι όμορφο»

Έγινε δεκτή από τους ηγέτες του κόσμου, όπως η Haile Selassie, ο Φιντέλ Κάστρο, Τζον Φ. Κένεντι και ο Φρανσουά Μιτεράν. Έχει περιοδεύσει με τραγουδιστές όπως ο Paul Simon, Nina Simone, Hugh Masekela και Dizzy Gillepsie.

Επέστρεψε στην πατρίδα της, τον Δεκέμβριο του 1990. Τέσσερα χρόνια αργότερα άρχισε ένα φιλανθρωπικό έργο για να αντλήσει κεφάλαια για την προστασία των γυναικών στη Νότια Αφρική. Η πρώτη συναυλία της στη Νότια Αφρική (1991) ήταν μια τεράστια επιτυχία και αυτό ήταν ένα προοίμιο για μια παγκόσμια περιοδεία η οποία περιελάμβανε τις ΗΠΑ και την Ευρώπη.

Έχει κυκλοφορήσει πάνω από τριάντα άλμπουμ κατά τη διάρκεια των ετών, και ισχυρό και χαρακτηριστική φωνή της, διατηρεί την καθαρότητα και το εύρος που του επιτρέπουν να είναι τόσο ισχυρή ως μια πορεία διαμαρτυρίας και ως οδυνηρή όπως μια αφρικανική νανούρισμα. Miriam ήταν MamaAfrica, μια κυρία με μια ιδιαίτερη πινελιά.

Έχει ξεπεράσει πολλές καταιγίδες στη ζωή της, μεταξύ των οποίων αρκετά ατυχήματα αυτοκινήτων, αεροπορικό δυστύχημα, ακόμη και καρκίνο. Παρέμεινε ως ενεργός στην τελευταία χρόνια της ζωής της, όπως έκανε ως ένα νεαρό κορίτσι με τα αστέρια στα μάτια της.

Στις 9 Νοεμβρίου 2008, Μίριαμ Μακέμπα αρρώστησε, λαμβάνοντας παράλληλα μέρος σε μια συναυλία που θα διεξαγόταν στο Castel Volturno της Ιταλίας. Miriam υπέστη καρδιακή προσβολή μετά από το τραγούδι "Pata Pata", και έσπευσε σε μια κλινική όπου οι γιατροί δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα.Μια εξαιρετική προσωπικότητα και καλλιτέχνης, όποου τα επιτεύγματα της ήταν μέρος της ιστορίας του 20ου αιώνα.

Tι είναι η Τσικνοπέμπτη....

https://www.argiro.gr/wp-content/uploads/2017/02/Tsiknopempti-argirogr-800x479.jpg 

Tι είναι η Τσικνοπέμπτη....

Η Πέμπτη της δεύτερης εβδομάδας του Τριωδίου (Κρεατινής) ονομάζεται Τσικνοπέμπτη ή Τσικνοπέφτη, επειδή την ημέρα αυτή όλα τα σπίτια ψήνουν κρέας ή λειώνουν το λίπος από τα χοιρινά και ο μυρωδάτος καπνός (τσίκνα) είναι διάχυτος παντού. Από αυτή την τσίκνα, λοιπόν, έχει πάρει και το όνομά της η Πέμπτη και λέγεται Τσικνοπέμπτη.

Το έθιμο χάνεται στα βάθη των αιώνων, χωρίς να γνωρίζουμε την προέλευσή του. Εικάζεται, όμως, ότι προέρχεται από τις βακχικές γιορτές των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, που επιβίωσαν του Χριστιανισμού. Σύμφωνα με τον λαογράφο Δημήτριο Λουκάτο, το φαγοπότι και το γλέντι της ημέρας είναι «ομοιοπαθητικές προσπάθειες για την ευφορία της γης».

Την Τσικνοπέμπτη, που βρίσκεται στο μέσο του Τριωδίου, ξεκινούν ουσιαστικά οι εκδηλώσεις της Αποκριάς, οι οποίες κορυφώνονται με τα Κούλουμα την Καθαρά Δευτέρα. Ανάλογες γιορτές υπάρχουν στη Γερμανία (Schmutziger Donnerstag = Λιπαρή Πέμπτη) και στη Νέα Ορλεάνη των ΗΠΑ (Mardi Gras = Λιπαρή Τρίτη), που συνδυάζονται με καρναβαλικές εκδηλώσεις. Στο έθιμο της Τσικνοπέμπτης και γενικά στην κρεατοφαγία αντιτίθεται η οργάνωση “Πολίτες για τα Δικαιώματα της Φύσης και της Ζωής” (ΠΟΦΥΖΩ), που υποστηρίζει την ιδεολογία του «αντισπισισμού» (anti-speciesism), η οποία στρέφεται κατά της καταπάτησης των δικαιωμάτων των ζώων.

Η Τσικνοπέμπτη ανά την Ελλάδα

Στην παλαιά πόλη της Κέρκυρας τελούνται τα Κορφιάτικα Πετεγολέτσια ή αλλιώς Κουτσομπολιά ή Πέτε Γόλια. Η πετεγολέτσα, το πετεγουλιό όπως το λένε οι Κερκυραίοι, δεν είναι άλλο από το γνωστότατο κουτσομπολιό. Η πετεγολέτσα πραγματοποιείται το βράδυ της Τσικνοπέμπτης, στην Πιάτσα κοντά στην τοποθεσία “Κουκουνάρα”, της πόλης τής Κέρκυρας.

Στην Πάτρα έχουμε το έθιμο της Κουλουρούς. Η Γιαννούλα η Κουλουρού πιστεύει λανθασμένα πως ο Ναύαρχος Ουίλσον είναι τρελά ερωτευμένος μαζί της και πως έρχεται να την παντρευτεί. Γι’ αυτό ντύνεται νύφη και με τη συνοδεία των Πατρινών πηγαίνει να προϋπαντήσει τον καλό της στο λιμάνι. Γύρω της οι Πατρινοί διασκεδάζουν με τα καμώματά της.

Στις Σέρρες ανάβονται μεγάλες φωτιές στις αλάνες, στις οποίες αφού ψήσουν το κρέας, πηδούν από πάνω τους. Στο τέλος κάποιος από την παρέα με χιούμορ αναλαμβάνει τα «προξενιά», ανακατεύοντας ταυτόχρονα τα κάρβουνα με ένα ξύλο.

Στην Κομοτηνή καψαλίζουν την κότα που θα φαγωθεί την επόμενη Κυριακή (της Απόκρεω). Αυτήν την ημέρα τα αρραβωνιασμένα ζευγάρια ανταλλάσσουν δώρα φαγώσιμα. Ο αρραβωνιαστικός στέλνει στην αρραβωνιαστικιά του μια κότα, τον κούρκο, και εκείνη στέλνει μπακλαβά και μια κότα γεμιστή. Όλα αυτά πραγματοποιούν την παροιμία πως ο «έρωτας περνάει από το στομάχι».

Στο Ηράκλειο της Κρήτης, μικροί και μεγάλοι περιδιαβαίνουν μεταμφιεσμένοι στους δρόμους και στις πλατείες της πόλης, τραγουδώντας και χορεύοντας.

Σήμερα...4/3 Τσικνοπέμπτη, Οσίου Γερασίμου του Ιορδανίτου

Αποτέλεσμα εικόνας για λουλουδια

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!

Αλεξάντρ (Αλέξανδρος) Στεπάνοβιτς Ποπόφ



Ο Αλεξάντρ (Αλέξανδρος) Στεπάνοβιτς Ποπόφ (ρωσ. Александр Степанович Попов, 4/16 Μαρτίου 1859 – 31 Δεκεμβρίου/13 Ιανουαρίου 1905/1906) ήταν Ρώσος φυσικός και ηλεκτροτεχνικός, ήταν ο πρώτος που παρουσίασε την πρακτική εφαρμογή των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (αλλά δεν υπέβαλε αίτηση καταχώρησης ευρεσιτεχνίας για την εφεύρεση του).[1] Στη Ρωσία πιστεύεται πως ήταν ο εφευρέτης του ραδιοφώνου και με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου της τότε Ε.Σ.Σ.Δ. (1945) γιορτάζεται προς τιμή του η 7η Μαΐου ως «Μέρα Ραδιοφωνίας».

Γεννήθηκε στο χωριό Τουρίνσκιγιε Ρουντνικί (Турьинские Рудники), σημερινό Κρασνοτουρίνσκ (Краснотурьинск), της Περιφέρειας Σβερντλόβσκ (Свердловская область) στα Ουράλια Όρη. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και φρόντισε ούτως ώστε ο μικρός Αλέξανδρος να ξεκινήσει την εκπαίδευση του στο καλής φήμης ιεροδιδασκαλείο του Περμ (Пермь), με σκοπό να ακολουθήσει αργότερα τα βήματα του.[2] Εκείνος όμως από την εφηβεία του έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον για τις φυσικές επιστήμες και προτίμησε να ολοκλήρωσει τις σπουδές του, το 1882, στο φυσικομαθηματικό τμήμα του Πανεπιστημίου της Αγίας Πετρούπολης, στο οποίο παρέμεινε και εργάστηκε ως εργαστηριακός βοηθός. Λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του Πανεπιστημίου, σύντομα μετέβη σε θέση καθηγητή φυσικής και ηλεκτροτεχνικής στη Ναυτική Ακαδημία (Минный офицерский класс), (1883 - 1900/1901) στην Κροστάνδη (Кронштадт) της νήσου Κότλιν (Котлин), έπειτα συνέχισε ως καθηγητής της έδρας της Φυσικής το 1901 και τέλος ως καθηγητής και διευθυντής (1905) του Ηλεκτροτεχνικού Ινστιτούτου της Αγίας Πετρούπολης, το οποίο σήμερα φέρει το όνομα του.

Το 1905 αρρώστησε σοβαρά, επηρεασμένος από κάποιες φοιτητικές εξεγέρσεις [εκκρεμεί παραπομπή]. Κατέληξε από εγκεφαλική αιμορραγία στις 13 Ιανουαρίου του 1906.

Δημοφιλείς αναρτήσεις Τελευταίες 7 ημέρες