Παρασκευή, Οκτωβρίου 22, 2021

Τζόαν Φοντέιν (αγγλικά Joan Fontaine, 22 Οκτωβρίου 1917 − 15 Δεκεμβρίου 2013)


Η Τζόαν Φοντέιν (αγγλικά Joan Fontaine, 22 Οκτωβρίου 1917 − 15 Δεκεμβρίου 2013) ήταν Βρετανίδα ηθοποιός και Αμερικανίδα υπήκοος από το 1943, γνωστή για τον πρωταγωνιστικό ρόλο στις ταινίες του Άλφρεντ Χίτσκοκ Ρεβέκκα του 1940 και Υποψίες του 1941, καθώς και για την αντιπαλότητα με την αδελφή της, την ηθοποιό Ολίβια Ντε Χάβιλαντ. Η Φοντέιν ήταν βραβευμένη με Όσκαρ ερμηνείας για την ταινία Υποψίες και η μοναδική ηθοποιός που κέρδισε ποτέ `Οσκαρ για πρωταγωνιστικό ρόλο σε ταινία του Χίτσκοκ. Άλλες αξιομνημόνευτες ταινίες της είναι οι Γυναίκες (1939), Ο Πύργος του Πόνου (1943) και Το γράμμα μιας άγνωστης του 1948.

Η Τζόαν Ντε Μπουβουάρ Ντε Χάβιλαντ γεννήθηκε στο Τόκιο από Βρετανούς γονείς, τον δικηγόρο Ουόλτερ Ντε Χάβιλαντ και την ηθοποιό Λίλιαν Αυγούστα Ρουζ. Οι γονείς της χώρισαν όταν αυτή ήταν δύο χρονών και μεταφέρθηκε με τη μητέρα της και την αδελφή της Ολίβια στην Σαρατόγκα της Καλιφόρνιας. Η αντιπαλότητα με την αδελφή της υπήρχε απ' όταν ήταν μικρές κι η έχθρα μεταξύ τους μεγάλωσε απ' τη στιγμή που διάλεξαν να γίνουν κι οι δύο ηθοποιοί, τόσο ώστε να έχουν αποξενωθεί από το 1975. Η Τζόαν για να μην επισκιάσει την καριέρα της μεγάλης της αδελφής, όταν πήγε στο Χόλυγουντ πήρε το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της μητέρας της και από τότε έγινε γνωστή ως Τζόαν Φοντέιν. Οι πρώτες της ταινίες ήταν αδιάφορες ή σε δεύτερους ρόλους, είχε την τύχη όμως να την επιλέξει ο Ντέιβιντ Σέλζνικ το 1940 για τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη μεταφορά του μυθιστορήματος της Δάφνης Ντι Μοριέ Ρεβέκκα με σκηνοθέτη τον Άλφρεντ Χίτσκοκ και συμπρωταγωνιστή τον Λόρενς Ολίβιε. Προτάθηκε για Όσκαρ εκείνη τη χρονιά αλλά έχασε απ' τη Τζίντζερ Ρότζερς. Η επόμενη χρονιά τη βρήκε ξανά υποψήφια για Όσκαρ, αυτή τη φορά είχε όμως αντίπαλο την αδελφή της, που ήταν επίσης υποψήφια με την ταινία Αύριο δε θα ξημερώσει (Hold back the dawn, 1941). Κέρδισε το Όσκαρ για την ταινία Υποψίες υπερισχύοντας της Ντε Χάβιλαντ. Είχε άλλη μια υποψηφιότητα το 1943 για την ταινία Πεθαίνω από Αγάπη και την τύχη να δουλέψει με άλλους μεγάλους σκηνοθέτες όπως τον Μπίλι Γουάιλντερ, τον Μαξ Όφιλς, τον Φριτς Λανγκ και τον Ρόμπερτ Ρόσσεν. Αποσύρθηκε το 1966 κάνοντας σποραδικές εμφανίσεις στην τηλεόραση τα χρόνια που ακολούθησαν. Απεβίωσε το Δεκέμβριο του 2013 από φυσικά αίτια.

βικιπαίδεια

Η Μάχη της Νικοπόλεως

 


Η Μάχη της Νικοπόλεως έγινε στις 12/23 Οκτωβρίου 1798, στον χώρο βόρεια των ερειπίων της αρχαίας Νικόπολης, μεταξύ 280 Γάλλων γρεναδιέρων, 200 Πρεβεζάνων πολιτοφυλάκων και 60 Σουλιωτών πολεμιστών, εναντίον 7000 Τουρκαλβανών του Αλή Πασά Τεπελενλή, που κατέληξε σε πανωλεθρία των πρώτων. Την επόμενη μέρα 13 και 14 Οκτωβρίου 1798 τα Τουρκαλβανικά στρατεύματα εισήλθαν στην Πρέβεζα όπου ακολούθησε σφαγή, ο αποκαλούμενος Χαλασμός της Πρέβεζας.

Στις 17 Οκτωβρίου 1797, υπεγράφη μεταξύ Βενετών και Γάλλων του Μεγάλου Ναπολέοντα Ι (Ναπολέων Βοναπάρτης), η Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο (The Treaty of Campo Formio), με την οποία η Πρέβεζα με την Πάργα και τα Ιόνια νησιά περιήλθαν στους Γάλλους, ερήμην του Σουλτάνου. Οι κάτοικοι της Πρέβεζας υποδέχθηκαν τους 280 Γάλλους γρεναδιέρους υπό τον στρατηγό La Salchette με μεγάλη χαρά σαν απελευθερωτές, διότι είχαν δεινοπαθήσει οικονομικά και διοικητικά από τους Βενετούς. Η Πρέβεζα όμως, δυστυχώς παρέμεινε στα χέρια των Γάλλων λιγότερο από ένα χρόνο, γιατί τον Οκτώβριο του 1798 μ.Χ., πέρασε βιαίως στα χέρια του Αλή Πασά Τεπελενλή (Ale Pasha Tepelena), μετά τη Μάχη της Νικοπόλεως. Προφανώς, η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν είδε με καλό μάτι τη Συνθήκη του Campo Formio, διότι υπεγράφη άνευ της δικής της συγκατάθεσης.
 
Πριν τη Μάχη της Νικοπόλεως

Στις 12 Οκτωβρίου 1798 (στις 23 Οκτωβρίου κατά το νέο ημερολόγιο), στα ερείπια της Νικοπόλεως, έγινε μία σκληρή μάχη, η Μάχη της Νικοπόλεως, στην οποία έλαβε μέρος η Γαλλική Φρουρά Πρέβεζας αποτελούμενη από 280-300 γρεναδιέρους υπό τον στρατηγό La Salchette (Λα Σαλσέτ), συνεπικουρούμενη από 200 Πρεβεζάνους πολιτοφύλακες και 60 Σουλιώτες πολεμιστές υπό τον καπετάν Χρηστάκη (Μάνος Δημήτριος, 1965). Κατά άλλη άποψη, επικεφαλής των Πρεβεζάνων πολιτοφυλάκων ήταν ο Παναγιώτης Τσαρλαμπάς, παππούς του Οδυσσέα Ανδρούτσου, και επικεφαλής των Σουλιωτών ήταν ο τυχαίως ευρεθείς στην Πρέβεζα Γεώργιος Μπότσαρης και επίσης ένα μικρότερο σώμα από την περιοχή Λάκκα Σούλι υπό τον καπετάν Χρηστάκη (Θεόφιλος Σπυράκος, 2007, σελίδα 178). Της μάχης αυτής προηγήθηκε προετοιμασία δύο μηνών με οχυρωματικά έργα. Η προετοιμασία καθυστέρησε πολύ λόγω της διαφωνίας των μηχανικών των Γάλλων, με αντικείμενο εάν οι οχυρώσεις θα είναι υπέργειες, δηλαδή ξύλινοι πύργοι, ή επίγειες, δηλαδή χαρακώματα. Πέραν αυτού, η θέση άμυνας ήταν λανθασμένη (στην σημερινή θέση Μάζωμα Πρέβεζας, ή «έλεγχος» πού βρίσκεται η ταβέρνα του Αριστείδη Ακρίβη, έξω από τα τείχη της Νικοπόλεως). Είναι προφανές ότι τα Ελληνογαλλικά στρατεύματα μειονεκτούσαν τόσο ως προς τον αριθμό στρατιωτών όσο και ως προς τη θέση τους. 
 
 


Αλή Πασάς Τεπελενλής, Τεπελένι Αλβανίας


Από την άλλη μεριά παρατάχθηκε ο 58χρονος τότε Αλή Πασάς Τεπελενλής, διορισμένος «περιφερειάρχης» Ηπείρου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με επικεφαλής το νεαρό γιό του Μουχτάρ Πασά, με 4.000 πεζούς και 3.000 έφιππους Τουρκαλβανούς, ένα ασκέρι δηλαδή 7.000-8.000 ανδρών. Από ότι φαίνεται, οι Γάλλοι δεν πρόλαβαν να προετοιμασθούν αμυντικά, γιατί προδόθηκαν οι οχυρωματικές εργασίες τους και η στρατιωτική τους παράταξη, με αποτέλεσμα να δεχθούν ταχεία επίθεση από τον Αλή Πασά. Ο ιστορικός Κάδμιος γράφει χαρακτηριστικά: «Ο Ισθμός ούτος της Νικοπόλεως απέχει μίαν ώραν (εννοεί με πεζοπορία φυσικά) από της πόλεως της Πρεβέζης και εθεωρήθη επιδεκτικός αμύνης. Εκτός των διακοσίων ογδοήκοντα Γάλλων Γρεναδιέρων, προσεφέρθησαν ενθουσιωδώς περί τους διακοσίους Πρεβεζαίους και εξήκοντα Σουλιώτες, ίνα αμυνθώσιν εν τη θέσει ταύτη, εκτός των προσφερθέντων ήδη και αναμενομένων Σουλιωτών. Μόλις είχεν αποπερατωθή έν πυροβολείον από λέκτρου, εις ό ο Richemont, Αξιωματικός του Μηχανικού, ετοποθέτησε δύο πυροβόλα εκ χυτοσιδήρου, όπερ ήτο και το μόνον πυροβολικόν θέσεως, γίνεται γνωστόν ότι επήρχετο ο στρατός του Αλή Πασσά, εις όν προδόται, τον ίδιον προπαρασκευάζοντες όλεθρον, είχον προδόσει την στρατιωτικήν παράταξιν των Γάλλων». [1] Μάνος Δημήτριος: «Αλή Πασάς Τεπελενλής», Εκδόσεις Άλφα, Αθήνα 1965. Μιχαήλ Ντασκαγιάννης: «Ο Χαλασμός της Πρέβεζας», Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, Απρίλιος 2005. Σπυράκος Θεόφιλος: «Ιστορία και αρχαιότητες της Ηπείρου», Αθήνα 2007, σελίδα 178-179.[εκκρεμεί παραπομπή]
 
Η Μάχη της Νικοπόλεως

Τα στρατεύματα του Αλή Πασά κατέφτασαν από το Μιχαλίτσι και σχεδόν περικύκλωσαν τους Γάλλους και Ελληνες. Γράφει γλαφυρά ο ιστορικός Κάδμιος: «Η πρωτοπορία του Πασσά συγκειμένη εξ επτακοσίων Αλβανών και διοικουμένη υπό του υιού αυτού Μουχτάρ, προσέβαλε πρώτη τας αμυντικάς θέσεις των Γάλλων. Οι εν Νικοπόλει ημύνθησαν καρτερικώς μέχρι πρωίας, ότε δύο λόχοι Γάλλων προσέβαλον ερρωμένως τους Αλβανούς και εξώθησαν αυτούς μέχρι των ερειπίων του αρχαίου θεάτρου της Νικοπόλεως, ευρισκομένων επί των δυτικών κλιτύων των υψωμάτων και επί της από Πρεβέζης εις Ιωάννινα αγούσης οδού. Κατά την στιγμήν εκείνην, οι εξήκοντα Σουλιώται πυροβολήσαντες εις τον αέρα κατέφυγον εις τα όρη, ήρχισε δε και εις τας τάξεις της εγχωρίου φρουράς να αναφαίνεται σύγχυσις, οι δε της προτεραίας καυχησιολόγοι να καταλαμβάνονται υπό λιποψυχίας. Ιδόντες τούτο οι εν τη πρωτοπορεία Αλβανοί επέπεσαν σφοδρότερον, αλλά δεν ηδυνήθησαν να προχωρήσωσι. Εξ άλλου ο στρατηγός La Salchette παρατηρήσας ότι το κατερχόμενον μέτωπον ήτο δυσανάλογον της αμυνομένης δυνάμεως και φοβηθείς διάσπασιν, διέταξεν την συμπύκνωσιν των ανδρών, ούτω δε η μάχη έμεινεν αμφίρροπος μέχρις της 8ης πρωϊνής, ότε ήρξαντο κατερχόμεναι αι εκ τεσσάρων χιλιάδων τουρκαλβανών, ών το τρίτον ιππείς, ορδαί του Αλή Πασσά μετ’ αλαλαγμών αγρίων…» (Κάδμιος, σελίδα 15). Η μάχη ήταν ιδιαίτερα φονική, διήρκεσε μία ολόκληρη μέρα και παρά τα οχυρωματικά έργα των Γάλλων, φυσικά τη μάχη κέρδισε ο Αλή Πασάς. Ο «συνταγματάρχης Hotte, παλαίων επί πολύ διά του ξίφους, κατώρθωσεν να φθάση μέχρι της περιβολής εις ήν ημύνετο και ο στρατηγός La Salchette, αγωνιζόμενος μετά εικοσιπέντε ανδρών, μέχρις εξαντλήσεως των πυρομαχικών, οπότε και παρεδόθησαν. Ο δε γενναίος Richemont ηγωνίσατο τον άπελπιν τούτον αγώνα μετ’ ολίγων στρατιωτών εντός του μεγάλου αμφιθεάτρου, ένθα και συνελήφθη…»
 
Οι αιχμάλωτοι

 

Ο ίδιος ο La Salchette συνελήφθη αιχμάλωτος, βαριά τραυματισμένος και οδηγήθηκε στίς φυλακές τής Κωνσταντινούπολης , απελευθερωθείς αργότερα και επιστρέψας στήν Γαλλία όπου το 1831 ο Βασιλιάς Λουδοβίκος 18ος τόν ονόμασε στρατηγό.Πέθανε το 1834 καί τό όνομα του χαράχτηκε στό νότιο μέρος τής Αψίδας τού Θριάμβου στο Παρίσι . Στο μεταξύ ο λοχαγός Tissot είχε την ευθύνη των αποθηκών της Πρεβέζης με τριάντα πέντε άνδρες. Συγκέντρωσε ογδόντα άνδρες και ήρθε γρήγορα στη Νικόπολη, όπου έδωσε μάχη για να απελευθερώσει τον στρατηγό La Salchette και τον συνταγματάρχη Hotte, αλλά συνάντησε ορδές τουρκαλβανών Έτσι ο Tissot επανέκαμψε στην Πρέβεζα για να σώσει τους κατοίκους από την επερχόμενη σφαγή των Αλβανών, όπου βρήκε να τον περιμένουν τουρκαλβανοί εισελθόντες στην πόλη από άλλη οδό. Ο λοχαγός Tissot έφτασε στο λιμάνι και παρετάχθη πίσω από την εκκλησία Άγιος Χαράλαμπος, έτσι ώστε τα νώτα του να προστατεύονται από θαλάσσης και τα πλευρά του από διπλανές κατοικίες. Ο Tissot έδωσε ηρωϊκή μάχη επί δυόμιση ώρες έτσι ώστε έδωσε τον απαραίτητο χρόνο στις χριστιανικές οικογένειες να επιβιβασθούν σε βάρκες και να πάνε στο Άκτιο, ενώ η αναμενόμενη βοήθεια από τη Λευκάδα ουδέποτε έφτασε λόγω ενάντιου ανέμου. Όμως η μάχη του Tissot ήταν άνιση και «μετά πεισματώδη αγώνα οι εναπομείναντες εννέα άνδρες του, εκ των τριάκοντα έξ συνελήφθησαν, αφωπλίσθησαν και ωδηγήθησαν ενώπιον του Μουχτάρ Πασσά» (Κάδμιος, σελίδα 17). Ετσι μόνον 9 γρεναδιέροι με τους αξιωματικούς Tissot και Camus έμειναν ζωντανοί, αιχμαλωτίσθηκαν και αλυσοδεμένοι στην Πρέβεζα όπου έγιναν σκοπίμως μάρτυρες της σφαγής των γυναικόπαιδων, και των προυχόντων, του εμπρησμού και της λεηλασίας της πόλης που αριθμούσε τότε 16.000 άτομα πληθυσμό. Στη συνέχεια οι Γάλλοι αιχμάλωτοι μέσω Ιωαννίνων οδηγήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, ενώ τα στρατεύματα του Αλή Πασά κυρίευσαν ανενόχλητα πλέον στην Πρέβεζα.


Ο Μικρός Τυμπανιστής στη Μάχη της Νικόπολης


Για πολλά χρόνια, αργότερα, κυκλοφορούσε στη Γαλλία η σοκολάτα Chocolat Poulain η οποία απεικόνιζε τον Μικρό Γάλλο Τυμπανιστή στη Μάχη της Νικόπολης (Le Petit Tambour au Siege de Nicopolis) λίγο πριν αποκεφαλισθεί. Από τη σφαγή της Νικοπόλεως ξέφυγαν λιγοστοί Σουλιώτες πολεμιστές και ελάχιστοι Πρεβεζάνοι Πολιτοφύλακες. Ο γνωστός Βρετανός ναύαρχος Nelson (1758-1805) είχε τόσο μίσος εναντίον του Μεγάλου Ναπολέοντα, ώστε μετά τη Μάχη της Νικοπόλεως έστειλε συγχαρητήρια επιστολή στον Αλή Πασά όπου έγραφε

Εξοχότατε, παρακαλώ δεχθείτε τα θερμά μου συγχαρητήρια, για τη μεγαλειώδη νίκη σας εναντίον των Γάλλων.
βικιπαίδεια

Σήμερα 22/10... Οσίου Αβερκίου επισκόπου Ιεραπόλεως

στις Μουρνιές (φ.Μ.Κυμάκη)

στις Μουρνιές (φ.Μ.Κυμάκη)


Οσίου Αβερκίου επισκόπου Ιεραπόλεως
 
για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

Δημοφιλείς αναρτήσεις Τελευταίες 7 ημέρες