Τετάρτη, Ιανουαρίου 27, 2021

Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ


Wolfgang-amadeus-mozart 1.jpg
Ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ (γερμ.: Wolfgang Amadeus Mozart, βαφτίστηκε Johannes Chrysostomus Wolfgangus Theophilus Mozart) (Σάλτσμπουργκ, 27 Ιανουαρίου 1756 - Βιέννη, 5 Δεκεμβρίου 1791) είναι ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες κλασικής μουσικής. Μαζί με τον Γιόζεφ Χάυντν , τον Λούντβιχ βαν Μπετόβεν και τον Φραντς Σούμπερτ αποτελούν τους σημαντικότερους εκπροσώπους του λεγόμενου βιεννέζικου κλασικισμού , του κλασικισμού και τη λεγόμενη «Πρώτη Σχολή της Βιέννης» . Συνέθεσε περισσότερα από 600 έργα, μουσική δωματίου, συμφωνική και εκκλησιαστική μουσική, καθώς και μικρότερες συνθέσεις: παραλλαγές, φαντασίες, σονάτες, άριες κ.α

Ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ ήταν γιος του Γιόχαν Γκέοργκ Λέοπολντ Μότσαρτ (Johann Georg Leopold Mozart) και της Άννα Μαρία Βαλμπούργκα Περτλ (Anna Maria Walburga Pertl), γεννημένος στην οδό Getreidegasse, στον αριθμό 9, στο Σάλτσμπουργκ, την πρωτεύουσα της Αρχιεπισκοπής του Σάλτσμπουργκ στη σημερινή Αυστρία, τότε Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Το μόνο από τα αδέλφια του που επέζησε της παιδικής του ηλικίας ήταν η μεγαλύτερη αδελφή του, Μαρία Άννα (1751-1829), η οποία είχε το ψευδώνυμο «Ναννέρλ». Υπήρξε και εκείνη μουσικός, ενώ βέβαιη θεωρείται η συμβολή της στο να εμπνεύσει στον αδελφό της το ενδιαφέρον για τη μουσική.

Ο Μότσαρτ βαπτίστηκε την επόμενη ημέρα της γέννησής του στον Καθεδρικό του Αγίου Ρούπερτ. Η πράξη της βάπτισης δίνει το όνομα του στα Λατινικά Joannes Chrysostomus Wolfgangus Theophilus Mozart. Τα δύο πρώτα ονόματα μαρτυρούν πως η ημέρα γέννησής του συνέπεσε με τη γιορτή του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου, ακολουθώντας έτσι την παράδοση της καθολικής εκκλησίας. Βόλφγκανγκ ήταν το όνομα του παππού του, από την πλευρά της μητέρας του, ενώ Θεόφιλος ονομαζόταν ο νονός του, Joannes Theophilus Pergmayr, έμπορος στο επάγγελμα. Ο ίδιος χρησιμοποιούσε ενίοτε το γερμανικό όνομα Gottlieb αντί του Theophilus, πιο συχνά όμως τα ιταλικά ονόματα Αμαντέο ή Αμαντέ[1]

Ο πατέρας του (1719-1787) ήταν από το Άουγκσμπουργκ. Ήταν αναπληρωτής διευθυντής της ορχήστρας στην αυλή του Αρχιεπισκόπου του Σάλτσμπουργκ, μέτριος συνθέτης και έμπειρος δάσκαλος. Τη χρονιά που γεννήθηκε ο Μότσαρτ, ο πατέρας του εξέδωσε ένα εγχειρίδιο για βιολί υπό τον τίτλο «Versuch einer gründlichen Violinschule», το οποίο γνώρισε ιδιαίτερη επιτυχία. Σε αντίθεση με τις συνθέσεις του, το εγχειρίδιο είχε διεθνή απήχηση και μεταφράστηκε στη γαλλική και ολλανδική γλώσσα.

Όταν η Ναννέρλ ήταν επτά ετών, ξεκίνησε μαθήματα αρμονίου με τον πατέρα της ενώ ο τρίχρονος αδελφός της τους παρακολουθούσε. Χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του αδελφού της, είχε πει:

Περνούσε συχνά πολύ χρόνο στο πιάνο χτυπώντας πλήκτρα και η ευχαρίστησή του έδειχνε πότε κάτι του ακουγόταν καλό. [...] Όταν ήταν τεσσάρων χρονών ο πατέρας άρχισε να του διδάσκει κάποια μινουέτα και κομμάτια στο πιάνο, σαν παιχνίδι. [...] Μπορούσε να τα παίζει άψογα και με τη μεγαλύτερη λεπτότητα, κρατώντας πάντα τέλεια το μέτρο. [...]

Στην ηλικία των πέντε ετών, συνέθετε ήδη μικρά κομμάτια, τα οποία έπαιζε στον πατέρα του, ο οποίος τα κατέγραφε. Αυτά τα πρώτα κομμάτια, Κ. 1-5, κατάγραφηκαν στο μουσικό βιβλίο Nannerl Notenbuch. Οι δεξιότητες του νεαρού Μότσαρτ υπήρξαν μοναδικές. Εκτός από την εξαιρετική τεχνική του στο πιάνο, στο όργανο και στο βιολί, είχε την ικανότητα να αποστηθίζει πληθώρα συνθέσεων με φαινομενική ευκολία, ενώ αξιοσημείωτη ήταν επίσης η ικανότητά του να αυτοσχεδιάζει πάνω σε ένα μουσικό θέμα χωρίς προετοιμασία[εκκρεμεί παραπομπή]. Ο βιογράφος Μέηναρντ Σόλομον σημειώνει ότι, ενώ ο πατέρας του Μότσαρτ ήταν ένας αφοσιωμένος δάσκαλος για τα παιδιά του, ενδεχομένως σε υπερβολικό βαθμό [εκκρεμεί παραπομπή], υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Μότσαρτ συνήθιζε προχωράει παραπέρα από ό,τι του δίδασκε ο πατέρας του. Η πρώτη σύνθεση, γεμάτη μουντζούρες από μελάνι, και οι πρώτες του προσπάθειες με το βιολί αποτέλεσαν δική του πρωτοβουλία και εξέπληξαν τον πατέρα του.
Ήδη σε ηλικία έξι ετών, κατέγραφε ο ίδιος τις συνθέσεις του. Ο πατέρας του εγκατέλειψε τελικά τη σύνθεση όταν έγιναν εμφανή τα μουσικά ταλέντα του γιου του. Στα πρώτα του χρόνια, ο πατέρας του Μότσαρτ ήταν ο μοναδικός του δάσκαλος. Εκτός από μουσική δίδασκε στα παιδιά του ξένες γλώσσες και άλλα μαθήματα.
Προσωπογραφία του Μότσαρτ σε ηλικία έξι ετών. Πιθανώς έργο του Pietro Antonio Lorenzoni (1721-1782) κατά παραγγελία του Λέοπολντ Μότσαρτ.

Παρουσιάστηκε στο κοινό, μαζί με την αδελφή του Μαρία Άννα, σαν ένα «παιδί θαύμα», για πρώτη φορά το Σεπτέμβριο του 1761 στο πανεπιστήμιο του Σάλτσμπουργκ). Το πρώτο ταξίδι για συναυλίες του νεαρού Μότσαρτ τον οδήγησε τον Ιανουάριο 1762 στο Μόναχο, ένα νεώτερο από το Σεπτέμβριο μέχρι το Δεκέμβριο του 1762 μέσω Πάσαου και Λιντς στη Βιέννη. Εκεί έπαιξε μπροστά στην αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία, ανακοινώνοντας μάλιστα πως θα παντρευόταν την αρχιδούκισσα Μαρία Αντουανέτα, μετέπειτα βασίλισσα της Γαλλίας[2]. Η αυτοκράτειρα του χάρισε ένα παιδικό κοστούμι.
Ταξιδεύοντας για το Παρίσι, επισκέφτηκε για συναυλίες τη Φρανκφούρτη, το Μάιντζ, το Άαχεν και άλλες πόλεις ως προσκεκλημένος Γερμανών ηγεμόνων, φθάνοντας τελικά στη γαλλική πρωτεύουσα στις 18 Νοεμβρίου 1763. Από την αλληλογραφία του Λέοπολντ Μότσαρτ πληροφορούμαστε για την επιτυχία του ταξιδιού στο Παρίσι, την εγκάρδια υποδοχή της βασίλισσας και τη γνωριμία με τους συνθέτες Γιόχαν Σόμπερτ (Johann Schobert) και Γιόχαν Γκότφριντ Έκαρντ (Johann Gottfried Eckard). Επόμενος σταθμός υπήρξε το Λονδίνο, όπου έφτασε στις 23 Απριλίου 1764 και παρέμεινε για δεκαπέντε μήνες. Εκεί, υποδέχτηκε τα δύο «παιδιά θαύματα» ο Γεώργιος Γ΄ πληρώνοντας για την επίσκεψή τους το ποσό των 24 γουινέων. Αυτά τα ταξίδια έδωσαν την ευκαιρία να συναντηθεί ο Μότσαρτ με σημαντικούς μουσικούς της εποχής του. Ο σπουδαιότερος από αυτούς ήταν στο Λονδίνο ο Γιόχαν Κρίστιαν Μπαχ, ένας από τους γιους του μεγάλου Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, ο οποίος και επηρέασε σημαντικά τον Μότσαρτ στη σταδιοδρομία του[3]. Στο Παρίσι τυπώθηκαν τα πρώτα έργα (σονάτες) του Μότσαρτ ενώ κατά την αναχώρησή του από το Λονδίνο τον Ιούλιο του 1765, παρουσίασε το χειρόγραφο ενός χορωδιακού κομματιού σε τέσσερα μέρη (Κ. 20) στο Βρετανικό Μουσείο. Ακολούθησαν συναυλίες στη Χάγη το Σεπτέμβριο του 1765, ξανά στο Παρίσι το Μάιο του 1766 όπου παρέμεινε για δύο μήνες και αργότερα στη Λυόν, τη Γενεύη καταλήγοντας εν τέλει στο Μόναχο.

Ο Μότσαρτ είχε εντατικοποιήσει ήδη κατά το τελευταίο ταξίδι συναυλιών τις εργασίες του στη σύνθεση και προσπάθησε να παρέμβει και στη μουσική ζωή της γενέτειράς του: συνέθεσε την όπερα Apollo und Hyacinthus που παίχτηκε στο θέατρο του πανεπιστημίου της πόλης και την πρώτη πράξη του ορατορίου Die Schuldigkeit des ersten Gebots (σε συνεργασία με τον Μίχαελ Χάυντν και τον Αντόν Αντλγκάσερ). Κατά τη διάρκεια της δεύτερης μεγάλης επίσκεψής του στη Βιέννη (Σεπτέμβριος 1767 - Ιανουάριος 1769) διηύθυνε μεν ο Μότσαρτ με επιτυχία μία Λειτουργία για το Ορφανοτροφείο (Waisenhausmesse, K. 49=47a) και παρουσίασε την όπερα Bastien und Bastienne στη βίλα του γιατρού F. A. Mesmer, δεν βρήκε όμως ανταπόκριση στην Αυτοκρατορική Αυλή. Συνέθεσε επίσης την κωμική όπερα με τίτλο La finta semplice, κατόπιν παραγγελίας του αρχιεπισκόπου. Αν και αρχικά υποστηρίχτηκε από τον Κ. Β. Γκλουκ, ο τελευταίος στη συνέχεια εξέφρασε αντιρρήσεις για το εγχείρημα[4] και η όπερα απορρίφθηκε από τον θεατρικό διευθυντή Giuseppe d'Affligio. Παρουσιάστηκε τελικά την 1η Μαΐου 1769 στο Σάλτσμπουργκ. Ιταλία

Μετά από σχεδόν ετήσια παραμονή στο Σάλτσμπουργκ, ξεκίνησαν πατέρας και γιος Μότσαρτ για την Ιταλία. Ο νεαρός Μότσαρτ ήταν ήδη από τον Οκτώβριο 1769 διευθυντής συναυλίας στην ορχήστρα του αρχιεπισκόπου στο Σάλτσμπουργκ. Δεν επρόκειτο βέβαια πια για περιοδεία ενός εντυπωσιακού παιδιού αλλά για υλοποίηση μιας συνήθειας των μουσικών της εποχής: Σε κάθε μεγάλη πόλη δίνονταν συναυλίες, μετά από πρόσκληση ευγενών, με την ελπίδα να εισπραχθούν δώρα και αναθέσεις ειδικών συνθέσεων, έναντι αμοιβής. Ο Μότσαρτ συνάντησε σ' αυτό το ταξίδι τους γνωστούς μουσικούς της εποχής N. Piccini, G.B. Sammartini και τον πατέρα G.B. Martini (στον οποίο έδωσε κατά την επιστροφή του εξετάσεις) και τους διάσημους καστράτους C. Farinelli και G. Manzuoli. Στη Ρώμη απονεμήθηκε στο νεαρό συνθέτη από τον Πάπα ένα παράσημο και έγινε δεκτός σε τάγμα ιπποτών (στον Γκλουκ απονεμήθηκε το ίδιο παράσημο, αλλά έγινε δεκτός στο τάγμα με ένα βαθμό χαμηλότερα). Στις 26 Δεκεμβρίου του 1770 παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία στο Teatro Regio Ducale του Μιλάνου η όπερα Μιθριδάτης, βασιλιάς του Πόντου (21 επαναλήψεις). Το Μάρτιο του 1771 ολοκληρώθηκε το πρώτο ταξίδι στην Ιταλία. Στον Μότσαρτ είχαν δοθεί στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού μερικές παραγγελίες για συνθέσεις (για την Πάδοβα, το Μιλάνο και τη Βενετία) και έτσι υπήρχε λόγος να ετοιμαστεί το δεύτερο ταξίδι του. Περίπου 5 μήνες αργότερα ξεκίνησε πάλι από το Σάλτσμπουργκ για την Ιταλία, όπου έμεινε μέχρι το Δεκέμβριο του 1771. Αυτή την εποχή δημιουργήθηκαν το ορατόριο La betulia liberata (Κ. 118), κατά παραγγελία του πρίγκιπα της Αραγονίας Δον Τζουζέπε Χιμένες, και η σερενάτα Ascanio in Alba (Κ. 111) για το Μιλάνο, με αφορμή το γάμο του αρχιδούκα Φερδινάνδου και της πριγκίπισσας Μαρίας Βεατρίκης της Μοντένα. Το ορατόριο, σε λιμπρέτο του Πιέτρο Μεταστάζιο, τελικά δεν παρουσιάστηκε ποτέ δημόσια. Από τον Οκτώβριο 1772 μέχρι το Μάρτιο 1773 πραγματοποιήθηκε το τρίτο ταξίδι του Μότσαρτ στην Ιταλία. Κατά τη διάρκειά του παρουσιάστηκε η όπερα Lucio Silla (Κ. 135) στο Μιλάνο, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία σε 26 παραστάσεις.
Επιστροφή στο Σάλτσμπουργκ
Απόσπασμα από το έργο του Μότσαρτ Ein Muskalischer Spaß

Λίγο μετά την επιστροφή πατέρα και γιου από το δεύτερο ταξίδι στην Ιταλία πέθανε ο επίσκοπος- πρίγκιπας του Σάλτσμπουργκ , Sigismund von Schrattenbach. Ο νέος εργοδότης της οικογένειας Μότσαρτ, Hieronymus Graf Colloredo, για του οποίου την ενθρόνιση ο νεαρός συνθέτης έγραψε το έργο "Il sogno di Scipione", δεν ήταν ένας πρίγκιπας με νοοτροπία του μπαρόκ, όπως ο Schrattenbach, αλλά εκπρόσωπος του διαφωτισμού, με κλίση προς τις ανανεωτικές ιδέες του γιοζεφινισμού (από το όνομα του αυτοκράτορα Josef (Ιωσήφ)).
Η επόμενη παραμονή του Μότσαρτ στο Σάλτσμπουργκ διακόπηκε μόνο από ταξίδια στη Βιέννη και στο Μόναχο. Αυτή την εποχή ανέπτυξε ο συνθέτης ακόμα περισσότερο την συνθετική τεχνική του, πράγμα που ενισχύθηκε από τη συνάντηση και γνωριμία του με τον Ιωσήφ Χάυδν στη Βιέννη. Αυτή η γνωριμία έμελλε να μετουσιωθεί μουσικά σε έργα που απετέλεσαν την πρώιμη περίοδο του βιεννέζικου κλασικισμού. Αυτή την εποχή απέκτησε η ενόργανη μουσική του Μότσαρτ (συμφωνίες, κοντσέρτα, σερενάτες) μεγαλύτερη σημασία, δίπλα στην εκκλησιαστική μουσική του που προέκυπτε από την υπαλληλική σχέση του στην αρχιεπισκοπή του Σάλτσμπουργκ.

Ένα νεώτερο ταξίδι του Μότσαρτ στο Παρίσι (Σεπτ. 1777 μέχρι Ιαν. 1779), το τελευταίο μεγάλο ταξίδι συναυλιών του συνθέτη, αφενός σκιάστηκε από το θάνατο της μητέρας του στις 3 Ιουλίου 1778, η οποία τον συνόδευε, αφετέρου δεν απετέλεσε μία καλλιτεχνική επιτυχία, η οποία θα συνοδευόταν από τον περιπόθητο διορισμό σε κάποια Αυλή. Αντίθετα, έχασε και τη θέση του στο Σάλτσμπουργκ, μετά από αντιδικία με τον αρχιεπίσκοπο. Ο συνθέτης επαναπροσλήφθηκε μεν μετά από παρέμβαση του πατέρα του, αλλά η επόμενη σύγκρουση ήταν θέμα χρόνου. O Μότσαρτ δεν είχε σκοπό να υποταγεί στο πρωτόκολλο της Αυλής, το οποίο βέβαια δεν προέβλεπε ρυθμίσεις για μία μουσική ιδιοφυΐα. Λίγο πριν από την αναχώρηση για τη Βιέννη ολοκληρώθηκε η όπερα "Idomeneo" (1780-81) που προοριζόταν για το Μόναχο. Από τον Μάρτιο 1781 βρισκόταν ο Μότσαρτ στη Βιέννη, όπου κορυφώθηκε η σύγκρουσή του με τον αρχιεπίσκοπο, κατάληξη της οποίας ήταν στις αρχές Ιουνίου η παραίτηση/απόλυσή του.
Βιέννη
Προσωπογραφία του Μότσαρτ της Μπάρμπαρα Κραφτ (1819)

Το ξεκίνημα του Μότσαρτ στη Βιέννη ήταν ελπιδοφόρο. Σ' ένα από τα πολλά γράμματα στον πατέρα του έγραφε ότι εδώ είναι το σωστό πεδίο δράσης γι' αυτόν και μπορεί να βρει όσους μαθητές ήθελε για διδασκαλία. Ο Μότσαρτ άρχισε να συνθέτει μανιωδώς - περίπου τα μισά από τα έργα του γράφτηκαν στα 10 χρόνια της παραμονής του στη Βιέννη. Σύντομα παρουσιάστηκε σαν διοργανωτής συναυλιών, σαν βιρτουόζος πιανίστας αλλά και σαν μέλος ορχήστρας σε ιδιωτικές συναυλίες (ακαδημίες) σαν μαέστρος σαν σημαντικός συνθέτης. Ένα σημαντικό βήμα του Μότσαρτ για την αποδοχή του από την αυτοκρατορική Αυλή απoτέλεσε η επιτυχία του με την όπερα "Η απαγωγή από το σεράι" τον Ιούλιο του 1782. Το ίδιο έτος παντρεύτηκε με την Konstanze Weber, νεώτερη αδελφή της νεανικής αγάπης του Αλοΰσια. Αυτός ο γάμος δεν βελτίωσε τη σχέση με τον πατέρα του, ο οποίος ήταν πικραμένος από την εποχή της σύγκρουσης του γιου του με τον αρχιεπίσκοπο. Μέχρι το 1785 ο Μότσαρτ συνέθετε κυρίως έργα για πιάνο και μουσική δωματίου (μεταξύ άλλων τα 6 κουαρτέτα εγχόρδων που αφιέρωσε στον Ιωσήφ Χάυδν). Ιδιαίτερα τα κοντσέρτα για πιάνο του Μότσαρτ βρήκαν σημαντική ανταπόκριση στο βιεννέζικο κοινό και αποτελούν μέχρι σήμερα κορυφαίες δημιουργίες, τόσο του ίδιου του συνθέτη, όσο και του μουσικού αυτού είδους γενικότερα.

Η συνεργασία του Μότσαρτ με τον Λορέντσο ντα Πόντε, περίπου από το 1784-85, μετατοπίζει το κέντρο βάρους των συνθετικών δραστηριοτήτων του μεγάλου συνθέτη προς όφελος του δραματικού μουσικού είδους. Αυτή η μεταστροφή ήταν πολύ παρακινδυνευμένη για την καριέρα του Μότσαρτ, δεδομένου ότι ο ντα Πόντε, όταν ρωτήθηκε πόσα σενάρια για όπερες είχε γράψει μέχρι τότε, απάντησε αποστομωτικά στον αυτοκράτορα Ιωσήφ: "Κανένα, Μεγαλειότατε!" Το 1785/86 ανέβηκε η όπερα "Οι γάμοι του Φίγκαρο", το 1787 ο "Ντον Τζιοβάννι". Το δεύτερο έργο ανέβηκε για πρώτη φορά με μεγάλη επιτυχία στην Πράγα. Το 1787 διορίστηκε επιτέλους ο Μότσαρτ ως αυλικός συνθέτης από τον Ιωσήφ, αλλά οι εποχές είχαν αλλάξει λόγω του πολέμου με τους Τούρκους και η μουσική ζωή της Βιέννης βρισκόταν σε παρακμή. Την ίδια περίπου εποχή με τις όπερες του da Ponte δημιουργήθηκαν μερικές από τις γνωστές συμφωνίες, διάφορα έργα για πιάνο (κοντσέρτα και σονάτες), καθώς και έργα για μουσική δωματίου. Τελευταία χρόνια

Και τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του Μότσαρτ (1789-91) ήταν καλλιτεχνικά και οικονομικά επιτυχημένα. Το γεγονός ότι συσσωρεύονταν χρέη οφείλονται κατά κάποιο μέρος στην κακή διαχείριση του συνθέτη, στις συνεχείς ασθένειες της γυναίκας του, αλλά και σε κάποια ροπή για συμμετοχή του σε τυχερά παιχνίδια. Μετά από ένα ταξίδι του Μότσαρτ ως συνοδός του πρίγκιπα Lichnowsky, παρουσιάστηκε η τελευταία από τις 3 όπερες του ντα Πόντε, Cosi fan tutte (Έτσι κάνουν όλες). Με την τιμητική ανάθεση της πανηγυρικής όπερας, λόγω της στέψης στην Πράγα του Λεοπόλδου του Β', βρήκε ευκαιρία να συνδέσει ο Μότσαρτ την παραδοσιακή όπερα του μπαρόκ με τα σύγχρονα ρεύματα - μία προσπάθεια που δεν αναγνωρίστηκε από την αυτοκρατορική Αυλή. Αντίθετα, η όπερα Ο Μαγικός Αυλός (Die Zauberflöte), που ανέβηκε περίπου παράλληλα, υπήρξε μεγάλη επιτυχία.

Ο Μότσαρτ ήταν ασθενής ήδη από το τέλος του καλοκαιριού του 1791, αλλά στις αρχές Δεκεμβρίου προέκυψε μία δραματική επιδείνωση, η οποία και τον οδήγησε στο θάνατο. Το Ρέκβιεμ (Requiem), μία παραγγελία του κόμητα Φ. Βάλζεγκ-Στούπαχ, έμεινε ημιτελές. Με εντολή της χήρας Κονστάντσε ανέλαβαν να το ολοκληρώσουν αρχικά ο J. Eybler και στη συνέχεια ο Φ. Συσμάιερ (F. X. Suessmayer). Αυτή η μορφή του έργου εκτελείται, συνήθως, μέχρι σήμερα.

Ο Μότσαρτ άφησε, εκτός από τη χήρα του, δύο παιδιά: τον Καρλ (1784-1858), ο οποίος όρισε το Mozarteum του Σάλτσμπουργκ ως γενικό κληρονόμο του, και τον Βόλφγκανγκ (1791-1844), συνθέτη, πιανίστα και μαέστρο περιορισμένου βεληνεκούς. Ο μεγάλος συνθέτης Β. Α. Μότσαρτ κηδεύτηκε φτωχικά (με έξοδα του Δήμου) και ετάφη σε μαζικό τάφο στο νεκροταφείο του Άγιου Marx. Ο τάφος του δεν εντοπίστηκε ποτέ με ακρίβεια, γι' αυτό ο επίσημος τάφος στην πτέρυγα τιμωμένων του κεντρικού νεκροταφείου της Βιέννης (Zentralfriedhof) είναι κενοτάφιο.

Οι μουσικές ικανότητες του Μότσαρτ

Ήδη από την παιδική του ηλικία ο Μότσαρτ έδειξε ότι διέθετε σημαντικές μουσικές ικανότητες, οι οποίες υποστηρίχθηκαν συστηματικά από τον πατέρα του, έναν από τους καλύτερους μουσικούς παιδαγωγούς της εποχής του. Ιδιαίτερα τα ταξίδια σε χώρους με υψηλή μουσική καλλιέργεια έδωσαν σημαντική ώθηση στη συνθετική δραστηριότητα του μεγάλου συνθέτη και βοήθησαν στη δημιουργία ενός χαρακτηριστικού προσωπικού στιλ. Αντίθετα, αμελήθηκε σημαντικά η εκμάθηση διαφόρων τεχνικών της συνθέσεως, με αποτέλεσμα ο Μότσαρτ να έχει διαρκώς ορισμένα προβλήματα, π.χ. με την αντίστιξη. Μόνο στα χρόνια της Βιέννης κατάφερε, μέσω της επαφής του με τον Ιωσήφ Χάυδν και τον φιλόμουσο ευγενή G. van Swieten, αλλά κυρίως λόγω της ενασχολήσεώς του με τα ορατόρια του Χαίντελ, να διορθώσει τις παιδικές παραλείψεις. Όπως και πολλοί άλλοι συνθέτες εκείνης της εποχής, ο Μότσαρτ συνέθετε τα έργα του σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η φήμη, όμως, ότι συνέγραφε τις συμφωνίες χωρίς προετοιμασία, "από το μυαλό", αποτελεί μάλλον καλοπροαίρετη υπερβολή.

Ο ηλεκτρικός λαμπτήρας, λυχνία ή λάμπ




Η ανακάλυψη του λαμπτήρα πυρακτώσεως συνήθως αποδίδεται στον Τόμας Έντισον, ο οποίος έλαβε και το σχετικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις 27 Ιανουαρίου του 1880.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/articles/61#ixzz2JA9Mzsuv

Τζουζέπε Φορτουνίνο Φραντσέσκο Βέρντι

 

Ο Τζουζέπε Φορτουνίνο Φραντσέσκο Βέρντι (ιταλικά:Giuseppe Fortunino Francesco Verdi, 10 Οκτωβρίου 1813 – 27 Ιανουαρίου 1901) ήταν Ιταλός μουσικός συνθέτης, από τους διασημότερους στο είδος της όπερας. Ανάμεσα στα δημοφιλέστερα έργα του ανήκουν οι όπερες Ριγκολέττο, Ναμπούκο, Τραβιάτα και Αΐντα, μέρη των οποίων ("La donna è mobile", "Va, pensiero", "Libiamo" και θριαμβικό εμβατήριο αντίστοιχα) είναι πασίγνωστα.Γεννήθηκε στη Ρονκόλα της τότε Γαλλικής Αυτοκρατορίας, κοντά στο Μπουσέτο της Ιταλίας και πέθανε στο Μιλάνο. Πολύ νωρίς έδειξε καταπληκτική κλίση στη μουσική και στα 23 του χρόνια πήρε τη θέση του διευθυντή της φιλαρμονικής του Μπουσέτο. Το 1839 παρουσιάστηκε η πρώτη του όπερα Ομπέρτο, στη Σκάλα του Μιλάνου, με πολύ καλές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο ο θάνατος της γυναίκας του και των δύο παιδιών του τον έφεραν σε απελπισία σε σημείο να μη θέλει πλέον άλλο ν' ασχοληθεί με τη μουσική.Παρά ταύτα το 1840 παρουσιάστηκε η κωμική όπερα Μια μέρα βασιλείας, η οποία όμως σημείωσε αποτυχία. Στενοχωρημένος ο Βέρντι αποσύρθηκε στο σπίτι του στο Μιλάνο. Έτσι δύο χρόνια μετά, με τον θρίαμβο της τέχνης πάνω στον πόνο του, το 1842, αποδέχθηκε την πρόταση να ξαναρχίσει να γράφει όπερες για τη Σκάλα του Μιλάνου και η όπερά του Ναμπούκο ή Ναβουχοδονόσωρ απέσπασε πολύ καλές κριτικές και γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Από τότε ο Βέρντι αφοσιώθηκε στη σύνθεση όπερας. Ήταν η αρχή μιας θριαμβευτικής σταδιοδρομίας που συνδέθηκε πολύ στενά με τις προσπάθειες για την πολιτική ένωση (Risorgimento) της Ιταλίας. Μια τάση που ο ίδιος ο Βέρντι ενεθάρρυνε με τη θεματολογία των έργων του, τα οποία, εμπνεόμενα από το ιστορικό παρελθόν και επενδυμένα με εντυπωσιακά χορωδιακά, δημιουργούσαν εύκολα στο κοινό συνειρμούς με την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα. Χαρακτηριστικό της ταύτισης του ονόματος του Βέρντι με το Risorgimento ήταν το σύνθημα που ακουγόταν τότε Viva VERDI (Viva Vittorio Emanuele Re D'Italia - Ζήτω ο Βίκτωρ Εμμανουήλ βασιλιάς της Ιταλίας).Με τους Λομβαρδούς (1843), τον Ερνάνη (1844), τον Αττίλα (1846), τη Λουίζα Μίλλερ (1847) και τον Μάκβεθ (1849) ο Βέρντι πέτυχε την αναγνώρισή του ως συνθέτη και εκτός Ιταλίας. Στις αρχές τις δεκαετίας του 1850 τρεις όπερές του, ο Ριγκολέττο (1851), ο Τροβατόρε (1853) και η Τραβιάτα (1853), είχαν τεράστια επιτυχία, όπως και Οι Σικελικοί Εσπερινοί (1855) και ο Χορός Μεταμφιεσμένων (1859). Η διεθνής του καταξίωση φαίνεται και από το γεγονός ότι οι επόμενες όπερές του πρωτοανέβηκαν σε λυρικά θέατρα εκτός Ιταλίας. Το 1862 Η Δύναμη του Πεπρωμένου παρουσιάστηκε στην Αγία Πετρούπολη, ο Δον Κάρλος το 1867 στο Παρίσι και η Αΐντα το 1871 στο Κάιρο, για τα εγκαίνια της διώρυγας του Σουέζ.

Μετά από ένα μεγάλο διάστημα σιωπής, η γνωριμία του με τον κατά πολύ νεότερό του ποιητή και συνθέτη Αρίγκο Μπόιτο ανανέωσε το ενδιαφέρον του Βέρντι για την όπερα. Το 1887 παρουσιάστηκε ο Οθέλλος και τέλος το 1893 ο Φάλσταφ και τα δύο σε λιμπρέτα του Μπόιτο βασισμένα σε έργα του Σαίξπηρ. Ο Βέρντι πέθανε στις 27 Ιανουαρίου 1901 ύστερα από βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Στην κηδεία του προσήλθαν 200.000 άνθρωποι, τιμή που άρμοζε στον μεγάλο Ιταλό που τόσο αγαπήθηκε.
Εκτός από τις 26 όπερες ο Βέρντι έγραψε και εκκλησιαστική μουσική. Κορυφαίο έργο του σε αυτό τον τομέα είναι το Ρέκβιεμ (1874), ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα Τέσσερα ιερά κομμάτια (1898). Επίσης έγραψε αρκετές ρομάνς και ένα κουαρτέτο για έγχορδα σε μι ελάσσονα (1873).

Εκτός μουσικής σκηνής διακρίθηκε για τον καλό χαρακτήρα του και τις αγαθοεργίες του. Μεταξύ άλλων χρηματοδότησε την ανέγερση και τη λειτουργία ενός νοσοκομείου και δημιούργησε έναν Οίκο Ανάπαυσης για τους αναξιοπαθούντες μουσικούς, σε μια κρύπτη του οποίου τάφηκε και ο ίδιος.

Oberto, 1839 Un giorno di regno (Μια μέρα βασιλιάς), 1840
Nabucco, 1842
I Lombardi alla prima crociata (Οι Λομβαρδοί στην Πρώτη Σταυροφορία), 1843
Ernani, 1844
I due Foscari (Οι δύο Φόσκαρι), 1844
Giovanna d'Arco (Ζαν ντ’ Αρκ), 1845
Alzira, 1845
Attila, 1846
Macbeth, 1847
I masnadieri, (Οι Ληστές),1847
Jérusalem (αναθεώρηση και απόδοση στα Γαλλικά των Λομβαρδών) 1847
Il corsaro, 1848
La battaglia di Legnano, (Η μάχη του Λενιάνο), 1849
Luisa Miller, 1849
Stiffelio, 1850
Rigoletto, 1851
Il trovatore (Ο τροβαδούρος), 1853
La traviata (Η παραστρατημένη), 1853
Les vêpres siciliennes (Οι Σικελικοί Εσπερινοί), 1855
Simon Boccanegra, 1857
Aroldo (αναθεώρηση του Stiffelio), 1857
Un ballo in maschera (Χορός μεταμφιεσμένων),1859
La forza del destino (Η δύναμη του πεπρωμένου), 1862
Don Carlos, 1867
Aida, 1871
Otello, 1887
Falstaff, 1893

Τσαρλς Λούτγουϊτζ Ντότζσον


Ο Λιούις Κάρολ το 1863 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
O Τσαρλς Λούτγουϊτζ Ντότζσον (Charles Lutwidge Dodgson, 27 Ιανουαρίου 1832 - 14 Ιανουαρίου 1898), γνωστός περισσότερο με το ψευδώνυμο Λιούις Κάρολ, ήταν Άγγλος συγγραφέας, μαθηματικός, φωτογράφος και κληρικός. Ανάμεσα στα πιο δημοφιλή λογοτεχνικά έργα του, ανήκουν Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων και τα ποιήματα Το Κυνήγι του Φιρχαρία (The Hunting of the Snark) και Jabberwocky.Η οικογένεια του ήταν Βορειοαγγλικής καταγωγής, ιδιαίτερα συντηρητική, διατηρώντας παραδοσιακά ισχυρούς δεσμούς με την Αγγλικανική Εκκλησία. Η πλειοψηφία των προγόνων του, προέρχονταν από την μεσαία ή ανώτερη τάξη, καταλαμβάνοντας συχνά θέσεις στην εκκλησία και στο στρατό. Ο προπάππους του υπήρξε επίσκοπος, ενώ ο παππούς του ήταν αρχηγός του στρατού, όταν πέθανε το 1803 εν ώρα μάχης. Ο πατέρας του είχε ιδιαίτερη κλίση στα μαθηματικά, ωστόσο απέρριψε το ενδεχόμενο να ακολουθήσει μία ακαδημαϊκή σταδιοδρομία, επιλέγοντας το ρόλο του εφημέριου. Υπήρξε ενεργό μέλος της Αγγλικανικής εκκλησίας και ένθερμος υποστηρικτής του Τζον Χένρυ Νιούμαν, ο οποίος ηγήθηκε του κινήματος της Οξφόρδης, διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο στην επιστροφή της Εκκλησίας της Αγγλίας στον καθολικισμό. Το 1827, παντρεύτηκε την πρώτη του ξαδέλφη, Φράνσις Τζέην Λούτγουϊτζ, με την οποία απέκτησε συνολικά έντεκα παιδιά, επτά κόρες και τέσσερις γιους, μεταξύ αυτών και ο Τσαρλς.

Ήδη από νεαρή ηλικία, ο Κάρολ έγραφε ποιήματα και διηγήματα, τα οποία δημοσίευε σε λογοτεχνικά περιοδικά με σχετική επιτυχία. Το 1854, ξεκίνησε να συνεισφέρει ως συντάκτης, στο περιοδικό The Comic Tunes, δημοσιεύοντας ποιήματα, κυρίως σατιρικού ύφους. Λίγο αργότερα, γράφοντας στο περιοδικό The Train, χρησιμοποίησε για πρώτη φόρα λογοτεχνικό ψευδώνυμο, για τη δημοσίευση του ποιήματος Solitude. Αρχικά, πρότεινε στον εκδότη του περιοδικού, Έντμουντ Γέιτς, το όνομα Dares, προερχόμενο από το Daresbury που αποτελούσε τον τόπο γέννησης του. Ο Γέιτς δεν έκανε αποδεκτό το ψευδώνυμο αυτό και ο Ντότζσον του πρότεινε τέσσερα εναλλακτικά ονόματα, εκ των οποίων τελικά, ο Γέιτς επέλεξε το Λιούις Κάρολ (Lewis Caroll).[2] Δημοσίευσε έργα του και σε μικρότερα περιοδικά όπως τα Whitby Gazette και Oxford Critic.

To 1856, o Κάρολ γνωρίστηκε με τον νέο πρύτανη του κολεγίου του, τον Χένρυ Λίντελ, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Chist Church με την οικογένειά του, αποτελούμενη από τη σύζυγό του και τρεις κόρες, μεταξύ αυτών και η Άλις Λίντελ. Ο Κάρολ συνδέθηκε στενά με την οικογένεια και ειδικότερα με τη μητέρα και τα τρία παιδιά. Το 1862, κατά τη διάρκεια μίας εκδρομής, προκειμένου να διασκεδάσει τα παιδιά, ο Κάρολ τους διηγήθηκε μία ιστορία που θα αποτελούσε τη βάση για την μετέπειτα συγγραφή του πιο δημοφιλούς λογοτεχνικού του έργου. Όταν η Άλις Λίντελ ζήτησε από τον Κάρολ να καταγράψει την ιστορία αυτή, εκείνος της παρουσίασε αργότερα, το Νοέμβριο του 1864, ένα χειρόγραφο με τον τίτλο Alice's Adventures Under Ground (Οι περιπέτειες της Αλίκης κάτω από τη γη). Νωρίτερα, είχε παρουσιάσει το ημιτελές χειρόγραφο στους αδελφούς Μακμίλαμ, του ομώνυμου εκδοτικού οίκου, από τους οποίους είχε γίνει θερμά δεκτό. Το έργο εκδόθηκε τελικά το 1865 με τον τίτλο Alice's Adventures in Wonderland (Οι περιπέτειες της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων), με εικονογράφηση του Σερ Τζον Τένιελ, και είχε σημαντική εμπορική απήχηση, προσδίδοντας μεγάλη φήμη στον Λιούις Κάρολ. Θεωρείται εν γένει πως ο χαρακτήρας της Αλίκης είναι βασισμένος στην Άλις Λίντελ, ωστόσο ο ίδιος ο Κάρολ, αργότερα διέψευσε πως η ηρωίδα του βιβλίου στηρίζεται σε κάποιο υπαρκτό πρόσωπο.[3]

Τα χριστούγεννα του 1871, δημοσιεύτηκε η συνέχεια του βιβλίου (Through the Looking-Glass, and What Alice Found There) ενώ το 1876 εκδόθηκε το τελευταίο σημαντικό του έργο, Το Κυνήγι του Φιρχαρία (The Hunting of the Snark), ένα ποίημα με έντονα στοιχεία φαντασίας, όπως και η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων. Το τελευταίο του μυθιστόρημα (Silvie and Bruno) δημοσιεύτηκε σε δύο τόμους, το 1889 και 1893 αντίστοιχα, χωρίς να τύχει θερμής υποδοχής.

Λουί ντε Φινές

Louis de funes 1978 ws 1-zoom.jpg 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Ο Λουί ντε Φινές (Louis de Funès), (31 Ιουλίου 1914 - 27 Ιανουαρίου 1983) ήταν γάλλος ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους κωμικούς ηθοποιούς στην ιστορία του γαλλικού κινηματογράφου.

Γεννημένος από οικογένεια με ισπανική καταγωγή στο Κουρμπεβουά (Courbevoie), ο Λουί ντε Φινές ξεκίνησε ως πιανίστας και ηθοποιός του καμπαρέ. Από το 1945 μέχρι το 1957 μετείχε ως ηθοποιός σε πολλές κινηματογραφικές ταινίες ως καρατερίστας ηθοποιός. Είναι γνωστός για τους νευρικούς, υπερκινητικούς χαρακτήρες που ερμήνευσε, όπως το "Αντώνιος και Αντουανέττα", "Το δηλητήριο", "Οι Ουσσάροι", "Διασχίζοντας το Παρίσι", "Ο Βασιλιάς του Μπλα-μπλα-μπλα", Ο Χωροφύλακας του Σαν-Τροπέ, στην ομώνυμη σειρά ταινιών κ.ά. Έγινε περισσότερο γνωστός στην Ευρώπη, ενώ παρά την επιτυχία του στον κινηματογράφο δεν σταμάτησε να παίζει στο θέατρο, ειδικά μετά την επιστροφή του το 1972, που υπήρξε θριαμβευτική, μέχρι το τέλος της ζωής του.

Στην Ελλάδα συχνά αναφέρεται και σαν "Βέγγος της Γαλλίας" λόγω των πολλών κοινών τους σημείων. Πέθανε μετά από καρδιακή προσβολή στη πόλη Ναντ της Γαλλίας.

1982 : Le gendarme et les gendarmettes (Ο Χωροφύλακας και οι Χωροφυλακίνες)
1981 : La soupe aux choux (Ο Λαχανόσουπας)
1979 : L'avare (Ο Φιλάργυρος)
1978 : Le gendarme et les extra-terrestres (Ο Χωροφύλακας και οι εξωγήινοι)
1978 : La zizanie (Το ζιζάνιο)
1976 : L'aile ou la cuisse (Τι θα πάρετε, στήθος ή μπούτι;)
1973 : Les aventures de Rabbi Jacob (Οι περιπέτειες του ραμπί Ζακόμπ)
1971 : Sur un arbre perché
1971 : Jo
1971 : La folie des grandeurs (Η τρέλλα του μεγαλείου)
1970 : Le gendarme en balade (Ο Χωροφύλακας εν δράσει)
1970 : L'homme orchestre (Ο άνθρωπος-ορχήστρα)
1969 : Hibernatus (Ο κατεψυγμένος)
1968 : Le gendarme se marie (Ο Χωροφύλακας παντρεύεται μια Συνταγματαρχίνα)
1968 : Le tatoué
1967 : Le petit baigneur
1967 : Oscar
1967 : Les grandes vacances (Οι Μεγάλες Διακοπές)
1966 : Fantômas contre Scotland Yard (Φαντομάς εναντίον Σκότλαντ Γιαρντ)
1966 : Le grand restaurant (Το μεγάλο Ρεστοράν)
1966 : La Grande Vadrouille (Ασύλληπτη απόδραση)
1965 : Les bons vivants
1965 : Le gendarme à New York (Ο Χωροφύλακας στη Νέα Υόρκη)
1965 : Fantômas se déchaîne (Η Επιστροφή του Φαντοµά)
1965 : Le corniaud
1964 : Une souris chez les hommes (Ενα ποντίκι ανάμεσά μας)
1964 : Le gendarme de Saint-Tropez (Ο Χωροφύλακας του Σαν-Τροπέ)
1964 : Fantômas (Φαντομάς)
1963 : Faites sauter la banque!
1963 : Carambolages
1963 : Pouic-Pouic
1963 : Des pissenlits par la racine
1962 : Le diable et les dix commandements
1962 : Nous irons à Deauville
1962 : Les veinards
1962 : Le gentleman d'Epsom
1962 : Un clair de lune à Maubeuge
1961 : Candide ou l'optimisme au XXe siècle
1961 : La belle Américaine (Ωραία Αμερικάνα)
1961 : Le crime ne paie pas
1961 : La Vendetta
1960 : Les tortillards
1960 : Le capitaine Fracasse
1960 : Dans l'eau qui fait des bulles
1959 : Mon pote le gitan
1959 : Certains l'aiment froide
1959 : Totò, Eva e il pennello proibito
1959 : I Tartassati
1958 : La vie à deux
1958 : Ni vu, ni connu
1958 : Taxi, Roulotte et Corrida
1957 : Comme un cheveu sur la soupe
1956 : Courte tête
1959 : La loi des rues
1956 : Bébés à gogo
1956 : Papa, maman, ma femme et moi
1956 : La Famille Anodin
1956 : La traversée de Paris
1955 : Mädchen ohne Grenzen
1955 : Frou-Frou
1955 : Si Paris nous était conté
1955 : Bonjour sourire
1955 : La bande à papa
1955 : Les hussards
1955 : L'impossible Monsieur Pipelet
1955 : Les impures
1955 : Ingrid - Die Geschichte eines Fotomodells
1955 : Napoléon
1954 : Tourments
1954 : Scènes de ménage
1954 : La reine Margot
1954 : Les pépées font la loi
1954 : Papa, maman, la bonne et moi
1954 : Le mouton à cinq pattes
1954 : Mam'zelle Nitouche
1954 : Les intrigantes
1954 : Huis clos
1954 : Les hommes ne pensent qu'à ça
1954 : Escalier de service
1954 : Les corsaires du Bois de Boulogne
1954 : Le chevalier de la nuit
1954 : Le blé en herbe
1954 : Ah! Les belles bacchantes
1954 : Poisson d'avril
1953 : Mon Frangin du Sénégal
1953 : Faites-moi confiance
1953 : Le secret d'Hélène Marimon
1953 : Capitaine Pantoufle
1953 : Légère et court vêtue
1953 : Au diable la vertu
1953 : Dortoir des grandes
1953 : L'étrange désir de Monsieur Bard
1953 : Le rire
1953 : La vie d'un honnête homme
1953 : Les compagnes de la nuit
1952 : La putain respectueuse
1952 : L'amour n'est pas un péché
1952 : Moineaux de Paris
1952 : Le huitième art et la manière
1952 : Monsieur Leguignon Lampiste
1952 : Monsieur Taxi
1952 : Je l'ai été trois fois
1952 : Elle et moi
1952 : Innocents in Paris
1952 : La fugue de Monsieur Perle
1952 : Agence matrimoniale
1952 : Les dents longues
1952 : Ils étaient cinq
1952 : Les sept péchés capitaux
1951 : Ma femme est formidable
1951 : Folie douce
1951 : L'amant de paille
1951 : Le dindon
1951 : Pas de vacances pour Monsieur le Maire
1951 : La poison
1951 : Le roi du bla bla bla
1951 : Champions Juniors
1951 : La rose rouge
1951 : Sans laisser d'adresse
1951 : Boîte à vendre
1951 : Boniface Somnambule
1951 : Bibi Fricotin
1951 : Un amour de parapluie
1951 : Les joueurs
1951 : Knock
1950 : Adémaï au poteau-frontière
1950 : La rue sans loi
1949 : Le jugement de Dieu
1949 : Je n'aime que toi
1949 : Un certain monsieur
1949 : Pas de week-end pour notre amour
1949 : Rendez-vous avec la chance
1949 : Au revoir M. Grock
1949 : Millionnaires d'un jour
1949 : Mission à Tanger
1949 : Mon ami Sainfoin
1949 : Vient de paraître
1948 : Du Guesclin
1947 : Croisière pour l'inconnu
1947 : Antoine et Antoinette
1946 : Dernier refuge
1946 : Six heures à perdre
1945 : La tentation de Barbizon

Στρατής Τσίρκας




Ο Στρατής Τσίρκας (10-7-1911 έως 27 -1-1980) είναι από τους αξιολογότερους πεζογράφους της μεταπολεμικής γενιάς. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης Χατζηαντρέας.

Γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου το 1911 και αποφοίτησε το 1928 από το εμπορικό τμήμα της Αμπετείου Σχολής. Για τα επόμενα δέκα χρόνια εργάστηκε ως λογιστής στην Άνω Αίγυπτο, όπου έγραψε τα πρώτα του ποιήματα και διηγήματα για τη ζωή των φελλάχων. Το 1930, γνωρίζει στην Αλεξάνδρεια τον Καβάφη, για τον οποίο έγραψε πολλά χρόνια αργότερα δύο βιβλία, Ο Καβάφης και η Εποχή του (1958) και Ο Πολιτικός Καβάφης (1971). Ασχολήθηκε με την ποίηση, το δοκίμιο, το διήγημα και το μυθιστόρημα, καθώς και με μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών.

Το 1937 παντρεύεται την Αντιγόνη Κερασώτη (πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου 2012) και τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου πηγαίνει στο Παρίσι, όπου συμμετέχει στο Β΄ Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας Ενάντια στον Φασισμό. Εκεί συγγράφει μαζί με τον ποιητή Λάνγκστον Χιουζ (Langston Hughes) τον Όρκο των ποιητών προς τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, τον οποίο διάβασε στο συνέδριο ο συγγραφέας Λουί Αραγκόν (Louis Aragon).

To 1938 εγκαθίσταται μόνιμα στην Αλεξάνδρεια και από τον επόμενο χρόνο εργάζεται διεθυντής στο εργοστάσιο βυρσοδεψίας του Μικέ Χαλκούση, μια θέση που διατηρεί μέχρι την αναχώρησή του για την Αθήνα το 1963.



Από νεαρή ηλικία εντάχθηκε στο αριστερό κίνημα της Αιγύπτου και συνδέθηκε αρχικά, πιθανόν το 1928, με την κομμουνιστική ομάδα του Σακελλάρη Γιαννακάκη στο Κάιρο. Μαζί με τον αλεξανδρινό ζωγράφο Γιάννη Μαγκανάρη (1918 - Αθήνα 2007) και άλλους έλληνες αιγυπτιώτες δημιουργούν τη δραστήριο Πνευματική Εστία Ελλήνων Αλεξανδρείας. Το 1935, μαζί με τον Κύπριο ποιητή Θεοδόση Πιερίδη, εντάσσεται στην πολυεθνική οργάνωση Ligue Pacifiste, που ίδρυσε ο Ελβετός Paul Jacot-Descombes και αναλαμβάνει με τον Πιερίδη, τον συντονισμό του ελληνικού τμήματος της οργάνωσης. Την περίοδο αυτή αρθρογραφεί στο επίσημο όργανο της League, το περιοδικό Πολιτισμός-Civilisation, που εκδίδεται σε τρεις γλώσσες (Γαλλικά, Αραβικά και Ελληνικά).
Από το 1942, μαζί τον Θεοδόση Πιερίδη, τον Οδυσσέα Καραγιάννη, τον Στρατή Ζερμπίνη και άλλους, συμμετέχει στην έκδοση της αντιφασιστικής πολιτικής επιθεώρησης Έλλην, που εκδίδει ο δημοσιογράφος Άγγελος Κασιγόνης. Το 1943-44 είναι ανάμεσα στα ιδρυτικά στελέχη του φιλο-ΕΑΜικού Ελληνικού Απελευθερωτικού Συνδέσμου (ΕΑΣ) και από το 1945 μέχρι το 1961 είναι στέλεχος της παροικιακής κομμουνιστικής οργάνωσης "Αντιφασιστική Πρωτοπορία", της οποίας διετέλεσε και γραμματέας από το 1946 μέχρι το 1951. Στο διάστημα αυτό γράφει συχνά το κύριο άρθρο στις εφημερίδες Φωνή (1952-53) και Πάροικος (1953-61), που διευθύνει ο δημοσιογράφος Σοφιανός Χρυσοστομίδης και είναι τα επίσημα όργανα της Αντιφασιστικής Πρωτοπορίας.

Έχοντας εκδόσει τρεις συλλογές διηγημάτων από το 1944 μέχρι το 1954, το 1957 γράφει σε δέκα μέρες τη νουβέλλα Νουρεντίν Μπόμπα, που εμπνέεται από την εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ από τον Αιγύπτιο πρόεδρο Νάσερ. Ο "Μπόμπα" εκδίδεται στην Αθήνα από τον Κέδρο, κάνοντας έτσι τον Τσίρκα γνωστό στο αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας.

Το σημαντικότερο έργο του όμως αποτελούν οι "Ακυβέρνητες Πολιτείες" (1960-1965), που απαρτίζεται από τρία μυθιστορήματα: τη "Λέσχη", την "Αριάγνη" και τη "Νυχτερίδα", τα οποία εισάγουν έναν τολμηρό και πειραματικό μοντερνισμό στο ελληνικό μυθιστόρημα.



Η έκδοση της "Λέσχης" το 1960 προκάλεσε την αντίδραση της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε., η οποία του ζήτησε να αποκηρύξει το έργο του. Ο Τσίρκας αρνήθηκε λέγοντας "Κατέγραψα τα γεγονότα, όπως ακριβώς τα έζησα. Η συνείδησή μου δεν είναι καπέλο να την πάρω απ' το ένα καρφί να την κρεμάσω στο άλλο". Λόγω της άρνησής του διαγράφηκε από το κόμμα, αλλά μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968, προσχώρησε στο ΚΚΕ-Εσωτερικού. Η Αριάγνη (1962), το δεύτερο μέρος, που περιείχε ισχυρότερα δείγματα νοσηρών καταστάσεων της Αριστεράς, ανέλαβε ο Μάρκος Αυγέρης με «ασύγγνωστη εμπάθεια, να καταδικάσει για τη θέση της , ως ολίσθιμα από τα ιδεολογικά θέσφατα».[1] Κέντρο της τριλογίας είναι τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα της περιόδου στη Μέση Ανατολή και στις συγκρούσεις, που εξελίχθηκαν σε τρεις ακυβέρνητες πολιτείες, την Ιερουσαλήμ, το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια. Ο Τσίρκας θεωρούσε ολόκληρη την τριλογία ως μια προσπάθεια δικαίωσης του κινήματος του Απρίλη του 1944, κατά το οποίο ο ελληνικός στρατός στη Μέση Ανατολή ξεσηκώθηκε ενάντια στην προσπάθεια διάλυσης και ολικής υποταγής του από τα Μεταξικά στοιχεία και την αγγλική διοίκηση.
Μετά το πραξικόπημα που εδραίωσε τη Δικτατορία των συνταγματαρχών το 1967, ο Τσίρκας συμμετέχει στη "σιωπή" των λογοτεχνών και δε δημοσιεύει παρά μόνο μεταφράσεις. Όταν σταμάτησε η προληπτική λογοκρισία, συμμετείχε στην έκδοση των 18 κειμένων.

Το μυθιστόρημα "Χαμένη Άνοιξη" (1976) προοριζόταν να είναι το πρώτο μέρος μιας νέας τριλογίας με τίτλο "Δίσεχτα χρόνια". Έμελλε όμως να είναι το τελευταίο του έργο.

Η μετάφραση των "Ακυβέρνητων Πολιτειών" στα γαλλικά από την Catherine Lerouvre και τη Χρύσα Προκοπάκη το 1971 απέσπασε το βραβείο του καλύτερου ξένου μθυιστορήματος στη Γαλλία το 1972.

Ο Τσίρκας πέθανε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1980 σε ηλικία 68 ετών.
Εργογραφία

Φελλάχοι (1937), ποιητική συλλογή
Το Λυρικό Ταξίδι (1938), ποιητική συλλογή
Αλλόκοτοι άνθρωποι (1944), συλλογή διηγημάτων
Προτελευταίος Αποχαιρετισμός και το Ισπανικό Ορατόριο (1946), ποιητική συλλογή
Ο Απρίλης είναι πιο σκληρός (1947), συλλογή διηγημάτων
Ο ύπνος του θεριστή (1954), συλλογή διηγημάτων
Νουρεντίν Μπόμπα (1957), νουβέλα
Ο Καβάφης και η Εποχή του (1958) Κρατικό βραβείο καλύτερης βιογραφίας
Ακυβέρνητες Πολιτείες (1960-1965), τριλογία που περιλαμβάνει τα μυθιστορήματα
Η Λέσχη (1960)
Αριάγνη (1962)
Η Νυχτερίδα (1965)
Στον Κάβο (1966), διήγημα
Αλλαξοκαιριά (1970), διήγημα (στον τόμο Δεκαοχτώ Κείμενα).
Ο Πολιτικός Καβάφης, (1971) κριτικά άρθρα
Τα ημερολόγια της Τριλογίας 'Ακυβέρνητες Πολιτείες' (1973)
Χαμένη Άνοιξη (1976), πολιτικό μυθιστόρημα

Κρεμμυδόπιτα με απάκι


Κρεμμυδόπιτα με απάκι

2 φύλλα χωριάτικα
1 κιλό κρεμμύδια ψιλοκομμένα
200 γρ. κρεμμυδάκια φρέσκα ψιλοκομμένα
1 φλιτζάνι ελαιόλαδο
100 γρ. γραβιέρα παλαιωμένη τριμμένη
2 αβγά
300 γρ. απάκι
αλάτι, πιπέρι
2 κουτ. σούπας σουσάμι
1 κουτ. σούπας μαυροκούκι
Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 180°C.

Κόβουμε το απάκι σε λεπτές φέτες και το περνάμε από το τηγάνι με λίγο ελαιόλαδο.

Σοτάρουμε όλα τα κρεμμύδια με το ελαιόλαδο σε μεγάλο τηγάνι για 5 λεπτά και τα αποσύρουμε από τη φωτιά.

Ρίχνουμε τα αβγά, αλάτι, πιπέρι, το απάκι, τη γραβιέρα και ανακατεύουμε καλά.

Λαδώνουμε ένα ταψί, στρώνουμε μέσα το ένα χωριάτικο φύλλο, ρίχνουμε τη γέμιση από το τηγάνι και την απλώνουμε καλά.

Σκεπάζουμε με το άλλο φύλλο, το αλείφουμε με ελαιόλαδο και ραντίζουμε με σουσάμι και μαυροκούκι.

Καλύπτουμε το ταψί με αλουμινόχαρτο και ψήνουμε στους 180°C για 30 λεπτά. Αφαιρούμε το αλουμινόχαρτο και ψήνουμε για 20 λεπτά επιπλέον.

Tip: Αντί για απάκι, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε χοιρινές παντσέτες. Σε αυτήν την περίπτωση, θα τις μαρινάρουμε σε κρασί, θα τις κόψουμε σε μπουκιές και στη συνέχεια θα τις περάσουμε από το τηγάνι.2 φύλλα χωριάτικα
1 κιλό κρεμμύδια ψιλοκομμένα
200 γρ. κρεμμυδάκια φρέσκα ψιλοκομμένα
1 φλιτζάνι ελαιόλαδο
100 γρ. γραβιέρα παλαιωμένη τριμμένη
2 αβγά
300 γρ. απάκι
αλάτι, πιπέρι
2 κουτ. σούπας σουσάμι
1 κουτ. σούπας μαυροκούκι
Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 180°C.

Κόβουμε το απάκι σε λεπτές φέτες και το περνάμε από το τηγάνι με λίγο ελαιόλαδο.

Σοτάρουμε όλα τα κρεμμύδια με το ελαιόλαδο σε μεγάλο τηγάνι για 5 λεπτά και τα αποσύρουμε από τη φωτιά.

Ρίχνουμε τα αβγά, αλάτι, πιπέρι, το απάκι, τη γραβιέρα και ανακατεύουμε καλά.

Λαδώνουμε ένα ταψί, στρώνουμε μέσα το ένα χωριάτικο φύλλο, ρίχνουμε τη γέμιση από το τηγάνι και την απλώνουμε καλά.

Σκεπάζουμε με το άλλο φύλλο, το αλείφουμε με ελαιόλαδο και ραντίζουμε με σουσάμι και μαυροκούκι.

Καλύπτουμε το ταψί με αλουμινόχαρτο και ψήνουμε στους 180°C για 30 λεπτά. Αφαιρούμε το αλουμινόχαρτο και ψήνουμε για 20 λεπτά επιπλέον.

Tip: Αντί για απάκι, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε χοιρινές παντσέτες. Σε αυτήν την περίπτωση, θα τις μαρινάρουμε σε κρασί, θα τις κόψουμε σε μπουκιές και στη συνέχεια θα τις περάσουμε από το τηγάνι.

Σήμερα 27/1...

 
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
 
για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει με φακό
 

Τρίτη, Ιανουαρίου 26, 2021

Αχιλλέας Παράσχος






Ο Αχιλλέας Παράσχος (πραγματικό όνομα Νασάκης ή Νασίκογλου· Ναύπλιο 1838 - Αθήνα, 26 Ιανουαρίου 1895) ήταν Έλληνας ρομαντικός ποιητής του 19ου αιώνα, εκπρόσωπος της πρώτης Αθηναϊκής σχολής. Παράσχος ήταν το μικρό όνομα του πατέρα του.

Γεννήθηκε στο Ναύπλιο και καταγόταν από τη Χίο. Νωρίς εγκαταστάθηκε στην Αθήνα με τον πατέρα του έπειτα από την καταστροφή της Χίου. Διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα από τον αδελφό του Γεώργιο (1821-1886), επίσης ποιητή. Από όσα γνωρίζουμε δεν έκανε σπουδές και κατόρθωσε να μορφωθεί από τις εφημερίδες και τα βιβλία τα οποία διάβαζε. Δεν εργάστηκε ποτέ του, καθώς χρήματα και φήμη τού έδιναν μονάχα οι στίχοι του. Οι πολιτικοί της εποχής τον διόριζαν σε διάφορες θέσεις μόνο και μόνο για να εισπράττει μισθό.

Στα νεανικά του χρόνια αναμείχθηκε στον κύκλο της Χρυσής Νεολαίας, στους σπουδαστές και στους διανοούμενους οι οποίοι είχαν στόχο την απομάκρυνση του Όθωνα, και που εξαιτίας αυτής φυλακίσθηκε στις φυλακές του Μεντρεσέ απέναντι από τους Αέρηδες και πού εξαιτίας αυτού εμπνεύστηκε το ποίημά του «Εις τον πλάτανον του Μεντρεσέ» το οποίο και έγινε πανελληνίως γνωστό. Αφέθηκε γρήγορα ελεύθερος γιατί στην φυλακή αρρώστησε βαριά αλλά δεν σταμάτησε την δράση του εναντίον του Όθωνα. Τη νύχτα που καταλύθηκε η εξουσία ο Παράσχος ήταν ένας από τους πολίτες που πήγαν στον στρατώνα του πυροβολικού για να ενωθούν με τον ξεσηκωμένο στρατό. Ωστόσο, όταν το 1867 πέθανε ο Όθων μετανιωμένος για τη στάση του έγραψε το Ελεγείον εις τον Όθωνα δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο την απογοήτευσή του από την πολιτική εκείνων που είχαν εκδιώξει τον Όθωνα,αλλά δεν τήρησαν τις επαγγελίες τους.

Δημοσίευσε τους πρώτους στίχους του στα περιοδικά Αβδηρίτης και Χρυσαλλίς. Όταν το 1881 εξέδωσε τρεις τόμους με ποιήματά του, εισέπραξε το υπέρογκο για την εποχή ποσό των 50.000 δραχμών. Ωστόσο γρήγορα το σπατάλησε και άρχισε να ζητά βοήθεια από τους φίλους του. Ταξίδεψε στη Ρουμανία, την Αίγυπτο, τη Γαλλία και την Αγγλία όπου οι εκεί Έλληνες τον υποδέχθηκαν με αγάπη.

Απεβίωσε το 1895 και ενταφιάστηκε στο Α΄ Κοιμητήριο των Αθηνών. Η κηδεία του, με είκοσι επικήδειους, συγκέντρωσε πλήθος κόσμου και έγινε παρουσία και του τότε βασιλιά, Γεωργίου Α'. Τέτοια πάνδημη κηδεία δεν είχε ξαναγίνει ποτέ. Όπως έγραψε και ο Ξενόπουλος «Δεν έμεινε άνθος που να μην κατατεθεί εις τον τάφον του εκείνον στολιζόμενον καθημερινώς επί εβδομάδας, επί μήνας από γνωστούς και αγνώστους θαυμαστάς. Όλοι τον έκλαψαν ως τον τελευταίον εθνικόν ποιητήν του ελληνισμού».

Φιλοποίμην Φίνος






Ο Φιλοποίμην Φίνος (Κάτω Τιθορέα, 1908 – Αθήνα, 26 Ιανουαρίου 1977) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες παραγωγούς κινηματογράφου κατά τις δεκαετίες του '40, '50, '60 και '70. Στο ενεργητικό του περιλαμβάνονται 175 ταινίες, πολλές από τις οποίες έμειναν κλασικές. Έκανε την πρώτη του ταινία σαν σκηνοθέτης ("Το Τραγούδι του Χωρισμού", γυρίστηκε το 1939 και κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1944) που ήταν αποτυχία. Ο Φίνος απογοητεύτηκε και αποφάσισε να μην ασχοληθεί ξανά με την σκηνοθεσία. Στη διάρκεια του πολέμου γύρισε σημαντικά ντοκουμέντα από το Μέτωπο της Αλβανίας και στην συνέχεια στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Αθήνα. Όλο όμως το υλικό και το αρχείο του κατασχέθηκε από τους Γερμανούς και ένα ελάχιστο μόνο μέρος του κατάφερε να διασωθεί. Το 1943, κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, ίδρυσε την εταιρεία παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών Φίνος Φιλμς, της οποίας η πρώτη ταινία, «Η Φωνή της Καρδιάς», έκανε πρεμιέρα στις 29 Μαρτίου 1943 στον κινηματογράφο Rex της Πανεπιστημίου. Ο Φίνος έφερε πρώτος τα μαγνητόφωνα Nagra στην Ελλάδα και γύρισε την πρώτη έγχρωμη ταινία με στερεοφωνικό ήχο, τα «Κορίτσια για φίλημα» (1964). Ο Φίνος πέθανε τον Ιανουάριο του 1977 λόγω καρκίνου που τον βασάνιζε για 7 χρόνια. Ήταν παντρεμένος με τη Τζέλλα Φίνου (1915-2010) και δεν είχε απογόνους.

Brave (2012)

 


Η Merida είναι η πριγκίπισσα της Σκωτίας και είναι αναγκασμένη να ακολουθήσει τα πατροπαράδοτα έθιμα των Highlands:να παντρευτεί το πιο άξιο πριγκιπόπουλο από τις μεγάλες φατρίες της περιοχής, ώστε να διατηρήσει με τον τρόπο αυτό μονιασμένους τους υπηκόους της και να γίνει μια καθωσπρέπει σύζυγος και χαμηλών τόνων βασίλισσα δίπλα στον βασιλιά της.
Μα η κοκκινομαλλούσα πριγκίπισσα ούτε θέλει να ακούει για γάμους και δεσμεύσεις. Το μόνο που θέλει είναι ένα τόξο,
το πιστό της άλογο και την ελευθερία που της δίνει η άγρια φύση του τόπου της. Στην προσπάθειά της να ξεφύγει από τη δεσποτική μητέρα της και από το βάρος της κληρονομιάς που της δόθηκε, θα προσπαθήσει να το σκάσει αλλά και να δώσει ένα μάθημα σε όλους όσοι δεν την καταλαβαίνουν -και ιδίως στη μητέρα της- για να βρεθεί τελικά μπλεγμένη σ' ένα ξόρκι,τρομακτικό αλλά κι αποκαλυπτικό μαζί...
Είδος Ταινίας: Animation | περιπέτεια | κωμωδία
Ελληνική Πρεμιέρα: Πεμ 20 Σεπ 2012
Σκηνοθέτης: Mark Andrews, Brenda Chapman, Steve Purcell
Σενάριο: Brenda Chapman, Irene Mecchi, Mark Andrews, Steve Purcell
Ηθοποιοί: Kelly Macdonald, Billy Connolly, Emma Thompson, Julie Walters, Kevin McKidd
Διάρκεια: 100 Λεπτά

Mahatma Giovi "ΓΙΑΤΙ ΚΛΑΙΣ ΜΑΜΑ?"...


Mahatma Giovi
"ΓΙΑΤΙ ΚΛΑΙΣ ΜΑΜΑ?"...

Ένα μικρό αγόρι ρώτησε τη μαμά του: “Γιατί κλαις μαμά;”
-”Γιατί είμαι γυναίκα” του είπε.

Αργότερα το μικρό αγόρι ρώτησε τον μπαμπά του: “Γιατί η μαμά κλαίει χωρίς λόγο;”
-”Όλες οι γυναίκες κλαίνε χωρίς λόγο!” ήταν το μόνο που μπορούσε
να πει ο μπαμπάς του.

Κάποια στιγμή είχε μια συζήτηση με τον Θεό.
Τότε Τον ρώτησε:
“Θεέ μου, γιατί οι γυναίκες κλαίνε τόσο εύκολα;”

Και τότε ο Θεός του είπε:
- “Όταν δημιούργησα την γυναίκα έπρεπε να είναι ξεχωριστή.
Έφτιαξα τους ώμους της δυνατούς αρκετά ώστε να σηκώνουν
τα βάρη του κόσμου και απαλά για να προσφέρουν ανακούφιση.

Της έδωσα εσωτερική δύναμη για να μπορεί να υπομένει τις γεννήσεις
και την απόρριψη που καμιά φορά προέρχεται από τα παιδιά της.

Της έδωσα σκληράδα που της επιτρέπει να συνεχίζει όταν οι υπόλοιποι
τα έχουν παρατήσει, και να φροντίζει την οικογένεια της μέσω αρρώστιας
και κούρασης χωρίς να παραπονιέται.

Της έδωσα ευαισθησία ώστε να αγαπάει τα παιδιά της κάτω από οποιεσδήποτε
συνθήκες, ακόμα και όταν αυτά την πληγώνουν.

Της έδωσα δύναμη ώστε
να αντέχει τον άντρα της με τα ελαττώματα του και την έπλασα από το πλευρό του
για να προστατεύσω την καρδιά του.

Της έδωσα σοφία να γνωρίζει ότι ένας σύζυγος ποτέ δεν πληγώνει την γυναίκα του,
απλά ελέγχει τις δυνάμεις της και την αποφασιστικότητα της να παραμείνει
δίπλα του χωρίς αμφιβολίες.

Βλέπεις γιέ μου ’είπε ο Θεός‘, η ομορφιά της γυναίκας δεν είναι στα ρούχα που φοράει,
στη μορφή που έχει ,ούτε στον τρόπο που φτιάχνει τα μαλλιά της…

Η ομορφιά της γυναίκας είναι στα μάτια της…
γιατί τα μάτια είναι οι πύλες της καρδιάς… το μέρος που η αγάπη κατοκεί”. .

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ: ΝΗΣΤΙΣΙΜΑ ΜΠΙΦΤΕΚΙΑ

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ: ΝΗΣΤΙΣΙΜΑ ΜΠΙΦΤΕΚΙΑ


Υλικά:

3 κουταλιές ελαιόλαδο
* 5 κρεμμυδάκια ψιλοκομμένα φρέσκα

* 1/2 φλ. αρακάς

* 1 τριμμένο καρότο
* 2 φλ. αλεύρι

* 1 κουτάκι μπύρα η 1 κουταλακι μπεκιν παουτερ

* 1 μικρή βρασμένη πατάτα

* αλάτι

* πιπέρι

* δυόσμος, ρίγανη (προαιρετικά)

Εκτέλεση

1. Ζεσταίνετε τις 2 κουταλιές λάδι και σωτάρετε τον αρακά, τα κρεμμυδάκια και το καρότο

2. Βάζετε το αλεύρι με τη μπύρα σε μπωλ κι ανακατεύετε να γίνουν χυλός

3. Στο χυλό προσθέστε τα σωταρισμένα λαχανικά, την πατάτα και τα μπαχαρικά με τα μυρωδικά

4. Ζυμώνετε καλά και πλάθετε μπιφτέκια

5. Με το υπόλοιπο λάδι αλείψτε ένα ταψάκι και ψήστε τα μπιφτέκια στους 180 βαθμούς, να ροδίσουν

Εκπληκτικό κείμενο από Γάλλο λογοτέχνη

 

Γκρεμίστε όλη την Ελλάδα σε βάθος 100 μέτρων.

Αδειάστε όλα τα μουσεία σας, από όλον τον κόσμο.
Γκρεμίστε κάθε τι Ελληνικό από όλο τον πλανήτη.

Έπειτα σβήστε την Ελληνική γλώσσα από παντού.
Από την ιατρική σας, την. . φαρμακευτική σας.
Από τα μαθηματικά σας (γεωμετρία, άλγεβρα)
Από την φυσική σας, χημεία
Από την αστρονομική σας
Από την πολιτική σας
Από την καθημερινότητα σας.
Διαγράψτε τα μαθηματικά, διαγράψτε κάθε σχήμα, κάντε το τρίγωνο-οκτάγωνο, την ευθεία-καμπύλη, σβήστε την γεωμετρία από τα κτίρια σας, τους δρόμους σας, τα παιχνίδια σας, τα αμάξια σας, σβήστε την ονομασία κάθε ασθένειας και κάθε φαρμάκου, διαγράψτε την δημοκρατία και την πολιτική, διαγράψτε την βαρύτητα και φέρτε το πάνω κάτω, αλλάξτε τους δορυφόρους σας να έχουν τετράγωνη τροχιά, αλλάξτε όλα τα βιβλία σας (γιατί παντού θα υπάρχει και έστω μια ελληνική λέξη), σβήστε από την καθημερινότητα σας κάθε ελληνική λέξη, αλλάξτε τα ευαγγέλια, αλλάξτε το όνομα του Χριστού που και αυτό βγαίνει από τα Ελληνικά και σημαίνει αυτός που έχει το χρίσμα, αλλάξτε και το σχήμα κάθε ναού (να μην έχει την ελληνική γεωμετρία), σβήστε τον Μέγα Αλέξανδρο, σβήστε όλους τους Μυθικούς και Ιστορικούς ήρωες, αλλάξτε την παιδεία σας, αλλάξτε το όνομα της ιστορίας, αλλάξτε τα ονόματα στα πανεπιστήμια σας, αλλάξτε τον τρόπο γραφής σας, χρησιμοποιήστε τον αραβικό, διαγράψτε την φιλοσοφία, διαγράψτε, διαγράψτε, διαγράψτε.

Θα πείτε «δεν γίνεται».

Σωστά, δεν γίνεται γιατί μετά δεν θα μπορείτε να στεριώσετε ούτε μία πρόταση! Δεν γίνεται να σβήσει η Ελλάδα, ο Έλληνας, η προσφορά του πάνω σε αυτόν τον πλανήτη.

Η πρόκληση πάντως ισχύει.»

Je a n Richepin

Γουίλιαμ Σόμερσετ Μομ

Somerset Maugham (1934).jpg 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
O Γουίλιαμ Σόμερσετ Μομ (αγγλ. William Somerset Maugham, 25 Ιανουαρίου 1874 - 16 Δεκεμβρίου 1965) ήταν Άγγλος συγγραφέας, διάσημος για τα μυθιστορήματα και τα θεατρικά του έργα, πολλά εκ των οποίων έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο. Γεννήθηκε στο Παρίσι κι ήταν το τέταρτο απ' τα έξι παιδιά του νομικού συμβούλου της βρετανικής πρεσβείας. Όταν σε ηλικία δέκα χρονών έχασε τους γονείς του γύρισε στην Αγγλία. Σπούδασε ανθρωπιστικές σπουδές για ένα χρόνο στη Χαϊδελβέργη και ύστερα ιατρική, την οποία όμως εγκατέλειψε μετά την επιτυχία των μυθιστορημάτων του. Το 1903 έγραψε το πρώτο του θεατρικό (A man of honour) κι ακολούθησαν κι άλλα. Το 1917 βρέθηκε στη Ρωσία ως βρετανός πράκτορας και κάλυψε τα γεγονότα της Οκτωβριανής επανάστασης ως ρεπόρτερ. Πέθανε στη Νίκαια της Γαλλίας σε ηλικία 91 χρονών.



Ο Σόμερσετ Μομ ήταν ένας από τους δημοφιλέστερους (και καλύτερα αμειβόμενους) συγγραφείς της εποχής του. Παρά την τεράστια όμως επιτυχία της πρόζας του και των θεατρικών του έργων, ποτέ δεν κέρδισε την ανεπιφύλακτη αναγνώριση των κριτικών και των ομότεχνών του. Έγραψε σε ύφος παραδοσιακό και απολύτως κατανοητό σε εποχή κατά την οποία άρχισε να εμφανίζεται η μοντέρνα μορφή λογοτεχνίας των Ουίλιαμ Φόκνερ, Τζέιμς Τζόις, Βιρτζίνια Γουλφ κ.λ. Ο ίδιος έλεγε για τον εαυτό του : "Είμαι στην πρώτη σειρά των δευτέρας τάξεως συγγραφέων". Έργα

Μυθιστορήματα

Liza of Lambeth (Η Λίζα από το Λάμπεθ, 1897)
Mrs Craddock (Η κυρία Κράντοκ, 1902)
The Magician (Ο μάγος, 1908)
Of Human Bondage (Ανθρώπινη Δουλεία, 1915)
The moon and the sixpence (Το φεγγάρι και μιά πεντάρα, 1919)
The painted veil (Το βαμμένο πέπλο, 1925)
Ashenden οr Τhe British Agent (Ασέντεν ή Ο Βρετανός πράκτορας, 1928)
Cakes and ale (Κέικ και μπύρα, 1930)
The Narrow Corner (Η μικρή γωνιά, 1932)
Christmas Holiday (Χριστουγεννιάτικες διακοπές, 1939)
The razor's edge (Στην κόψη του ξυραφιού, 1944)

Θεατρικά

Lady Frederik (Λαίδη Φρέντερικ, 1907)
The explorer (Ο εξερευνήτης, 1908)
The Tenth Man (Ο δέκατος άνθρωπος, 1913)
The Land of Promise (Η Γη της Επαγγελίας, 1913)
Our betters (Οι καλύτεροί μας, 1917)
The Circle (Ο κύκλος, 1921)
East of Suez (Ανατολικά του Σουέζ, 1922)
Caesar's Wife (Η γυναίκα του Καίσαρα, 1922)
Rain (Η βροχή, 1923)
The letter (Το γράμμα, 1927)
The constant wife (Η σταθερή σύζυγος, 1927)
The sacred flame (Η ιερή φλόγα, 1928)
For Services Rendered (Διά παρασχεθείσας υπηρεσίας, 1932)
Η Θεατρίνα - Actress (Δημοσίευση στην Αθήνα 1957)

Ελληνικές μεταφράσεις

Η Λίζα από το Λάμπεθ : Σπ.Γεροδήμου ("Γαλαξίας")
Ανθρώπινη Δουλεία : Γιάννης Λάμψας ("Μπεργαδή")
Το φεγγάρι και μιά πεντάρα : Μ.Πολίτη ("Γκοβόστης")
Το βαμμένο πέπλο :
Μαν.Κορνήλιος ("Κραναός")
Γ.Ανδρικόπουλος ως Επικίνδυνο πέρασμα ("Κ.Μ.")
Ασέντεν ή Ο Βρετανός πράκτορας : Γιώργος Ασπροποταμίτης ("Αργώ")
Κέικ και μπύρα : Δ.Κωνσταντινίδης ως Οικογενειακός φίλος ("Ορφεύς")
Η μικρή γωνιά : Κοσμάς Πολίτης ως Σε μια γωνιά της γης ("Θεωρία")
Χριστουγεννιάτικες διακοπές : Στέλλα Βουρδουμπά ως Διακοπές στο Παρίσι ("Γκοβόστης")
Στην κόψη του ξυραφιού : Ανν.Φερτάκη ("Άγκυρα")

Επιλογές διηγημάτων του Μομ μεταφράστηκαν από τον Άρη Δικταίο ("Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος"), Γιάννη Λο Σκόκο ("Άγκυρα"), Δ.Κωνσταντινίδη ("Δαμιανού"), Αλ.Παναγή ("Πατάκη")
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CF%85%CE%AF%CE%BB%CE

Μ ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ "Τα χταποδάκια"

https://i.pinimg.com/originals/f8/a5/f7/f8a5f746e6f435e7f9e0f916e7fcac03.jpg

ΠΙΝΑΚΑΣ- Honoré Daumier - The Drinkers (1862) -


Μ ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ "Τα χταποδάκια"


Οι νοτιάδες φέρναν σύγνεφα εκείνο το χειμώνα, μα όχι το ’να πίσω από τ’ άλλο. Άφηναν και ώρες, την κάθε μέρα, που ξαστέρωνε λιγάκι ο ουρανός. Αυτό γινόταν περί το δειλινό. Κι ήταν ο ήλιος όσο δεν παίρνει χρυσαφής, κάτι σα μέλι φωτεινό ξεχυνόταν στο μικρό λιμάνι, στ’ αργοσάλευτα καΐκια του, στις μπαταρισμένες βάρκες, στα δίχτυα των ψαράδων που στέγνωναν απλωμένα, στη θάλασσα που σιγανάσαινε, στους ανθρώπους που τριγυρνούσαν πέρα δώθε, άγνωστο γιατί. Περί τη νύχτα θα χάλαγε πάλι ο καιρός. Αυτό το καταλάβαινες από τους γλάρους που πετούσαν χαμηλά, έξυναν τη θάλασσα με τις φτερoύγες τους, κλαγγάζοντας κάποιαν ακατάληπτη ανησυχία. Και το όντις, σε λίγο έφταναν ξανά τα σύγνεφα, αβγατίζοντας πολύ το βραδινό σκοτάδι, έτσι που ’σφιγγε η ψυχή του ανθρώπου.

Έτσι λοιπόν, την ώρα που ο Αστέρας πάλευε με τα σύγνεφα, μπήκε ο λεγάμενος στο μαγαζάκι, μποτζάροντας δώθε κείθε, σαν τραμπάκουλο σε σοροκάδα. Κοντός ήταν, κακοσούσουμος, αρκούντως γηραλέος, όχι καλοντυμένος ούτε καθαρός, μ’ ένα μαντίλι ματωμένο γύρω στο κεφάλι - σίγουρα φρεσκοσπασμένο ήταν. Η μύτη του μάλιστα, είχε μεγάλα χάλια, γδαρμένη, πρησμένη, σκεπασμένη κομμάτια αίμα πηχτό. Ή κουτρουβάλα είχε πάρει ο ερίφης, ή ξύλο γερό είχε πέσει, μπερντάχι με σύστημα, πάνω χέρι - κάτω χέρι, του αλατιού τον είχαν κανωμένο. Τώρα, γινωμένος ήταν όταν τις έφαγε, ή τα κοπάνησε κατόπι, να πνίξει στο κρασί το μεράκι τού καβγά; Αυτό δεν το ξέρουμε. Το βέβαιο είναι, λίαν σουρωμένος ήταν όταν μπήκε στο μαγαζί, κρατούσε μάλιστα στο χέρι κατιτίς τυλιγμένο σε χαρτί, φαγώσιμο πρέπει να ήταν. Προχώρησε, το λοιπόν, κατά τον μπεζαχτά, χαιρετώντας πολύ εγκάρδια τις δύο παρέες που βρίσκονταν την ώρα εκείνη στο μαγαζί. Μα δεν πήρε αντιχαιρέτισμα, ένεκα που οι μεν -δυο μαντράχαλοι- ήσαν πολύ απασχολημένοι με τις κοπέλες τους και δεν είχαν καιρό για κουβέντες άχρηστες. Όσο για τους δε, αυτοί πίναν το κρασί τους λίαν βαρύθυμοι και σέρτικοι, είχαν φαίνεται τις στεναχώριες τους. Τι να κάνει, λοιπόν, κι αυτός; Παράγγειλε ούζο καραφάκι, κι έπιασε κουβέντα με το μαγαζάτορα, ένεκα που ο Θεός τον έκανε άνθρωπο κοινωνικό, πολύ συσχετικό, η μουγκαμάρα κι η περισυλλογή ποσώς δεν του επήγαιναν. Είπε μάλιστα τη γνώμη του δυνατά, να την ακούσει όλος ο κόσμος:

-- Όποιος δε μιλάει, πεθαμένος είναι και θάβουν τον!

 
Ακούμπησε το στράτσο στον μπεζαχτά κι άρχισε ν’ αδειάζει το καραφάκι σε δυο νεροπότηρα, προσέχοντας φοβερά στη μοιρασιά, μήπως τυχόν και στάξει κόμπος στο ’να πιότερο από τ’ άλλο. Αφού τέλειωσε τη δίκαιη αυτή κατανομή, πήρε το πρώτο ποτήρι και το ήπιε, ήπιε και το δεύτερο, θαραπάηκαν τα σωθικά του κι άρχισε μεγάλο λακριντί με το μαγαζάτορα. Ένεκα όμως που η παρέα μας βρισκόταν κάμποσο μακριά, δεν έδωσε κανείς μας προσοχή, εξάλλου είχαμε δικές μας κουβέντες να πούμε, πολύ σοβαρές και διόλου ευτράπελες. Πες πως τον αλησμονήσαμε κι αυτόν, και τα σπασμένα μούτρα του, και το στράτσο και το μεθύσι του και το λακριντί του. Όταν, έξαφνα, κουβέντες σε ύφος έντονο τράβηξαν την προσοχή μας:

- Όχι, κύριος, δε θέλουμε το κέρασμά σου!

- Και γιατί, δηλαδής; Εγώ εκινήθην από την ευγενής πρόθεσις...

- Κόβε λόγια και στρι! Πολύ ψείρα μάς γίνηκες!


Η παρεξήγηση συνέβαινε με την άλλη παρέα που ο ερίφης θέλησε να την κεράσει, άγνωστο γιατί. Ίσως που το κρασί τον έκανε πολύ κοινωνικό, πρόθυμο να πιάσει σχέσεις εύκολες και γκαρδιακές με τον πάσα τυχών. Ίσως πάλι και να του γυάλισαν τα κορίτσια, ήθελε να κάνει το κομμάτι του. Οι μαντράχαλοι όμως πήραν αλλιώς το πράμα, εξ ου κι ο καβγάς –«περικαλώ, κύριος!» και «με το μπαρδόν, δεν είσαστε εν τάξει εν πάση περιπτώσει!». Ο ένας μάλιστα από τους δυο -άνθρωπος ευερέθιστος- σηκώθηκε μια στιγμή, κι είπε λόγια βαριά που προδίκαζαν χειροδικία. Τσίριξαν τα κορίτσια: «Mανώλη! Για τ' όνομα της Παναγιάς!», μπήκε στη μέση κι ο άλλος, ο πλέον ψύχραιμος, και το επεισόδιο θεωρείται λήξαν. Ο ερίφης υποχώρησε κανονικά κατά τον μπεζαχτά, όπου τον τραβούσε από το μανίκι ο ταβερνιάρης αυταρχικότατα:


-- Ήπιες το ούζο σου, Παναγιωτάκη; Πλέρωνε και στρίβε! Όχι ιστορίες στο μαγαζί μου!

Σαν ν' αποφάσισε να ησυχάσει ο Παναγιωτάκης, αλλά για να φύγει, ούτε λόγος! Ήθελε, σώνει και καλά, ν’ ανοίξει την καρδιά του, να πει τον πόνο του, να μιλήσει με άνθρωπο. Κανείς να μην τον θέλει, κανείς να μην καταλαβαίνει, όλοι να τον διώχνουν - τι κακό πάλι αυτό! Σαν τους Χίτες, στον `Αη-Λευτέρη, που παραξήγησαν τα λεγόμενά του και τον κάναν σώσπαστο στο ξύλο. Μα το ξύλο δεν τον ένοιαζε τόσο, όσο η παρεξήγηση.

-- Δεν είμαι κουκουές, εγώ! Είμαι καθώς πρέπει! Πολύ πολύ καθώς πρέπει...


Οι μαντράχαλοι της άλλης παρέας, που το επεισόδιο λήξαν δεν ασχολούνταν πια μαζί του, του ’ριξαν σκοτεινές ματιές. Έκλιναν προς τ’ αριστερά, ως φαίνεται, κι ο λόγος του λεγάμενου τους ξινοφάνηκε. Γίνηκε πρόχειρο διαβούλιο -να τον δείρουν, να μην τον δείρουν- μα δεν πήραν απόφαση, ένεκα που μόλις ξυλοδαρμένος από τους Χίτες ήτανε, έστω και λόγω παρεξήγησης, δε στέκεται να τις φάει κι από τους κουκουέδες. Εξάλλου, ο άνθρωπος είχε πια τα πιο φιλειρηνικά αισθήματα: Ξεδίπλωσε το στράτσο, τράβηξε δυο χταποδάκια που ήταν μέσα, τα καμάρωσε κι εδήλωσε πως έχει κάθε δικαίωμα να τα μαγειρέψει και να τα φάει ποτίζοντάς τα με μπόλικον κράσο, ένεκα που το χταπόδι χωρίς ένα πρώτο κρασί δε μαγειρεύεται, και δίχως ένα δεύτερο δε χωνεύεται. Άρχισε, λοιπόν, μεγάλες συνεννοήσεις με το μαγαζάτορα, να του ψήσει τα χταπόδια, να τα φάει εδώ που βρίσκεται, δηλαδή να τα φάνε παρέα, ένεκα που η μοναξιά κι αυτός δεν συνταιριάζουν, ανέκαθεν ντερμπεντέρης άνθρωπος ήταν. Ο μαγαζάτορας όμως είχε μεγάλες αντιρρήσεις. Των αδυνάτων αδύνατο! Η φουβoύ ήταν πιασμένη με τις γόπες, κατόπι θα τηγάνιζε πατάτες, ύστερα θα έρχονταν η πελατεία και θα παράγγελνε της ώρας πράματα, συκωτάκια, μπαρμπουνάκια, σαγανάκια.


-- Ό,τι άλλο, Παναγιωτάκη μου, αυτό όμως μη μου το ζητάς!


-- Δεν έχω, δηλαδής, το δικαίωμα να φάω κι εγώ ένα μεζέ σαν άνθρωπος -να, τα χταποδάκια μου- και να πιω το κρασί μου, σα φιλήσυχος πολίτης; Εμένα που με βλέπεις, άδικα μ'έδειραν οι Χίτες στον Άη-Λευτέρη. Δεν είμαι κουκουές!


Είχε αρπάξει το μαγαζάτορα από το γιακά και του ξηγούσε περί διά μακρών το πώς γίνηκε η παρεξήγηση με τους Χίτες. Κι επέμενε -ψείρα σωστή- πως δεν ήταν εντάξει, ο μαγαζάτορας, να μην του μαγειρεύει τα χταποδάκια, να φάει ένα μεζέ, να πιει ένα κρασί, και δος του επιχειρηματολογία, φλυαρία και λογοδιάρροια -για ψείρα, ναι, ήταν ψείρα και περίφημη!


-- Δε γίνεται, Παναγιωτάκη μου! του είπε ο άλλος κoφτά. Να πας στην Ευταλία να στα μαγειρέψει. Κι άντε τσαμπούκ τσαμπούκ, άδειαζέ μου το μαγαζί κι έχω δουλειά! Πλακώνει η πελατεία.


Ο ερίφης σώπασε, σα να είδε πως τίποτα πια δε γίνεται, πως έπρεπε να το πάρει απόφαση. Τύλιξε τα χταποδάκια στο στράτσο, τα έβαλε υπό μάλης και τράβηξε κατά την πόρτα. Μα η αγανάχτηση τον έπνιξε. Γύρισε, το λοιπόν, κι άρχισε καινούρια δημηγορία:


- Στην Ευταλία... Άιντε συ να πεις στην Ευταλία να στα μαγειρέψει! Συ, που δεν είσαι άντρας της... Εγώ, δηλαδή, δεν έχω δικαίωμα να φάω ένα μεζέ, να πιω ένα κρασί;


Αργά κατάλαβε πως μιλούσε στα κούφια, ένεκα που ο μαγαζάτορας είχε αποτραβηχτεί στην κουζίνα. Σήκωσε, το λοιπόν, τους ώμους και τράβηξε πάλι κατά την πόρτα. Φαίνεται όμως πως δε βολούσε η ψυχή του να ξεκολλήσει εύκολ' απ’ το μαγαζί. Περνώντας μπροστά στην παρέα μας κοντοστάθηκε. Ήθελε κουβέντα.

-- Έχει τσιγάρο;

Απόκριση καμιά. Είδαμε τι κολλιτσίδα ήταν, αν του μιλούσαμε ξεκολλημό δε θα ’χε. Αυτός όμως εκεί!

-- Θέλω τσιγάρο.

-- Δεν έχει! του λέει ο Αγλέουρας.

-- Πώς δεν έχει, αφού καπνίζετε!

Ήταν κι αναιδής.

-- Άιντε στο καλό! του λέει ο υποπλοίαρχος, κι άσε μας ήσυχους. Ακούς;

Αυτό δεν του άρεσε, του φίλου. Πήρε αμέσως ύφος κουτσαβάκικο, προκλητικό, μπεχλιβάνικο. Κι αμόλησε την πρόστυχη κουβέντα:

- Επειδή, δηλαδής, έχεις δυόμισι γαλόνια στο μανίκι, μας κάνεις και τον κάργα;

Φως φανάρι πως οι Χίτες του `Αη Λευτέρη δεν είχαν και τόσο άδικο. Μαρτυρήθηκε μοναχός του. Ο υποπλοίαρχος χαμογέλασε κάτω από τα μουστάκια του. Μα ο Αγλέουρας σηκώθηκε, άρπαξε τον Παναγιωτάκη από τις πλάτες και απλά, αυστηρά, θετικά τον έβγαλ’ έξω από το μαγαζί. Τον έβγαλε, δεν τον πέταξε. Όλα γίνηκαν μ’ ευγένεια και κατανόηση, ως αρμόζει να φέρεται κανείς σ' έναν μεθυσμένο, έναν ακαταλόγιστο. Κι αυτός δεν έφερε καμιάν αντίσταση, ψοφοδεής ήταν, μόνο λόγια και τίποτες άλλο. Ανθρωπάκος, που το κρασί τον εχτυπούσε παράξενα, τον έκανε να λέει μπούρδες δίχως να τις συλλογιστεί.

Ο Αγλέουρας εγύρισε και ξανακάθισε στη θέση του. Κέφι δεν είχαμ’ εξαρχής, τώρα το λίγο που είχε απομείνει ξανεμίστηκε κι αυτό. Δεν ήταν να ‘ρθει κι αυτό τ’ αυτοκίνητο, να πάμε στις δουλειές μας! Η νύχτα είχε πέσει πια, ήρθαν πάλι τα σύγνεφα, μαύρισε ο ουρανός διπλό σκοτάδι, το ίδιο κι η θάλασσα. Μόλις έβλεπες τα κατάρτια των καϊκιών ν’ αργοσαλεύουν πέρα δώθε πάνω στο μουντό στερέωμα, σα μετρονόμια που κράταγαν στον άνεμο το ρυθμό των νερών. Πρέπει και να ψιλόβρεχε, εμείς δεν το βλέπαμε, έτσι στο βάθος που καθόμαστε. Μα έρχονταν από το πέλαγο οσμή υγρού νοτιά, μύριζε και το χώμα, μουλιασμένο ως ήταν.

Και να, δεν πέρασαν ούτε τρία λεφτά, και ξαναπαρουσιάστηκε στην πόρτα. Έκανε να μπει πάλι στο μαγαζί, ένεκα που είχε μεθύσι πεισματάρικο, επίμονο, τίποτα δεν τον έκανε ν’ αλλάξει το κέφι του. Μεμιάς όμως όλοι σηκωθήκαμε, η παρέα μας, η άλλη παρέα, ο μαγαζάτορας:

- Πάλι εδώ είσαι; Έξω! Έξω! Φεύγ' από δω! Πήγαινε στο σπίτι σου! Μπεκρούλιακα! Προστυχόμουτρο! Κολλιτσίδα! Ψείρα! Ψείρα!

Αυτό γίνηκε τίμια κι αυθόρμητα, μας είχε φέρει ως εδώ, ο αλιτήριος! Όσο εμείς ξαφνιαστήκαμε από το φέρσιμό μας, άλλο τόσο κι αυτός. Η κατακραυγή χίμηξε απάνω του, τόνε βάρεσε στο στήθος, τον σταμάτησε, τον πισωπλάτισε. Απόμεινε ασάλευτος, κρατώντας τα τυλιγμένα χταπόδια στο χέρι το ζερβί, κι έριξε ματιά γεμάτη δέος ολοτρόγυρα. Πρέπει τα μούτρα μας να ήσαν τόσο άγρια, που φοβήθηκε.

- Καλά... μουρμούρισε... Καλά! Θα φύγω... Αφού δε με θέλετε... Μα πού να πάω; Πού; Στην Ευταλία; Ένας λόγος είναι αυτός. Ούτε κι αυτή με θέλει, όπως κι εσείς. Κανείς! Κανείς...

Τον έπιασε κάτι σαν παράπονο, κι άπλωσε το χέρι όπου κρατούσε τα χταπόδια:

- Να! Αυτά τα χταπόδια. Στη χόβολη... Όλοι μαζί θα τα τρώγαμε. Ένα μεζέ κι ένα κρασί. Σαν άνθρωπος κι εγώ. Σαν άνθρωπος...

Μας κοίταγε και πρόσμενε κατανόηση, σαν άνθρωπος από τους ανθρώπους. Μα μόνο φάτσες παγωμένες αντίκρισε, μάτια γεμάτα σκληράδα και κακία. Κακία ανθρώπινη.

Τότε, κατάλαβε. Κάτι σαν αποκαρδίωση τον έπιασε, όλα έσπασαν εντός του. Έπεσε αδύναμο το χέρι που κρατούσε τα δυο χταπόδια στο στράτσο το χαρτί, μάταιη προσφορά στην κατανόηση των ανθρώπων. Πήρε αργή στροφή, βγήκε πάλι από το μαγαζί, έπεσε βαρύς στο σκαλοπάτι κι απόμεινε ασάλευτος, με το τσακισμένο του κεφάλι μες στις δυο παλάμες. Δεν εμίλησε πια, τίποτα δεν είπε, μα έσμιξε την ψυχή του με τη νύχτα του νοτιά, τη σκέπασε με σύγνεφα, την τύλιξε με πνοές όστριας χειμωνιάτικης. Όσο για μας, ξανασκύψαμε στα ποτήρια, στις εφημερίδες, στις κουβέντες μας, μην καταλαβαίνοντας, μη θέλοντας να καταλάβουμε. Πέρασε έτσι ώρα αρκετή, ίσως και δέκα λεφτά, ίσως και τέταρτο ολόκληρο. Κι όταν ανασήκωσα τα μάτια και κοίταξα την πόρτα, εκεί που είχε καθίσει, δεν τον είδα πια. Είχε φύγει, τράβηξε μέσα στη νύχτα, ποιος ξέρει για πού, να μαγειρέψει τα χταπόδια του, να πιει ένα κρασί, σαν άνθρωπος. Σαν άνθρωπος, ακριβώς...

Ήρθε τ’ αυτοκίνητο –καιρός ήταν, επί τέλους! Σηκωθήκαμε όλοι με ανακούφιση και τραβήξαμε κατά την πόρτα. Όχι μόνο που βιαζόμαστε, αλλά και κάτι μάς στενοχώραγε, μάς έπνιγε. Το κέφι μας είχε χαλάσει. Όπως δρασκέλαγα το κατώφλι της πόρτας, πάτησα σ’ ένα πράμα μαλακό, γλυστερό, που παρά τρίχα να πέσω, να τσακιστώ. Πρόφτασα όμως και κρατήθηκ’ από το μάνταλο του θυρόφυλλου, έσκυψα βλαστημώντας, κι είδα πως αυτό που πάτησα ήταν το στράτσο με τα δυο χταπόδια.

-- Ρε παιδιά! είπα, ο ερίφης παράτησε τα χταποδάκια του...

Όλοι απομείναμε σιωπηλοί, κάποιος στοχασμός ανάδευε εντός μας, ήταν φανερό αυτό.

-Μήπως και τον προφτάξουμε... μουρμούρισε ο υποπλοίαρχος.

Κοιτάξαμε πέρα δώθε, ψάξαμε τη νύχτα, με τους προβολείς της φορντ. Τίποτα. Η ακρογιαλιά ξαπλωνόταν ως πέρα σκοτεινή κι ερημική, μόνο κάποιος γάτος τριγυρνούσε κάτω από τη βροχή, ένεκα που κόντευε Γενάρης. Και πάλι απομείναμε δίβουλοι, συλλογισμένοι.

- Τί θα γίνει με τα χταπόδια; ρώτησα

Ο Αγλέουρας σήκωσε τους ώμους.

- Θα τα πάρω να τα φάω εγώ! είπε. Κρίμα να παν χαμένα...

Χαμένα... Με τι προσοχή τα κουβαλούσε ο κακόμοιρος, με τι λαχτάρα πρόσμενε να τα μαγερέψει να τα φάει, να τα ποτίσει με καναδυό ποτήρια! Ναι, να τα γλεντήσει «σαν άνθρωπος», παρέα με τους συνανθρώπους, που θα νιώθαν τον καημό της ψυχής του... Μα οι άνθρωποι -τα θεριά- δεν ένιωσαν, ούτε ήταν βολετό να νιώσουν. Άχρηστα τα χταποδάκια πια, άχθος και βάρος για την απελπισία του. Τα παράτησε στο κατώφλι κι έφυγε και τράβηξε, και πήγε...

Ω, Θεέ μου! Πώς έπλασες τόσο άχαρη τη ζωή, σε τούτονα τον κόσμο;…

* * *

Την άλλη μέρα –πάλι με το σούρουπο– στο ίδιο μαγαζί είμαστε μαζωμένοι, πάλι οι ίδιοι άνθρωποι και πάλι τ’ αυτοκίνητο περιμέναμε να’ ρθει να μας πάρει. Ούτε φωνή ούτε κουβέντα. Βαρύθυμες ήσαν οι ψυχές μας, πιότερο κι από τον ουρανό. Ο Αγλέουρας μάλιστα φαινόταν ζαβλακωμένος.

-- Τι έχεις; τον ρώτησα.

-- Εκείνα τα χταπόδια… Εδώ μού έχουν σταθεί.

-- Τα χταπόδια του Παναγιωτάκη; είπε ο μαγαζάτορας που σκούπιζε το τραπέζι με μια πατσαβούρα. Θεός σχωρέσ’ τον! Τόνε βρήκαν σήμερα το πρωί, στα βράχια του κάβου. Όπως ήταν τύφλα χτες το βράδυ, παραπάτησε, φαίνεται, κι έπεσε από ψηλά. Το κεφάλι του γίνηκε λιώμα…

Κανείς μας δεν εμίλησε. Μόνον ο Αγλέουρας σηκώθηκε από την καρέκλα.

-- Πού πας; τον ρώτησα.
-- Πάω να κάνω εμετό… είπε.
Ήταν κατακίτρινος.

Από τη συλλογή διηγημάτων «Το νερό της βροχής».

Χαλούμι


 Χαλούμι
Μάθετε πώς να φτιάχνετε στο σπίτι σας κυπριακό τυρί!

• 2 λίτρα πλήρες γάλα κατσικίσιο, αγελαδινό ή πρόβειο.
• 1 κ.γ. αλάτι
• 2 λεμόνια

Βράζουμε σε μέτρια θερμοκρασία το γάλα σε μία κατσαρόλα και το χτυπάμε με ένα αναδευτύρα (σύρμα) μέχρι να φουσκώσει.

Μόλις φουσκώσει, κλείνουμε το μάτι της κουζίνας και ρίχνουμε το χυμό από τα 2 λεμόνια.

Ανακατεύουμε και στη συνέχεια αφήνουμε το γάλα να πήξει για 15 λεπτά.

Τοποθετούμε μία καθαρή πετσέτα πάνω από ένα μπολ και ρίχνουμε μέσα το πηχτό μείγμα γάλακτος.

Δένουμε σφιχτά τη πετσέτα και πιέζουμε ελαφρά για να φύγουν τα πολλά ζουμιά. Αφήνουμε τη πετσέτα μέσα στο μπολ για 1 ώρα.

Γεμίζουμε μια μεγάλη κατσαρόλα με αρκετό νερό ώστε να καλύψουμε τη πετσέτα που περιέχει το τυρί.


Ρίχνουμε μέσα στο νερό 2 κ.γ αλάτι. Βάζουμε μέσα τη πετσέτα και αφήνουμε το τυρί μέσα στο βραστό νερό για 1 ώρα περιστρέφοντας το ανά μισή ώρα.
Όταν περάσει η 1 ώρα, βγάζουμε τη πετσέτα από τη κατσαρόλα και τη βάζουμε πάνω σ' ένα σουρωτήρι. Αφήνουμε το τυρί να κρυώσει.

Στη συνέχεια, βγάζουμε το τυρί από τη πετσέτα και το τοποθετούμε μέσα σε ένα μπολ. Το αφήνουμε να κρυώσει σε θερμοκρασία δωματίου και μετά καλύπτουμε το μπολ με μία καθαρή πετσέτα και το βάζουμε στο ψυγείο για ένα βράδυ.

Το πρωί το τυρί θα έχει σκληρύνει και θα είναι έτοιμο.
toarkoudi.gr

Καταφύγιο στα βουνά της Κρήτης

Από την εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ 29-6-2004


Έξι άγρια πουλιά που κινδυνεύουν με εξαφάνιση
βρίσκουν ακόμα καταφύγιο στα βουνά της Κρήτης
και προσπαθούν να επιβιώσουν, κυνηγημένα από ποιόν άλλο;
Από τον άνθρωπο.
Το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, παρακολουθούν τους πληθυσμούς αυτών των αρπακτικών που είναι τα εξής:


Για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει με φακό


 

Συναισθηματική Νοημοσύνη


Συναισθηματική Νοημοσύνη

Είναι γεγονός ότι δεν γεννιόμαστε με υψηλή Συναισθηματική Νοημοσύνη αλλά την αποκτούμε μέσα από την ανεπίσημη εκπαίδευση σε αυτήν κατά την παιδική και ενήλικη ζωή μας. 

Είναι λοιπόν ένα είδος νοημοσύνης το οποίο χτίζεται στην πορεία της ανάπτυξης ενός ανθρώπου. Μέχρι σήμερα η έλλειψη ενημέρωσης σε συνδυασμό με την προσκόλληση σε παλιές νοοτροπίες έχουν παρεμποδίσει την ουσιαστική κινητοποίηση για την οργανωμένη εκπαίδευση σε δεξιότητες Συναισθηματικής Νοημοσύνης διαιωνίζοντας προσωπικές και διαπροσωπικές δυσκολίες. Αυτό συνεπάγεται ότι στους περισσότερους από εμάς δεν έχουν σφυρηλατηθεί οι ικανότητες που πλαισιώνουν την υψηλή Συναισθηματική Νοημοσύνη.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου με υψηλή Συναισθηματική Νοημοσύνη; Η περιγραφή του Goleman (1995) είναι η πιο διαδεδομένη αυτή τη στιγμή:

1. Η αναγνώριση των συναισθημάτων μας: Η αυτοεπίγνωση, η αναγνώριση δηλαδή των συναισθημάτων μας την ώρα που δημιουργούνται θεωρείται ο ακρογωνιαίος λίθος της Συναισθηματικής Νοημοσύνης.

2. Ο έλεγχος των συναισθημάτων μας: η ικανότητα αυτή σχετίζεται με τη χειραγώγηση και τον έλεγχο των συναισθημάτων ώστε να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά οι καταστάσεις της ζωής. Η ικανότητα αυτή οικοδομείται πάνω στην αυτοεπίγνωση.

3. Η εξεύρεση κινήτρων για τον εαυτό μας: Η ικανότητα για αυτοέλεγχο επιτρέπει την προσήλωση της προσοχής σε συγκεκριμένους στόχους, τη στοχοθεσία, την αυτοκυριαρχία και τη δημιουργικότητα.

4. Η αναγνώριση των συναισθημάτων των άλλων: η ικανότητα αυτή αφορά την ενσυναίσθηση που είναι θεμελιώδης δεξιότητα.

5. Η διαχείριση των σχέσεων μας: Η ικανότητα αυτή αναφέρεται στην ικανότητα διαχείρισης των συναισθημάτων των άλλων.

Είναι σημαντικό να γίνει αναφορά και στη θεωρία του Sternberg (1966) σύμφωνα με την οποία η ‘Νοημοσύνη της επιτυχίας’ αφορά την ικανότητα του ατόμου να προσαρμόζεται στο περιβάλλον και να προσαρμόζει τις ανάγκες και τις ικανότητες του στο περιβάλλον ώστε να ολοκληρώνει τους προσωπικούς του στόχους.

Ποια είναι η σημασία της Συναισθηματικής Νοημοσύνης;

Σύμφωνα με έρευνες το υψηλό IQ (ο δείκτης νοημοσύνης που ήταν γνωστός μέχρι τώρα) δεν εξασφαλίζει την επαγγελματική και προσωπική επιτυχία. Οι έρευνες δείχνουν ότι μόνο το 4% της επιτυχίας οφείλεται στο IQ. Ας φανταστούμε έναν άνθρωπο με πολύ υψηλό ΙQ ο οποίος εκδηλώνει συχνά έντονα ξεσπάσματα θυμού διαταράσσοντας τις προσωπικές και επαγγελματικές του σχέσεις. Μπορεί να είναι επιτυχημένος προσωπικά και επαγγελματικά;

Τα αποτελέσματα των ερευνών δείχνουν επίσης ότι μπορεί μια επιχείρηση να προσλάβει κάποιον για τα προσόντα του (IQ, σπουδές) αλλά ότι τον κρατούν για το χαρακτήρα του (Συναισθηματική Νοημοσύνη).

Σε σχολεία όπου εφαρμόστηκε πρόγραμμα συναισθηματικής αγωγής παρατηρήθηκαν βελτίωση στην αναγνώριση και κατονομασία συναισθημάτων, μεγαλύτερη ικανότητα κατανόησης των αιτιών των συναισθημάτων, μεγαλύτερη ανοχή στην απογοήτευση, αποτελεσματικότερος έλεγχος του θυμού, περισσότερη υπευθυνότητα, καλύτερη κατανόηση των απόψεων των άλλων και βελτίωση στην επικοινωνία.

Παρατηρώντας τους ανθρώπους γύρω μας μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι δεν αρκεί το υψηλό IQ για να είναι κανείς ευτυχισμένος. Η ευτυχία εξαρτάται περισσότερο από τη σχέση μας με τον εαυτό μας και τους άλλους οι οποίες βελτιώνονται με την ικανότητα στην αυτοεπίγνωση, τον αυτοέλεγχο, στην ενθάρρυνση εαυτού, την ενσυναίσθηση και τις κοινωνικές δεξιότητες, δηλαδή την υψηλή Συναισθηματική Νοημοσύνη.

http://www.klinikilyrakou.gr/ekswterika_iatria-gr/ektakto-peristatiko/synaisthmatikh-nohmosynh-gr.html

Ελληνικός Ζεόλιθος

Ο ελληνικός φυσικός ζεόλιθος έχει την ικανότητα δέσμευσης βακτηρίων, αερίων, ανόργανων, οργανικών και οργανομεταλλικών ενώσεων, ρυθμίζει προς το ουδέτερο το ph των υδάτων και εμπλουτίζει τα ύδατα με οξυγόνο. Η ορυκτολογική σύσταση και οι φυσικοχημικές ιδιότητες καθιστούν τον ελληνικό φυσικό ζεόλιθο το καταλληλότερο υλικό για πολυάριθμες και πολύμορφες περιβαλλοντικές, βιομηχανικές, κτηνοτροφικές και αγροτικές εφαρμογές.

Ο Ζεόλιθος ως στρατηγικός στόχος

Σε μία Θράκη όπου όλοι πιστεύουν ότι τίποτα πια δεν είναι δυναμικό κι ότι δεν υπάρχει καμία προοπτική στα τοπικά δεδομένα, θέλαμε να προτείνουμε επιπλέον από άλλες υπηρεσίες όπως είναι το Μουσείο Καραθεοδωρή ή το Μέγαρο Μουσικής, και τον στρατηγικό στόχο του Ζεόλιθου. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι δεν είναι συγκρίσιμα πράγματα και θα είχε δίκιο σε πρώτη φάση, αν δεν είναι ικανός να δει πιο πέρα από τον ορίζοντα της καθημερινότητας. Ένας τόπος για να ζήσει πραγματικά το παρόν του, πρέπει να έχει προοπτικές για το μέλλον και αυτές πρέπει να είναι πολλαπλές και μάλιστα σε διάφορους τομείς που είναι φαινομενικά εντελώς ανεξάρτητοι. Το ίδιο ισχύει για όλη την Ελλάδα και με το θέμα της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Η ιδέα δεν είναι να τα περιμένουμε όλα από μία και μόνο πρωτοβουλία και να παραμείνουμε παθητικοί στους άλλους τομείς. Αν παλεύουμε για την ΑΟΖ δεν είναι μόνο και μόνο για τους υδρογονάνθρακες αλλά για όλες τις δυνατότητες που προσφέρει σε όλο το ελληνικό πλαίσιο. Και ξέρουμε ότι η ελληνική ΑΟΖ θα βοηθήσει και τη Θράκη μας απλώς πρέπει να έχει να βοηθήσει σε κάτι το συγκεκριμένο. Μία από τις προτάσεις μας σε πρακτικό επίπεδο είναι η αξιοποίηση του Ζεόλιθου. Η Θράκη είναι μία από τις πλουσιότερες περιοχές της Ελλάδας όσον αφορά στα πετρώματα του Ζεόλιθου. Δεν είναι ανάγκη να πούμε περισσότερο όσον αφορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση γιατί οι σκεπτικιστές και οι επιφυλακτικοί θα το θεωρήσουν υπερβολικό. Ας παραμείνουμε λοιπόν στο ελληνικό πλαίσιο.

Εξετάσαμε με τον Γιώργο Χατζηγεωργίου πολλές από τις ιδιότητες του Ζεόλιθου και πολλές από τις εφαρμογές του για την ανάπτυξη που σέβεται το περιβάλλον και τον άνθρωπο προσφέροντας ταυτόχρονα θέσεις εργασίας κατά συνέπεια και άλλοι μπορούν από περιέργεια και μόνο να μελετήσουν αυτά τα επιστημονικά δεδομένα και να τα αξιολογήσουν ανάλογα. Το σημαντικό είναι ότι η πατρίδα μας διαθέτει και την τεχνογνωσία και την τεχνολογία για την εξόρυξη και την εκμετάλλευση του Ζεόλιθου, πράγμα το οποίο θα προσφέρει δυνατότητες και στο λιμάνι Αλεξανδρούπολης λόγω της μεταφοράς. Με άλλα λόγια, έχουμε στη διάθεσή μας στη Θράκη ένα προϊόν πολλαπλής χρήσης που μπορεί αποτελεσματικά να φέρει οικονομικές απολαβές σε όλη την περιοχή. Επιπλέον καθώς μιλάμε για πετρώματα και όχι για μεταλλεύματα, δεν υπάρχουν βέβαια τα προβλήματα κυάνωσης που καταστρέφουν όχι μόνο το περιβάλλον αλλά και όλο το οικονομικό υπόβαθρο της περιοχής. Ο στρατηγικός στόχος του Ζεόλιθου δεν είναι ένα τέχνασμα αλλά μία πραγματικότητα που δεν έχουμε εκμεταλλευτεί. Πρέπει ειδικά οι Θρακιώτες να μάθουν όσο περισσότερα στοιχεία για τον Ζεόλιθο για να αντιληφθούν ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος καθυστέρησης για την εκμετάλλευσή του κι επιπλέον οι εξορύξεις μπορούν ν’ αρχίσουν άμεσα χρησιμοποιώντας όλα τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας. 

Η αξιοποίηση του Ζεόλιθου δεν είναι ένα τεχνολογικό ή επιστημονικό πρόβλημα, είναι απλώς θέμα πολιτικής βούλησης και θεωρούμε ότι μέσω της ενημέρωσης αυτή θα υπάρξει σύντομα.

Συνταγές με λιαστή ντομάτα

 Δεξί κλικ- προβολή εικόνας - φακός

Φαίδων Γεωργίτσης





Ο Φαίδων Γεωργίτσης (Αθήνα, 26 Ιανουαρίου 1939 - Αθήνα, 1 Μαρτίου 2019) ήταν Έλληνας ηθοποιός, σκηνοθέτης της τηλεόρασης, του θεάτρου και του κινηματογράφου.
---------------
Παλαιότερη ανάρτηση
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 1939. Σπούδασε στις δραματικές σχολές του Καρόλου Κουν, Χρήστου Βλαχιώτη και Πέλου Κατσέλη.


Πρωτοεμφανίστηκε
στον κινηματογράφο στην ταινία "Ποτέ την Κυριακή" του Ζυλ Ντασέν το 1960. Έγινε δημοφιλής μέσα από τις ταινίες-μιούζικαλ της Φίνος Φιλμς σε σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη, με συχνούς συμπρωταγωνιστές τη Ζωή Λάσκαρη, τη Μαίρη Χρονοπούλου, τον Κώστα Βουτσά, τη Μάρθα Καραγιάννη κ.ά. Στο θέατρο, έχει συνεργαστεί με το Θέατρο Τέχνης του Κουν, αλλά και με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και το Μ. Βολανάκη.

Ήταν παντρεμένος με την ηθοποιό Μπέτυ Αρβανίτη, με την οποία είχε σχηματίσει και δικό του θίασο.

Έχει ασχοληθεί επίσης με τη σκηνοθεσία σε θεατρικά και κινηματογραφικά έργα.

Στην τηλεόραση εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1972 στη σειρά "Κόκκινο δαχτυλίδι", ενώ έγινε πάλι δημοφιλής τη δεκαετία του '90 μέσα από τις καθημερινές τηλεοπτικές σειρές "Καλημέρα Ζωή" και "Λάμψη" του Νίκου Φώσκολου.

Τα τελευταία χρόνια, ασχολείται με το κτήμα "Κεκρωπία" και τον ομώνυμο θεατρικό θίασο που έχει ιδρύσει στο Κορωπί. Κινηματογράφος

Ο γιος του Τσάρλυ (2008)
Κατάσκοπος Νέλλη (1981)
Ηλεκτρικός άγγελος (1981)
Ο σεξοκυνηγός (1981)... Ανδρέας
Καγκελόπορτα (1978)
Παύλος Μελάς (1974)
Σατανικές ερωμένες (1974)
Μιρέλα η σάρκα της ηδονής (1973)
Επιχείρηση Κράιπε ο τάφος του Γ΄ Ράιχ (1972)
Πιο θερμή και από τον ήλιο (1972)
Κυνηγημένοι εραστές (1972)
Ένα κορίτσι που τα θέλει όλα (1972)
Το τρίπτυχο της αμαρτίας (1972)
Αεροσυνοδός (1971)
Υπερήφανοι αετοί (1971)
Η ζαβολιάρα (1971)... Κώστας
Όταν η πόλη πεθαίνει (1969)... Βασίλης Αρσένης
Ένας ιππότης για τη Βασούλα (1968)... Μήτσος Μπεζεστένης
Γοργόνες και μάγκες (1968)... Πέτρος Αθανασίου
Όλγα αγάπη μου (1968)... Πέτρος Βασιλειάδης
Μια κυρία στα μπουζούκια (1968)... Γιώργος Κονταξής
Το παρελθόν μιας γυναίκας (1968)
Εκείνος κι εκείνη (1967)
Οι θαλασσιές οι χάντρες (1967)... Φώτης Τσίτουρας
Πυρετός στην άσφαλτο (1967)... Νικόλαος Κούρσος
Νύχτα γάμου (1967)... Θάνος Καμπίρης
Επιχείρηση Δούρειος Ίππος (1966)
Βρώμικη πόλη (1965)... Τάσος Λιάσκης
Οι νέοι θέλουν να ζήσουν (1965)
Το χώμα βάφτηκε κόκκινο (1965)... Γιάννος
Οι εχθροί (1965)
Πικρή ζωή (1965)
Διωγμός (1964)... Γιάννης Χαραλάμπους
Το κορίτσι της Κυριακής (1964)
Ίλιγγος (1963)... Κώστας Παναγιωτόπουλος
Τα κόκκινα φανάρια (1963)... Άγγελος
Ουρανός (1962)... Γιάγκος
Φαίδρα (1962)
Ποτέ την Κυριακή (1960)... ναύτης
Ερόικα (1960)

Τηλεόραση

Τυφλόμυγα (2007)
Σιγά μην εκτεθούμε (2001)
Καλημέρα Ζωή (1993)
Λάμψη (1991)
Το τέλος της μοναξιάς (1991)
Το κανάλι των παρανόμων (1989)
Παραμύθια πίσω από τα κάγκελα (1984)
Το Μυστικό του άσπρου βράχου (1982)
Το Παιχνίδι (1979)
Καμπαρέ (1978)
Οι Πανθέοι (1977)
Γιούγκερμαν (1977)
Το Κορίτσι της Κυριακής (1972)
Κόκκινο δαχτυλίδι (1972)

Θέατρο

Ευρυδίκη
Λεωφορείον ο Πόθος
Άννα Κρίστι
Μις Τζούλια
Μήδεια
Collection
Ιούλιος Καίσαρ
Έντα Γκάμπλερ
Φωνάζει ο κλέφτης
Κουραμπιέδες
Ξύπνα Ραγιά
Φιλοσόφησέ το
Ο φιλόσοφος Ξάνθος και ο δούλος του Αίσωπος
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CF%89%CE

Ιερό Προσκύνημα Αγίου Γρηγορίου




Ιερό Προσκύνημα Αγίου Γρηγορίου φωτογραφία Artware

Η Νέα Καρβάλη Καβάλας αποτελεί συνέχεια της παλαιάς Καππαδοκικής Καρβάλης (Γκέλβερι) και είναι συνδετικός κρίκος στην αλυσίδα μιας μακραίωνης ιστορίας. Η λαμπρή της πορεία σημαδεύτηκε καθοριστικά από την παρουσία του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ενός από τους μεγαλύτερους Πατέρες της Εκκλησίας μας.

Κάθε χρόνο, το απόγευμα της παραμονής της εορτής, στις 24 Ιανουαρίου, ψάλλεται πανηγυρικός Εσπερινός και στη συνέχεια, το βράδυ, γίνεται η καθιερωμένη Αγρυπνία. Την ημέρα της εορτής του Αγίου Γρηγορίου, στις 25 Ιανουαρίου, τελείται το πρωί Πολυαρχιερατική Θεία Λειτουργία και αμέσως μετά, γίνεται η περιφορά του πανσέπτου σκηνώματος του Αγίου στους κεντρικούς δρόμους της κοινότητας της Νέας Καρβάλης.
https://www.visitkavala.gr/sightseeing/iero-proskinima-agiou-grigoriou/

Συνταγή: Σπιτικό απορρυπαντικό πιάτων


Συνταγή: Σπιτικό απορρυπαντικό πιάτων

Υλικά για ποσότητα περίπου 750 ml 1/2 κούπα τσαγιού υγρό σαπούνι ελιάς 1 κουταλιά σούπας λευκό ξύδι 1 κουταλιά σούπας σόδα πλυντηρίου (σε μορφή κρυστάλλων) 1 1/2 κούπα βραστό νερό Προαιρετικά: 5 σταγόνες αιθέριο έλαιο λεμονιού
Εκτέλεση Αναμείξτε το σαπούνι με το ξύδι. Μην εκπλαγείτε αν το δείτε να κόβει σαν αυγό, συνεχίστε ν” ανακατεύετε. Ρίξτε τη σόδα πλυντηρίου Στο μεταξύ βράστε το νερό, ρίξτε το στο μειγμα κι ανακατέψτε. Όταν κρυώσει, είναι έτοιμο προς χρήση.
Αφαιρεί αποτελεσματικά τα λίπη και τη βρωμιά.

Σήμερα... 26/1 ΞΕΝΟΦΩΝ

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!
ΞΕΝΟΦΩΝ

Πωλ Λέοναρντ Νιούμαν





Ο Πωλ Λέοναρντ Νιούμαν (Αγγλ.: Paul Leonard Newman, 26 Ιανουαρίου 1925 - 26 Σεπτεμβρίου 2008) ήταν Αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης. Είχε λάβει πολυάριθμα βραβεία για το έργο του, ανάμεσα στα οποία ένα Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου (επίσης 2 τιμητικά και 9 υποψηφιότητες), 6 Χρυσές Σφαίρες, ένα Βραβείο SAG, ένα BAFTA και ένα Έμμυ. Είχε επίσης βραβευτεί για την ερμηνεία του στην ταινία «Πόθοι στην κάψα του καλοκαιριού» (1958) στο Φεστιβάλ των Καννών, ενώ έχει λάβει τον Ασημένιο Λέοντα στο Φεστιβάλ του Βερολίνου για την ταινία «Δεν είμαι κορόιδο κανενός» (1994). Επίσης, για μια εικοσαετία υπήρξε οδηγός αγωνιστικών αυτοκινήτων, ενώ μέχρι και τις τελευταίες μέρες της ζωής του προσέφερε πλούσιο φιλανθρωπικό έργο.


Ο Νιούμαν γεννήθηκε στο Σέικερ Χάιτς, στην πολιτεία Οχάιο. Ήταν γιος της Τερέζα (το γένος Φέτζερ ή Φέτσκο) [1][2] και του Άρθουρ Σ. Νιούμαν, που διατηρούσε ένα επιτυχημένο κατάστημα αθλητικών ειδών. [3][4] Ο πατέρας του ήταν Εβραίος και η μητέρα του προερχόταν από οικογένεια Σλοβάκων Καθολικών, από το πάλαι ποτέ Βασίλειο της Ουγγαρίας. Ο Νιούμαν έχει χαρακτηρίσει τον εαυτό του Εβραίο, υποστηρίζοντας πως αποτελεί «μεγαλύτερη πρόκληση» [5]. Η μητέρα του ηθοποιού εργαζόταν στο οικογενειακό κατάστημα, ενώ μεγάλωνε τον Πωλ και τον αδερφό του Άρθουρ (ο οποίος στο μέλλον έγινε παραγωγός και διευθυντής παραγωγής).[6]

Ο Νιούμαν έδειξε ένα πρώιμο ενδιαφέρον για το θέατρο, το οποίο ενθάρρυνε η μητέρα του. Σε ηλικία επτά ετών, πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στην υποκριτική, σε μια σχολική παράσταση. Όταν αποφοίτησε από το λύκειο το 1943, φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο (που εδρεύει στην πόλη Αθήνα) σπουδάζοντας οικονομικά [7]. Αποτέλεσε μέλος της φοιτητικής αδερφότητας Φι Κάππα Ταυ.
Στρατιωτική Θητεία

Ο Νιούμαν υπηρέτησε στο Ναυτικό κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στις επιχειρήσεις στον Ειρηνικό Ωκεανό [6]. Εστάλη στο πρόγραμμα V-12 του Γέιλ με την ελπίδα να γίνει δεκτός σαν πιλότος. Αλλά το σχέδιο αυτό ανετράπη όταν ένας γιατρός διέγνωσε σε αυτόν αχρωματοψία [6][8]. Εστάλη σε στρατόπεδο εκπαίδευσης και κατόπιν εκπαιδεύτηκε ως ασυρματιστής και σκοπευτής. Αφού εκπαιδεύτηκε ως ασυρματιστής και πολυβολητής σε τορπιλλοπλάνα, το 1944 εστάλη στο Μπάρμπερς Πόιντ, στη Χαβάη, και κατόπιν έλαβε μετάθεση για τα εφεδρικά σώματα που στρατοπέδευαν στον Ειρηνικό. Υπηρέτησε στο αεροπλανοφόρο USS Bunker Hill κατά τη Μάχη της Οκινάουα την άνοιξη του 1945. Εστάλη εκεί με μια εφεδρική μοίρα αεροπλάνων Avenger λίγο πριν την επίθεση, αλλά από κάποιο θέλημα της τύχης δεν πέταξε γιατί ο πιλότος του είχε κάποια μόλυνση στα αυτιά. Η υπόλοιπη ομάδα του δεν επέστρεψε ποτέ [9].

Μετά τον πόλεμο, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Κολλέγιο Κένυον, αποφοιτώντας το 1949. Ο Νιούμαν αργότερα σπούδασε υποκριτική στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ και υπό την εποπτεία του Λη Στράσμπεργκ στο Actors' Studio της Νέας Υόρκης [6].

Ο Νιούμαν έκανε το ντεμπούτο του σε θέατρο του Μπρόντγουεϊ, στην αυθεντική παραγωγή του έργου του Γουίλιαμ Ιντζ με τίτλο «Picnic». Κατόπιν συμμετείχε στο ανέβασμα των παραστάσεων «The Desperate Hours» και «Γλυκό Πουλί της Νιότης» με την Τζεραλντίν Πέιτζ. Αργότερα πρωταγωνίστησε στην κινηματογραφική εκδοχή του τελευταίου και πάλι με την Πέιτζ.

Η πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο ήταν στο «Ασημένιο Δισκοπότηρο» (1954), το οποίο ακολούθησαν οι αναγνωρισμένοι ρόλοι στις ταινίες «Εμείς οι ζωντανοί» (1956), ως μποξέρ Ρόκι Γκρατσιάνο, «Λυσσασμένη Γάτα» (1958), πλάι στην Ελίζαμπεθ Τέιλορ, και «The Young Philadelphians» (1959), με την Μπάρμπαρα Ρας και τον Ρόμπερτ Βων.

Ο Νιούμαν συμμετείχε σε ένα δοκιμαστικό με τον Τζέιμς Ντην για την ταινία «Ανατολικά της Εδέμ» (1955). Ο Νιούμαν έκανε δοκιμαστικό για το ρόλο του Άρον Τρασκ, ενώ ο Ντιν για αυτόν του μεγαλύτερου αδερφού του, Καλ Τρασκ (αν και ο Νιούμαν ήταν μεγαλύτερος ηλικιακά του Ντιν). Ο Ντιν κέρδισε το ρόλο του Καλ, αλλά το κομμάτι του Νιούμαν δόθηκε στον Ρίτσαρντ Ντάβαλος. Την ίδια χρονιά ο Νιούμαν συμπρωταγωνίστησε με την Εύα Μαρί Σεντ και το Φρανκ Σινάτρα σε μια ζωντανή και έγχρωμη μετάδοση του θεατρικού έργου του Θόρτον Γουάιλντερ με τίτλο «Η πόλη μας». Το 2003 ο Νιούμαν συμμετείχε σε ένα ριμέικ του ίδιου θεατρικού.

Ο Νιούμαν ήταν ένας από τους λίγους ηθοποιούς που έκαναν με επιτυχία τη μετάβαση από το σινεμά της δεκαετίας του ’50 σε αυτό των δεκαετιών ’60 και ’70. Η επαναστατική του περσόνα είχε πέραση στην επόμενη γενιά. Ο Νιούμαν πρωταγωνίστησε στις ταινίες «Έξοδος» (1960), «Ο κόσμος είναι δικός μου» (1961), «Άγριος Σαν Θύελλα» (1963), «F.B.I Φάκελος 17, άκρως εμπιστευτικόν» (1966), «Όμπρε!» (1967), «Ο Μεγάλος Δραπέτης» (1967), «Ο Πύργος της Κολάσεως» (1974), «Άγριο Παιχνίδι» (1977) και «Η Ετυμηγορία» (1982). Με τον ηθοποιό Ρόμπερτ Ρέντφορντ και το σκηνοθέτη Τζωρτζ Ρόι Χιλ συμμάχησε δύο φορές, για τις δυο υπερεπιτυχημένες ταινίες «Οι Δύο Ληστές» (1969) και «Το Κεντρί» (1973).

Πραγματοποίησε κοινές εμφανίσεις με τη σύζυγό του, Τζοάν Γούντγουορντ, στις ταινίες «Πόθοι στην κάψα του καλοκαιριού» (1958), «Καλημέρα ζωή» (1958), «Δεσμώτες της ηδονής» (1960), «Αγαπηθήκαμε στο Παρίσι» (1961), «Στους δυο τρίτος δεν χωρεί» (1963), «Άσσοι της ταχύτητος και του ιλίγγου» (1969), «WUSA» (1970), «Ο επιθεωρητής Χάρπερ» (1975), «Χάρρυ και γιος: Η σύγκρουση» (1984) και «Ο κύριος και η κυρία Μπριτζ» (1990).

Εκτός από το να πρωταγωνιστήσει και να σκηνοθετήσει την ταινία «Χάρρυ και γιος: Η σύγκρουση», ο Νιούμαν σκηνοθέτησε τέσσερις ακόμη ταινίες (στις οποίες δεν συμμετείχε ως ηθοποιός) με πρωταγωνίστρια την Γούντγουαρντ. Ήταν οι ταινίες «Γνώρισα την αγάπη, γνώρισα τη ζωή» (Rachel, Rachel 1968), βασισμένο στο μυθιστόρημα της Μάργκαρετ Λώρενς «A Jest of God», η μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του βραβευμένου με Πούλιτζερ θεατρικού «Άγριες Μαργαρίτες» (1972), η μεταφορά στη μικρή οθόνη του βραβευμένου με Πούλιτζερ θεατρικού «The Shadow Box» (1980) και η μεταφορά στον κινηματογράφο του έργου του Τένεσι Ουίλιαμς με τίτλο «Ο Γυάλινος Κόσμος» (1987).

25 χρόνια μετά την κυκλοφορία της ταινίας «Ο κόσμος είναι δικός μου!», ο Νιούμαν εμφανίστηκε και πάλι στο ρόλο του «Γρήγορου» Έντυ Φέλσον στην ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε, «Το χρώμα του χρήματος» (1986) για την οποία έλαβε το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου.

Το 2003, εμφανίστηκε σε μια θεατρική παράσταση του Μπρόντγουεϊ, την επανέκδοση του έργου του Θόρτον Γουάιλντερ, «Η πόλη μας». Έλαβε την πρώτη του υποψηφιότητα για Τόνυ για την ερμηνεία του. Το PBS και το κανάλι της καλωδιακής τηλεόρασης Showtime μετέδωσαν μια μαγνητοσκόπηση της παράστασης, οπότε ο Νιούμαν έλαβε επίσης υποψηφιότητα για Έμμυ.

Η τελευταία του εμφάνιση στον κινηματογράφο ήταν στο ρόλο του αφεντικού μιας οργάνωσης παρανόμων στην ταινία «Ο Δρόμος της Απώλειας», στο πλευρό του Τομ Χανκς, ενώ δάνειζε τη φωνή του για ταινίες. Συμβαδίζοντας με την αγάπη του για τους αγώνες αυτοκινήτων, παρείχε τη φωνή για τον Ντοκ Χάντσον, ένα αποσυρμένο αγωνιστικό αυτοκίνητο στην ταινία των Disney και Pixar, «Αυτοκίνητα». Ήταν επίσης ο αφηγητής της ταινίας του 2007 «Ντείλ», σχετικά με τη ζωή του θρυλικού οδηγού NASCAR, Ντέιλ Έρνχαρντ.

Δημοφιλείς αναρτήσεις Τελευταίες 7 ημέρες