Τετάρτη, Μαΐου 12, 2021

Επίκληση (απόσπασμα άρθρου)




για μεγέθυνση ροδάκι για άνοιγμα 
σε νέα καρτέλα με φακό+-
 









H Αποθέωση του Ηρακλή

Σε μια εντελώς πρωτότυπη σύνθεση o Ηρακλής με έκδηλη την ευδαιμονία του παρουσιάζεται αναγερμένος στην κλίνη. Μπροστά του ένα τραπέζι γεμάτο με διάφορα αντικείμενα. Αριστερά η Αθηνά του προσφέρει ένα λουλούδι. Κάτω από την κλίνη είναι φυτρωμένη μια κληματαριά που διακοσμεί με τα φύλλα της όλη την επιφάνεια.

Χρησιμοποιήθηκε κόκκινο χρώμα για την απόδοση της γενειάδας του Ηρακλή, των φύλλων της κληματαριάς καθώς και στα αντικείμενα στο τραπέζι. Με μαύρο τονίζεται ο κάνθαρος που κρατά ο Ηρακλής και η κύλικα στο τραπέζι. Έντονα διακοσμημένη είναι η κλίνη και ο χιτώνας της Αθηνάς.

Το ίδιο θέμα σε μελανόμορφη εικονίζεται στην άλλη πλευρά του αγγείου, με τη διαφορά ότι πίσω από την Αθηνά εμφανίζεται ο Ερμής και πίσω από τον Ηρακλή ένας οινοχόος βρίσκεται μπροστά σ’ ένα δίνο που στηρίζεται στο υποστατό του.

Αμφορέας τύπου Α, 520-510 π.Χ. ύψος 53,5 Munich, Antikensammlungen


Διαβάστε επίσης:

Κάθριν Χάουτον Χέπμπορν (αγγλικά: Katharine Houghton Hepburn, 12 Μαΐου 1907 – 29 Ιουνίου 2003)

Katharine Hepburn promo pic.jpg

H Κάθριν Χάουτον Χέπμπορν (αγγλικά: Katharine Houghton Hepburn, 12 Μαΐου 1907 – 29 Ιουνίου 2003) ήταν Αμερικανίδα ηθοποιός του κινηματογράφου, της τηλεόρασης και του θεάτρου.

Ένας θρύλος της οθόνης, η Χέπμπορν, μέσα από την πολυετή καριέρα της (73 χρόνια) διατηρεί το ρεκόρ για τα περισσότερα Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου, τέσσερα τον αριθμό, από δώδεκα υποψηφιότητες (η Μέριλ Στριπ κατέχει το ρεκόρ των περισσότερων υποψηφιοτήτων με δεκαεννέα). Η Χέπμπορν κέρδισε βραβείο Έμμυ τo 1976 για το ρόλο της στην τηλεταινία Love Among the Ruins (Αγάπη Ανάμεσα στα Ερείπια). Ήταν επίσης υποψήφια για τέσσερα ακόμα Emmy, δύο βραβεία Τόνι και εφτά Χρυσές Σφαίρες. Το 1999 το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την αξιολόγησε πρώτη στη λίστα με τις καλύτερες γυναίκες ηθοποιούς όλων των εποχών. 

Πρώιμα χρόνια

Η Χέπμπορν γεννήθηκε στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ. Οι γονείς της ήταν η φεμινίστρια Κάθριν Μάρθα Χάουτον (1878-1951) (μια από τις κληρονόμους της εταιρίας γυαλιού Corning και συνιδρύτρια της οργάνωσης για θέματα υγείας στην αναπαραγωγή, και ο Δρ. Τόμας Νόρβαλ Χέπμπορν (1879-1962), ο οποίος ήταν ένας επιτυχημένος ουρολόγος από τη Βιρτζίνια με ρίζες στο Μέριλαντ. Ήταν Σκωτσέζικης και Αγγλικής καταγωγής. 

Τα αδέρφια της ήταν ο Τόμας Χάουτον Χέπμπορν (1905-1921), ο Ρίτσαρντ Χάουτον Χέπμπορν (1911-2000), ο Ρόμπερτ Χότον Χέπμπορν (1913-2007), η Μάριον Χάουτον Χέπμπορν Γκραντ (1918-1986) και η Μάργκαρετ Χότον Χέπμπορν Πέρρυ (1920-2006).

Ο πατέρας τής Χέπμπορν επέμενε τα κορίτσια να κολυμπούν, να παίζουν γκολφ και τέννις και να κάνουν ιππασία . Η Χέπμπορν θέλοντας διακαώς να ευχαριστήσει τον πατέρα της κέρδισε ένα χάλκινο μετάλλιο στο καλλιτεχνικό πατινάζ από τη λέσχη πατινάζ του Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν και έφτασε στα ημιτελικά του Πρωταθλήματος Γκολφ Νεανίδων του Κονέκτικατ. Η Χέπμπορν απολάμβανε ιδιαίτερα το κολύμπι και βουτούσε συχνά στα παγωμένα νερά που βρίσκονταν μπροστά από το παραθαλάσσιο σπίτι της στο Κονέκτικατ, πιστεύοντας γενικά πως "όσο πιο πικρό το φάρμακο τόσο καλύτερο είναι για σένα". Συνέχισε το αναζωογονητικό αυτό κολύμπι μέχρι τα 80 της. 

Η Χέπμπορν θα έφτανε να αναγνωριστεί για το αθλητικό της σώμα - εκτέλεσε μόνη της όλες τις πτώσεις σε ταινίες όπως Η Γυναίκα με τη Λεοπάρδαλη (Bringing up Baby, 1938) που θεωρείται σήμερα υπόδειγμα σοφιστικέ κωμωδίας.

Στις 3 Απριλίου 1921, καθώς επισκεπτόταν κάποιους φίλους της στο Greenwich Village, η Χέπμπορν βρήκε το μεγαλύτερο αδερφό της Τομ (γεννημένο στις 8 Νοεμβρίου 1905), ο οποίος αποτελούσε το είδωλό της, να κρέμεται από το πλάγιο καδρονάκι της σοφίτας από ένα σκοινί, νεκρό, προφανώς από αυτοκτονία. Η οικογένειά της αρνήθηκε ότι το προκάλεσε ο ίδιος στον εαυτό του υποστηρίζοντας πως ήταν ένα ευτυχισμένο αγόρι. Επέμεναν πως ήταν ένας πειραματισμός που πήγε στραβά. Εικάζεται ότι προσπαθούσε να αναπαράγει ένα κόλπο που είχε δει σε ένα θεατρικό με την Κάθριν. Η Χέπμπορν ήταν συντετριμμένη βυθίστηκε στην κατάθλιψη κι ήταν καχύποπτη με τους ανθρώπους. Ήταν επιφυλακτική με τα άλλα παιδιά και έλαβε το μεγαλύτερο μέρος της εκπαίδευσής της στο σπίτι της. Για πολλά χρόνια χρησιμοποιούσε τα γενέθλια του Τομ (8 Νοεμβρίου) ως δικά της. Η Χέπμπορν δεν είχε αποκαλύψει την πραγματική ημερομηνία γέννησής της, 12 Μαΐου 1907, μέχρι τη στιγμή που έγραψε την αυτοβιογραφία της Me: Stories of my Life.

Η Χέπμπορν μορφώθηκε στο Oxford School, σημερινό Kingswood-Oxford School, στο Δυτικό Χάρτφορντ του Κονέκτικατ, πριν πάει στο Κολέγιο του Bryn Mawr. Ενώ ήταν στο κολέγιο, η Χέπμπορν αποβλήθηκε λόγω παραβίασης της απαγόρευσης εξόδου και καπνίσματος, το οποίο δεν προωθούνταν εκείνη την εποχή στις γυναίκες. Δεκαετίες αργότερα, η Χέπμπορν θα επιβεβαίωνε ότι όταν έπεφτε το σκοτάδι, συνήθιζε να κολυμπά γυμνή στο συντριβάνι του κολεγίου. Έλαβε πτυχίο Ιστορίας και Φιλοσοφίας το 1928, την ίδια χρονιά έκανε το ντεμπούτο της στο Μπρόντγουεϊ με ένα μικρό ρόλο στο έργο Νυχτερινή Οικοδέσποινα.

Ένα εξαίσιο έτος για τη Χέπμπορν, το 1928 σημαδεύητκε από το γάμο της με τον κοσμικό επιχειρηματία Λάντλοου ("Λούντυ") Όγκντεν Σμιθ, τον οποίο συνάντησε όταν φοιτούσε στο Bryn Mawr και παντρεύτηκαν μετά από ένα σύντομο αρραβώνα. Ο γάμος του Σμιθ και της Χέπμπορν ήταν ρευστός από την αρχή και ξόδευαν όλο και λιγότερο χρόνο μαζί καθώς η Χέπμπορν συνέχιζε τη θεατρική καριέρα της και ταξίδευε. Χώρισαν στο Μεξικό το 1934. Φοβούμενος πως το διαζύγιο από το Μεξικό δεν ήταν έγκυρο, ο Λάντλοου πήρε δεύτερο διαζύγιο στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1942 και λίγες μέρες αργότερα ξαναπαντρεύτηκε. Η Κάθριν Χέπμπορν εξέφραζε συχνά την ευγνωμοσύνη της απέναντι στο Λάντλοου για την οικονομική και ηθική υποστήριξή του στα πρώτα στάδια της καριέρας της. Ο "Λούντυ" συνέχισε να είναι φίλος μιας ζωής με την ίδια και την οικογένεια Χέπμπορν.

Στις 21 Σεπτεμβρίου 1938, η Χέπμπορν έμενε στο παραθαλάσσιο σπίτι της στην κωμόπολη του Ολντ Σέιμπρουκ (Old Saybrook) στο Κονέκτικατ όταν ένας πανίσχυρος τυφώνας χτύπησε και κατέστρεψε το σπίτι της. Η Χέπμπορν μόλις που διέφυγε το θάνατο πριν το σπίτι της παρασυρθεί πάνω στα βράχια.

Το 1991, δήλωσε στο βιβλίο της Εμένα πως έχασε το 95% από τα υπάρχοντά της στην καταιγίδα, συμπεριλαμβανομένου και του Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου που έλαβε το 1933, που βρέθηκε αργότερα ανέπαφο.

Λαχανοντολμάδες με ρύζι

Για μεγέθυνση πατάτε ροδάκι και ανοίγει νέα καρτέλα με φακό +-

Πολίτικα νηστίσιμα
από την Μίμα Καρβούνη 

Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ (αγγλ.: Florence Nightingale) (12 Μαΐου 1820 – 13 Αυγούστου 1910)

Florence Nightingale (H Hering NPG x82368).jpg


Η Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ (αγγλ.: Florence Nightingale) (12 Μαΐου 1820 – 13 Αυγούστου 1910) έμεινε στην ιστορία με το προσωνύμιο "Η Κυρία με το Φανάρι" αν και στην εποχή της ήταν γνωστη ως «Η Κυρία με το Σφυρί». Ήταν Βρετανίδα πρωτοπόρος της σύγχρονης νοσηλευτικής, με σημαντικό έργο κοινωνικής αναμόρφωσης, αλλά και αξιοσημείωτη παρουσία στον τομέα της στατιστικής.

Βιογραφία

Η Φλόρενς γεννήθηκε σε μια πλούσια βρετανική οικογένεια σε μια βίλα στην Φλωρεντία στην ιταλική επαρχία της Τοσκάνης, από την οποία έλαβε το όνομά της. Ήταν γόνος εύπορης αγγλικής οικογένειας που είχε εγκατασταθεί στην Φλωρεντία. Όταν γύρισε με τον πατέρα της στην Αγγλία, έκανε αξιόλογες σπουδές και έμαθε λατινικά και ελληνικά. Στα είκοσί της δήλωσε στους γονείς ότι επιθυμούσε να γίνει νοσηλεύτρια, αλλά εκείνοι της το αρνήθηκαν τονίζοντας ότι ένα τέτοιο επάγγελμα δεν άρμοζε στη δική τους κοινωνική τάξη. Όταν όμως έγινε τριάντα χρονών, η Φλόρενς αποφάσισε να μείνει ανύπαντρη και να σπουδάσει νοσηλευτική στο Κάιζερσβερτ, κοντά στον Ρήνο, αλλά και σε διάφορα νοσοκομεία της Αγγλίας και της Γαλλίας. Στην διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου (1854-1855) ανέλαβε τη θέση προϊσταμένης στο νοσοκομείο Κινγκς Κόλλετζ. Σε λίγο καιρό όμως αναχώρησε για το μέτωπο επικεφαλής 28 νοσηλευτριών, και μάλιστα, παρ' όλες τις δυσκολίες, κατόρθωσε να αυξήσει τον αριθμό τους σε 100.

Εργαζόταν σε ένα νοσοκομείο στο Σκούταρι, κοντά στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο στέγαζε 1.500 ασθενείς κάτω από πραγματικά απαίσιες συνθήκες. Το ποσοστό θνησιμότητας του νοσοκομείου είχε φτάσει το 42%, γιατί νοσηλεύονταν εκεί ασθενείς με βαριά περιστατικά από επιδημίες (τύφο, χολέρα, δυσεντερία κλπ.). Παρ' όλα αυτά η Φλόρενς κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες για να σώσει τους ασθενείς και έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να τους απαλύνει τον πόνο.

Η εικόνα της Νάιτινγκεϊλ να κυκλοφορεί ανάμεσα στα κρεβάτια των ασθενών τη νύχτα κρατώντας ένα φανάρι ήταν τόσο αντιπροσωπευτική της ευσυνειδησίας της και της ακούραστης προσπάθειάς της να ανακουφίσει τον πόνο των ασθενών που της χάρισε το προσωνύμιο «Η Κυρία με το Φανάρι». Όμως την εποχή που εργάζονταν στον Κριμαϊκό Πόλεμο είχε μείνει γνωστή με το προσωνύμιο «Η Κυρία με το Σφυρί» γιατί κάποτε που της είχαν αρνηθεί πρόσβαση σε μία κλειδωμένη φαρμακαποθήκη εκείνη, αντίθετα από ότι θα περίμενε κανείς από μία τρυφερή νοσηλεύτρια ευγενικής καταγωγής, πήρε ένα σφυρί και έσπασε την κλειδαριά.

Μετά το τέλος του πολέμου επέστρεψε στην Αγγλία και αποσύρθηκε στην προσωπική της ζωή. Πέθανε στις 13 Αυγούστου 1910.

Σήμερα στο Γουότερλου Πλέις στο Λονδίνο υπάρχει άγαλμά της που την δείχνει να κρατά το φανάρι με το οποίο έμεινε γνωστή.

Μπέντριχ Σμέτανα

 


Ο Μπέντριχ Σμέτανα (Bedřich Smetana ή Friedrich Smetana, 2 Μαρτίου 1824 - 12 Μαΐου 1884) ήταν Τσέχος μουσικοσυνθέτης του Ρομαντισμού.

Είναι γνωστός για το συμφωνικό ποίημά του Vltava (Μολδάβας), το δεύτερο από τα 6 της συλλογής Má vlast ("Η χώρα μου"), και για την όπερά του Η ανταλλαγμένη νύφη. Έγραψε 8 όπερες, 6 συμφωνικά ποιήματα με τον γενικό τίτλο Η Πατρίδα μου, ένα τρίο με πιάνο, 2 κουαρτέτα για έγχορδα, πολλά έργα για πιάνο (πόλκες και τσέχικοι χοροί), χορικά και μελωδίες.

Ένας πλήρης χρονολογικός κατάλογος οπερών του Σμέτανα

Braniboři v Čechách ("Οι Βρανδεβούργιοι στη Βοημία")
Prodaná nevěsta ("Η πουλημένη μνηστή")
Dalibor ("Νταλιμπόρ")
Libuše ("Λιμπούσα")
Dvě vdovy ("Οι δύο χήρες")
Hubička ("Το φιλί")
Tajemství ("Το μυστικό")
Čertova stěna ("Ο τοίχος του διαβόλου")

Ο Σμέτανα ήταν γιος ζυθοποιού. Μελέτησε το πιάνο και το βιολί από νεαρή ηλικία, και έπαιξε σε ένα ερασιτεχνικό κουαρτέτο με άλλα μέλη της οικογένειάς του. Υπήρξε μαθητής σε γυμνάσιο του Πίλζεν το 1840-1843. Σπούδασε μουσική στην Πράγα, παρά την αρχική αντίδραση του πατέρα του. Εξασφάλισε μια θέση ως κύριος μουσικός σε μια ευγενή οικογένεια, και το 1848 έλαβε χρήματα από τον Φραντς Λιστ για να συνεχισει τις σπουδες του.

Το 1856, ο Σμέτανα κινήθηκε προς το Γκέτεμποργκ της Σουηδίας, όπου δίδαξε και διεύθυνε. Το 1863, γύρισε πίσω στην Πράγα, άνοιξε ένα νέο σχολείο μουσικής και αφιερώθηκε στην προώθηση της τσεχικής μουσικής. Από το 1875 έζησε στο μικρό χωριό Jabkenice. Το 1883 ο Σμέτανα, λόγω στα περαιτέρω προοδευτικά νευρολογικά αποτελέσματα της ασθένειάς του, έγινε παράφρων, και λήφθηκε σε ένα διανοητικό νοσοκομείο στην Πράγα, όπου πέθανε το επόμενο έτος.

Ο Σμέτανα ήταν ο πρώτος συνθέτης που εγράψε μουσική σε συγκεκριμένα τσέχικα θέματα και χαρακτήρα. Πολλές από τις όπερές του είναι βασισμένες σε τσεχικούς μύθους, με πιο γνωστή την κωμωδία της ανταλλαγμένης νύφης (1866). Χρησιμοποίησε πολλούς τσεχικούς ρυθμούς χορού και οι μελωδίες του μερικές φορές μοιάζουν με τα λαϊκά τραγούδια της Τσεχίας. Άσκησε μεγάλη επιρροή στον Αντονίν Ντβόρζακ, ο οποίος χρησιμοποίησε επισης τσεχικά θέματα στα έργα του.

Κάθε χρόνο, στην επέτειο του θανάτου του, ξεκινάει το Διεθνές μουσικό φεστιβάλ της Πράγας.

http://el.wikipedia.org/wiki/Μπέντριχ_Σμέτανα

Αγγλογαλλική κατοχή της Αθήνας

Η Αθήνα το 1837Τέσσερα χρόνια μετά τα Παρκερικά, οι μεγάλες δυνάμεις επεμβαίνουν εκ νέου στα εσωτερικά της Ελλάδας. Στρατιωτικές δυνάμεις της Γαλλίας και της Βρετανίας θέτουν για τρία χρόνια υπό τον έλεγχό τους την Αθήνα και τον Πειραιά (1854-1857), επειδή ο βασιλιάς Όθων υποδαύλιζε την εξέγερση των Ελλήνων στις υπόδουλες περιοχές της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, ενέργεια που αντιστρατευόταν τα συμφέροντα τους. Το επεισόδιο αυτό εντάσσεται στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856), που αναδιαμόρφωσε τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ευρώπη, στα μέσα του 19ου αιώνα.

Όλα ξεκίνησαν, όταν ο δυναμικός τσάρος της Ρωσίας Νικόλαος Α' ήθελε να τελειώνει με τη θνήσκουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, με σκοπό να επωφεληθεί από την κληρονομιά της. Η απόφασή του να κηρύξει τον πόλεμο στον Σουλτάνο στις 4 Οκτωβρίου του 1853 βρήκε αντίθετες τη Γαλλία και τη Βρετανία, που για να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα τάχθηκαν υπέρ της ακεραιότητας της αυτοκρατορίας του.

Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε φρενίτιδα ενθουσιασμού στους Έλληνες, που θεώρησαν ότι είχε έλθει η στιγμή για την εκπλήρωση των εθνικών ονείρων και της Μεγάλης Ιδέας. Σχεδόν αμέσως συγκροτήθηκαν εθελοντικά σώματα, τα οποία έχοντας την ολόθερμη συμπαράσταση του βασιλικού ζεύγους, του Όθωνα και της Αμαλίας, εισέβαλαν στα αλύτρωτα εδάφη της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, που τότε βρίσκονταν υπό την κυριαρχία των Οθωμανών Τούρκων, για να ενισχύσουν τις τοπικές εξεγέρσεις του ελληνικού στοιχείου.

Η Βρετανία και η Γαλλία δεν είδαν με καλό μάτι την κίνηση αυτή των Ελλήνων, που αντικειμενικά ευνοούσε τον τσάρο, αφού κρατούσε καθηλωμένες στον υπόδουλο ελληνικό χώρο σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις των συμμάχων τους Οθωμανών. Έτσι, άρχισαν να βομβαρδίζουν με διαβήματα τον Όθωνα για την απόσυρση των ελληνικών στρατιωτικών σωμάτων από τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εις μάτην όμως, αφού ο Όθων ήταν αποφασισμένος να επιμείνει στην πολιτική του αυτή (και για τη βελτίωση της φθίνουσας δημοτικότητάς του), παρά τις προειδοποιήσεις των διπλωματικών μας αποστολών σε Παρίσι, Λονδίνο και Κωνσταντινούπολη, που του επισήμαναν τους κινδύνους που εγκυμονούσε η πολιτική του για τη χώρα μας.
Επειδή τα διαβήματα των Αγγλογάλλων δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα, οι δύο χώρες αποφάσισαν να δράσουν δυναμικά για να επιβάλλουν τις απόψεις τους. Οι πρεσβευτές τους στην Αθήνα επέδωσαν τελεσίγραφο στον βασιλιά και μετά τη λήξη του στις 12 Μαΐου του 1854, πρώτα ο γαλλικός στρατός αποβιβάσθηκε στον Πειραιά, για να ακολουθήσει λίγες ημέρες αργότερα ο βρετανικός. Υπό την πίεση των όπλων, ο Όθων αναγκάσθηκε να διακηρύξει την ουδετερότητα της Ελλάδας στον Κριμαϊκό Πόλεμο και να αποσύρει σταδιακά τα στρατιωτικά σώματα από τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Παράλληλα, απάλλαξε από τα καθήκοντά της την κυβέρνηση του Αντωνίου Κριεζή και όρκισε νέα υπό τον βετεράνο πολιτικό και πρεσβευτή της Ελλάδας στο Παρίσι, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Με απαίτηση των Γάλλων, το υπουργείο Στρατιωτικών (σήμερα Εθνικής Άμυνας) δόθηκε στον μισητό του αντίπαλο Δημήτριο Καλλέργη, που πρωταγωνίστησε στην εναντίον του επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843. Η κυβέρνηση Μαυροκορδάτου, γνωστή και ως «Υπουργείο Κατοχής», θα παραμείνει στην εξουσία έως τα τέλη Σεπτεμβρίου του 1855 και θα αντικατασταθεί από την κυβέρνηση του Δημητρίου Βούλγαρη.

Το μοναδικό, ίσως, επίτευγμα της κυβέρνησης Μαυροκορδάτου υπήρξε η επανάληψη των διπλωματικών σχέσεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που είχαν διακοπεί λόγω της εισβολής των ελληνικών στρατιωτικών σωμάτων στα εδάφη της και η σύναψη εμπορικής συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών (27 Μαΐου 1855), που υπήρξε ευνοϊκή για τα ελληνικά συμφέροντα. Αρχικά, ο Σουλτάνος είχε απαιτήσει αποζημίωση από την Ελλάδα για τις καταστροφές που είχαν προκληθεί στις επαρχίες του, αλλά οι αξιώσεις του απορρίφθηκαν από τους Αγγλογάλλους, με το αιτιολογικό τις βιαιοπραγίες των στρατευμάτων του εναντίον των Ελλήνων κατοίκων των περιοχών αυτών.  συνέχεια https://www.sansimera.gr/articles/743

Η μάχη του Βαλτετσίου (12-13 Μαΐου 1821)

Άγαλμα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο Βαλτέτσι


Η μάχη του Βαλτετσίου (12-13 Μαΐου 1821) θεωρείται ως μία από τις πιο σημαντικές μάχες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη τους κατά την έναρξη της πολιορκίας που οδήγησε στην Άλωση της Τριπολιτσάς.

Έναρξη της πολιορκίας της Τριπολιτσάς και διάλυση του στρατοπέδου στο Βαλτέτσι

Οι Έλληνες επαναστάτες υπέστησαν σημαντική ήττα από τους Τούρκους της Τριπολιτσάς, όταν οι τελευταίοι έλυσαν την πολιορκία του Κάστρου της Καρύταινας, στις 31 Μαρτίου 1821. Παρά την αποτυχία αυτή, και παρά την αντίθετη γνώμη των υπόλοιπων αρχηγών που προτιμούσαν να δώσουν προτεραιότητα στην εκπόρθηση των μεσσηνιακών κάστρων, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επέμεινε στη στρατηγική σημασία της κατάληψης της Τριπολιτσάς, νευραλγικού κέντρου της οθωμανικής παρουσίας στην Πελοπόννησο. Έτσι συνέστησε, στην Πιάνα, το πρώτο στρατόπεδο το οποίο αποσκοπούσε στον αποκλεισμό της πόλης. Παρά τη διάλυση του πρώτου εκείνου στρατοπέδου από τους Τούρκους, καθώς και τη διάλυση του αντίστοιχου στρατοπέδου στη Βλαχοκερασιά, στις 10 Απριλίου, σταδιακά το σχέδιο του Κολοκοτρώνη έγινε αποδεκτό από τους άλλους οπλαρχηγούς. Όμως, οι αρχικές αποτυχίες των Ελλήνων είχαν τέτοια επίδραση στο ηθικό τους που και η απλή εμφάνιση των Τούρκων έσπερνε τον πανικό.

Την κατάσταση βελτίωσε σημαντικά η πρώτη νίκη των επαναστατών, στο Λεβίδι, στις 14 Απριλίου. Μετά από αυτό το γεγονός, οι Έλληνες επανασύστησαν το στρατόπεδο της Πιάνας και δημιούργησαν νέα στρατόπεδα στο Βαλτέτσι και το Χρυσοβίτσι. Όμως, στις 24 Απριλίου, οι Τούρκοι διέλυσαν το στρατόπεδο του Βαλτετσίου. Μόνο ο Δημήτρης Πλαπούτας κυνήγησε την οπισθοφυλακή τους μέχρι το χωριό Μάκρη. Μετά από αυτή την αποτυχία, ήταν ολοφάνερη η απουσία ενός γενικού αρχηγού της πολιορκίας που θα συντόνιζε τα πολιορκητικά στρατοπέδα. Τελικά, οι Έλληνες επέλεξαν ως αρχιστράτηγο τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

Νίκος Γκάτσος (8 Δεκεμβρίου 1911 - 12 Μαΐου 1992)


Αποτέλεσμα εικόνας για Νίκος ΓκάτσοςΟ Νίκος Γκάτσος (8 Δεκεμβρίου 1911 - 12 Μαΐου 1992) ήταν σημαντικός Έλληνας ποιητής, μεταφραστής και στιχουργός.

Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε στην Ασέα Αρκαδίας από τους αγρότες Γεώργιο Γκάτσο και Βασιλική Βασιλοπούλου. Σε ηλικία πέντε ετών έμεινε ορφανός από πατέρα, ο οποίος, από τους πρώτους μετανάστες στην Αμερική, πέθανε στο πλοίο και τον πέταξαν στον Ατλαντικό.

Τέλειωσε το Δημοτικό στην Ασέα και το Γυμνάσιο στην κοντινή Τρίπολη, όπου γνώρισε τα λογοτεχνικά βιβλία, τις μεθόδους αυτοδιδασκαλίας ξένων γλωσσών, το θέατρο και τον κινηματογράφο. Έτσι, όταν το 1930 μετέβη στην Αθήνα για να εγγραφεί στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (διέκοψε μετά το δεύτερο έτος), ήξερε αρκετά καλά Αγγλικά και Γαλλικά, είχε μελετήσει τον Παλαμά, τον Σολωμό και το δημοτικό τραγούδι και παρακολουθούσε τις νεωτεριστικές τάσεις στην ποίηση της Ευρώπης.

Στην Αθήνα εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του και την αδερφή του και άρχισε να έρχεται σε επαφή με τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής. Πρωτοδημοσίευσε ποιήματά του, μικρά σε έκταση και με κλασικό ύφος, στα περιοδικά "Νέα Εστία" (1931-32) και "Ρυθμός" (1933). Την ίδια περίοδο δημοσίευσε κριτικά σημειώματα στα περιοδικά "Μακεδονικές Ημέρες", "Ρυθμός" και "Τα Νέα Γράμματα" (για τον Κωστή Μπαστιά, την Μυρτιώτισσα και τον Θράσο Καστανάκη αντίστοιχα), ενώ αργότερα συνεργάστηκε με τα "Καλλιτεχνικά Νέα" και τα "Φιλολογικά χρονικά". Καθοριστική υπήρξε η γνωριμία του με τον Οδυσσέα Ελύτη το 1936. Συνδέθηκε με το ρεύμα του ελληνικού υπερρεαλισμού.

Το μοναδικό βιβλίο που εξέδωσε όσο ζούσε είναι η ποιητική σύνθεση "Αμοργός" (Αετός, 1943), η οποία θεωρείται κορυφαία δημιουργία του ελληνικού υπερρεαλισμού με τεράστια επίδραση στους νεότερους ποιητές. (Δες: Δημοσθένης Κούρτοβικ, Έλληνες Μεταπολεμικοί Συγγραφείς, Εκδ. Πατάκη,1995). Έκτοτε δημοσίευσε τρία ακόμη ποιήματα: το "Ελεγείο" (1946, περ. Φιλολογικά Χρονικά) και το "Ο ιππότης κι ο θάνατος" (1947, περ. Μικρό Τετράδιο), που από το 1969 και μετά περιέχονται στο βιβλίο "Αμοργός", και το "Τραγούδι του παλιού καιρού" (1963, περ. Ο Ταχυδρόμος), αφιερωμένο στον Γιώργο Σεφέρη.

Ο Γκάτσος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη μετάφραση θεατρικών έργων, κυρίως για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου, του Θεάτρου Τέχνης και του Λαϊκού Θεάτρου. Αφορμή υπήρξε το έργο "Ματωμένος γάμος" του Ισπανού ποιητή Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, που το μετέφρασε το 1943, εκδόθηκε από τον Ίκαρο το 1945 και ανέβηκε από τον Κάρολο Κουν στο Θέατρο Τέχνης το 1948. Μετέφρασε δύο ακόμη θεατρικά έργα του Λόρκα, "Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα" (1954) και "Ο Περλιμπλίν και η Μπελίσα" (1959), και όλα μαζί με τις μεταφράσεις των ποιημάτων "Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας" και "Παραλογή του μισούπνου" από το 1990 και μετά εκδίδονται συγκεντρωμένα στον τόμο: Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, "Θέατρο και ποίηση", απόδοση Νίκου Γκάτσου. Μετέφρασε, επίσης, επτά μονόπρακτα του Τεννεσσή Ουίλλιαμς (1955-59), τη "Φουέντε Οβεχούνα" του Λόπε δε Βέγα (1959), τον "Ιώβ" του Άρτσιμπαλντ Μακ Λης (1959), τον "Πατέρα" του Αυγούστου Στρίντμπεργκ (1962), το "Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα" του Ευγένιου Ο΄Νηλ (1965) και άλλα που εκδίδονται σταδιακά από τις Εκδόσεις Πατάκη. Παράλληλα και για βιοποριστικούς λόγους συνεργάστηκε με την "Αγγλοελληνική επιθεώρηση" ως μεταφραστής και με την Ελληνική Ραδιοφωνία ως μεταφραστής, διασκευαστής και ραδιοσκηνοθέτης.

Η μεγάλη συνεισφορά του Γκάτσου, ωστόσο, είναι στο τραγούδι ως στιχουργού. Έφερε την ποίηση στον στίχο και κατάφερε να δώσει, κυρίως μέσω της συνεργασίας του με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον κανόνα του ποιητικού τραγουδιού. Συνεργάστηκε, επίσης, με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Δήμο Μούτση, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τον Χριστόδουλο Χάλαρη, καθώς και με νεώτερους συνθέτες. Γράφοντας συνήθως πάνω στη μελωδία, με πρώτο το "Χάρτινο το φεγγαράκι", μίλησαν στις καρδιές του κόσμου πολλά μεμονωμένα τραγούδια του, καθώς κυκλοφορούσαν σε δισκάκια 45 στροφών, αλλά και ως αυτούσιοι κύκλοι όπως η "Μυθολογία" (1965), το "Ένα μεσημέρι" (1966), η "Επιστροφή" (1970), το "Σπίτι μου σπιτάκι μου" (1972), οι "Δροσουλίτες" 1975, η "Αθανασία" (1976), "Τα παράλογα" (1976), το "Ρεμπέτικο" (1983), η "Ενδεκάτη εντολή" (1985) ή οι "Αντικατοπτρισμοί" (1993). Το σύνολο του στιχουργικού του έργου βρίσκεται συγκεντρωμένο στον τόμο "Όλα τα τραγούδια" (εκδ. Πατάκη, 1999).

Ποιήματα και στίχοι του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Δανέζικα, Ισπανικά, Ιταλικά, Καταλανικά, Κορεατικά, Σουηδικά, Τουρκικά, Φινλανδικά.

Το 1987 τιμήθηκε με το Βραβείο του Δήμου Αθηναίων για το σύνολο του έργου του, ενώ το 1991 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Αντεπιστέλλοντος Μέλους της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Γραμμάτων της Βαρκελώνης για τη συμβολή του στη διάδοση της ισπανικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα.

http://el.wikipedia.org/wiki/Νίκος_Γκάτσος

Σήμερα 12/5 ...Αγίου Επιφανείου, Οσίου Θεοδώρου εν Κυθήροις ασκήσας

 


 Αγίου Επιφανείου, Οσίου Θεοδώρου 

εν Κυθήροις ασκήσας

 

Κρέπες απο τον ειδικό...

για μεγέθυνση ροδάκι άνοιγμα εικόνας σε άλλη σελίδα με φακό +-
 

 

 
 

Τρίτη, Μαΐου 11, 2021

Στράτος Διονυσίου (Νιγρίτα, 8 Νοεμβρίου 1935 – Αθήνα, 11 Μαΐου 1990)

Φίλε... έφυγε ο Στράτος Διονυσίου (photos+videos) - Onsports.gr

Ο Στράτος Διονυσίου (Νιγρίτα, 8 Νοεμβρίου 1935 – Αθήνα, 11 Μαΐου 1990) ήταν Έλληνας λαϊκός τραγουδιστής, συνθέτης και τραγουδοποιός.

Παιδιά του είναι οι επίσης τραγουδιστές Στέλιος Διονυσίου , Διαμαντής Διονυσίου και Άγγελος Διονυσίου.

Θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες λαϊκούς τραγουδιστές που υπήρξαν και με τεράστιες διαχρονικές επιτυχίες.

Πρώιμα χρόνια

Ο Διονυσίου γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου του 1935 στη Νιγρίτα των Σερρών. Ο Διονυσίου ήταν γιος του Άγγελου και της Στάσας Διονυσίου, προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Το 1947, μετακόμισε στον Επτάλοφο των Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης. Έναν χρόνο αργότερα, ο πατέρας του απεβίωσε. Το 1955 παντρεύτηκε τον παιδικό του έρωτα, τη Γεωργία Λαβένη, με την οποία απέκτησαν τέσσερα παιδιά: τον Άγγελο, την Τασούλα, τον Στέλιο και τον Διαμαντή. Υπήρξε οπαδός του ΠΑΟΚ.

Αφού τραγουδούσε αμισθί σε νυχτερινά κέντρα και αφού εργάστηκε ως μικροπωλητής και ράφτης, ο Διονυσίου έκανε το ντεμπούτο του ως επαγγελματίας τραγουδιστής στο κέντρο Φαρίντα της Θεσσαλονίκης. Από τις πρώτες του εμφανίσεις το 1959, Διονυσίου τράβηξε το ενδιαφέρον κάποιων καλλιτεχνών, οι οποίοι τον προέτρεπαν να κατέβει στην Αθήνα για να κάνει σημαντικότερες συνεργασίες.

Στη Στυμφαλία λίμνη ...αναζητώντας τον Ηρακλή

για μεγέθυνση ροδάκι άνοιγμα εικόνας σε άλλη σελίδα με φακό +-
 


Ρόμπερτ "Μπομπ" Νέστα Μάρλεϊ (6 Φεβρουαρίου 1945 - Μαϊάμι, Φλόριντα, ΗΠΑ, 11 Μαΐου 1981)

Bob-Marley-in-Concert Zurich 05-30-80.jpg

Ο Ρόμπερτ "Μπομπ" Νέστα Μάρλεϊ (Robert Nesta "Bob" Marley, Νάιν Μάιλς, Σεντ Ανν Πάρις, Τζαμάικα, 6 Φεβρουαρίου 1945 - Μαϊάμι, Φλόριντα, ΗΠΑ, 11 Μαΐου 1981) ήταν Τζαμαϊκανός τραγουδιστής, συνθέτης, κιθαρίστας και ακτιβιστής. Είναι ευρέως ο πιο γνωστός ρέγκε καλλιτέχνης.

Με τραγούδια όπως τα "I Shot the Sheriff", "No Woman, No Cry", "Three Little Birds", "Exodus", "Could You Be Loved", "Jamming", "Redemption Song" και "One Love", η μεταθανάτια συλλογή του Legend (1984) πούλησε τα περισσότερα αντίτυπα στην ιστορία της ρέγκε μουσικής —περισσότερα από 12 εκατομμύρια.

Πρώτα χρόνια ζωής και καριέρας

Ο Μάρλεϊ γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό, το Nine Mile, του Saint Ann Parish, στη Τζαμάικα. Το πλήρες όνομά του ήταν Νέστα Ρόμπερτ Μάρλεϊ. Ένας τζαμαϊκανός υπάλληλος της υπηρεσίας διαβατηρίων θα του αλλάξει στη συνέχεια το πρώτο με το μεσαίο του όνομα. Ο πατέρας του, Norval Sinclair Marley, (γεννημένος το 1895) ήταν λευκός Τζαμαϊκανός με αγγλική καταγωγή, που ζούσε στο Λίβερπουλ. Ο Norval ήταν ναυτικός αξιωματούχος, καπετάνιος και επιθεωρητής φυτειών, όταν γνώρισε και παντρεύτηκε την Σεντέλα Μπούκερ (1926- 2008), μια μαύρη Τζαμαϊκανή μόλις δεκαεννιά χρονών τότε. Ο Norval παρείχε οικονομική υποστήριξη στη γυναίκα και το παιδί του, αλλά σπάνια τους έβλεπε, λόγω των συχνών μακρινών ταξιδιών του. Το 1955, όταν ο Μάρλεϊ ήταν 10 χρονών, ο πατέρας του πέθανε από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 60 ετών. Ο Μάρλεϊ ήταν θύμα ρατσισμού στην παιδική του ηλικία λόγω της ανάμεικτης καταγωγής του και ήρθε αντιμέτωπος με ερωτήσεις για τη φυλετική του ταυτότητα κατά τη διάρκεια της ζωής του. 

Κάποτε δήλωσε: Δεν είμαι προκατειλημμένος απέναντι του. Ο πατέρας μου ήταν λευκός και η μητέρα μου μαύρη. Με φωνάζουν μιγά ή κάπως έτσι. Δεν είμαι σε καμία πλευρά. Ούτε στη μαύρη, ούτε στη λευκή. Είμαι στου Θεού την πλευρά, Αυτού που με έπλασε και με έκανε να προέρχομαι από τη μαύρη και τη λευκή.

Ο Μάρλεϊ και η μητέρα του μετακόμισαν σε μια φτωχογειτονιά του Κίνγκστον, στη Trenchtown, μετά το θάνατο του Norval. Αναγκάστηκε να μάθει αυτοάμυνα για να υπερασπίζει τον εαυτό του από παλικαρισμούς που τον είχαν σαν στόχο λόγω της καταγωγής και του αναστήματος του (1.63 μ. ύψος). Κέρδισε τελικά φήμη για τη φυσική του δύναμη και το ψευδώνυμο «Tuff Gong».

Ο Μάρλεϊ έγινε φίλος με τον Neville "Bunny" Livingston (αργότερα γνωστός ως Bunny Wailer), με τον οποίο ξεκίνησε να παίζει μουσική. Παράτησε το σχολείο σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών και ξεκίνησε να εργάζεται ως μαθητευόμενος σε ένα σιδεράδικο. Στον ελεύθερο χρόνο του, αυτός και ο Livingston έπαιζαν μουσική με τον Joe Higgs, ένα τοπικό τραγουδιστή που είχε ασπαστεί τον Ρασταφαριανισμό και θεωρείται από πολλούς μέντορας του Μάρλεϊ. Σε μια τέτοια συνεύρεση με τον Higgs και τον Livingston, ο Μάρλεϊ γνώρισε τον Peter McIntosh (αργότερα γνωστό ως Peter Tosh), με τον οποίο είχαν κοινές μουσικές φιλοδοξίες.

Το 1962, ο Μάρλεϊ ηχογράφησε τα πρώτα του δύο singles, "Judge Not" και "One Cup of Coffee", με έναν τοπικό παραγωγό, Leslie Kong. Τα τραγούδια κυκλοφόρησαν από την εταιρία Beverley με το ψευδώνυμο Μπόμπι Μάρτελ, ελκύοντας ελάχιστο ενδιαφέρον. Τα ίδια τραγούδια επανακυκλοφόρησαν σε μια μεταθανάτια συλλογή με τη δουλειά του Μάρλεϊ, Songs of Freedo
m.

Χυλοπίτες με σάλτσα γιαουρτιού

για μεγέθυνση ροδάκι άνοιγμα εικόνας σε άλλη σελίδα με φακό +-


Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός (19 Σεπτεμβρίου 866 – 11 Μαΐου 912)

Ο Λέων ο Σοφός και η προφητεία του για τον αληθινό Βασιλέα |  orthodoxia.online

Ο Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός (19 Σεπτεμβρίου 866 – 11 Μαΐου 912) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας από το 886 έως το 912. Μαθητής του Φωτίου με εξαιρετική μόρφωση διακρίθηκε ως δόκιμος συγγραφέας και ενθουσιώδης ρήτορας. Έγραψε εκτενή επιτάφιο για τον πατέρα του, ποιήματα, λόγους και ομιλίες, που συνήθιζε να εκφωνεί ο ίδιος στις εκκλησιαστικές γιορτές και ένα στρατιωτικό εγχειρίδιο, τα Τακτικά. Για τη συγγραφική του δραστηριότητα πήρε το προσωνύμιο «Σοφός».

Βιογραφικά στοιχεία

Γεννήθηκε το 866 και ήταν γιος του ιδρυτή της Μακεδονικής δυναστείας Βασιλείου Α΄ και της αυτοκράτειρας Ευδοκίας Ιγγερίνας. Η Ευδοκία εκτός από σύζυγος του Βασιλείου Α΄ ήταν ερωμένη του Μιχαήλ Γ΄ τελευταίου αυτοκράτορα από την προηγούμενη δυναστεία γι'αυτό πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι ο Λέων ήταν νόθος γιος του Μιχαήλ και όχι γιος του Βασιλείου.Το 867 ο Μιχαήλ δολοφονήθηκε από τον Βασίλειο ο οποίος ανακηρύχτηκε νέος αυτοκράτορας και ο γενάρχης της Μακεδονικής δυναστείας. Σαν δεύτερος γιος δεν προοριζόταν να κυβερνήσει αλλά έγινε διάδοχος του θρόνου μετά τον πρόωρο θάνατο του μεγαλύτερου ετεροθαλούς αδελφού του Κωνσταντίνου (879). Ο Λέων είχε άσχημες σχέσεις με τον πατέρα του οι οποίες χειροτέρεψαν μετά τον θάνατο της μητέρας του, ο ίδιος αγαπούσε την Ζωή Ζαούτζαινα ενώ ο Βασίλειος του επέβαλε για πολιτικούς λόγους να παντρευτεί την Θεοφανώ Μαρτινιακή. Ο Βασίλειος πάντρεψε την Ζωή με έναν αξιωματούχο τον οποίο αργότερα ο Λέων τύφλωσε όταν ανακάλυψε ότι συνωμοτούσε εναντίον του.
Όταν στις 29 Αυγούστου 886 ο Βασίλειος πέθανε ύστερα από δυστύχημα σε κυνήγι, στο νεκροκρέβατο του δήλωσε ότι ο θάνατος του ήταν δολοφονία στην οποία είχε αναμειχθεί και ο γιος του Λέων.

Παράθυρα στο παρελθόν

για μεγέθυνση ροδάκι άνοιγμα εικόνας σε άλλη σελίδα με φακό +-

Τρινιδάδ, η πόλη - μουσείο

 για μεγέθυνση ροδάκι άνοιγμα εικόνας σε άλλη σελίδα με φακό +-


Λασκαρίνα "Μπουμπουλίνα" Πινότση (Κωνσταντινούπολη, 11 Μαΐου 1771 - Σπέτσες, 22 Μαΐου 1825)

Η Λασκαρίνα "Μπουμπουλίνα" Πινότση (Κωνσταντινούπολη, 11 Μαΐου 1771 - Σπέτσες, 22 Μαΐου 1825) ήταν Ελληνίδα ηρωίδα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Πιθανότατα, υπήρξε η πιο σπουδαία γυναίκα που έλαβε μέρος στην επανάσταση. Μετά θάνατον, έλαβε τιμητικά από την Ελληνική Πολιτεία το βαθμό της Υποναυάρχου. Πολέμησε ηρωικά το 1821.


Βιογραφία

Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα είχε καταγωγή από 'Υδρα. Γεννήθηκε μέσα στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης στις 11 Μαΐου 1771, όταν η μητέρα της Σκεύω επισκέφτηκε τον σύζυγό της, Σταυριανό Πινότση, τον οποίο είχαν φυλακίσει οι Οθωμανοί για τη συμμετοχή του στα Ορλωφικά (1769-1770). Την βάφτισε και της έδωσε το όνομά της εκεί ο φυλακισμένος πολέμαρχος της Μάνης, Παναγιώτης Μούρτζινος. 

Μετά τον θάνατο του Πινότση στη φυλακή, μητέρα και κόρη επέστρεψαν στην 'Υδρα. Μετακόμισαν στις Σπέτσες 4 χρόνια αργότερα, όταν η μητέρα της παντρεύτηκε τον Δημήτριο Λαζάρου Ορλώφ. Από την ένωση αυτή η Μπουμπουλίνα απέκτησε οκτώ ετεροθαλή αδέρφια.

Παντρεύτηκε δυο φορές, στην ηλικία των 17 με τον Σπετσιώτη Δημήτριο Γιάννουζα και στην ηλικία των 30 ετών με τον Σπετσιώτη πλοιοκτήτη και πλοίαρχο Δημήτριο Μπούμπουλη. Και οι δυο σκοτώθηκαν από Αλγερινούς πειρατές. Της άφησαν, ωστόσο, μια τεράστια περιουσία, την οποία ξόδεψε εξ ολοκλήρου για να αγοράσει καράβια και εξοπλισμό για την Ελληνική Επανάσταση.

Όταν η Μπουμπουλίνα έγινε χήρα για δεύτερη φορά, είχε έξι παιδιά: τρία από τον πρώτο της γάμο, τον Ιωάννη,τον Γεώργιο και τη Μαρία, και τρία από τον δεύτερο γάμο της: την Σκεύω, την Ελένη και τον Νικόλαο. Επίσης είχε και τεράστια περιουσία την οποία είχε κληρονομήσει από τους συζύγους της, έχοντας υπό την κατοχή της πλοία, γη και χρήματα (τα μετρητά που είχε κληρονομήσει από τον Μπούμπουλη ήταν πάνω από 300.000 τάλαρα. Κατάφερε να αυξήσει την περιουσία της με σωστή διαχείριση και εμπορικές δραστηριότητες.

Το ακρόπρωρο του πλοίου "Αγαμέμνων" της Μπουμπουλίνας με κυβερνήτη το γιο της Ιωάννη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Αρχικά έγινε συνέταιρος σε αρκετά πλοία ενώ αργότερα κατασκεύασε τρία δικά της, το ένα από τα οποία με το όνομα Αγαμέμνων πήρε μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, μήκους 48 πήχεων και έχοντας 18 κανόνια, η ναυπήγηση του οποίου κόστισε 75.000 τάλαρα. Το όνομα αυτό το έδωσε στη ναυαρχίδα της από τον ομηρικό βασιλιά των Μυκηνών, Αγαμέμνονα, που οδήγησε τους Έλληνες στον Τρωικό πόλεμο. Αυτό δείχνει πόσο τιμούσε η Μπουμπουλίνα την ελληνική ιστορική της κληρονομιά και τι συμβόλιζε το όνομα του πλοίου της.

Το 1816 η Οθωμανική Αυτοκρατορία θέλησε να κατασχέσει την περιουσία της με τη δικαιολογία ότι τα πλοία του δεύτερου άντρα της, συμμετείχαν με τον ρωσικό στόλο στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο, μετά απὀ καταγγελίες συγγενών της, που εποφθαλμιούσαν την περιουσία της. Τότε η Μπουμπουλίνα πήγε στην Κωνσταντινούπολη με το πλοίο της Κανάκης, όπου συνάντησε τον Ρώσο, Φιλέλληνα πρεσβευτή Στρογκόνωφ, από τον οποίο ζήτησε να την προστατέψει επικαλούμενη τις υπηρεσίες του συζύγου της στον ρωσικό στόλο και το γεγονός ότι τα πλοία της είχαν τότε ρωσική σημαία, βάση της Συνθήκης Κιουτσούκ-Καϊναρτζή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, το 1774. Τότε εκείνος για να την σώσει από την επικείμενη σύλληψή της από τους Τούρκους, την έστειλε στην Κριμαία της νότιας Ρωσίας, στη Μαύρη Θάλασσα, σε ένα κτήμα που της δόθηκε από τον Τσάρο Αλέξανδρο Α'. Πριν όμως πάει εκεί, κατάφερε να συναντήσει τη μητέρα του Σουλτάνου Μαχμούτ Β΄, την Βαλιντέ Σουλτάνα. Η Σουλτάνα εντυπωσιάστηκε από τον χαρακτήρα της Μπουμπουλίνας και έπεισε τον γιο της να υπογράψει φιρμάνι, με το οποίο δεν θα άγγιζε την περιουσία της και δεν θα την συνελάμβανε. Η Μπουμπουλίνα αφού έμεινε στην Κριμαία για περίπου τρεις μήνες περιμένοντας να ηρεμήσει η κατάσταση, έφυγε για στις Σπέτσες όταν κατάλαβε ότι ο κίνδυνος είχε πλέον απομακρυνθεί.

Η Μπουμπουλίνα, έχοντας γίνει ήδη μέλος της Φιλικής Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη, που προετοίμαζε την ελληνική επανάσταση, και όντας η μόνη γυναίκα που μυήθηκε σε αυτή, στον κατώτερο βαθμό μύησης αφού οι γυναίκες δεν γίνονταν δεκτές, καθώς γυρνούσε στις Σπέτσες, αγόραζε μυστικά όπλα και πολεμοφόδια από τα ξένα λιμάνια, τα οποία μετά έκρυψε στο σπίτι της, ενώ ξεκίνησε την κατασκευή του πλοίου Αγαμέμνων, της ναυαρχίδας της, η οποία ολοκληρώθηκε το 1820. Για τη ναυπήγηση του Αγαμέμνονα καταγγέλθηκε στην Υψηλή Πύλη ότι ναυπήγησε κρυφά πολεμικό πλοίο, αλλά η Μπουμπουλίνα κατάφερε να ολοκληρώσει την κατασκευή του δωροδοκώντας τον απεσταλμένο Τούρκο επιθεωρητή στις Σπέτσες και πετυχαίνοντας την εξορία αυτών που την κατήγγειλαν. Το 1819 η Μπουμπουλίνα επισκέφθηκε και πάλι την Κωνσταντινούπολη.

Την ίδια περίοδο έρχεται σε ρήξη με τα παιδιά του δεύτερου συζύγου της από τον πρώτο του γάμο-΄τον Παντελή και τον Γιάννη- όταν διεκδικούν το μερίδιο από την πατρική περιουσία. Κατέφυγαν όχι σε τουρκικό δικαστήριο, ούτε στην εκκλησιαστική αρχή στην οποία υπάγονταν: στη μητρόπολη Ναυπλίου και Άργους, αλλά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για μεγαλύτερο κύρος. Εκείνο έκδωσε επιτίμιο, ίνα η ρηθείσα Λασκαρίνα[...] φοβειθείσα[...] την αιώνιον κόλασιν [...] παύσηται πάσης διαστροφής και ματαίας προφασεως και μη φανερώση εις μέσον οσάπερ κατακρατεί άσπρα, ομολογίας, ρουχικά ή άλλα κινητά και ακίνητα πράγματα [...]. Στη συνέχεια καταφεύγουν τα δύο αδέλφια στους προεστούς των Σπετσών, οι οποίοι περιορίζονται σε μια καταγραφή της περιουσίας της χωρίς όμως και να δίνουν λύση στην ενδοοικογενειακή διαφορά. Με το επιτίμιο και την έκθεση των προκρίτων καταφεύγουν τα δύο αδέλφια στη συνέχεια, στο Βουλευτικό, το οποίο δεν έλαβε θέση, εκτιμώντας το μέγεθος της προσφοράς της Μπουμπουλίνας στον Ελληνικό Αγώνα.

Τα Τοτέμ των Αταντρόι

για μεγέθυνση ροδάκι άνοιγμα εικόνας σε άλλη σελίδα με φακό +-

Κοτόπουλο Ταντούρι


για μεγέθυνση ροδάκι άνοιγμα εικόνας σε άλλη σελίδα με φακό +-

Σικάγο 11 Μαΐου του 1894 - Η αιματηρή απεργία στην πόλη της "Πούλμαν"


Σικάγο 11 Μαΐου του 1894 Η απεργία στην "Πούλμαν": Πολύμηνη απεργιακή κινητοποίηση στην εταιρεία κατασκευής βαγονιών «Πούλμαν» στο Σικάγο, με αιματηρή κατάληξη και ήττα του αμερικανικού συνδικαλιστικού κινήματος. Αφορμή υπήρξε η μείωση των μισθών κατά 28% και η απόλυση τριών συνδικαλιστών τον Μάιο του 1894.
Ιδιοκτήτης της εταιρείας ήταν ο Τζορτζ Πούλμαν (1831-1897) εφευρέτης του βαγκόν-λι και όνομα οικείο στις μέρες μας (Πούλμαν ονομάζουμε ακόμα και σήμερα τα λεωφορεία). Ο Πούλμαν, συν τοις άλλοις, υπήρξε ένας φιλάνθρωπος καπιταλιστής, καθώς πίστευε ότι οι εργατικές αναταραχές προέρχονται από τις χαμηλές αμοιβές και τις κακές συνθήκες ζωής των εργαζομένων. Γι' αυτό φρόντιζε να καλοπληρώνει τους υπαλλήλους του και μάλιστα τους έκτισε μια πόλη στα νότια του Σικάγου για να τους στεγάσει.
Στην πόλη του Πούλμαν οι κάτοικοι ζούσαν σε άνετα διαμερίσματα, με τρεχούμενο νερό, γκάζι και αποχέτευση, κάτι πρωτόγνωρο για την εποχή. Η πρωτοβάθμια εκπαίδευση παρεχόταν δωρεάν, ενώ υπήρχε ελεύθερη πρόσβαση σε μια δημόσια βιβλιοθήκη, που προικίστηκε με 5.000 τόμους από την προσωπική βιβλιοθήκη του Πούλμαν.
Όμως, οι καλές μέρες δεν διαρκούν πολύ και η οικονομική κρίση που έπληξε τις ΗΠΑ στα τέλη του 19ου αιώνα χτύπησε και την πόρτα της Πούλμαν. Η εταιρεία ως πρόσφορο μέσο επέλεξε τη μείωση των μισθών, χωρίς, όμως να μειώσει τα ενοίκια όσων ζούσαν στα σπίτια της. Οι συνδικαλιστές αντέδρασαν και η εργοδοσία, σε μία επίδειξη πυγμής, απέλυσε τρεις εκπροσώπους των εργαζομένων.
Οι εργαζόμενοι αποφάσισαν απεργία διαρκείας από τις 11 Μαϊου 1894, με την κάλυψη της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Σιδηροδρομικών (ARU), της οποίας ηγείτο ο Γιουτζίν Ντεμπς. Παρά την αντίδρασή του, καθώς φοβόταν δυναμική επέμβαση της κυβέρνησης, στο πλευρό των απεργών τάχθηκαν χιλιάδες σιδηροδρομικοί, που μποϊκόταραν όσους συρμούς χρησιμοποιούσαν βαγόνια της «Πούλμαν».
Οι σιδηροδρομικές συγκοινωνίες σε μεγάλο μέρος των Ηνωμένων Πολιτειών παρέλυσαν. Στα μέσα Ιουνίου η ARU πρότεινε στην «Πούλμαν» να λυθεί η διαφορά της με τους απεργούς, μέσω διαιτησίας. Η εταιρεία, που, εν τω μεταξύ, είχε κηρύξει ανταπεργία (lock out), αρνήθηκε.
Σε μια ειρηνική διαδήλωση των απεργών στις 29 Ιουνίου στο Σικάγο, κάποιοι αναρχικοί εμφανίστηκαν με το μαξιμαλιστικό σύνθημα «Εκτροχιάστε τα τρένα, καταστρέψτε τα εργοστάσια, κάψτε ό,τι κινείται». Ήταν η ευκαιρία που ζητούσε ο Υπουργός Δικαιοσύνης Ρίτσαρντ Όνλεϊ για να στείλει στην περιοχή τις ομοσπονδιακές δυνάμεις, παρά την αντίδραση του Δημάρχου του Σικάγου και του Κυβερνήτη του Ιλινόις.
Στις 3 Ιουλίου με τη θέα των ομοσπονδιακών, το πλήθος εξαγριώθηκε και άρχισε να προβαίνει σε βανδαλισμούς. Στην εξέλιξη αυτή συνετέλεσε και η απαγόρευση της επικοινωνίας συνδικαλιστών και απεργών, που είχε επιβληθεί με δικαστική απόφαση. Τώρα, οι αναρχικοί είχαν το πάνω χέρι. Μόνο στις 6 Ιουλίου 700 βαγόνια της «Πούλμαν» κάηκαν και προκλήθηκαν ζημιές ύψους 340.000 δολαρίων στα εργοστάσιά της. Την επόμενη μέρα μια μεγάλη φωτιά κατέστρεψε τα κτίρια μιας έκθεσης σε κεντρικό πάρκο του Σικάγου. Ήταν η ώρα των δυνάμεων καταστολής, που αριθμούσαν 14.000 άνδρες. Χτύπησαν στο ψαχνό, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους γύρω στους 30 διαδηλωτές και να τραυματιστούν πάνω από 20.
Η απεργία, έχοντας χάσει τον προσανατολισμό της, άρχισε να φυλλορροεί, αφού δεν είχε την υποστήριξη της Αμερικάνικης Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών (AFL). Η ALU προσφέρθηκε να μεσολαβήσει για λύση της απεργίας, αν η «Πούλμαν» ξαναπροσλάμβανε τους απολυμένους συνδικαλιστές. Η εταιρεία, που είχε τώρα το πάνω χέρι, αρνήθηκε και στις 2 Αυγούστου 1859 άνοιξε και πάλι τα εργοστάσιά της, χωρίς την παραμικρή υποχώρηση προς τους εργαζομένους. Τους έβαλε, μάλιστα, να υπογράψουν ένα χαρτί ότι δεν θα ξανασυνδικαλιστούν.
Ο ηγέτης της Αμερικανικής Ένωσης Σιδηροδρομικών Γιουτζίν Ντεμπς (1855-1926) καταδικάσθηκε σε εξάμηνη φυλάκιση για τα επεισόδια του Ιουλίου και η οργάνωση διαλύθηκε. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του διάβασε Μαρξ κι έγινε ένας από τους φλογερότερους σοσιαλιστές. Έθεσε υποψηφιότητα για Πρόεδρος των ΗΠΑ πέντε φορές και έλαβε το καλύτερο ποσοστό του 6% στις εκλογές του 1912.
Πηγή sansimera.gr

Ζαν-Λεόν Ζερόμ (Jean-Léon Gérôme, Βεζούλ, 11 Μαΐου 1824 – Παρίσι, 10 Ιανουαρίου 1904)

Jean-Leon Gerome.jpg

Ο Ζαν-Λεόν Ζερόμ (Jean-Léon Gérôme, Βεζούλ, 11 Μαΐου 1824 – Παρίσι, 10 Ιανουαρίου 1904) ήταν Γάλλος ζωγράφος και ακαδημαϊκός, ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της τελευταίας φάσης του νεοκλασικισμού στη Γαλλία, ο οποίος συνδύαζε τις νεοκλασικές ιδέες με την οριενταλιστική εικονογραφία. Στο εύρος τού έργου του περιλαμβάνονται ιστορική ζωγραφική, αλλά και θέματα από την ελληνική μυθολογία, που φέρνουν την Ακαδημαϊκή ζωγραφική παράδοση σε μια καλλιτεχνική κορύφωση.

Βιογραφία

Ο Ζαν-Λεόν Ζερόμ ήταν γιος χρυσοχόου, πήγε σχολείο στη Βεζούλ (Vesoul) και μαθήτευσε στο εργαστήριο του Πωλ Ντελαρός (Paul Delaroche, 1797 - 1859) στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού το 1842. Στη συνέχεια, το 1844, σπούδασε κοντά στον Σαρλ Γκλερ (Charles Gleyre, 1818 - 1874), αλλά μόνο για τρεις μήνες. Αργότερα ταξίδεψε στην Ιταλία, όπου παρέμεινε για ένα χρόνο. Ο Ζερόμ, ως ένθερμος οπαδός του Νεοκλασικισμού, τέθηκε επικεφαλής μιας ομάδας νέων καλλιτεχνών, γνωστής ως «Οι Νεοέλληνες», οι οποίοι συγκεντρώνονταν στο ιστορικό Καφέ Λε Προκόπ (Café Le Procope) του Μονπαρνάς.

Κατά τη διάρκεια της Ιουλιανής Μοναρχίας στη Γαλλία, η «επίσημη» φιλοσοφία για την τέχνη ήταν η αποκαλούμενη "juste milieu" (προφέρεται ζυστ μιλιέ), δηλαδή ένας ενδιάμεσος συνδυασμός νεοκλασικών ιδεών και ενός ανερχόμενου ρομαντισμού, αλλά και ενός συγκαλυμμένου ερωτισμού, πολύ δημοφιλούς στα κοινωνικά στρώματα της παρισινής μπουρζουαζίας. Η φιλοσοφία αυτή βρήκε την πραγμάτωσή της στον πίνακα του Ζερόμ «Η Κοκορομαχία» (1847), έξοχο δείγμα νεοκλασικής τεχνοτροπίας, για τον οποίο τιμήθηκε με μετάλλιο, όταν εκτέθηκε στο Σαλόν του 1847 στο Παρίσι.

Το 1852, ο Ζερόμ έφυγε για τη Ρωσία, λόγω όμως του επικείμενου Κριμαϊκού πολέμου, κατέληξε στην Κωνσταντινούπολη. Αυτή ήταν η πρώτη του γνωριμία με την Ανατολή. Τον επόμενο χρόνο ταξίδεψε στη Γερμανία και την Ουγγαρία, όπου κάνοντας ένα σταθμό, ζωγράφισε το στρατόπεδο των Ρώσων στρατιωτών, και ο πίνακας εκτέθηκε στο Σαλόν του 1854.

Στην Παγκόσμια Έκθεση του 1855 στο Παρίσι, ο Ζερόμ καθιερώθηκε ως ο ηγέτης των Γάλλων Οριενταλιστών. Την επομένη χρονιά ταξίδεψε στην Αίγυπτο μαζί με το θεατρικό συγγραφέα Εμίλ Ωζιέ (Emile Augier, 1820 – 1889), τον γλύπτη Ωγκύστ Μπαρτολντί (Auguste Bartholdi, 1834 – 1904, που έχει φιλοτεχνήσει το Άγαλμα της Ελευθερίας στο λιμάνι της Νέας Υόρκης) και άλλους φίλους του ζωγράφους, διέπλευσε επανειλημμένα το Νείλο και παρέμεινε για τέσσερις μήνες στο Κάιρο. Το ταξίδι αυτό ήταν καθοριστικό για τον Ζερόμ, που ήρθε σε άμεση επαφή με το περιβάλλον και την ατμόσφαιρα μιας χώρας, που τόσο πολύ τον ενέπνευσε στο έργο του. Με τις εμπειρίες από το ταξίδι του αυτό, ο Ζερόμ φιλοτέχνησε πολλούς πίνακες, με μια νέα καλλιτεχνική προσέγγιση, όπως «Αρβανίτες που παίζουν σκάκι» (1859) και «Το φρουραρχείο των Αρβανιτών στο Κάιρο» (1861).

Όταν ο Ζερόμ επέστρεψε στο εργαστήριό του στην οδό Νοτρ-Νταμ-ντε-Σαμπ (Notre-Dame-des-Champs) στο Παρίσι, τον επισκέφτηκε σ’ αυτό ο Θεόφιλος Γκωτιέ, ο οποίος με έκπληξη διαπίστωσε το πλήθος των σχεδίων που είχε φιλοτεχνήσει ο ακούραστος αυτός «καλλιτέχνης-ταξιδευτής». Το 1862, όταν ο Ζερόμ επέστρεψε στην Αίγυπτο, επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην οριενταλιστική τέχνη. Πήγε ακόμη στη Συρία και την Ιερουσαλήμ, διευρύνοντας έτσι το πεδίο της «ανθρωπολογικής» εμπειρίας του. Μετά την επιστροφή του στο Παρίσι το 1863, ο Ζερόμ παντρεύτηκε τη Μαρί Γκουπίλ (Marie Goupil, 1842 - 1912), κόρη ενός πλούσιου και με μεγάλο κύρος εμπόρου τέχνης. Την ίδια χρονιά εξέθεσε στο Σαλόν το έργο του «Ο Δεσμώτης» (1863, Μουσείο Καλών Τεχνών, Νάντη). Το 1864 έγινε καθηγητής στην νεοσυσταθείσα τότε Σχολή Καλών Τεχνών (École des Beaux-Arts).

Το 1868, ο Ζερόμ ξεκίνησε μια μεγάλη περιοδεία στην Αίγυπτο και τη Μικρά Ασία μαζί με το συγγραφέα Εντμόν Αμπού (Edmond About, 1828 - 1885). Ταξίδεψαν γύρω από τη Νεκρή Θάλασσα, επισκέφτηκαν το Μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά, δέχτηκαν επίθεση από ληστές στην Πέτρα της Ιορδανίας και κατέληξαν στην Ιερουσαλήμ, όπου ο Ζερόμ ζωγράφισε το «Γολγοθά», που εκτέθηκε στο Σαλόν του 1868.

Ο Ζερόμ επέστρεψε και πάλι στην Αίγυπτο, όπου παραβρέθηκε στη διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ το 1869. Επισκέφτηκε την Αλεξάνδρεια και το Κάιρο. Αργότερα πραγματοποίησε πολλά ακόμη ταξίδια στην Τουρκία (1871), την Ισπανία και την Αλγερία (1873), ξανά στην Τουρκία, την Ελλάδα και την Παλαιστίνη (1879 – 1880). Η γοητεία της Ανατολής κεντρίζει το ενδιαφέρον του και επικεντρώνει στα επόμενα χρόνια σε οριενταλιστικής φύσης πίνακες, με ερωτικά θέματα, γυμνότητα γυναικείων σωμάτων και ατμόσφαιρα αισθησιασμού. Το 1865 εξελέγη μέλος του Ινστιτούτου της Γαλλίας (Institute de France). Πέθανε το 1904 σε ηλικία 79 ετών και ο τάφος του βρίσκεται στο Κοιμητήριο της Μονμάρτρης (Cimetière de Montmartre).

Salvador Dali and Coco Chanel...

Salvador Dali NYWTS.jpg

Salvador Dali and Coco Chanel...
Ο Σαλβαδόρ Νταλί (11 Μαΐου 1904 — 23 Ιανουαρίου 1989) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Ισπανούς ζωγράφους. Συνδέθηκε με το καλλιτεχνικό κίνημα του υπερρεαλισμού στο οποίο ανήκε για ένα διάστημα. Αποτελεί έναν από τους περισσότερο γνωστούς ζωγράφους του 20ου αιώνα και μια πολύ εκκεντρική φυσιογνωμία της σύγχρονης τέχνης.

Ο Νταλί (πλήρες όνομα Salvador Felip Jacint Dalí Domènech) γεννήθηκε στην πόλη Φιγκέρες της Ισπανίας και ανήκε σε μια οικονομικά ευκατάστατη οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και συμβολαιογράφος, αλλά δεν φαίνεται πως ήταν ιδιαίτερα ενθουσιώδης με τις ικανότητες του Νταλί στη ζωγραφική και το σχέδιο, ικανότητες που έδειξε ότι διέθετε σε σχετικά νεαρή ηλικία. Χάρη κυρίως στην συμπαράσταση της μητέρας του, ο Νταλί παρακολούθησε τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής στη Δημοτική σχολή σχεδίου της πόλης του. Tο 1916 φιλοξενήθηκε από την οικογένεια του τοπικού καλλιτέχνη Ramon Pichot, της πόλης Καδακές, στη διάρκεια θερινών διακοπών της οικογένειας Νταλί, όπου και ήρθε σε επαφή για πρώτη φορά με την μοντέρνα ζωγραφική.

Σε ηλικία 15 ετών, ο Νταλί συμμετείχε στη δημόσια έκθεση του Δημοτικού Θεάτρου του Φιγκέρες, το 1919. Το 1921 έχασε την μητέρα του από καρκίνο ενώ μετά το θάνατό της, ο πατέρας του παντρεύτηκε την αδελφή της, γεγονός που δεν αποδέχτηκε ο Νταλί, ο οποίος ένα χρόνο αργότερα εγκαθίσταται στη Μαδρίτη όπου και ξεκινά τις σπουδές του στην Ακαδημία των Τεχνών (Academia de San Fernando).

Αυτή την περίοδο, ο Νταλί πειραματίζεται με τον κυβισμό, αν και οι γνώσεις του γύρω από το νέο αυτό κίνημα είναι αρχικά ελλιπείς και στη Μαδρίτη δεν υπάρχουν άλλοι κυβιστές καλλιτέχνες. Επίσης, έρχεται σε επαφή με το ριζοσπαστικό κίνημα του ντανταϊσμού το οποίο θα επηρεάσει σημαντικά το έργο του σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Συνδέεται παράλληλα φιλικά με τον ποιητή Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα και με τον σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ. Το 1926 αποβάλλεται από την ακαδημία λίγο πριν τις τελικές του εξετάσεις, καθώς δηλώνει πως κανένας από τους καθηγητές του δεν είναι άξιος να τον κρίνει. Την ίδια χρονιά, επισκέπτεται για πρώτη φορά το Παρίσι όπου συναντά τον Πικάσσο, ο οποίος είχε ήδη κάποια γνώση γύρω από το έργο του Νταλί. Τα επόμενα χρόνια, στα έργα του Νταλί αποτυπώνονται ισχυρές επιδράσεις από το έργο του Πικάσο αλλά ταυτόχρονα αρχίζει να διαφαίνεται ένα προσωπικό ύφος στους πίνακες του Νταλί. Οι εκθέσεις έργων του στη Βαρκελώνη προκαλούν αρκετές συζητήσεις αλλά και διαφωνίες μεταξύ των κριτικών τέχνης.

Το 1929, ο Νταλί συνεργάζεται με τον Λουίς Μπουνιουέλ για τη δημιουργία της ταινίας μικρού μήκους Ανδαλουσιανός Σκύλος. Ο Νταλί βοηθά ουσιαστικά στο σενάριο της ταινίας, η οποία αποτελεί έως σήμερα την πιο καθαρή εφαρμογή του υπερρεαλισμού στον κινηματογράφο. Παράλληλα, ο Νταλί γνωρίζει την μελλοντική σύζυγο του και μούσα του, Ελένα Ντμτρίεβνα Ντελούβινα Ντιακόνοβα, ρωσικής καταγωγής, περισσότερο γνωστή ως Γκαλά (από το όνομα Γαλάτεια). Την ίδια περίοδο, γίνεται και επίσημα μέλος του υπερρεαλιστικού κινήματος, αν και το υπερρεαλιστικό στοιχείο υπάρχει στα έργα του ήδη λίγα χρόνια νωρίτερα. Στις αρχές της δεκατίας του 1930, ο Νταλί επινοεί επιπλέον την Παρανοϊκο-κριτική μέθοδο, όπως ο ίδιος την αποκαλεί, που αποτελεί ένα είδος υπερρεαλιστικής τεχνικής με σκοπό την πρόσβαση στο ασυνείδητο προς όφελος της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ο Νταλί στηρίζει την μέθοδο αυτή στην ικανότητα του ανθρώπου να λειτουργεί συνειρμικά, συνδέοντας εικόνες ή αντικείμενα που δεν συνδέονται μεταξύ τους κατ' ανάγκη λογικά. Συνδέεται άμεσα με τον υπερρεαλιστικό αυτοματισμό και τις φροϋδικές θεωρίες γύρω από τα όνειρα.

Ο Νταλί συμμετέχει στην πρώτη μεγάλη υπερρεαλιστική έκθεση στην Αμερική, το 1932, όπου και αποσπά διθυραμβικές κριτικές. Λίγο αργότερα όμως, ο Αντρέ Μπρετόν τον διαγράφει από το υπερρεαλιστικό κίνημα λόγω των πολιτικών θέσεων του, κυρίως σε ότι αφορά την υποστήριξη που φαίνεται να παρέχει στον Φράνκο της Ισπανίας. Στα πλαίσια αυτής της διαμάχης, ο Νταλί δηλώνει πως ο ίδιος είναι όλος ο υπερρεαλισμός ενώ ο Μπρετόν επινοεί τον περίφημο αναγραμματισμό του ονόματος του Νταλί, Avida Dollars (σε ελεύθερη μετάφραση άπληστος για δολάρια) ασκώντας κριτική στο αμιγώς εμπορικό πνεύμα που κατά τη γνώμη των υπερρεαλιστών είχε αναπτύξει ο Νταλί.

Με το ξέσπασμα του πολέμου στην Ευρώπη, ο Νταλί μαζί με την Γκαλά, εγκαθίσταται στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1940 όπου και θα ζήσει για τα επόμενα οκτώ χρόνια. To 1941 εργάζεται για την Walt Disney πάνω στη δημιουργία ενός κινούμενου σχεδίου (το Destino) αλλά μόνο 15 δευτερόλεπτα παρουσιάζονται ολοκληρωμένα πέντε χρόνια αργότερα. Το 1942 δημοσιεύεται και η αυτοβιογραφία του The Secret Life of Salvador Dali (Η κρυφή ζωή του Σαλβαδόρ Νταλί).

Μετά την παραμονή του στην Αμερική, περνά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Ισπανία. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την δικτατορία του Φράνκο, προκαλεί δυσμενή σχόλια, τα οποία επεκτείνονται συχνά και στα καλλιτεχνικά του έργα. Την περίοδο 1960 - 1974 εργάστηκε σχεδόν αποκλειστικά για την δημιουργία του Θεάτρου-Μουσείου Γκαλά-Σαλβαντόρ Νταλί στο Φιγκέρες.

Το 1982 ο βασιλιάς Χουάν Κάρλος της Ισπανίας του απονέμει τον τίτλο του μαρκήσιου. Την ίδια χρονιά, στις 10 Ιουνίου πεθαίνει η Γκαλά, γεγονός που προκαλεί έντονη θλίψη στον Νταλί, ο οποίος αποπειράται να αυτοκτονήσει.

Ο Νταλί πέθανε τελικά από καρδιακό επεισόδιο στις 23 Ιανουαρίου του 1989 στην πόλη που γεννήθηκε. Ο τάφος του βρίσκεται μέσα στο Μουσείο του στο Φιγκέρες.

Ο Νταλί έχει συχνά χαρακτηριστεί ως υποστηρικτής του φασιστικού καθεστώτος του Φράνκο στην Ισπανία. Οι πολιτικές του απόψεις ήταν άλλωστε και η αιτία της διαμάχης του με πολλά από τα μέλη του υπερρεαλιστικού κινήματος.

Στα νεανικά του χρόνια, ο Νταλί είναι γνωστό πως συνδέθηκε πιο στενά με τον χώρο του αναρχισμού και του κομμουνισμού. Ωστόσο, η έντονη και εκκεντρική προσωπικότητά του ήταν αδύνατο να περιχαρακωθεί στα στενά πλαίσια ενός οργανωμένου πολιτικού χώρου.

Στην διάρκεια του Ισπανικού εμφυλίου πολέμου, αρνήθηκε να κάνει αντίσταση ή να επιλέξει στρατόπεδο. Συνδέθηκε ωστόσο περισσότερο με το καθεστώς του Φράνκο, ιδιαίτερα κατά την επιστροφή του από την Αμερική στην Ισπανία μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Κάποιες δημόσιες τοποθετήσεις του Νταλί παρείχαν στήριξη στο φασιστικό καθεστώς ενώ παράλληλα αναφέρονταν με θετικό τρόπο στο πρόσωπο του Φράνκο. Ο ίδιος ο Νταλί ζωγράφισε και ένα πορτραίτο της κόρης του Ισπανού δικτάτορα. Από την άλλη πλευρά, οι εκκεντρικότητες του Νταλί, που αποτυπώνονταν πολλές φορές δημόσια, ήταν ανεκτές από το καθεστώς καθώς ελάχιστοι καλλιτέχνες και ειδκότερα της αξίας του Νταλί δέχονταν να ζήσουν εκείνη την εποχή στην Ισπανία. Μοναδικό δείγμα "απειθαρχίας" του Νταλί αποτελεί η στήριξη του στον Λόρκα, του οποίου τα έργα ήταν απαγορευμένα.

Παρόλα αυτά, η πολυσχιδής και ιδιόρυθμη προσωπικότητα του Νταλί θα ήταν πολύ δύσκολο να ταυτιστεί με μία συγκεκριμένη πολιτική στάση. Εξάλλου, ο Νταλί χρησιμοποίησε το στοιχείο της πρόκλησης και του σκανδάλου σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, τόσο δημόσια όσο και μέσα από τα έργα του.

Ο Νταλί έχει δηλώσει ο ίδιος ότι δεν έχει πολιτική θέση. Είναι αναρχικός, αλλά και μοναρχικός, και τα δύο όμως σε μεταφυσικό επίπεδο και όχι σε πολιτικό.

http://el.wikipedia.org/wiki/Σαλβαδόρ_Νταλί

Σήμερα 11/3... Αγίου Αρμοδίου μάρτυρος, Αγίων Κυρίλλου και Μεθόδιου, Αγίου Αργυρίου εξ Επανωμής, Αγίας Ολυμπίας οσιομάρτυρος, Αγίου Διοσκόρου του νέου

 


  Αγίου Αρμοδίου μάρτυρος, Αγίων Κυρίλλου και Μεθόδιου, Αγίου Αργυρίου εξ Επανωμής, Αγίας Ολυμπίας οσιομάρτυρος, Αγίου Διοσκόρου του νέου

Γενέθλιον της Κωνσταντινούπολης


Με το όνομα Γενέθλιον της Κωνσταντινούπολης εορτάζεται κατ΄ έτος από τους Χριστιανούς στις 11 Μαΐου η ανάμνηση των εγκαινίων "της θεοφυλάκτου και θεομεγαλύντου Κωνσταντινουπόλεως, εξαιρέτως ανακειμένης την προστασία της Παναχράντου και Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας και παρ΄ Αυτής διασωζομένης".

Όπως είναι γνωστό όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο πρώτος χριστιανός Αυτοκράτορας, κατέλαβε την πόλη του Βυζαντίου έκτισε σ΄ αυτή πολύ μεγαλύτερη πόλη δίνοντάς της αμέσως το όνομά του Κωνσταντινούπολη. Όταν τελείωσε την περιτείχιση και καθόρισε τους χώρους των δημοσίων κτιρίων και εκκλησιών αφιέρωσε την πόλη στην Θεοτόκο. 
Κατά τη χριστιανική παράδοση ο Αυτοκράτορας θέλοντας να ευχαριστήσει τον Θεό που τον αξίωσε σ΄ αυτό το έργο στις 11 Μαΐου του 330 τέλεσε λιτανεία με προεξάρχοντα τον τότε επίσκοπο Αλέξανδρο και με την πάνδημη συμμετοχή του λαού. Ακολούθησαν επίσημες τελετές και αγώνες και ο λαός ανήλθε στο Φόρο όπου εκεί έστησε τον ανδριάντα του Αυτοκράτορα. Στο βάθρο του ανδριάντα τοποθέτησαν 12 καλάθια, εντός των οποίων φέρονταν τεμάχια άρτου από αρτοκλασία.

Έκτοτε καθιέρωσε η Εκκλησία να εορτάζει κατ΄ έτος την αυτή ημέρα την ανάμνηση εκείνης της εορτής.

Φωτ : Οι Αυτοκράτορες: Ιουστινιανός (αριστερά), και Μέγας Κωνσταντίνος, (δεξιά), προσκομίζουν στη Θεοτόκο την Αγία Σοφία και την Κωνσταντινούπολη αντίστοιχα, (ψηφιδωτό της Αγίας Σοφίας)

Ένα φώς στο νησί






Δημοφιλείς αναρτήσεις Τελευταίες 7 ημέρες