Σάββατο, Μαΐου 29, 2021

Πώς μας ωφελεί το γέλιο....

στη Χανιώπορτα (φ.Μ.Κυμάκη)
στη Χανιώπορτα (φ.Μ.Κυμάκη)
Χορηγά Σωτηρία.

Πώς μας ωφελεί το γέλιο....Τα οφέλη είναι αρκετά για να σε κάνουν να χαμογελάσεις!
Έχει αποδειχτεί ότι το χαμόγελο κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται τόσο ωραία σαν να είχαν φάει 2.000 μπάρες σοκολάτας.

Το γέλιο προσδίδει υγεία, αναδεικνύει το χαμόγελο και συμβάλλει στη φυσιολογική αιμάτωση των περιοδοντικών ιστών. Με αυτόν τον τρόπο, ενισχύεται η άμυνα των ούλων έναντι παθογόνων μικροοργανισμών που προκαλούν ουλίτιδα και περιοδοντίτιδα.

Δοκίμασε να κάνεις τις γωνίες του στόματος σου να σηκωθούν όταν νιώθεις πιεσμένος και αμέσως θα αισθανθείς μια ηρεμία. Αποτελεί έναν από τους ευκολότερους και οικονομικότερους τρόπους για την καταπολέμηση του στρες!
Όταν χαμογελάς, οι άνθρωποι σε συμπαθούν και σε εμπιστεύονται πιο εύκολα. Επίσης, είναι ένας φυσικός τρόπος αντιγήρανσης! Γελώντας δείχνεις πιο νέος και κατά επέκταση πιο όμορφος!

Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι το γέλιο συμβάλλει στην ταχύτερη επούλωση και την ανάρρωση μετεγχειρητικά, καθώς και προκαλεί την απελευθέρωση φυσικών ουσιών κατά του πόνου.

Επίσης, σύγχρονες έρευνες αναφέρουν ότι γελώντας είναι δυνατόν να χάσεις βάρος. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι 15 λεπτά καθημερινού γέλιου σε διάρκεια ενός έτους αντιστοιχεί με απώλεια βάρος περίπου 4,5kg.

Τι συμβαίνει στο σώμα μας όταν γελάμε
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, οι ερευνητές έχουν μελετήσει τις επιδράσεις του γέλιου στο σώμα και έχουν καταλήξει σε ενδιαφέρουσες πληροφορίες σχετικά με το πώς μας επηρεάζει:

Ροή του αίματος. Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Maryland μελέτησαν τις επιπτώσεις επί των αιμοφόρων αγγείων σε ανθρώπους που είχαν παρακολουθήσει κωμωδίες και δράματα. Μετά την προβολή, τα αγγεία της ομάδας που παρακολούθησαν την κωμωδία συμπεριφέρθηκαν κατά φύση - διαστέλλονταν και συστέλλονταν φυσιολογικά. Όμως, τα αιμοφόρα αγγεία στα άτομα που παρακολούθησαν το δράμα είχαν περιορισμένη ροή αίματος.

Ανοσολογική απόκριση. Αυξημένο στρες σχετίζεται με μειωμένη αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος, λέει ο Provine. Μερικές μελέτες έχουν δείξει ότι το χιούμορ μπορεί να αυξήσει τη δράση των αντισωμάτων στο σώμα και να ενισχύσει τα επίπεδα των κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος.

Επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Σε μια μελέτη 19 ατόμων με διαβήτη, εξετάσθηκαν οι επιδράσεις του γέλιου στα επίπεδα σακχάρου του αίματος. Μετά το φαγητό, η ομάδα παρακολούθησε μια κουραστική διάλεξη. Την επόμενη μέρα, η ομάδα έφαγε το ίδιο γεύμα και στη συνέχεια παρακολούθησαν μια κωμωδία. Μετά την κωμωδία, η ομάδα είχε χαμηλότερα επίπεδα σακχάρου στο αίμα από ό, τι μετά τη διάλεξη.

Χαλάρωση και ύπνος. Στις γενικότερες ιδιότητες του γέλιου περιλαμβάνεται και η χαλάρωση των μυών του σώματος. Ακόμα, περιπτώσεις ασθενών που υποφέρουν από χρόνιες παθήσεις έχει παρατηρηθεί ότι 15 λεπτά γέλιου λόγω παρακολούθησης κωμωδίας στην τηλεόραση ή ακόμα και διαβάζοντας κάποια κωμική ιστορία προσφέρουν μέχρι και 2 ώρες ύπνου χωρίς ενόχληση και πόνο.

H Γιόγκα του Γέλιου, μία μόδα που εφαρμόζεται με μεγάλη επιτυχία στην Αμερική, είναι δυνατόν να αντιμετωπίσει ακόμα και τον οδοντικό πόνο σε ασθενείς που η παυσίπονη αγωγή δεν έχει αποτέλεσμα και ενδείκνυται στα πλαίσια της ολιστικής οδοντιατρικής.
 

Αγγινάρες με κουκιά

Για μεγέθυνση ανοίγω την εικόνα σε νέα καρτέλα με φακό +-

Πολίτικα νηστίσιμα 
από την Μίμα Καρβούνη


29 Μαΐου 1453

 

29 Μαΐου 1453: Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος αγώνας μέχρι θανάτου

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μόνο κατ’ όνομα υπήρχε τις παραμονές της Άλωσης. Ήταν περιορισμένη, κυρίως, στην περιοχή γύρω από την Κωνσταντινούπολη και σε κάποιες σκόρπιες περιοχές, όπως το Δεσποτάτο του Μυστρά.

Οι θρησκευτικές έριδες, οι εμφύλιες διαμάχες, οι σταυροφορίες, η επικράτηση του φεουδαρχισμού και η εμφάνιση πολλών και επικίνδυνων εχθρών στα σύνορά της είχαν καταστήσει την πάλαι ποτέ Αυτοκρατορία ένα «φάντασμα» του ένδοξου παρελθόντος της.
 
Το Βυζάντιο σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή της ιστορίας του με την οθωμανική λαίλαπα προ των πυλών του, δεν μπορούσε να ελπίζει παρά μόνο στη βοήθεια της καθολικής Ευρώπης, η οποία όμως ήταν μισητή στους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης. Η ύπαρξη «Ενωτικών» και «Ανθενωτικών» δίχαζε τους Βυζαντινούς.
 
Ωστόσο, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έκανε μια απέλπιδα προσπάθεια, στέλνοντας πρεσβεία στον πάπα Νικόλαο Ε’ για να ζητήσει βοήθεια. Ο Πάπας έβαλε και πάλι ως όρο την Ένωση των Εκκλησιών, αλλά αποδέχθηκε το αίτημα του αυτοκράτορα να στείλει στην Κωνσταντινούπολη ιερείς, προκειμένου να πείσουν τον λαό για την αναγκαιότητα της Ένωσης.
Οι απεσταλμένοι του Πάπα, καρδινάλιος Ισίδωρος και ο αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης Λεονάρδος, λειτούργησαν στην Αγία Σοφία, προκαλώντας την αντίδραση του κόσμου, που ξεχύθηκε στους δρόμους και γέμισε τις εκκλησίες, όπου λειτουργούσαν οι ανθενωτικοί με επικεφαλής τον μετέπειτα πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Το σύνθημα που κυριαρχούσε ήταν «την γαρ Λατίνων ούτε βοήθειαν ούτε την ένωσιν χρήζομεν. Απέστω αφ’ ημών η των αζύμων λατρεία».
Το μίσος για τους Λατίνους δεν απέρρεε μόνο από δογματικούς λόγους. Η λαϊκή ψυχή δεν είχε ξεχάσει τη βαρβαρότητα που επέδειξαν οι Σταυροφόροι στην Πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, ενώ αντιδρούσε στην οικονομική διείσδυση της Βενετίας και της Γένουας, που είχε φέρει στα πρόθυρα εξαθλίωσης τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας, αλλά και στην καταπίεση των ορθοδόξων στις περιοχές, όπου κυριαρχούσαν οι καθολικοί.
Αντίθετα, οι Οθωμανοί φαίνεται ότι συμπεριφέρονταν καλύτερα προς τους χριστιανούς. Πολλοί χριστιανοί είχαν υψηλές θέσεις στην οθωμανική διοίκηση, ακόμη και στο στράτευμα, ενώ κυριαρχούσαν στο εμπόριο. Οι χωρικοί πλήρωναν λιγότερους φόρους και ζούσαν με ασφάλεια. Έτσι, στην Κωνσταντινούπολη είχε σχηματισθεί μία μερίδα που διέκειτο ευνοϊκά προς τους Οθωμανούς. Την παράταξη αυτή εξέφραζε ο Λουκάς Νοταράς με τη φράση «Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν».
Από τις αρχές του 1453 ο Μωάμεθ προετοιμαζόταν για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Με έδρα την Ανδριανούπολη συγκρότησε στρατό 150.000 ανδρών και ναυτικό 400 πλοίων. Ξεχώριζε το πυροβολικό του, που ήταν ό,τι πιο σύγχρονο για εκείνη την εποχή και ιδιαίτερα το τεράστιο πολιορκητικό κανόνι, που είχαν φτιάξει Σάξωνες τεχνίτες. Στις 7 Απριλίου, ο σουλτάνος έστησε τη σκηνή του μπροστά από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού και κήρυξε επίσημα την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης.
Ο αγώνας ήταν άνισος για τους Βυζαντινούς, που είχαν να αντιπαρατάξουν μόλις 7.000 άνδρες, οι 2000 από τους οποίους μισθοφόροι, κυρίως Ενετοί και Γενουάτες, ενώ στην Πόλη είχαν απομείνει περίπου 50.000 κάτοικοι με προβλήματα επισιτισμού. Η Βασιλεύουσα περιβαλλόταν από ξηράς με διπλό τείχος και τάφρο.
Το τείχος αυτό, που επί 1000 χρόνια είχε βοηθήσει την Κωνσταντινούπολη να αποκρούσει νικηφόρα όλες τις επιθέσεις των εχθρών της, τώρα ήταν έρμαιο του πυροβολικού του σουλτάνου, που από τις 12 Απριλίου άρχισε καθημερινούς κανονιοβολισμούς.
Οι Τούρκοι προσπάθησαν πολλές φορές να σπάσουν την αλυσίδα που έφραζε τον Κεράτιο κόλπο και προστάτευε την ανατολική πλευρά της Κωνσταντινούπολης. Στις 20 Απριλίου ένας στολίσκος με εφόδια υπό τον πλοίαρχο Φλαντανελλά κατορθώνει να διασπάσει τον τουρκικό κλοιό μετά από φοβερή ναυμαχία και να εισέλθει στον Κεράτιο, αναπτερώνοντας τις ελπίδες των πολιορκούμενων.
Ο Μωάμεθ κατάλαβε αμέσως ότι μόνο το πυροβολικό του δεν έφθανε για την εκπόρθηση της Πόλης, εφόσον παρέμεινε απρόσβλητος ο Κεράτιος. Με τη βοήθεια ενός ιταλού μηχανικού κατασκεύασε δίολκο και τη νύχτα της 21ης προς την 22α Απριλίου, 70 περίπου πλοία σύρθηκαν από τον Βόσπορο προς τον Κεράτιο. Η κατάσταση για τους πολιορκούμενους έγινε πλέον απελπιστική, καθώς έπρεπε να αποσπάσουν δυνάμεις από τα τείχη για να προστατεύσουν την Πόλη από την πλευρά του Κεράτιου, όπου δεν υπήρχαν τείχη.
Η τελική έφοδος των Οθωμανών έγινε το πρωί της 29ης Μαΐου 1453. Κατά χιλιάδες οι στρατιώτες του Μωάμεθ εφόρμησαν στη σχεδόν ανυπεράσπιστη πόλη και την κατέλαβαν μέσα σε λίγες ώρες. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, που νωρίτερα απέκρουσε με υπερηφάνεια τις προτάσεις συνθηκολόγησης του Μωάμεθ, έπεσε ηρωικά μαχόμενος.
Αφού έσφαξαν τους υπερασπιστές της Πόλης, οι Οθωμανοί Τούρκοι προέβησαν σε εκτεταμένες λεηλασίες και εξανδραποδισμούς. Το βράδυ, ο Μωάμεθ ο Πορθητής εισήλθε πανηγυρικά στην Αγία Σοφία και προσευχήθηκε στον Αλλάχ «αναβάς επί της Αγίας Τραπέζης», όπως αναφέρουν οι χρονικογράφοι της εποχής.
Λίγες ώρες πριν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έκανε την τελευταία του ομιλία στην Αγιά Σοφία και είπε απευθυνόμενος προς τους στρατηγούς του.  «Σας παραδίδω την εκλαμπρότατη και φημισμένη αυτή πόλη, πατρίδα σας και βασίλισσα των πόλεων. Ξέρετε καλά, αδέρφια, ότι για τέσσερις λόγους οφείλουμε όλοι να προτιμήσουμε το θάνατο παρά τη ζωή: πρώτον, για την πίστη και την ευσέβειά μας· δεύτερον, για την πατρίδα· τρίτον, για το βασιλέα και το Χριστό και τέταρτον, για τους συγγενείς και φίλους.
Λοιπόν αδέρφια, αν οφείλουμε να αγωνιστούμε μέχρι θανάτου για έναν και μόνο από τους τέσσερις αυτούς λόγους, πολύ περισσότερο για όλους μαζί, όπως προφανώς κατανοείτε. Αν για τις αμαρτίες μας παραχωρήσει ο Θεός τη νίκη στους ασεβείς, θα διακινδυνεύσουμε υπέρ της πίστεως της αγίας που μας παραχώρησε ο Χριστός με το αίμα του. Αυτό είναι το σπουδαιότερο απ’ όλα.
Τι θα ωφεληθεί κανείς αν κερδίσει τον κόσμο όλο και χάσει την ψυχή του; Δεύτερον, χάνουμε έτσι μια περίφημη πατρίδα και, ακόμη, την ελευθερία μας. Τρίτον, χάνουμε την άλλοτε περιφανή και σήμερα ντροπιασμένη, ταπεινωμένη και εξουθενωμένη βασιλεία, η οποία γίνεται έρμαιο του ασεβούς τυράννου. Τέταρτον, στερούμεθα τις προσφιλείς γυναίκες και τα παιδιά μας και τους συγγενείς μας».
Λόγια που δείχνουν το θάρρος του Αυτοκράτορα. Λόγια που ακόμη και σήμερα πρέπει να διδάσκονται σε όλους για τη σημασία που έχει πολεμάμε μέχρι τέλους για να υπερασπιστούμε τα εδάφη μας.
Πηγή : [sansimera]

Θανάσης Βέγγος

Θανάσης Βέγγος.jpg


Ο Θανάσης Βέγγος ήταν Έλληνας κωμικός ηθοποιός του κινηματογράφου και του θεάτρου. Είχε παίξει σε 126 ταινίες, σε 52 από τις οποίες ως πρωταγωνιστής και είχε σκηνοθετήσει (πρωταγωνιστώντας ταυτόχρονα) ακόμη επτά ταινίες. Θεωρείται ένας από τους πιο δημοφιλείς κωμικούς του ελληνικού κινηματογράφου, ενώ μέχρι πρόσφατα συνέχιζε να εμφανίζεται σε ταινίες, στην τηλεόραση και το θέατρο.
Γεννήθηκε στον Πειραιά, στο Νέο Φάληρο, στις 29 Μαΐου του 1927 από τον Βασίλη και την Ευδοκία Βέγγου, των οποίων ήταν και το μοναδικό παιδί. Ο πατέρας του ήταν δημόσιος υπάλληλος, συγκεκριμένα εργαζόταν στην Εταιρεία Ηλεκτρισμού, και ήρωας της αντίστασης. Μετά τον πόλεμο, εκδιώχθηκε από τη δουλειά του εξαιτίας των πολιτικών του φρονημάτων. Η απόλυση του πατέρα του προκάλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, σοβαρό οικονομικό πρόβλημα στην οικογένεια του Θανάση, κάτι που τον ανάγκασε να ριχτεί στον αγώνα για το μεροκάματο. Κυριότερη μεταξύ των επαγγελμάτων με τα οποία ασχολήθηκε ήταν η απασχόλησή του σε επεξεργασίες δερμάτων. Παράλληλα έκανε διάφορα μικροθελήματα στη γειτονιά.

Τα χρόνια 1948-1950 υπηρέτησε τη θητεία του ως "ανεπιθύμητος" στρατιώτης στη Μακρόνησο, όπου γνωρίστηκε με τον μετέπειτα γνωστό σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο. Αυτή η γνωριμία οδήγησε στην πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο, το 1954, στην ταινία Μαγική Πόλη του Κούνδουρου. Για τα επόμενα πέντε χρόνια έπαιξε μικρούς ρόλους, εργαζόμενος παράλληλα και ως φροντιστής στα κινηματογραφικά πλατό. Την περίοδο αυτή εμφανίστηκε σε μερικές από τις πιο ιστορικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, όπως Ο δράκος, Διακοπές στην Αίγινα, Μανταλένα, Ο Ηλίας του 16ου, Ποτέ την Κυριακή. Ο πρώτος του μεγάλος ρόλος είναι μαζί με τον Νίκο Σταυρίδη στην ταινία Οι δοσατζήδες του 1960. Τον ίδιο καιρό, το 1959, πήρε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού, όχι από Σχολή αλλά ως εξαιρετικό ταλέντο με εξετάσεις σε ειδική επιτροπή. Η πρώτη του θεατρική παράσταση ήταν στην επιθεώρηση «Ομόνοια πλατς-πλουτς», δίπλα στους Νίκο Ρίζο και Γιάννη Γκιωνάκη, επίσης το 1959.

Τα επόμενα χρόνια, συνεργαζόμενος κυρίως με τον σκηνοθέτη Πάνο Γλυκοφρύδη, αναπτύσσει τον τύπο του νευρικού, αεικίνητου τύπου, που τον καθιέρωσε και αρχίζει να γίνεται δημοφιλής. Με ταινίες όπως Ψηλά τα χέρια, Χίτλερ, Μην είδατε τον Παναή, Ζήτω η τρέλλα!, Πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης, καθιερώνεται στη συνείδηση του κοινού. Το 1964, σε αναζήτηση καλλιτεχνικής ελευθερίας, ίδρυσε τη δική του εταιρία παραγωγής ΘΒ-Ταινίες Γέλιου. Την περίοδο 1965-1969, συνεργαζόμενος με τον Πάνο Γλυκοφρύδη και τον Ερρίκο Θαλασσινό αλλά και σκηνοθετώντας ο ίδιος κάποιες φορές, γύρισε τις καλύτερες κατά γενική ομολογία ταινίες του, όπως τις Φανερός πράκτωρ 000, Τρελός, παλαβός και Βέγγος, Ποιος Θανάσης;, που τις χαρακτηρίζουν το σουρεαλιστικό χιούμορ, ο αυτοσχεδιασμός και η πηγαία ερμηνεία. Παρά την εμπορική και καλλιτεχνική τους επιτυχία, οι ταινίες αυτές οδηγούν την εταιρία του Βέγγου σε κλείσιμο και τον ίδιο σε οικονομική καταστροφή, από την οποία θα συνέλθει μόνο μετά από πολλά χρόνια.

Η καριέρα του συνεχίζεται με τον σκηνοθέτη Ντίνο Κατσουρίδη, ενώ η δημοτικότητά του παραμένει σταθερή κι οδηγεί στην αποθέωση του από τον κόσμο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1971, όπου η ταινία Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση; αποσπά τα βραβεία κριτικών και κοινού. Άλλη σημαντική ταινία αυτής της περιόδου είναι Ο Θανάσης στη χώρα της σφαλιάρας του 1976. Η θεματολογία των ταινιών του μετατοπίζεται προς την κοινωνική κριτική, ενώ το 1983 σταματά για λίγα χρόνια να κάνει κινηματογράφο. Τη δεκαετία του '80 ασχολείται με το γύρισμα έξι βιντεοταινιών και της τηλεοπτικής σειράς Βεγγαλικά που, μετά από προσπάθειες πολλών ετών, προβλήθηκε τελικά στην τηλεόραση το 1988. Το 1990 εμφανίστηκε στη σειρά του ΑΝΤ1 Αστυνόμος Θανάσης Παπαθανάσης.

Η επιστροφή του στον κινηματογράφο γίνεται με την ταινία Ήσυχες μέρες του Αυγούστου του Παντελή Βούλγαρη. Η ερμηνεία του έχει πια διαφοροποιηθεί, είναι χαμηλών τόνων αλλά μεγάλης εκφραστικότητας, με κορυφαία στιγμή το ρόλο του στην ταινία Όλα είναι δρόμος του 1998. Την περίοδο αυτή εμφανίστηκε επίσης στην Επίδαυρο, το 1997, στο ρόλο του Δικαιόπολι στους Αχαρνής και το 2001 στην Ειρήνη του Αριστοφάνη με μεγάλη επιτυχία. Το 2002, σχεδόν πενήντα χρόνια μετά την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση, ο Θανάσης Βέγγος κράτησε έναν από τους βασικούς ρόλους στην τηλεοπτική σειρά Περί ανέμων και υδάτων. Συνεχίζει μέχρι σήμερα να είναι από τους πιο αγαπημένους και δημοφιλείς κωμικούς του ελληνικού κινηματογράφου. Η τελευταία κινηματογραφική συμμετοχή του ήταν στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη "Ψυχή βαθιά", το 2009.

Ο Θανάσης Βέγγος ήταν μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και του Σωματείου Παραγωγών. Ήταν μόνιμος κάτοικος της Αθήνας. Την εποχή που γυριζόταν Ο δράκος παντρεύτηκε την Ασημίνα Βέγγου, με την οποία ήταν μαζί μέχρι το τέλος της ζωής του, και είχαν δύο γιους.

Ο Θανάσης Βέγγος νοσηλευόταν από τις 19 Δεκεμβρίου 2010 στην εντατική μονάδα του νοσοκομείου "Ερυθρός Σταυρός" λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου - εκεί απεβίωσε στις 3 Μαΐου 2011, λίγο πριν συμπληρώσει τα 84 χρόνια του.[1] Τάφηκε στην Αμοργό, τόπο καταγωγής της μητέρας του και της γιαγιάς του.[2]

Υπήρξε φειδωλός σε δηλώσεις και συνεντεύξεις, ωστόσο στο παρελθόν ο ίδιος είχε δηλώσει: "Δουλεύω με το ένστικτο, δεν έχω κανένα ταλέντο, μόνο αυτή τη φάτσα. Εδώ είναι αποτυπωμένη όλη η μιζέρια, όλη η δυστυχία, όλος ο πόνος του ασήμαντου Έλληνα".
http://el.wikipedia.org/wiki/Θανάσης_Βέγγος

Χουάν Ραμόν Χιμένεθ

 

JRJimenez.JPG


Ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (23 Δεκεμβρίου 1881 - 29 Μαϊου 1958) ήταν Ισπανός ποιητής.
Αρχικά ταξίδεψε στη Γαλλία, στην Ιταλία και στην Ελβετία, αλλά αναγκάστηκε κατόπιν να ζήσει για έξι περίπου χρόνια σε σανατόριο. Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Σεβίλης, αλλά δεν τελείωσε τις σπουδές του, γιατί πήγε στις ΗΠΑ, όπου γνώρισε και κατόπιν παντρεύτηκε τη Ζηνοβία Καμπρουμπί, μεταφράστρια του Ταγκόρ.

Τα πρώτα του ποιήματα, που εγκαινίασαν μαζί με τον ποιητή Αντόνιο Ματσάδο τη μεγάλη εποχή της ισπανικής ποίησης του 20ού αι., δημοσιεύτηκαν το 1900 με τον τίτλο «Θλιμμένοι σκοποί» και φέρουν φανερά την επίδραση του συμβολισμού. Η έκρηξη του ισπανικού εμφύλιου πολέμου (1936) τον ανάγκασε να μείνει εξόριστος στο εξωτερικό μακριά από τον αγώνα που δίχαζε την πατρίδα του και να ζήσει τον περισσότερο καιρό τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στο Πουέρτο Ρίκο. Στο έργο του διαφαίνεται μία έντονη προσπάθεια για την ιδεώδη έκφραση της σκέψης του μέσα από μία λεπτότητα ύφους και μία γεμάτη διαύγεια καθαρότητα αισθημάτων και μορφών. Ακολούθησαν τα έργα του «Ελεγείες» και «Η εύηχος σιωπή», «Ψυχές βιολέτας», «Ρίμες», «Ισπανοί των τριών κόσμων», «Πνευματικά σονέτα», το λυρικό του διήγημα «Ο Πλατέρο κι εγώ», το «Ζώο του βυθού» κ.ά.

Τιμήθηκε το 1956 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

http://el.wikipedia.org/wiki/Χουάν_Ραμόν_Χιμένεθ

Σήμερα 29/5 ...Αγίας Θεοδοσίας παρθενομάρτυρος, Αγίου Ολβιανού επισκόπου πόλεως Ανέου, Οσίας Υπομονής

μπουκαμβίλια στην Ιεράπετρα (φ.Μ.κυμάκη)
μπουκαμβίλια στην Ιεράπετρα (φ.Μ.κυμάκη)


 

 Αγίας Θεοδοσίας παρθενομάρτυρος, 

Αγίου Ολβιανού επισκόπου πόλεως Ανέου, 

Οσίας Υπομονής

 

 Η Αγία Υπομονή, κατά κόσμον Ελένη Δραγάση, και αργότερα, ως σύζυγος του Μανουήλ Β' Παλαιολόγου, «Ελένη η εν Χριστώ τω Θεώ αυγούστα και αυτοκρατόρισσα των Ρωμαίων η Παλαιολογίνα», ήταν θυγατέρα του Κωνσταντίνου Δραγάση, ενός από τους πολλούς ηγεμόνες - κληρονόμους του μεγάλου Σέρβου κράλη (βασιλιά) Στεφάνου Δουσάν. Καταγόταν από βασιλική και ευλογημένη γενιά. Στους προγόνους της συγκαταλέγονται άνθρωποι που αγίασαν όπως ο Στέφανος Νεμάνια, σέρβος βασιλέας που μόνασε με το όνομα Συμεών και ήταν κτίτορας της Ιεράς Μονής Χιλανδαρίου του Αγίου Όρους (βλέπ13 Φεβρουαρίου). Ο Κωνσταντίνος Δραγάσης ανέλαβε την ηγεμονία του σημερινού βουλγαρικού τμήματος της βόρειο - ανατολικής Μακεδονίας, στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Αξιού και Στρυμώνος.

Η γέννησή της τοποθετείται στα αμέσως μετά τον θάνατο το Δουσάν χρόνια. Η ανατροφή, η μόρφωση, η αγωγή της, ήταν διαποτισμένα με ό,τι ανώτερο υπαγόρευε το βυζαντινό ιδεώδες, διότι οι Σέρβοι είχαν επηρεαστεί πολύ από τον βυζαντινό πολιτισμό. 

Ένοιωθε τον εαυτό της περισσότερο ταυτισμένο με τον πολιτισμό και κυρίως με την εθνική συνείδηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Συναισθηματικά και ουσιαστικά έρεπε μάλλον προς το Βυζάντιο, του οποίου επέπρωτο να γίνει Αυγούστα και Αυτοκρατόρισσα, περά προς την γενέθλιο σερβική πατρίδα.

Κοντά σ' αυτά και πάνω απ' αυτά, γαλουχήθηκε με την πατροπαράδοτη στην οικογένειά της, ακράδαντη ορθόδοξη πίστη στο Θεό. Αυτή η πίστη είναι που θα την οδηγεί, θα την φωτίζει, και θα την εμπνέει στην πολυτάραχη γεμάτη θλίψεις και δοκιμασίες ζωή της.

Υπολογίζεται να ήταν 19 περίπου χρονών όταν παντρεύτηκε τον Μανουήλ Β' Παλαιολόγο (τέλη του 1390 μ.Χ.), λίγους μήνες πριν γίνει Αυτοκράτορας.

Η καινούργια ζωή της Ελένης - αγίας Υπομονής, από την αρχή της έδειξε ότι θα ήταν Γολγοθάς. Πολλές ήταν οι φορές που χρειάστηκε να πιει το ποτήρι της προσβολής και του εξευτελισμού στο πλευρό του συζύγου της όχι μόνο από τους αλλόθρησκους, αλλά και από τα κατ' όνομα χριστιανικά κράτη της Δύσεως, στην απεγνωσμένη προσπάθειά του να βρει τρόπους σωτηρίας της ετοιμοθάνατης Αυτοκρατορίας.

Η Ελένη - αγία Υπομονή απεδείχθη εξαιρετικός άνθρωπος που συγκέντρωνε πολλές και μεγάλες αρετές, και ψυχική δύναμη. Έδειξε ότι είχε απόλυτη συναίσθηση τόσο της θέσης της και των περιστάσεων, όσο και του ρόλου που αυτές της υπαγόρευαν, σε όλα τα επίπεδα.

Αγαπούσε το λαό. Ήταν η μεγάλη μάνα που ο καθένας μπορούσε να προστρέξει. Συμμεριζόταν τις αγωνίες του και ανησυχίες του ενώπιον των φοβερών εθνικών κινδύνων και προσπαθούσε πάντοτε με την προσευχή, με την πραότητά της και με γλυκά και παρηγορητικά της λόγια να τον ενισχύσει. Είναι πολύ χαρακτηριστικά και εύγλωττα μέσα στην λακωνικότητά της τα όσα γράφει για την Αυτοκρατόρισσα, ο σύγχρονός της φημισμένος φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός - Πλήθων: «Η Βασιλίς αύτη με πολλήν ταπείνωσιν και καρτερικότητα εφαίνετο να αντιμετωπίζει και τας δύο μορφάς της ζωής. Ούτε κατά τους καιρούς των δοκιμασιών απεγοητεύετο, ούτε όταν ευτυχούσε επανεπαύετο, αλλά εις κάθε περίπτωσιν έκανε το πρέπον. Συνεδύαζε την σύνεσιν με την γενναιότητα, περισσότερον από κάθε άλλην γυναίκα. Διεκρίνετο δια την σωφροσύνην της. Την δε δικαιοσύνην την είχε εις τελειότατον βαθμόν. Δεν εμάθαμε να κάμνει κακόν εις ουδένα, ούτε μεταξύ των ανδρών, ούτε μεταξύ των γυναικών. Αντιθέτως εγνωρίσαμε να κάμνει πολλά καλά και εις πολλούς. Με ποίον άλλον τρόπον δύναται να φανεί εμπράκτως η δικαιοσύνη, εκτός από το γεγονός του να μη κάμνει κανείς ποτέ θεληματικά και σε κανέναν κακό, αλλά μόνον το αγαθόν σε πολλούς;»

Στάθηκε αντάξια του φιλόσοφου και φιλόχριστου συζύγου της Μανουήλ. Στάθηκε άξια δίπλα του για 35 χρόνια, «συνευδοκόντας», σύμφωνα με σύγχρονή τους μαρτυρία, δηλ. όλα γινόντουσαν με συμφωνία, ομόνοια, συναπόφαση, εν πνεύματι Χριστού και αγωνιστική αγιότητα. Κατόρθωναν να τιμούν την αρετή με λόγια και έργα. «Λόγω μεν διδάσκοντας το πρακτέον, έργω δε γενόμενοι πρότυπα και εικόνες εφηρμοσμένης αγάπης».

Στο ευλογημένο ζευγάρι ο Θεός χάρισε οκτώ παιδιά. Έξι αγόρια από τα οποία τα δύο ανέβηκαν στον αυτοκρατορικό θρόνο, ο Ιωάννης Η' (1425 - 1448 μ.Χ.) και ο Κωνσταντίνος ΙΑ', ο τελευταίος θρυλικός αυτοκράτορας (1448 - 29 Μαΐου 1453 μ.Χ.- μαύρη ήμερα αλώσεως της Βασιλεύουσας). Ο Θεόδωρος, ο Δημήτριος και ο Θωμάς διετέλεσαν δεσπότες του Μυστρά, και ο Ανδρόνικος της Θεσσαλονίκης. Και δύο κορίτσια, τα οποία όμως πέθαναν σε μικρή ηλικία. Η πολύτεκνη και φιλότεκνη μητέρα γαλούχησε τα παιδιά της με τα νάματα της πίστεως και τη γλυκύτατη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, τα οδηγούσε σε ιερά προσκυνήματα και σεβάσμια Μοναστήρια της Βασιλεύουσας, και επιζητούσε υπέρ αυτών τις ευχές των αγίων ασκητών και Γερόντων. Τα ανέθρεψε «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», και ποτέ δεν «έπαυσε μετά δακρύων προσευχής και αγάπης να νουθετή ένα έκαστον».Με υπομονή και επιμονή, με προσοχή και προσευχή σμίλεψε τους χαρακτήρες τους, τους έδωσε μαζί με το «ζην»και το «εύ ζην». Έτσι, κατάφερε, μεταξύ άλλων, να θέσει τέρμα στις επί 90 περίπου χρόνια συγκρούσεις μεταξύ των μελών της αυτοκρατορικής οικογένειας για την εξουσία που είχαν εξαντλήσει την αυτοκρατορία. Οι όποιες διαφορές απόψεων η διενέξεις παρουσιάζονταν (μετά το θάνατο του Μανουήλ), ξεπερνιόνταν ήσυχα με το κύρος της μητρικής της παρέμβασης και της προσευχής της.

Ιδιαίτερη ήταν η αγάπη της για τα Μοναστήρια. Εκεί αναπαυόταν, ξεκουραζόταν η ψυχή της, αντλούσε δύναμη και κουράγιο για τη συνέχεια. Αυτό, το ενέπνευσε σε όλη την οικογένειά της. Ο σύζυγός της αφού παρέδωσε τον θρόνο στον πρωτότοκο Ιωάννη, δύο μήνες πριν τον θάνατό του (29 Μαρτίου 1425 μ.Χ.), απεσύρθη στη Μονή του Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη, όπου εκάρη μοναχός με το όνομα Ματθαίος. Η ίδια, μετά το θάνατο του συζύγου της έγινε μοναχή (1425 μ.Χ.) στη Μονή της κυράς Μάρθας, με το όνομα Υπομονή. Και τρία από τα παιδιά τους επίσης έγιναν μοναχοί, ο Θεόδωρος και ο Ανδρόνικος (μ. Ακάκιος) στη Μονή του Παντοκράτορος, και ο Δημήτριος (μ. Δαυίδ) στο Διδυμότειχο. Επίσης, η πενθερά της και η κουνιάδα της ετελείωσαν την ζωή τους ως Μοναχές. Το ίδιο και η εγγονή της, κόρη του γιου της Θωμά, Ελένη, που έγινε Μοναχή με το όνομα Υπομονή στη Λευκάδα.

Ακόμα, εν όσω βρισκόταν στην πατρίδα της, μαζί με τον πατέρα της έκτισαν την Ι.Μ. Παναγίας Παμμακαρίστου στο Πογάνοβο της πόλης Δημήτροβγκραντ της Ν.Α. Σερβίας. Στην Κωνσταντινούπολη είχε συνδεθεί με την Ι. Μ. του Τιμίου Προδρόμου της Πέτρας, όπου φυλαγόταν το ιερό λείψανο του οσίου Παταπίου του θαυματουργού (βλέπε 8 Δεκεμβρίου), στον οποίο η αγία Υπομονή έτρεφε ιδιαίτερη ευλάβεια. Η Μονή είχε ιδρυθεί από τον συνασκητή του οσίου Παταπίου στην Αίγυπτο, όσιο Βάρα, έξω από την πύλη του Ρωμανού πριν από το 450 μ.Χ. Με την συμβολή της αγίας ιδρύθηκε στη Μονή γυναικείο γηροκομείο με την επωνυμία «Η ελπίς των απηλπισμένων». Η ευλάβειά της προς τον όσιο Πατάπιο φαίνεται από το γεγονός ότι ο αγιογράφος του σπηλαίου του οσίου Παταπίου στα Γεράνεια όρη της Κορινθίας θεώρησε απαραίτητο να ιστορήσει την αγία Υπομονή δίπλα από το σκήνωμα του οσίου.

Άνθρωπος φωτεινός και φωτισμένος η αγία Υπομονή, προικισμένη με πολλά τάλαντα, που τα «εμπορεύθηκε» με σύνεση και σωφροσύνη και τα πολλαπλασίασε, κατάφερε με την αρετή, την άσκηση και την καρτερία της να φθάσει σε δυσανάβατα μέτρα αρετής. Μια σημαντική φυσιογνωμία εκείνης της εποχής ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο πρώτος Οικουμενικός Πατριάρχης μετά την άλωση, στον Παραμυθητικό του Λόγο προς τον Βασιλέα Κωνσταντίνο ΙΑ', «Επί τη κοιμήσει της μητρός Αυτού αγίας Υπομονής», αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής:

«Την μακαρίαν εκείνην Βασίλισσαν όταν την επεσκέπτετο κάποιος σοφός, έφευγεν κατάπληκτος από την ιδικήν της σοφίαν. Όταν την συναντούσε κάποιος ασκητής, αποχωρούσε, μετά την συνάντηση, ντροπιασμένος δια την πτωχείαν της ιδικής του αρετής, συγκρινομένης προς την αρετήν εκείνης. Όταν την συναντούσε κάποιος συνετός, προσέθετεν εις την ιδικήν του περισσοτέραν σύνεσιν. Όταν την συναντούσε κάποιος νομοθέτης, εγινόταν προσεκτικώτερος. Όταν συνομιλούσε μαζί της κάποιος δικαστής, διεπίστωνε ότι έχει ενώπιόν του έμπρακτον Κανόνα Δικαίου. Όταν κάποιος θαρραλέος (τη συναντούσε), ένοιωθε νικημένος, αισθανόμενος έκπληξιν από την υπομονήν, την σύνεσιν και την ισχυρότητα του χαρακτήρος της. Όταν την επλησίαζε κάποιος φιλάνθρωπος, αποκτούσε εντονώτερο το αίσθημα της φιλανθρωπίας. Όταν την συναντούσε κάποιος φίλος των διασκεδάσεων, αποκτούσε σύνεσιν, και, γνωρίζοντας την ταπείνωσιν εις το πρόσωπόν της, μετανοούσε. Όταν την εγνώριζε κάποιος ζηλωτής της ευσεβείας, αποκτούσε μεγαλύτερον ζήλον. Κάθε πονεμένος με τη συνάντηση μαζί της, καταλάγιαζε τον πόνο του. Κάθε αλαζόνας αυτοτιμωρούσε την υπερβολικήν του φιλαυτίαν. Και γενικά κανένας δεν υπήρξε, που να ήλθεν εις επικοινωνίαν μαζί της και να μην έγινε καλύτερος».

Ο Θεός ευδόκησε να μην ζήσει τις τελευταίες τραγικές στιγμές της Αυτοκρατορίας. Την κάλεσε κοντά Του στις 13 Μαρτίου 1450 μ.Χ., έχοντας διανύσει 35 χρόνια ως Αυτοκρατόρισσα και 25 ως ταπεινή μοναχή. Ο σύγχρονός της διάκονος Ιωάννης Ευγενικός, αδελφός του Μάρκου του Ευγενικού Αρχιεπισκόπου Εφέσου, στον Παραμυθητικό του Λόγο προς τον Κωνσταντίνον Παλαιολόγον επί τη κοιμήσει της Μητρός του αγίας Υπομονής συνοψίζει:

«Ως προς δε την αοίδιμον, εκείνην Δέσποινα Μητέρα σου, τα πάντα εν όσω ζούσε, ήσαν εξαίρετα, η πίστις, τα έργα, το γένος, ο τρόπος, ο βίος, ο λόγος και όλα μαζί ήσαν σεμνά και επάξια της θείας τιμής και, όπως έζησε μέτοχος της θείας Προνοίας, έτσι και ετελεύτησεν».

Η «Αγία Δέσποινα»,όπως την ονομάζει ο Γεώργιος Φραντζής, συνέδεσε την έννοια του μοναχικού της ονόματος (Υπομονή) με τον τρόπον αντιμετωπίσεως και των ευτυχών στιγμών και των απείρων δυσκολιών της όλης ζωής της. Υπομονή κατά βίον, πράξιν και μοναχικό όνομα. «Τη υπομονή αυτής εκτήσατο την ψυχήν αυτής».

 -------------------------------------------------< /span>

Saint Hipomini icon.jpg

Η Ελένη Δραγάση-Παλαιολόγου ή Αγία Υπομονή (1372 - 13 Μαρτίου 1450) ήταν αυτοκράτειρα του Βυζαντίου ως σύζυγος του Mανουήλ Β’ Παλαιολόγου και μητέρα των δύο τελευταίων Βυζαντινών Αυτοκρατόρων, του Ιωάννη Η΄ και του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου.

Η ζωή της

Γεννήθηκε το 1372 στη Σερβία κι ήταν κόρη του Σέρβου δεσπότη Κωνσταντίνου Δραγάση Ντεγιάνοβιτς, 5ου απογόνου του επίσης Βυζαντινού Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου. Παντρεύτηκε το 1392 το Μανουήλ Β' Παλαιολόγο κι απέκτησαν εννιά παιδιά, έχασαν όμως τρία από επιδημία το 1399 (τον Μιχαήλ γεννημένο το 1398 και δύο κόρες). Τα έξι που επέζησαν ήταν όλα αγόρια. Ο μεγαλυτερος Ιωάννης Η΄ (γεν. 1392) έγινε αυτοκράτορας, ο δεύτερος Θεόδωρος Β' Παλαιολόγος (γεν. 1396) έγινε δεσπότης του Μυστρά, ο τρίτος Ανδρόνικος Παλαιολόγος (γεν. το 1400) δεσπότης της Θεσσαλονίκης, ο τέταρτος Κωνσταντίνος ΙΑ (γεν. 1405) Αυτοκράτορας, ο πέμπτος Δημήτριος Παλαιολόγος (γεν. 1407) επίσης δεσπότης του Μυστρά και ο τελευταίος Θωμάς Παλαιολόγος (γεν. 1409) δεσπότης του Μωρέως, διοικώντας την Πάτρα. Το 1395 έχασε τον πατέρα της που σκοτώθηκε στη μάχη του Ρόβινε της Ρουμανίας.

Ως γυναίκα κι αυτοκράτειρα, κατά τον φιλόσοφο Πλήθωνα (Γεώργιο Γεμιστό), διακρινόταν για τη σωφροσύνη της και την δικαιοσύνη της. Με τα καλύτερα λόγια την περιγράφει και ο ιστορικός Γεώργιος Σφραντζής.

Ο σύζυγός της Μανουήλ λίγο πριν πεθάνει έγινε το 1425 μοναχός με το όνομα Ματθαίος. Μετά το θάνατό του έγινε και η ίδια μοναχή στο μοναστήρι της "Κυρά - Μάρθας" της Κωνσταντινούπολης, παίρνοντας το όνομα Υπομονή. Ήταν μια μοναχή σαν όλες τις άλλες και, ακόμη και αν ήταν αυτοκράτειρα, έκανε όλα τα διακονήματα στο μοναστήρι. Ωστόσο πολλοί τη συμβουλεύονταν κι ιδιαίτερα οι γιοί της

Η Υπομονή βοήθησε να ιδρυθεί ένας οίκος ευγηρίας, με το όνομα "Η ελπίδα των απελπισμένων", στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη (του τιμίου Προδρόμου) της Πέτρας όπου φυλασσόταν το σκήνωμά του Αγίου Παταπίου.

Όταν το 1448 πέθανε ο μεγαλύτερος γιος της, αυτοκράτορας Ιωάννης, η διαδοχή του έγινε αντικείμενο σύγκρουσης ανάμεσα στο μεγαλύτερο εν ζωή Κωνσταντίνο, και τον φιλόδοξο αλλά επαρμένο και φιλότουρκο Δημήτριο. Η σοφή μητέρα, που ήξερε οτι ο Κωνσταντίνος ήταν πιο άξιος, συγκράτησε το Δημήτριο που έσπευσε πρώτος στην Κωνσταντινούπολη και μεσολάβησε για την ομαλή διαδοχή στον Κωνσταντίνο, πείθοντας ακόμα και τον οθωμανό σουλτάνο Μουράτ Β να τον αποδεχθεί. Τα κατάφερε και ο Κωνσταντίνος ανέλαβε ως αυτοκράτορας την ημέρα των Φώτων, 6 Ιανουαρίου 1449 στο Μυστρά.

Η Αγία Υπομονή όπως την ονόμασε η εκκλησία απεβίωσε στις 13 Μαρτίου του 1450, 3 χρόνια πριν η Κωνσταντινούπολη, πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας, πέσει στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων, έπειτα από μακρά πολιορκία. Στην πτώση της Κωνσταντινούπολης ο γιος της, Κωνσταντίνος ΙΑ Παλαιολόγος, απεβίωσε στη μάχη. Η Αγία Υπομονή ετάφη στη μονή του Παντοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη, όπου ετάφησαν ο σύζυγός της Μανουήλ και τα 3 από τα παιδιά τους (εκ των οποίων τα 2 ήταν μοναχοί).
Η ανεύρεση της αγιογραφίας και της τιμίας κάραςΜετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453, ο Αγγελής Νοταράς, συγγενής του αυτοκράτορα (ανιψιός της Αγίας Υπομονής), μετέφερε στο βουνό Γεράνεια κοντά στην Αθήνα και έκρυψε το λείψανο του Αγίου Παταπίου σε μια σπηλιά, κοντά στην πόλη Θέρμαι (το σημερινό Λουτράκι), που ήταν ήδη ασκητήριο μοναχών από τον 11ο αιώνα. Στο σπήλαιο αυτό βρέθηκε Βυζαντινή αγιογραφία της Αγίας Υπομονής και η αγία κάρα της. Στο σπήλαιο αυτό χτίστηκε το 1952 από τον γέροντα Νεκτάριο Μαρμαρινό το μοναστήρι του Αγίου Παταπίου, όπου και φυλάσσεται η σεπτή κάρα της Αγίας Υπομονής μέχρι σήμερα.

 

Απαράδεκτος ο τρόπος

Παλαιότερη ανάρτηση

Oμολογία Τούρκου δημοσιογράφου - Απαράδεκτος ο τρόπος που γιορτάζουμε την Άλωση της Πόλης

Με ένα εντυπωσιακά ειλικρινές άρθρο, που δημοσιεύεται στην έγκυρη εφημερίδα SABAH, από τον Engin Ardiç, γνωστό συγγραφέα και δημοσιογράφο στην Τουρκία στηλιτεύεται ο Τουρκικός τρόπος εορτασμού της πτώσης της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαΐου.


Ρεκόρ εισιτηρίων κάνει η τουρκική ταινία «Άλωση 1453». Κλείνοντας την τρίτη εβδομάδα προβολής στις κινηματογραφικές αίθουσες της Τουρκίας υπολογίζεται ότι ήδη 5.042.994 θεατές έχουν σπεύσει στα σινεμά για να παρακολουθήσουν το στόρι.

Για την ολοκλήρωση της ταινίας ξοδεύτηκαν περισσότερα από 17 εκατ. δολάρια και χρειάστηκαν σχεδόν τρία χρόνια γυρισμάτων και μοντάζ.

Η ταινία παρουσιάζει τη ζωή του σουλτάνου Μωάμεθ μέχρι τη στιγμή της εισβολής των Οθωμανών στην Κωνσταντινούπολη την Τρίτη 29 Μαΐου του 1453 και χρονικά συμπίπτει με την επέτειο των 560 ετών από την κατάληψη της Βασιλεύουσας.

Η τουρκική υπερπαραγωγή έχει προκαλέσει και κριτική εκ των έσω. Ενδεικτικά είναι όσα είχε γράψει το Φεβορυάριο στην αγγλόφωνη έκδοση της Hurriet ο δημοσιογράφος Μπουράκ Μπεκντίλ, ο οποίος έθετε το ρητορικό ερώτημα να γιόρταζαν οι Βρετανοί την «άλωση του Λονδίνου» ή οι Γερμανοί την «Άλωση του Βερολίνου».

«Μήπως πρέπει να περιμένουμε να ακολουθήσουν ταινίες όπως "'Αλωση 1974'' ή ''Αφανισμός 1915'';» ειρωνευόταν εμμέσως τους συμπατριώτες του ο Τούρκος δημοσιογράφος.
https://www.iefimerida.gr/

Παρασκευή, Μαΐου 28, 2021

Όπως παλιά για... εικονοθεραπεία.....

Εικόνες απο το παλιό λεύκωμα έτσι για να κάνουμε ένα reset στη διάθεσή μας και ό,τι ήθελε προκύψει

έχουμε ένα πολύ ωραίο σερβίτσιο με άποψη στο design του  με φατσούλες, χεράκια , λογάκια  κ.α.

επίσης μπορούμε να φτιάξουμε ωραία κεριά με το σχετικό βιβλιαράκι απο τη σειρά των hobbies

ενώ μια ωραία μηχανόβια έπαιξε με τα ψαράκια της και μετά πήρε την ρόδα και πάει ν ανέβει στην Αίτνα

μια καρδιά σηκώνει βάρη ενώ μια καλονή ξαπλώνει με χάρη στην άμμο με την επώνυμη τσάντα της

και ονειρεύεται ταξίδι σε ευρωπαϊκή χώρα με πύργους παραμυθένιους και τα σχετικά...

η ξανθιά κυρία αφού έστρωσε τα ωραία σεντόνια της βγήκε στον κήπο για gardenning

και βέβαια δεν μας λείπουν και τα κινούμενα σχέδια απο τον ελεφαντίνο μέχρι τον actioman

κι άν καταλάβατε τι θέλω να πώ σας συγχαίρω για την αντίληψή σας 

αν μη τι άλλο αλλάξαμε παραστάσεις ....όπως  παλιά...!

 Για μεγέθυνση πατάτε ροδάκι και ανοίγει νέα καρτέλα με φακό +-

                          

Ίαν Λάνκαστερ Φλέμινγκ (28 Μαΐου 1908 - 12 Αυγούστου 1964)

Ίαν Φλέμινγκ - Βιογραφία - Σαν Σήμερα .gr

Ο Ίαν Λάνκαστερ Φλέμινγκ (Ian Lancaster Fleming, 28 Μαΐου 1908 - 12 Αυγούστου 1964) ήταν Άγγλος συγγραφέας. 

Έγινε διάσημος για τη σειρά κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων του θρυλικού Τζέιμς Μποντ, με το πρώτο, το Casino Royale, να κυκλοφορεί το 1953. Ο Φλέμινγκ είχε ο ίδιος υπηρετήσει στην υπηρεσία αντικατασκοπείας του βρετανικού πολεμικού ναυτικού.

Οικογένεια

Ο `Ιαν Φλέμινγκ γεννήθηκε στην οδό Γκρην 27, στο πλούσιο προάστιο Μέιφαιρ του Λονδίνου. Μητέρα του ήταν η γνωστή στους κοσμικούς κύκλους του Λονδίνου `Εβελυν Σεν Κρουά Ρόουζ-Φλέμινγκ (1885-1964) και πατέρας του ο Βάλενταϊν Φλέμινγκ (1882-1917), συντηρητικός βουλευτής από το 1910 και αξιωματικός που σκοτώθηκε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με τον βαθμό του ταγματάρχη (ο Ουίνστον Τσώρτσιλ είχε γράψει τότε μία νεκρολογία του στους Τάιμς).

Ο μεγαλύτερος αδελφός του Ίαν, ο Πήτερ (1907–1971), έγινε ταξιδιωτικός συγγραφέας και νυμφεύθηκε την ηθοποιό Σήλια Τζόνσον, ενώ κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχε σε επιχειρήσεις στις κατεχόμενες Νορβηγία και Ελλάδα. Υπήρχαν και δύο μικρότεροι αδελφοί, ο Μάικλ (1913–1940) και ο Ρίτσαρντ (1911–1977), καθώς και μία ετεροθαλής αδελφή, νόθα κόρη της μητέρας, η τσελίστρια Αμαρυλλίς Φλέμινγκ (1925–1999), της οποίας πατέρας ήταν ο καλλιτέχνης Αύγουστος Τζων.

Εκπαίδευση και νεανική ηλικία

Από την ηλικία των 6 ετών ο Ίαν Φλέμινγκ κλείστηκε στο εσωτερικό Σχολείο Durnford στο Ντόρσετ. Δεν του άρεσε εκεί: το φαγητό ήταν απαίσιο και οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν.

A building in the Tudor style with a courtyard in front
To Κολέγιο Ήτον, όπου έζησε ο Φλέμινγκ από το 1921 ως το 1927.

Το 1921 ο Φλέμινγκ εγγράφηκε στο Κολέγιο Ήτον. Παρότι στα ακαδημαϊκά μαθήματα δεν είχε ιδιαίτερες επιδόσεις, διακρίθηκε στον αθλητισμό και κατείχε τον τίτλο Victor Ludorum («Νικητή των παιχνιδιών») δύο χρονιές (1925-1927). Είχε επίσης την επιμέλεια ενός σχολικού περιοδικού, του The Wyvern. Ωστόσο, η διαγωγή του τον έφερε σε σύγκρουση με τον υπεύθυνο διαμονής E.Β. Σλέιτερ, τον οποίο ενοχλούσε η συμπεριφορά του Φλέμινγκ, το ότι έβαζε μπριγιαντίνη στα μαλλιά, κατείχε αυτοκίνητο και είχε σχέσεις με γυναίκες. Ο Σλέιτερ έπεισε τη μητέρα του Φλέμινγκ να τον βγάλει από το Ήτον ένα εξάμηνο νωρίτερα και να τον βάλει σε ένα εισαγωγικό φροντιστήριο για το Βασιλικό Στρατιωτικό Κολέγιο στο Σάντχερστ. Από εκεί έφυγε λίγους μήνες αργότερα, έχοντας κολλήσει γονόρροια.

Το 1927, για να τον προετοιμάσει για εισαγωγή στο Φόρειν Όφις, η μητέρα του τον έστειλε στο Τένερχοφ, στο Κιτσμπύελ της Αυστρίας, ένα μικρό ιδιωτικό σχολείο που διοικούσαν ένας Βρετανός πρώην κατάσκοπος, ο Ερνάν Φορμπς Ντένις και η μυθιστοριογράφος σύζυγός του, Φύλις Μπετόμ. Αφού βελτίωσε εκεί τη δεξιότητά του στις γλώσσες, ο Φλέμινγκ φοίτησε για λίγο στα Πανεπιστήμια του Μονάχου και της Γενεύης. Στη Γενεύη ο Φλέμινγκ άρχισε μία ρομαντική σχέση με τη Μονίκ Πανσώ ντε Μποτόμ (Monique Panchaud de Bottomes) και το ζευγάρι αρραβωνιάστηκε το 1931. Ωστόσο, η μητέρα του διαφωνούσε με τη σχέση και κατάφερε να τη διαλύσει. Ο Φλέμινγκ έκανε αίτηση εισαγωγής στο Φόρειν Όφις, αλλά απέτυχε στις εξετάσεις. Και πάλι η μητέρα του παρενέβη: μίλησε με τον σερ Ρόντερικ Τζόουνς, επικεφαλής του Πρακτορείου Reuters, και τον Οκτώβριο του 1931 ο γιος της εξασφάλισε μία θέση «υποσυντάκτη» (sub-editor) και δημοσιογράφου εκεί. Το 1933 το πρακτορείο τον έστειλε στη Μόσχα, όπου κάλυψε τη σταλινική δίκη 6 μηχανικών της βρετανικής εταιρείας Metropolitan-Vickers. Ενώ βρισκόταν εκεί, ο Φλέμινγκ έκανε αίτηση για μία συνέντευξη με τον Ιωσήφ Στάλιν και προς έκπληξή του έλαβε απάντηση με υπογεγραμμένο από τον Σοβιετικό ηγέτη σημείωμα, που ζητούσε συγγνώμη για το ότι δεν μπορούσε να προσέλθει σε αυτή.

Ο Φλέμινγκ υπέκυψε σε οικογενειακές πιέσεις τον Οκτώβριο του 1933 και μεταπήδησε στον τραπεζικό-οικονομικό κλάδοn, με μία θέση στην Cull & Co. και μετά (1935) στην Rowe & Pitman του Μπίσοπσγκέιτ ως χρηματιστής. Απέτυχε και στις δύο θέσεις. Στις αρχές του 1939, άρχισε μία σχέση με την Ανν Ο' Νηλ, σύζυγο του βαρόνου Ο' Νηλ.

Σπαγγέτι με σάλτσα μελιτζάνας και φέτα




http://bettyscuisine.blogspot.gr/2013/05/blog-post_20.html

Σπαγγέτι με σάλτσα μελιτζάνας και φέτα
Υλικά για 4 μερίδες:

1 πακέτο σπαγγέτι (500 γρ)
2 μελιτζάνες φλάσκες
2 μέτρια κρεμμύδια
1 πράσινη πιπεριά
½ φλιτζάνι ελαιόλαδο
3 ώριμες ντομάτες
Μισό φλιτζάνι χυμό ντομάτας
Αλατοπίπερο
Μια πρέζα μπούκοβο (προαιρετικά)
Φέτα κομμένη σε κυβάκια
Ψιλοκόβουμε το κρεμμύδι και την πιπεριά.
Κόβουμε τις μελιτζάνες σε κυβάκια.

Εκτέλεση
Βάζουμε σε κατσαρόλα το ελαιόλαδο να ζεσταθεί
και σωτάρουμε ελαφρά το κρεμμύδι μαζί με την πιπεριά, να γυαλίσουν.
Ρίχνουμε τις μελιτζάνες και σωτάρουμε για 2-3 λεπτά,
μέχρι να πάρουν ένα ελαφρύ χρώμα.
Προσθέτουμε και το σκόρδο και ανακατεύουμε για μισό λεπτό.
Προσθέτουμε την φρέσκια ντομάτα, τον χυμό ντομάτας, μισό φλιτζάνι νερό και μπόλικο αλατοπίπερο,
χαμηλώνουμε την φωτιά και αφήνουμε την σάλτσα να σιγοβράσει μέχρι να πήξει και να χυλώσει.
Εν τω μεταξύ βράζουμε τα ζυμαρικά al dente, σε μπόλικο αλατισμένο νερό.
Τα σουρώνουμε χωρίς να τα ξεπλύνουμε και τα σερβίρουμε αμέσως, προσθέτοντας μπόλικη σάλτσα.
Πασπαλίζουμε με τα κυβάκια της φέτας.
Αν προτιμάμε, μόλις σουρώσουμε τα ζυμαρικά,
τα ρίχνουμε κατευθείαν στην κατσαρόλα με την σάλτσα, ανακατεύουμε, προσθέτουμε και την φέτα και σερβίρουμε. 

James Francis Thorpe (May 22 or 28, 1887 – March 28, 1953)

A black-and-white photograph of Jim Thorpe in his Canton Bulldogs football jersey.

James Francis Thorpe (Sac and Fox (Sauk): Wa-Tho-Huk, translated as "Bright Path"; May 22 or 28, 1887 – March 28, 1953) was an American athlete and Olympic gold medalist. A member of the Sac and Fox Nation, Thorpe became the first Native American to win a gold medal for the United States. Considered one of the most versatile athletes of modern sports, he won two Olympic gold medals in the 1912 Summer Olympics (one in classic pentathlon and the other in decathlon), and played American football (collegiate and professional), professional baseball, and basketball. He lost his Olympic titles after it was found he had been paid for playing two seasons of semi-professional baseball before competing in the Olympics, thus violating the amateurism rules that were then in place. In 1983, 30 years after his death, the International Olympic Committee (IOC) restored his Olympic medals with replicas after ruling that the decision to strip him of his medals fell outside of the required 30 days, but he is to date listed as co-champion in both the decathlon and pentathlon events according to official IOC records.

Thorpe in 1912

Thorpe grew up in the Sac and Fox Nation in Oklahoma, and attended Carlisle Indian Industrial School in Carlisle, Pennsylvania, where he was a two-time All-American for the school's football team under coach Pop Warner. After his Olympic success in 1912, which included a record score in the decathlon, he added a victory in the All-Around Championship of the Amateur Athletic Union. In 1913, Thorpe signed with the New York Giants, and he played six seasons in Major League Baseball between 1913 and 1919. Thorpe joined the Canton Bulldogs American football team in 1915, helping them win three professional championships; he later played for six teams in the National Football League (NFL). He played as part of several all-American Indian teams throughout his career, and barnstormed as a professional basketball player with a team composed entirely of American Indians.

From 1920 to 1921, Thorpe was nominally the first president of the American Professional Football Association (APFA), which became the NFL in 1922. He played professional sports until age 41, the end of his sports career coinciding with the start of the Great Depression. He struggled to earn a living after that, working several odd jobs. He suffered from alcoholism, and lived his last years in failing health and poverty. He was married three times and had eight children, before suffering from heart failure and dying in 1953.

Thorpe has received various accolades for his athletic accomplishments. The Associated Press named him the "greatest athlete" from the first 50 years of the 20th century, and the Pro Football Hall of Fame inducted him as part of its inaugural class in 1963. The town of Jim Thorpe, Pennsylvania was named in his honor and has a monument site that contains his remains, which were the subject of legal action. Thorpe appeared in several films and was portrayed by Burt Lancaster in the 1951 film Jim Thorpe – All-American. 

 

James Francis Thorpe (22 ή 28 Μαΐου 1887 - 28 Μαρτίου 1953)

Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Jim Thorpe στη φανέλα του Canton Bulldogs.

James Francis Thorpe (Sac and Fox (Sauk): Wa-Tho-Huk, που μεταφράστηκε ως "Bright Path". 22 ή 28 Μαΐου 1887 - 28 Μαρτίου 1953) ήταν Αμερικανός αθλητής και ολυμπιονίκης. Μέλος του Sac and Fox Nation, ο Thorpe έγινε ο πρώτος ιθαγενής Αμερικανός που κέρδισε χρυσό μετάλλιο για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Θεωρείται ένας από τους πιο ευπροσάρμοστους αθλητές των σύγχρονων αθλημάτων, κέρδισε δύο Ολυμπιακά χρυσά μετάλλια στους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 1912 (το ένα στο κλασικό πεντάθλο και το άλλο στο decathlon) και έπαιξε αμερικανικό ποδόσφαιρο (συλλογικό και επαγγελματικό), επαγγελματικό μπέιζμπολ και μπάσκετ. Έχασε τους Ολυμπιακούς τίτλους του αφού διαπιστώθηκε ότι πληρώθηκε για να παίξει δύο σεζόν ημι-επαγγελματικού μπέιζμπολ πριν αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες, παραβιάζοντας έτσι τους κανόνες ερασιτεχνισμού που ίσχυαν τότε. Το 1983, 30 χρόνια μετά το θάνατό του,

Thorpe το 1912

Ο Thorpe μεγάλωσε στο Sac and Fox Nation στην Οκλαχόμα και παρακολούθησε το Carlisle Indian Industrial School στο Carlisle της Πενσυλβανίας, όπου ήταν δύο φορές All-American για την ποδοσφαιρική ομάδα του σχολείου υπό τον προπονητή Pop Warner. Μετά την επιτυχία του στην Ολυμπιακή το 1912, το οποίο περιελάμβανε σκορ ρεκόρ στο δεκάθλο, πρόσθεσε μια νίκη στο All-Around Championship της Ερασιτεχνικής Αθλητικής Ένωσης. Το 1913, ο Thorpe υπέγραψε με τους New York Giants και έπαιξε έξι σεζόν στο Major League Baseball μεταξύ 1913 και 1919. Ο Thorpe εντάχθηκε στην ομάδα αμερικανικού ποδοσφαίρου Canton Bulldogs το 1915, βοηθώντας τους να κερδίσουν τρία επαγγελματικά πρωταθλήματα. αργότερα έπαιξε για έξι ομάδες στο National Football League (NFL). Έπαιξε ως μέρος πολλών αμερικανικών ινδικών ομάδων καθ 'όλη τη διάρκεια της καριέρας του,

Από το 1920 έως το 1921, ο Thorpe ήταν ο πρώτος πρόεδρος του American Professional Football Association (APFA), ο οποίος έγινε το NFL το 1922. Έπαιξε επαγγελματικά αθλήματα μέχρι την ηλικία των 41 ετών, το τέλος της αθλητικής του καριέρας που συμπίπτει με την έναρξη της Μεγάλης Ύφεσης . Προσπάθησε να κερδίσει τα προς το ζην μετά από αυτό, δουλεύοντας πολλές περίεργες δουλειές. Έπασχε από αλκοολισμό και έζησε τα τελευταία του χρόνια σε αποτυχία υγείας και φτώχειας. Παντρεύτηκε τρεις φορές και είχε οκτώ παιδιά, πριν υποφέρει από καρδιακή ανεπάρκεια και πέθανε το 1953.

Ο Thorpe έχει λάβει διάφορες διακρίσεις για τα αθλητικά του επιτεύγματα. Το Associated Press τον ονόμασε «τον μεγαλύτερο αθλητή» από τα πρώτα 50 χρόνια του 20ού αιώνα και το Pro Football Hall of Fame τον ενέλαβε ως μέρος της εναρκτήριας τάξης του το 1963. Η πόλη του Jim Thorpe της Πενσυλβανίας ονομάστηκε προς τιμήν του. και έχει μια τοποθεσία μνημείων που περιέχει τα λείψανα του, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο νομικής δράσης. Ο Thorpe εμφανίστηκε σε πολλές ταινίες και απεικονίστηκε από τον Burt Lancaster στην ταινία του 1951 Jim Thorpe - All-American.

 

Ιωάννης Πολέμης (1862 - 28 Μαΐου 1924)

Ioannis Polemis.JPG

Ο Ιωάννης Πολέμης (1862 - 28 Μαΐου 1924) ήταν Έλληνας ποιητής και θεατρικός συγγραφέας.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1862. Η καταγωγή του δικαστή πατέρα του ήταν από την Άνδρο, ενώ η μητέρα του ήταν Αθηναία. Και δύο οικογένειες πάντως είχαν ρίζες βυζαντινές. Ξεκίνησε να γράφει ποίηση στα 13 χρόνια του. Ο Πολέμης ανέπτυξε από νωρίς φιλικούς δεσμούς με τον Γεώργιο Σουρή, τον Κρητικό ποιητή Εμμανουήλ Στρατουδάκη και τον Δημήτριο Καμπούρογλου. Όταν ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές εντάχθηκε στο σύλλογο νέων "Αι Μούσαι". Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και για δύο χρόνια αισθητική και ιστορία της τέχνης στο Παρίσι. Τα πρώτα ποιήματά του, ακολουθώντας την συνήθεια της εποχής, τα έγραψε στην καθαρεύουσα. Διετέλεσε υπάλληλος του Υπουργείου Παιδείας και Γενικός Γραμματέας (1915) της Σχολής Καλών Τεχνών, ενώ υπήρξε ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών συγγραφέων. Πέθανε από βρογχοπνευμονία τον Μάιο του 1924 στην Αθήνα.

Η ποίησή του χαρακτηρίζεται από ευαισθησία και καλοσύνη, στοιχεία άλλωστε που χαρακτήρισαν και την ίδια του τη ζωή. Ο Ιωάννης Πολέμης εντάσσεται στη Νέα Αθηναϊκή Σχολή που αντιτάχτηκε στην υπερβολή και τον άκρατο ρομαντισμό, ενώ παράλληλα καθιέρωσε (όπως οι Παλαμάς, Δροσίνης) τη δημοτική γλώσσα στην ποίηση. Είναι ποιητής των χαμηλών τόνων, αισθηματικός, μελωδικός λυρικός και δραματικός. Το έργο του, που είχε πρωτοφανή λαϊκή απήχηση, διακρίνει ο μελωδικός στίχος, η απλότητα και ο αβίαστος συμβολισμός. Πολλά από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν. Το 1918 τιμήθηκε με το Αριστείο των Γραμμάτων για την προσφορά του στα ελληνικά γράμματα. Ο Ιωάννης Πολέμης έγραψε ακόμα δράματα, ποιήματα για παιδιά, λίγα διηγήματα, ενώ επιμελήθηκε ποιητικές ανθολογίες.

Ο Πολέμης επικρίθηκε συχνά και από τους συγχρόνους του και από τους μετέπειτα κριτικούς για το χαμηλόφωνο ύφος του, για τον έντονο αισθηματισμό του, την έλλειψη ποιητικού βάθους και θεματικής πρωτοτυπίας.

Σήμερα...28/5...Αγίου Διοσκορίδη

το θυμιατό , τα άνθη και το γελαστό παπί (φ.Μ.Κυμάκη)
το θυμιατό , τα άνθη και το γελαστό παπί (φ.Μ.Κυμάκη)

Αγίου Διοσκορίδη

Ετυμολογία 

Προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό όνομα Διόσκουροι που ήταν τα δίδυμα παιδιά του Δία και της Λήδας, ο Κάστωρ και ο Πολυδεύκης. Έχει της ρίζες του στις λέξεις Διός+κούροι που σημαίνουν "Δίας και παιδιά". 

 


Πέμπτη, Μαΐου 27, 2021

Η ναυμαχία της Ερεσού

Πυρπόληση τουρκικού δικρότου από τον Δημήτρη Παπανικολή. Λάδι..jpg

Η ναυμαχία της Ερεσού θεωρείται η πρώτη κατά μέτωπο ναυμαχία που έδωσαν οι Έλληνες ναυμάχοι στην ελληνική επανάσταση του 1821 με πλοίο γραμμής, δίκροτο, του τότε αυτοκρατορικού οθωμανικού στόλου, η οποία και διεξήχθη στις 27 Μαΐου του 1821 στον όρμο Ερεσού της Λέσβου. Πρωταγωνιστές της ναυμαχίας αυτής ήταν ο Ιάκωβος Τομπάζης (πρώτος ναύαρχος της επανάστασης του 1821) όπου διηύθυνε την ναυμαχία και ο Δημήτριος Παπανικολής ο οποίος επιχείρησε για πρώτη φορά με απόλυτη επιτυχία την "πυρπόληση" με χρήση "καυστικού" όπως λεγόταν αρχικά το πυρπολικό με αποτέλεσμα την ανατίναξη του εχθρικού πλοίου.

Η επιτυχία αυτή υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική τόσο στο ηθικό των Ελλήνων ναυμάχων, για την μελλοντική εξέλιξη στον κατά θάλασσα αγώνα όσο και αντίστροφα στο ηθικό των Τούρκων προ του καινοφανούς αυτού τύπου καταδρομής και δολιοφθοράς. Παράλληλα όμως τραγική συνέπεια αυτής ήταν η καταστροφή των Κυδωνιών (του Αϊβαλί) που ακολούθησε 15 ημέρες αργότερα.

Ιστορικό κατάστασης

Με το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης η αναγκαιότητα δημιουργίας ενός αξιόμαχου στόλου για την από θάλασσα αρωγή και προστασία του αγώνα υπήρξε άμεση αντιληπτή. Έτσι μέσα στον επόμενο μήνα και μετά από πολλές διαβουλεύσεις των προυχόντων και καραβοκυραίων των τριών κυριοτέρων "ναυτικών" νήσων Σπετσών, Ύδρας και Ψαρών αποφασίσθηκε. στις 17 Απριλίου, ημέρα Κυριακή, με πανηγυρισμούς η σύμπραξη και διάθεση των εμπορικών τους στόλων στον ιερό αγώνα, καλώντας με προκήρυξη ομοίως και τ΄ άλλα νησιά. Το παράδειγμα αυτών ακολούθησαν αμέσως τα νησιά του Σαρωνικού, οι Κυκλάδες και άλλα όπως η Κάσος. Έτσι δημιουργούνται τρεις μοίρες πλοίων καθεμιά με ναύαρχο που διορίστηκε από την κοινότητα ναυτικής νήσου.
Η έξοδος του συγκροτημένου ελληνικού στόλου στο Αιγαίο συνέπεσε με τα τραγικά γεγονότα που συνέβησαν στην Κωνσταντινούπολη και τον απαγχονισμό του πατριάρχη, γεγονότα που εξαγρίωσαν όχι μόνο τα πληρώματα αλλά και τους κατοίκους νήσων και παραλίων της Μικράς Ασίας πολλοί εκ των οποίων προσέτρεξαν να ενισχύσουν τα τσούρμα των ελληνικών πλοίων.

Αρχικά κρίθηκε αναγκαίος ο αποκλεισμός τόσο των Δαρδανελίων όσο και κάποιων σημαντικών όρμων της μικρασιατικής ακτής καθώς και η υποστήριξη των ελληνικών σωμάτων στα παραλιακά κάστρα της Πελοποννήσου. Περί τα μέσα Μαΐου μια μοίρα του ελληνικού στόλου έπλευσε προς τον Κορινθιακό Κόλπο προκειμένου ν΄ αποκλείσει τα κάστρα Ναυπάκτου, Ρίου και Αντιρίου και να εμποδίσει κάθοδο των Τούρκων στην Πελοπόννησο, ενώ μια δεύτερη μεγαλύτερη μοίρα έπλευσε στο Β. Αιγαίο για τον αποκλεισμό των Δαρδανελίων. Παρά ταύτα δύο πλοία γραμμής, τρεις φρεγάτες και τρεις κορβέτες με υποναύαρχο διοικητή (ριαλάμπεη) του οθωμανικού στόλου πρόλαβε στις 22 Μαϊου να εξέλθει των στενών στο Αιγαίο.

Νικολό Παγκανίνι ( Γένοβα, 27 Οκτωβρίου 1782 - Νίκαια, 27 Μαΐου 1840)

Niccolo Paganini01.jpg

Ο Νικολό Παγκανίνι (Nicolò ή Niccolò Paganini, Γένοβα, 27 Οκτωβρίου 1782 - Νίκαια, 27 Μαΐου 1840) ήταν διάσημος Ιταλός βιολιστής, κιθαρίστας και συνθέτης. Υπήρξε ένας από τους διασημότερος βιρτουόζους του βιολιού, ο οποίος ξεχώρισε για την τεχνική και τη δεξιοτεχνία του, ασκώντας επίδραση σε άλλους συνθέτες του ρομαντισμού, όπως ο Φραντς Λιστ, ειδικότερα σε ό,τι αφορά την αναγνώριση της σπουδαιότητας του στοιχείου της δεξιοτεχνίας. 

Οι συνθέσεις του περιέχουν κυρίως έργα για βιολί και ορχήστρα και μουσικής δωματίου. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν τα Εικοσιτέσσερα Καπρίτσια, που χαρακτηρίζονται από δυσκολίες που κατέπληξαν. 

Στη διάρκεια της ζωής του, ο Παγκανίνι γνώρισε το θαυμασμό αλλά και τη συκοφαντία, που οφειλόταν κυρίως σε φθόνο και στον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα του. Οι εξαιρετικές ικανότητες του στο βιολί, η εντυπωσιακή δεξιοτεχνία και τεχνική του έλαβαν μυθικές διαστάσεις. Από το 1810 μέχρι το 1828 πραγματοποίησε μεγάλες περιοδείες σε πόλεις της Ευρώπης, αποτελώντας έναν από τους πρώτους μουσικούς που το επιχείρησε.


Προσωπογραφία του Νικολό Παγκανίνι, περ. 1819, σχέδιο του Jean Auguste Dominique Ingres

Ο Παγκανίνι γεννήθηκε στη Γένοβα της Ιταλίας, γιος του λιμενεργάτη Αντόνιο Παγκανίνι και της Τερέζας Μποκιάρντο. Έλαβε τα πρώτα μαθήματα μουσικής από τον πατέρα του, ο οποίος ως ερασιτέχνης μουσικός του δίδαξε μαντολίνο και βιολί. Σε μεγαλύτερη ηλικία μαθήτευσε πιθανότατα στο πλευρό του επαγγελματία βιολιστή της θεατρικής ορχήστρας Τζιοβάνι Τσερβέτο (ή Σερβέτο), ενώ αργότερα παρακολούθησε μαθήματα βιολιού απ τον Τζιάκομο Κόστα και μουσικής σύνθεσης από τον Φραντσέσκο Νιέκο (Francesco Gnecco). 

 

Ήδη από την ηλικία των δώδεκα ετών συνέθετε και έδινε συναυλίες σε εκκλησίες και ιδιωτικούς χώρους, επιδεικνύοντας αξιοσημείωτες δεξιότητες. H πρώτη δημόσια εμφάνισή του καταγράφεται περίπου το 1793, στη Γένοβα, η οποία στέφθηκε με επιτυχία. Δύο χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκε στην Πάρμα, προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του υπό την επίβλεψη του Αλεσάντρο Ρόλα, ο οποίος εντυπωσιασμένος από την τεχνική του Παγκανίνι θεώρησε ότι δεν ήταν σε θέση να του μεταδώσει περισσότερες γνώσεις και τον προέτρεψε να παρακολουθήσει μαθήματα σύνθεσης με τον Φερντινάντο Παέρ. 

Στα τέλη του 1796, ο Παγκανίνι επέστρεψε στη Γένοβα ως ολοκληρωμένος πλέον μουσικός και έχοντας διευρύνει σημαντικά τις γνώσεις του στους τομείς της σύνθεσης και της ενορχήστρωσης. Εξαιτίας της εισβολής των ναπολεόντειων στρατευμάτων στην Ιταλία, έζησε για ένα μικρό χρονικό διάστημα στο Λιβόρνο, ακολουθώντας τον πατέρα του και οργανώνοντας εκεί μία σειρά συναυλιών. 

Το Σεπτέμβριο του 1801 εγκαταστάθηκε στη Λούκκα, πόλη με σημαντική μουσική παράδοση. Ο Παγκανίνι έζησε εκεί τα επόμενα δέκα χρόνια, συνεχίζοντας να δίνει συναυλίες και επιδεικνύοντας ίσως για πρώτη φορά στοιχεία του «αναρχικού» χαρακτήρα του και της ανορθόδοξης συμπεριφοράς του. Σύντομα απέκτησε σημαντική φήμη ως βιρτουόζος του βιολιού και το 1805 απέκτησε τη θέση του πρώτου βιολιστή στην ορχήστρα της Αυλής της αδελφής του Ναπολέοντα Ελίζας, μεγάλης δούκισσας της Τοσκάνης από το 1807. Αργότερα ανέλαβε άλλα καθήκοντα, προσφέροντας μαθήματα μουσικής στον πρίγκηπα Φελίτσε Μπατσιόκι, σύζυγο της Ελίζας, και διευθύνοντας τη νέα αυλική ορχήστρα. Παράλληλα συνέχισε να συνθέτει, ολοκληρώνοντας αρκετές σονάτες για βιολί και κιθάρα, καθώς και το πρώτο σημαντικό έργο του για βιολί και ορχήστρα, το οποίο γράφτηκε για τον εορτασμό των γενεθλίων του Ναπολέοντα και πήρε το όνομά του. 

Από το 1810, ο Παγκανίνι ακολούθησε σταδιοδρομία αυτόνομου μουσικού εγκαταλείποντας την αυτοκρατορική Αυλή και πραγματοποιώντας περιοδείες, αρχικά στις Ιταλικές επαρχίες της Ρομάνια (σημερινή περιφέρεια Εμιλία-Ρομάνια) και της Λομβαρδίας. Παρέμεινε για ένα διάστημα στο Μιλάνο, όπου προσκλήθηκε από τον Αλεσάντρο Ρόλα να συμμετάσχει ως μουσικός στο θέατρο, ενώ αργότερα επέστρεψε στη Γένοβα δίνοντας συναυλίες στην τοπική όπερα. Την ίδια περίοδο, συνήψε ερωτικές σχέσεις με την Αντζολίνα Καβανά, με την οποία εγκαταστάθηκε στην Πάρμα. Μετά το τέλος του δεσμού τους, που διήρκεσε για λίγους μήνες, ο Παγκανίνι κατηγορήθηκε από τον πατέρα της για απαγωγή της κόρης του, γεγονός που οδήγησε σε ολιγοήμερη φυλάκισή του. 

Τον Ιανουάριο του 1825 ξεκίνησε ένα δεύτερο κύκλο περιοδειών στην κεντρική και νότια Ιταλία, επισκεπτόμενος τη Ρώμη, τη Νάπολη και το Παλέρμο, πόλεις όπου η φήμη του είχε ήδη εδραιωθεί. Την ίδια περίπου περίοδο ολοκλήρωσε το δεύτερο κοντσέρτο για βιολί (op. 7), γνωστό κυρίως για το τελευταίο μέρος του, ένα ροντό, που ονομάστηκε La campanella εξαιτίας της χρήσης ενός τριγώνου για τη μίμηση του ήχου μίας καμπάνας. Το έργο ενέπνευσε αργότερα τον Φραντς Λιστ στη σύνθεση της φαντασίας Grande fantasia de bravoure sur La clochette. Ακολούθησε το τρίτο κοντσέρτο για βιολί, που ολοκληρώθηκε το 1828, έργο που δεν συγκαταλέγεται στις σπουδαιότερες δημιουργίες του, ωστόσο είναι αξιοσημείωτο το adagio ως προς τη χρήση του pizzicato με τρόπο που τα έγχορδα της ορχήστρας να λειτουργούν ως μία κιθάρα.

Από τις αρχές του 1828, ο Παγκανίνι περιόδευσε σε χώρες εκτός των συνόρων της Ιταλίας, με πρώτο σταθμό την Αυστρία. Κατά τη διάρκεια της τρίμηνης παραμονής του στη Βιέννη, πραγματοποίησε πολυάριθμες συναυλίες σε διαφορετικά θέατρα της πόλης, ενώ σύμφωνα με την αλληλογραφία του, ενθουσιάστηκε από τη μουσική παιδεία του κοινού. Στο ίδιο διάστημα συνέθεσε τρία έργα για βιολί και ορχήστρα: ένα καπρίτσιο που δεν σώζεται, βασισμένο στο Là ci darem la mano του Don Giovanni του Μότσαρτ, τη σονάτα Maestosa suonata sentimentale (op. 27) που αποτελείται από παραλλαγές του εθνικού ύμνου της Αυστρίας και το έργο La tempesta (op. 36). Εγκατέλειψε τη Βιέννη το καλοκαίρι του ίδιου έτους και επόμενος σταθμός του υπήρξε η Πράγα. Η παραμονή του στην πρωτεύουσα της Τσεχίας αποδείχθηκε λιγότερη επιτυχημένη, καθώς οι συναυλίες του αντιμετωπίστηκαν από το κοινό με επιφύλαξη. Πιθανότερη αιτία για την κριτική που αντιμετώπισε αποτέλεσαν οι ριζικά διαφορετικές αντιλήψεις που ενσωμάτωνε η σχολή της Βοημίας, σύμφωνα με τις οποίες η τεχνική αποτελούσε περισσότερο μέσο προς την πραγμάτωση των μουσικών και εκφραστικών στόχων του ερμηνευτή και λιγότερο πεδίο επίδειξης της δεξιοτεχνίας του. 

Τον Ιανουάριο του 1829 και για τα επόμενα δύο χρόνια, ο Παγκανίνι περιόδευσε στη Γερμανία και στην Πολωνία, οργανώνοντας περισσότερες από εκατό συναυλίες σε συνολικά σαράντα πόλεις και ολοκληρώνοντας παράλληλα το τέταρτο κοντσέρτο για βιολί σε ρε ελάσσονα.Παρά το γεγονός πως κατόρθωσε να κερδίσει σε μεγάλο βαθμό την αναγνώριση του Γερμανικού κοινού, ορισμένοι επαγγελματίες μουσικοί και κριτικοί εστίασαν με αρνητικό τρόπο στην εκκεντρικότητα των εκτελέσεών του. 

Το Φεβρουάριο του 1831 ταξίδεψε στο Παρίσι όπου πραγματοποίησε την πρώτη συναυλία του επί γαλλικού εδάφους, παρουσιάζοντας το πρώτο του κοντσέρτο για βιολί και τη Στρατιωτική σονάτα. Η υποδοχή του στη Γαλλία υπήρξε θερμή, καθώς τόσο ο τύπος όσο και οι κριτικοί εξήραν την τεχνική και την ερμηνεία του, ωστόσο η παραμονή του διήρκεσε για μικρό χρονικό διάστημα. Το Μάιο του ίδιου έτους, κατόπιν πρόσκλησης του διευθυντή τού Βασιλικού Θεάτρου του Λονδίνου, ταξίδεψε στην αγγλική πρωτεύουσα προκειμένου να δώσει συναυλίες. Η πρώτη του εμφάνιση έλαβε χώρα στις 3 Ιουνίου και σημείωσε αξιοσημείωτη επιτυχία αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές. Πραγματοποίησε επίσης συναυλίες στην Ιρλανδία και στη Σκωτία, πριν επιστρέψει αργότερα στο Παρίσι, όπου σύμφωνα με μία επιστολή του, έδωσε 151 συναυλίες στη διάρκεια ενός έτους.

Την περίοδο 1832-4, ο Παγκανίνι στράφηκε για πρώτη φορά στο όργανο της βιόλας, τόσο ως εκτελεστής όσο και ως συνθέτης. Ενώ βρισκόταν στο Παρίσι, ζήτησε από τον Μπερλιόζ να συνθέσει ένα κοντσέρτο για βιόλα, ωστόσο απέρριψε τα προσχέδια του έργου (αργότερα ο Μπερλιόζ βασίστηκε σε αυτά για τη συμφωνία «Ο Χάρολντ στην Ιταλία») και το 1834 ολοκλήρωσε ο ίδιος τη «Σονάτα για μεγάλη βιόλα» σε ντο μείζονα, προσαρμοσμένη στην εκτελεστική δεινότητα του ίδιου. Ο όρος «μεγάλη βιόλα» οφείλεται στον τύπο του οργάνου που χρησιμοποίησε ο Παγκανίνι, μία βιόλα μεγάλων διαστάσεων που δανείστηκε από φιλικό του πρόσωπο. Η σονάτα για βιόλα τού Παγκανίνι συγκαταλέγεται μεταξύ των σημαντικότερων συνεισφορών στο ρεπερτόριο για βιόλα του 19ου αιώνα. 

Στα τέλη του 1835 επέστρεψε στην Πάρμα, όπου διορίστηκε από τη Μαρία Λουίζα της Αυστρίας σύμβουλος της ορχήστρας του δούκα. Ο Παγκανίνι συνέβαλε στην αναμόρφωσή της, επωφελούμενος από τις επαφές του με τις κορυφαίες ορχήστρες της Ευρώπης, αύξησε τον αριθμό των μελών της και την κατέστησε μία από τις κορυφαίες ιταλικές ορχήστρες. Πιθανώς εξαιτίας της στάσης της Αυλής απέναντι στα σχέδιά του, ο Παγκανίνι εγκατέλειψε τη θέση του και το επόμενο διάστημα έζησε στο Τορίνο, στη Μασσαλία και στη Νίκαια, πριν επιστρέψει στη Γένοβα κατά τις αρχές του 1837. Τον ίδιο χρόνο, συμμετείχε ως μέτοχος ενός καζίνο που έφερε το όνομά του, στο Παρίσι, χώρο στον οποίο έδινε επίσης δύο συναυλίες την εβδομάδα. Η κακή κατάσταση της υγείας του δεν του επέτρεψε τελικά να είναι συνεπής στους αρχικούς του σχεδιασμούς και σύντομα η επιχείρηση αυτή απέτυχε οικονομικά. Ο Παγκανίνι αντιμετώπισε την κατηγορία της αθέτησης συμβολαίου, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να καταβάλει τελικά ένα υψηλό χρηματικό πρόστιμο. Κατά την περίοδο αυτή, η σταδιοδρομία του ως εκτελεστή και βιρτουόζου του βιολιού είχε φθάσει στο τέλος της. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με το εμπόριο έγχορδων οργάνων, τομέα στον οποίο φιλοδοξούσε να διακριθεί εκμεταλλευόμενος την αξιοπιστία τού ονόματός του.

Δημοφιλείς αναρτήσεις Τελευταίες 7 ημέρες