Πέμπτη, Ιουλίου 29, 2021

Μάχη του Κλειδίου.

SamuilsDeathBGhistory.jpg

Η Μάχη του Κλειδίου (βουλ. Беласишка битка, γνωστή και με το όνομα Μάχη της οροσειράς Μπέλλες) διεξήχθη στις 29 Ιουλίου 1014 μεταξύ της Βυζαντινής και της Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας. Η μάχη αποτέλεσε το αποκορύφωμα της 50χρονης διαμάχης μεταξύ του Σαμουήλ της Βουλγαρίας και του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου και έληξε με τη νίκη των Βυζαντινών.

Διεξήχθη στην περιοχή μεταξύ των οροσειρών της Κερκίνης και του Δυτικού Ορβήλου, κοντά στο χωριό Κλειδίον (σήμερα στη Βουλγαρία) 41°22′00″N 23°1′00″E. Η αποφασιστική μάχη έγινε στις 29 Ιουλίου, με επίθεση των Βυζαντινών, υπό την ηγεσία του Νικηφόρου Ξιφία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή των Βουλγάρων. Αυτή η μάχη αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για τους Βούλγαρους. Οι Βούλγαροι στρατιώτες αιχμαλωτίστηκαν και τυφλώθηκαν μετά από διαταγή του Βασιλείου Β', ο οποίος αργότερα πήρε το όνομα «Βουλγαροκτόνος». Ο Σαμουήλ επέζησε από τη μάχη, αλλά πέθανε δύο μήνες αργότερα, από καρδιακή ανεπάρκεια. Θεωρείται πώς πέθανε όταν είδε τους τυφλούς Βούλγαρους στρατιώτες.

Παρά την στρατιωτική κατάρρευση της Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας μετά την μάχη του Κλειδίου, η κατάληψη της επικράτειας από τους Βυζαντινούς δεν ήταν άμεση. Τα Βουλγαρικά εδάφη έγιναν επαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1018.

Μίλτος Σαχτούρης (Αθήνα, 29 Ιουλίου 1919 – Αθήνα, 29 Μαρτίου 2005)

 

Ο Μίλτος Σαχτούρης (Αθήνα, 29 Ιουλίου 1919 – Αθήνα, 29 Μαρτίου 2005) ήταν ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Έλληνες ποιητές τιμημένος με τρία κρατικά βραβεία.
Γεννήθηκε στην κλινική Λούρου στην Αθήνα και ήταν γιος του δικαστικού και νομικού συμβούλου του κράτους, Δημητρίου Σαχτούρη και της Αγγελική Παπαδήμα. Από το γένος του πατέρα του καταγόταν από την Υδραϊκή οικογένεια των Σαχτούρηδων και ήταν εγγονός του αξιωματικού του πολεμικού ναυτικού Μιλτιάδη Σαχτούρη και δισέγγονος του ναυμάχου του '21 Γιώργη Σαχτούρη.

Σε ηλικία πέντε ετών εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του μόνιμα στην Αθήνα. Με προτροπή και επιμονή του πατέρα του, το 1937 άρχισε σπουδές νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο σχολείο ήταν συμμαθητής με τον Επαμεινώνδα Γονατά. Το 1938 δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Mίλτος Xρυσάνθης ένα διήγημα στο περιοδικό Εβδομάδα. Το 1939 πέθανε ο πατέρας του και ο ίδιος λίγα χρόνια αργότερα (1944), αν και βρισκόταν στο τέταρτο έτος της Νομικής, έκαψε τα βιβλία που διάβαζε, αποφασισμένος να επιδοθεί αποκλειστικά στην ποίηση. Την βιβλιοθήκη του πατέρα του, με τα νομικού περιεχομένου βιβλία, την πούλησε. Κατά τη διάρκεια της κατοχής έπασχε από φυματίωση με αποτέλεσμα για μεγάλο χρονικό διάστημα να παραμείνει καθηλωμένος στο κρεβάτι. Την εποχή του εμφυλίου υπηρέτησε στον στρατό.

Η πρώτη του επαφή με την ποίηση ήταν την Άνοιξη του 1941, όταν πρωτοέγραψε ποίηση. Το 1943 γνωρίστηκε με τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Νίκο Εγγονόπουλου, με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία. Ως ποιητής στον χώρο των γραμμάτων εμφανίστηκε, ύστερα από παρότρυνση του Ελύτη, το 1944 στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα. Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή «Η Λησμονημένη». Για την συλλογή αυτή ο Σαχτούρης ανέφερε πολλά χρόνια αργότερα: «το βιβλίο είναι αφιερωμένο σε αυτή τη γυναίκα, η οποία επανέρχεται και σε άλλα ποιήματά μου αργότερα μέχρι τα Εκτοπλάσματα». Το 1948 εξέδοσε τις «Παραλογαίς» και ακολούθησαν και άλλες πολλές, με αποκορύφωμα το «Μέ τό πρόσωπο στον τοίχο» (1952), το οποίο εκείνη την εποχή πούλησε πέντε αντίτυπα, αν και ήταν το καλύτερο έργο του.

Τα πρώτα του ποιήματα κατακρίθηκαν από την γενιά του '30 και ιδιαίτερα από τους Άλκη Θρύλο, Παλαιολόγο, Αιμίλιο Χουρμούζιο, Πέτρο Χάρη κ.α., οι οποίοι αντιμετώπισαν το έργο του με χλεύη.

Στις αρχές τις δεκαετίας του 1960 άρχισαν οι κριτικοί να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στα ποιήματά του Σαχτούρη. Πρώτα ο Αλέκος Αργυρίου και στη συνέχεια η Νόρα Αναγνωστάκη, σύζυγος του Μανόλη Αναγνωστάκη, με το άρθρο της «Ο Μίλτος Σαχτούρης και οι δύσκολοι καιροί» στο περιοδικό Κριτική. Με το έργο του αργότερα ασχολήθηκαν οι Μαρωνίτης, Γιάννης Δάλλας, Χρήστος Μπράβος, Θάνος Κωνσταντινίδης, Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Τατιάνα Μιλλιέξ κ.α.

Στην διάρκεια της λογοτεχνικής του πορείας τιμήθηκε με τρία κρατικά βραβεία: Το 1956 με το Α' Βραβείο Νέοι Ευρωπαίοι Ποιητές από την ιταλική ραδιοφωνία και τηλεόραση για την συλλογή του «Όταν σας μιλώ», το 1962 με το Β' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την συλλογή του «Τα Στίγματα» και το 1987 με το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το έργο του «Εκτοπλάσματα».

Ο Σαχτούρης αν και επηρεάστηκε από τον υπερρεαλισμό δεν αφομοιώθηκε σε αυτόν και θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ξέφυγε από αυτόν αποκτώντας μια καθαρά προσωπική φωνή. Μπορεί όμως με ευκολία να χαρακτηριστεί ως ένας ποιητής του παραλόγου και του συμβολισμού. Η γλώσσα των ποιημάτων του είναι ελλειπτική, λιτή, τραγική, σκυθρωπή και σοβαρή. Επίσης η ποίηση του ως προς τη δομή είναι ενιαία, δηλαδή εμπειρίες οι οποίες συνεχώς αναπαράγονται με μια κυκλική φορά, ενώ διακρίνει κανείς μια έντονη εικονοποιία.

Τα ποιήματά του είναι εμπνευσμένα από την περίοδο της κατοχής και της μεταπολεμικής εποχής.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε σε ένα μικρό διαμέρισμα της οδού Ίμβρου 2 στην Κυψέλη γράφοντας ελάχιστα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Σαχτούρης για να επιβιώσει είχε αναγκαστεί να πουλήσει το οικογενειακό του κτήμα στην Αργολίδα, έκτασης 230 στρεμμάτων, το οποίο είχε δοθεί στην οικογένεια Σαχτούρη από τον Καποδίστρια, καθώς και το πατρικό του στην Κυψέλη, στην οδό Καλύμνου. Επίσης το υπουργείο πολιτισμού του είχε χορηγήσει τιμητική σύνταξη.

Απεβίωσε στις 29 Μαρτίου 2005 στην Αθήνα και τάφηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών δημοσία δαπάνη. Δεν παντρεύτηκε και δεν απέκτησε οικογένεια, διατηρούσε όμως δεσμό από το 1960 με την ζωγράφο Γιάννα Περσάκη.

http://el.wikipedia.org/wiki/Μίλτος_Σαχτούρης

Ρένα Βλαχοπούλου

Ρένα Βλαχοπούλου - Η Παριζιάνα 01.jpeg 

Ρένα Βλαχοπούλου (1923[ στην Κέρκυρα, πέθανε στις 29 Ιουλίου 2004 στην Αθήνα) ήταν Ελληνίδα ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου και τραγουδίστρια.
Γεννήθηκε το 1923 στην Κέρκυρα. [σύμφωνα όμως με το βιβλίο του Κώστα Παπασπήλιου " Πινακοθήκη γέλιου ", αναφέρεται πως η Βλαχοπούλου εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο θέατρο Μακέδου στην Αθήνα, στα 18 της χρόνια (το 1940 δηλαδή, όπως αναφέρεται σχεδόν σε όλα τα βιογραφικά της), άρα γεννήθηκε το 1922 αν δεχτούμε την προαναφερθείσα πηγή] ή το 1917 όπως ανέφερε ο Τύπος κατά την διάρκεια της νοσηλείας της στο νοσοκομείο. Ο πατέρας της, Γιάννης Βλαχόπουλος, ανήκε στην αριστοκρατία του νησιού ενώ η μητέρα της, Καλλιόπη, ήταν κόρη κάποιας υπηρέτριας που εργαζόταν στο σπίτι των Βλαχόπουλων. Οι γονείς της αγαπήθηκαν και, παρά τις αντιδράσεις της οικογένειας του νέου που τον αποκλήρωσε, παντρεύτηκαν κι έκαναν εννιά παιδιά. Τα έβγαζαν πέρα με δυσκολία. Η Ρένα ήταν το πέμπτο τους παιδί. Με τον πατέρα της πήγαινε συχνά επίσκεψη στον αρχοντικό του κόντε Θεοτόκη όπου υπήρχε πιάνο αλλά και μια δισκοθήκη με δίσκους των 78 στροφών. Εκεί θα έχει την πρώτη της επαφή με τη μουσική και το τραγούδι.

Σε ηλικία 16 χρονών, τραγούδησε για πρώτη φορά σε κάποιο ζαχαροπλαστείο της Σπιανάδας, όπου το 1938 γνώρισε και ερωτεύτηκε τον ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ Κώστα Βασιλείου. Μαζί μετακόμισαν στην Αθήνα όπου παντρεύτηκαν το καλοκαίρι του επόμενου έτους. Τότε, στο βαριετέ "Όασις", στο Ζάππειο, όπου ο Μίμης Τραϊφόρος παρουσίαζε νέους καλλιτέχνες, η Ρένα δοκίμασε τις ικανότητές της στο τραγούδι. Εντυπωσίασε τον Τραϊφόρο, που της ζήτησε να τραγουδά εκεί μονίμως. Πράγματι, την άλλη μέρα πήγε να τραγουδήσει στο βαριετέ φορώντας δανεική τουαλέτα, που την πάτησε και έπεσε κάτω.

Σημείωσε επιτυχία τραγουδώντας τη "Μικρή Χωριατοπούλα", δηλαδή το ιταλικό τραγούδι Reginella Campagnola του Έλντο ντι Λατζάρο που διασκεύασε στα ελληνικά ο Πωλ Μενεστρέλ. Λίγους μήνες αργότερα, κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, το τραγούδι διασκευάζεται και πάλι από τον Γιώργο Οικονομίδη και γνωρίζει ακόμα πιο μεγάλη επιτυχία ως Κορόιδο Μουσολίνι. Εμφανίζεται για πρώτη φορά ως τραγουδίστρια στο θέατρο Μοντιάλ του Μακέδου, στην οδό Πανεπιστημίου σε επιθεώρηση με τη Σοφία Βέμπο, τις αδελφές Καλουτά, τον Μάνο Φιλιππίδη, την Ηρώ Χαντά, τον Μίμη Κοκκίνη και τη Γεωργία Βασιλειάδου. Παράλληλα ξεκινά να ηχογραφεί δίσκους γραμμοφώνου στην Οντεόν.

Το 1940, λίγες μέρες μετά την κήρυξη του πολέμου, οι Ιταλοί βομβάρδισαν την Κέρκυρα. Τότε σκοτώθηκαν και οι δύο γονείς της. Με τον Βασιλείου χώρισε και το 1942 παντρεύτηκε τον τραπεζίτη Γιάννη Κωστόπουλο.

Τότε ξεκίνησε συνεργασία με τον συνθέτη Γιάννη Σπάρτακο στο "Πάνθεον" που της έγραψε τραγούδια τζαζ, τα οποία είχαν μεγάλη επιτυχία. Εξ αιτίας αυτού ο Τύπος την αποκάλεσε «βασίλισσα της τζαζ». Το τραγούδι Θα σε πάρω να φύγουμε, που τραγούδησε για πρώτη φορά στο Σινέ Νιους της οδού Σταδίου και αργότερα, το φθινόπωρο του 1944, στην επιθεώρηση Welcome των Αλέκου Σακελλάριου - Δημήτρη Ευαγγελίδη στο θέατρο Κυβέλη, ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα. Με τον Σπάρτακο συνεργάστηκαν για αρκετά χρόνια. Το 1946 χώρισε με τον Κωστόπουλο.

Στο διάστημα 1946-51 περιόδευσε με τον Σπάρτακο στο εξωτερικό ξεκινώντας από τη Μέση Ανατολή (Λίβανος, Περσία) και καταλήγοντας στις ΗΠΑ). Κατά τη διάρκεια της περιοδείας δέχτηκε την πρόσκληση του Σάχη της Περσίας για να τραγουδήσει στα ανάκτορα: η πριγκίπισσα Σοράγια, γοητευμένη από τη φωνή της Ρένας, θα της χαρίσει και ένα μενταγιόν. Τη βοηθά ιδιαίτερα το γεγονός ότι μιλά πολλές ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά) και με εξαιρετική προφορά. Εμφανίζεται και πάλι στην Αθήνα στο θέατρο Σαμαρτζή, στις 24 Αυγούστου 1951, στην παράσταση «Φεστιβάλ στην Αθήνα», μαζί με τους Ορέστη Μακρή, Κούλη Στολίγκα, Νίκο Σταυρίδη, αδελφές Καλουτά.

Μίκης (Μιχαήλ) Θεοδωράκης

Mikis2004.jpg

Ο Μίκης (Μιχαήλ) Θεοδωράκης (Χίος, 29 Ιουλίου 1925) είναι Έλληνας συνθέτης, στιχουργός, διευθυντής ορχήστρας και πολιτικός, κρητικής και μικρασιάτικης καταγωγής. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες μουσικοσυνθέτες. Ως πολιτικός υπήρξε υπουργός και τέσσερις φορές εκλεγμένος βουλευτής του ελληνικού κοινοβουλίου με το Κ.Κ.Ε[ και την Ν.Δ, ενώ παράλληλα ήταν ακτιβιστής τιμημένος με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν το 1983.

Έχει ασχοληθεί με όλα τα είδη της μουσικής, ενώ έχει συνθέσει τον ίσως πιο αναγνωρίσιμο ελληνικό ρυθμό διεθνώς, το συρτάκι "Ζορμπάς" (1964), βασισμένο σε παραδοσιακή κρητική μουσική. Επίσης έχει ασχοληθεί με την κλασική μουσική γράφοντας συμφωνίες, ορατόρια, μπαλέτα, όπερες και μουσική δωματίου.

Συνθέσεις του έχουν ερμηνευτεί από καλλιτέχνες παγκοσμίου φήμης, όπως οι Beatles, η Σίρλεϊ Μπάσεϊ, η Τζόαν Μπαέζ και η Εντίθ Πιάφ, ενώ έχει γράψει μουσική για γνωστές ταινίες όπως: Φαίδρα (1962), Αλέξης Ζορμπάς (1964), Ζ (1969) και Σέρπικο (1973). To 1970, για τη μουσική στη ταινία Ζ, του απονεμήθηκε το βραβείο BAFTA για πρωτότυπη μουσική, ενώ ήταν υποψήφιος στην ίδια κατηγορία του 1974, για την ταινία State of Siege, και το 1975, για την ταινία Serpico. Επίσης ήταν υποψήφιος για Γκράμι το 1966 και το 1975 για το μουσικό θέμα των ταινιών Ζορμπάς και Serpico αντίστοιχα.

Το πιο σημαντικό του έργο θεωρείται η μελοποιημένη ποίηση, χρησιμοποιώντας ως στίχους ποιήματα βραβευμένων ποιητών ελληνικής και ξένης καταγωγής, όπως οι Γιάννης Ρίτσος (Βραβείο Ειρήνης Λένιν 1976), Γιώργος Σεφέρης (Νόμπελ 1963), Πάμπλο Νερούδα (Νόμπελ 1971), Οδυσσέας Ελύτης (Νόμπελ 1979).

Το 2000 προτάθηκε για βραβείο Νόμπελ Ειρήνης

Ο Μίκης Θεοδωράκης γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου 1925 στη Χίο  Η καταγωγή του πατέρα του, Γιώργη Θεοδωράκη, Mπιζανομάχου, ήταν από τον Γαλατά Χανίων και της μητέρας του, Ασπασίας Πουλάκη, από τον Τσεσμέ της Μικράς Ασίας. Οι γονείς του συναντήθηκαν στην Μικρά Ασία, λίγο πριν από την Μικρασιατική Καταστροφή Τα παιδικά του χρόνια ο Μίκης Θεοδωράκης τα πέρασε σε διάφορες πόλεις της ελληνικής επαρχίας όπως τη Μυτιλήνη, τα Γιάννενα, το Αργοστόλι, το Πύργο Ηλείας, τη Πάτρα και κυρίως στην Τρίπολη Αρκαδίας, λόγω των συχνών μεταθέσεων του δημοσίου υπαλλήλου πατέρα του

Στην Τρίπολη, μόλις 17 ετών, δίνει την πρώτη του συναυλία παρουσιάζοντας το έργο του Κασσιανή και παίρνει μέρος στην αντίσταση κατά των κατακτητών Στη μεγάλη διαδήλωση της 25ης Μαρτίου 1943 συλλαμβάνεται για πρώτη φορά από τους Ιταλούς και βασανίζεται. Διαφεύγει στην Αθήνα, όπου οργανώνεται στον ΕΛΑΣ και εκτελεί χρέη διαφωτιστή στον Πέμπτο Τομέα της ΕΠΟΝ, ενώ αγωνίζεται και σαν διμοιρίτης τής Μεταξωτής διμοιρίας του 1ου τάγματος της Νέας Σμύρνης κατά τα Δεκεμβριανά.Συγχρόνως σπουδάζει στο Ωδείο Αθηνών με καθηγητή τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη.

H καταδρομική επιχείριση του Κανάρη στην Αίγυπτο

Σαν σήμερα έγινε η καταδρομική επιχείριση του Κανάρη στην Αίγυπτο

Τον Ιούλιο του 1825 ο Ιμπραήμ είχε πατήσει για τα καλά το πόδι του στον Μοριά και σημείωνε τη μία επιτυχία μετά την άλλη απέναντι στους επαναστατημένους Έλληνες.

Την εποχή εκείνη, ο Κωνσταντίνος Κανάρης σκέφτηκε ένα παράτολμο σχέδιο ως αντιπερισπασμό προς τον Αιγύπτιο πολέμαρχο: να εκστρατεύσει στην πατρίδα του και να κάψει τον αιγυπτιακό στόλο, που ναυλοχούσε στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας, μπροστά από το παλάτι του πατέρα του Μοχάμετ Άλι. Έτσι θα σταματούσε και το λαθρεμπόριο που έκαναν Γάλλοι, φίλοι του Μωχάμετ Άλη, σε βάρος του ελληνικού αγώνα..

Το σχέδιο του κοινοποιήθηκε στους προύχοντες της Ύδρας Μανώλη Τομπάζη, Λάζαρο Κουντουριώτη και Αντώνιο Κριεζή, οι οποίοι ενθουσιάστηκαν και αποφάσισαν να το θέσουν σε εφαρμογή. Με πάσα μυστικότητα για τον φόβο των κατασκόπων, ετοιμάστηκαν τρία πυρπολικά, ένα για τον Κανάρη, ένα για τον Αντώνιο Βώκο και το άλλο για τον Μανώλη Μπούτη, Τα πυρπολικά θα συνοδεύονταν από τα μεγάλα πλοία του Κριεζή και του Τομπάζη, που θα είχε το γενικό πρόσταγμα της επιχείρησης.

Ο στολίσκος απέπλευσε από την Ύδρα στις 23 Ιουλίου 1825 και σαν σήμερα στις 29 Ιουλίου βρισκόταν έξω από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Αμέσως, ο Τομπάζης συγκάλεσε σύσκεψη στο πλοίο του και αποφασίσθηκε τα μεν πλοία να παραμείνουν έξω από το λιμάνι, όσο το δυνατόν αφανή από τα παρατηρήρια του εχθρού, τα δεν πυρπολικά να εισδύσουν στο λιμάνι και αφού επιτελέσουν το έργο τους οι πυρπολητές να επιστρέψουν με τις λέμβους στα πλοία. Στους πυρπολητές δόθηκαν σαφείς εντολές να μην βλάψουν σκάφη με ξένη σημαία.

Το σχέδιο πήγε από την αρχή στραβά. Ο Κανάρης όρμησε πρώτος με το πυρπολικό του και άφησε αρκετά πίσω τους Βώκο και Μπούτη. Μέχρι να συνεννοηθούν για να εισέλθουν και οι τρεις ταυτόχρονα στο λιμάνι, είχαν παρέλθει πολύτιμες ώρες. Ο ήλιος άρχισε να δύει, όταν ο Κανάρης αποφάσισε να ενεργήσει μόνος και στράφηκε με το πυρπολικό του προς το λιμάνι. Όμως, για κακή του τύχη τον αντιλήφθηκε ο πλοηγός του λιμανιού και αφού διαπίστωσε ότι δεν ήταν εμπορικό, αλλά εχθρικό πλοίο, προσπάθησε να κάνει ανεπιτυχώς ρεσάλτο στο πλοίο του Κανάρη και να το εμποδίσει να εισέλθει στο λιμάνι.

Ο Κανάρης γνώριζε τη διάταξη του λιμανιού της Αλεξάνδρειας από παλαιότερα ταξίδια του και κατηύθυνε το πυρπολικό του προς την αποβάθρα των ανακτόρων του Μοχάμετ Άλι, μπροστά από την οποία ήταν ελλιμενισμένες μεγάλες φρεγάτες και η ναυαρχίδα του στόλου. Όμως, ο άνεμος μεταβλήθηκε ξαφνικά κι έπαψε να είναι ευνοϊκός για τον θρυλικό ναυμάχο. Το πυρπολικό του δεν ήταν δυνατό να προχωρήσει. Εν τω μεταξύ, είχε γίνει αντιληπτό από τους Αιγυπτίους, που εκινούντο προς αντιμετώπισή του.

Ο Κανάρης, ευρισκόμενος πλέον σε δύσκολη θέση, άναψε το πυρπολικό και προσπάθησε να το ρίξει πάνω σ’ ένα επισκευαζόμενο αιγυπτιακό δίκροτο. Με τους άνδρες του επιβιβάσθηκε στη συνοδευτική λέμβο για να εξέλθει από το λιμάνι. Το πυρπολικό δεν βρήκε στόχο, αφού το αιγυπτιακό πλοίο έλυσε κάβους και απομακρύνθηκε, ενώ η λέμβος του δεχόταν καταιγιστικά πυρά από τον εχθρό. Βαλλόμενη ακατάπαυστα κατόρθωσε να φθάσει στο στόμιο του λιμανιού, όπου συνάντησε τον Βώκο με το πυρπολικό του, ενώ ο Μπούτης παρέμενε έξω από το λιμάνι. Από τη δραματική επιχείρηση διαφυγής του Κανάρη σκοτώθηκαν δύο μέλη του πληρώματός του, οι Παντελής Τζιτζάς και Ιωάννης Χούντας και τραυματίσθηκαν πέντε, οι Ιωάννης Κωνσταντινίδης, Αγγελής Γκλάβας, Νικόλαος Δήμου, Γεώργιος Ψαριανός και Νικόλαος Μανιάτης.

Ο Μοχάμετ Άλι αμέσως μόλις πληροφορήθηκε την επιθετική ενέργεια του ελληνικού πυρπολικού, διέταξε τα πλοία του να καταδιώξουν τον ελληνικό στόλο, ενώ ο ίδιος επιβιβάσθηκε σε μία κορβέτα και ανοίχτηκε στο πέλαγος. Όμως, τα ελληνικά πλοία είχαν προλάβει να απομακρυνθούν.

Στις 18 Αυγούστου 1825 επέστρεψαν στην Ύδρα, όπου τους επιφυλάχθηκε υποδοχή ηρώων.

Το ότι ο στόχος δεν επετεύχθη δεν οφείλεται σε λάθος του Κανάρη και ούτε μειώνει το μεγαλείο του εγχειρήματος. Οι επαναστατημένοι Έλληνες θεώρησαν την πράξη του Κανάρη πλήρη τόλμης και πατριωτισμού αλλά κάποιοι Ευρωπαίοι δυσαρεστήθηκαν και την είδαν σαν αχαρακτήριστη πειρατική πράξη λόγω της χρήσης ξένης σημαίας υπό επισήμου καταδρομέως. Η αγγλόφιλη «Εφημερίς της Ύδρας», σε μια εποχή που υπήρχαν διαμάχες για το ζήτημα της βασιλικής υποψηφιότητας (κάθε μεγάλη δύναμη ήθελε ο νέος βασιλιάς των Ελλήνων να προέρχεται από τον δικό της βασιλικό οίκο) κατηγόρησε τους Γάλλους επειδή ο φιλοτουρκισμός τους έγινε αιτία να ματαιωθεί ένα μεγάλο απελευθερωτικό εγχείρημα.

Το γεγονός προξένησε αίσθηση και θαυμασμό για τον Κωνσταντίνο Κανάρη στα ευρωπαϊκά κέντρα. Γάλλοι φιλέλληνες εξεγέρθηκαν, όταν εγράφη ότι στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας γαλλικό πολεμικό πλοίο (μπρίκι) κανονιοβόλησε το πυρπολικό του Κανάρη. Ο Γάλλος υπουργός Βιλέλ αναγκάσθηκε να προβεί σε διάψευση του συμβάντος ενώπιον της Βουλής.

συνέχεια


https://www.zougla.gr/politismos/article/san-simera-egine-i-katadromiki-epixirisi-tou-kanari-stin-egipto-1939137

Ίσιντορ Ισαάκ Ράμπι (Isidor Isaac Rabi, 29 Ιουλίου 1898 – 11 Ιανουαρίου 1988)

II Rabi.jpg 

Ο Ίσιντορ Ισαάκ Ράμπι (Isidor Isaac Rabi, 29 Ιουλίου 1898 – 11 Ιανουαρίου 1988) ήταν Πολωνός φυσικός και βραβευμένος με το Νόμπελ Φυσικής το 1944 για τη μέθοδο καταγραφής των μαγνητικών ιδιοτήτων του ατομικού πυρήνα.
Βιογραφία

Ο Ράμπι γεννήθηκε σε μια παραδοσιακή εβραϊκή οικογένεια στο Rymanów της Γαλικίας, στην τότε Αυστριακή Αυτοκρατορία (σήμερα ανήκει στην Πολωνία), και πήγε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής όταν ήταν παιδί. Το 1919 πήρε το πτυχίο του στη χημεία από το Πανεπιστήμιο Κορνέλ, και συνέχισε τις σπουδές στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια από όπου πήρε το 1927 το διδακτορικό του. Μια υποτροφία του επέτρεψε να πάει στην Ευρώπη και να συνεργασθεί με κορυφαίους φυσικούς όπως ο Νιλς Μπορ, Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, Βόλφγκανγκ Πάουλι και Ότο Στερν. Αργότερα επέστρεψε στο Κολούμπια, όπου και παρέμεινε.

Αλεξίς-Σαρλ-Ανρί Κλερέλ ντε Τοκβίλ (Γαλλικά: Alexis-Charles-Henri Clérel de Tocqueville προφέρεται: [alɛksi ʃaʁl ɑ̃ʁi kleʁɛl də tɔkvil], 29 Ιουλίου 1805 – 16 Απριλίου 1859


29 Ιουλίου 1805 (216 χρόνια πριν) γεννήθηκε:
Αλεξίς ντε Τοκβίλ Γάλλος ιστορικός

Ο Αλεξίς-Σαρλ-Ανρί Κλερέλ ντε Τοκβίλ (Γαλλικά: Alexis-Charles-Henri Clérel de Tocqueville προφέρεται: [alɛksi ʃaʁl ɑ̃ʁi kleʁɛl də tɔkvil], 29 Ιουλίου 1805 – 16 Απριλίου 1859) ήταν Γάλλος πολιτικός στοχαστής και ιστορικός, ο πιο βαθυστόχαστος εκπρόσωπος του πολιτικού φιλελευθερισμού στην ηπειρωτική Ευρώπη το πρώτο μισό του 19oυ αιώνα. Γνωστός για τα έργα του Η Δημοκρατία στην Αμερική (δίτομο: 1835 και 1840) και Το Παλαιό Καθεστώς και η Επανάσταση (1856), στα οποία αναλύει το βελτιωμένο βιοτικό επίπεδο και τις κοινωνικές συνθήκες των πολιτών, καθώς και τη σχέση τους με την αγορά στις δυτικές κοινωνίες. Το έργο Η Δημοκρατία στην Αμερική εκδόθηκε αφού ο Τοκβίλ ταξίδεψε στις ΗΠΑ και θεωρείται σήμερα ως μία από τις πρώτες πραγματείες στην κοινωνιολογία και την πολιτική επιστήμη.

Ο Τοκβίλ ασχολήθηκε ενεργά με τη γαλλική πολιτική, αρχικά υπό την Ιουλιανή Μοναρχία (1830-1848) και κατόπιν κατά την Δεύτερη Δημοκρατία (1849-1851) που διαδέχθηκε την Επανάσταση του Φλεβάρη του 1848. Αποσύρθηκε από τον πολιτικό βίο μετά το πραξικόπημα της 2ας Δεκεμβρίου 1851 του Ναπολέοντα Γ΄, οπότε και άρχισε να γράφει το έργο του «Το Παλαιό Καθεστώς και η Επανάσταση»

Διατεινόταν ότι η σημασία της Γαλλικής Επανάστασης έγκειτο στη συνέχιση της διαδικασίας εκσυγχρονισμού και κεντρικής συγκέντρωσης του γαλλικού κράτους, η οποία είχε αρχίσει υπό τον Λουδοβίκο ΙΔ’. Η αποτυχία της Επανάστασης πήγασε από την απειρία των εκπροσώπων της, οι οποίοι είχαν επενδύσει πολύ σε αφηρημένες ιδέες του Διαφωτισμού. Ο Τοκβίλ ήταν κλασικός φιλελεύθερος, υπέρμαχος του κοινοβουλευτισμού, αλλά σκεπτικιστής όσον αφορούσε στις ακρότητες της δημοκρατίας

Σήμερα 29/7...Αγίας Θεοδότης μάρτυρος, Αγίου Καλλινίκου του Κίλικος

ανθισμένο ποδήλατο (φ.Μ.Κυμάκη)
ανθισμένο ποδήλατο (φ.Μ.Κυμάκη)

Αγίας Θεοδότης μάρτυρος, Αγίου Καλλινίκου του Κίλικος

για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

Σύγχρονοι Ερυσίχθονες

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Ο μύθος του Θεσσαλού Ερυσίχθονα που διασώζει ο ποιητής Καλλίμαχος στον ύμνο του προς τη θεά Δήμητρα, μοιάζει να είναι το πρώτο οικολογικό μήνυμα στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Ένα μήνυμα που φανερώνει τις ολέθριες συνέπειες για τον άνθρωπο από την αλόγιστη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων.

Σύμφωνα λοιπόν με το μύθο, ο ιερόσυλος βασιλιάς Ερυσίχθονας σπρωγμένος από ακόρεστη αδηφαγία, έκοψε τα ιερά δέντρα της θεάς και ιδίως εκείνο που αγαπούσε περισσότερο.Μια πελώρια βαλανιδιά στην καρδιά του δάσους.
Η τιμωρία για τη βέβηλη αυτή πράξη , ήταν φοβερή αφού καταδικάστηκε από τη θεά σε αιώνια πείνα.Ετσι άρχισε το μαρτύριο του Ερυσίχθονα που αφού καταβρόχθισε ολόκληρο το βιός του, θα κατασπαράξει και τις ίδιες του τις σάρκες μέχρι να τον λυτρώσει ο θάνατος.

Η σημερινή πραγματικότητα έτσι όπως διαμορφώνεται στη χώρα μας με την ανήθικη , παρωχημένη αναπτυξιακή πολιτική των μνημονίων επιβάλλει μια νέα ανάγνωση αυτού του διδακτικού μύθου προκειμένου να μην επιτρέψουμε τον εκβαρβαρισμό του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος ώστε να διασώσουμε την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου και πάνω απ΄όλα να επιτρέψουμε στις μελλοντικές γεννιές να οικοδομήσουν με μέτρο και δικαιοσύνη την αρχή της βιωσιμότητας,της αλληλεγγύης,της ποιοτικής ανάπτυξης στηριζόμενοι στους εθνικούς μας πόρους.
Αντ'αυτού, με ένα ακόμα ψευτοδίλημμα ανάπτυξη ή περιβάλλον καθώς επίσης και το εκβιαστικό ανεργία ή περιβάλλον, ένας κύκλος διεθνούς κερδοσκοπίας ασελγεί εις βάρος της φύσης, της ιστορίας, της μνήμης του πολιτισμού καταστρέφοντας δίχως έλεος όλα εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της χώρας μας για μια αληθινά ενδογενή και βιώσιμη ανάπτυξη.
Με το πρόσχημα της πράσινης ανάπτυξης και με διαδικασίες fαst track (εφαρμοστικός νόμος 3986/2011) καθ'υπέρβαση της περιβαλλοντικής, χωροταξικής και αρχαιολογικής νομοθεσίας εκποιείται όλος ο πλούτος της χώρας : αιγιαλός , δάση, αρχαιολογικοί χώροι , σπήλαια , περιοχές οικοανάπτυξης που σημειωτέον είναι αναπαλλοτρίωτες βάσει του ελληνικού συντάγματος
Η Κρήτη,φαίνεται να αποτελεί προσφιλές φιλέτο για τις ορέξεις των πολυεθνικών κεφαλαίων που εκμεταλλευόμενες τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις,προωθούν με τη στήριξη των εγχώριων υποστηρικτών τους και ερήμην των τοπικών κοινωνιών,αυτή την παρά φύσιν αναπτυξιακή λαίλαπα. Σύμφωνα λοιπόν με το περίφημο πρόγραμμα" Ήλιος" ,όλες οι κορυφογραμμές της Κρήτης πρόκειται να καλυφθούν από αιολικούς,υβριδικούς, φωτοβολταϊκούς σταθμούς.Χιλιάδες στρέμματα μοναδικής βλάστησης, πολλά από αυτά ενταγμένα στο δίκτυο Natura oπως το μοναδικής ομορφιάς δάσος των Αζιλάκων στην ανατολική Κρήτη, αποψιλώνονται για να καλυφθούν από εκατομμύρια κυβικά μπετόν και σίδερο για την κατασκευή ταμιευτήρων χωρητικότητας εκατομμυρίων κυβικών με στόχο τη δέσμευση και τον πλήρη έλεγχο του πολυτιμότερου φυσικού κοινού αγαθού, του νερού ακόμα και αν αυτό ειναι της βροχής(Κ.Υ.Α. 150559/10/6/2011 που αφορά χρήση νερού).
Είναι προφανές ότι στόχος αυτής της νέας μορφής φεουδαρχίας δεν είναι η πράσινη ανάπτυξη στη Κρήτη αλλά η μετατροπή της σε ένα εργοστάσιο ενέργειας όπου με την ασυλία των μνημονιακών συμβάσεων,οι σύγχρονοι Ερυσίχθονες θα ικανοποιούν τα νοσηρά τους σχέδια που όχι μόνο δεν προωθούν την ανάπτυξη αλλά αντίθετα αποτελούν ύβρι για το οικοσύστημα.
Στον αντίποδα αυτής της τερατογένεσης που επιχειρείται στο τόπο μας, οι εναλλακτικές μορφές τουρισμού, των δρόμων του λαδιού, του κρασιού, των αρχαιολογικών και μοναστηριακών διαδρομών, της προώθησης επώνυμων τοπικών προιόντων, η παραγωγή τοπίου και εδάφους,η αποκατάσταση της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας των οικισμών μας πόσες θέσεις εργασίας και πόση ομορφιά θα δημιουργούσε γύρω μας ;
Όσοι βέβαια ταυτίζουν την ανάπτυξη με το ''ολοκαύτωμα'' του φυσικού χώρου και την εκποίηση της γής μας στους δανειστές θα πούν οτι πρόκειται περί ουτοπίας,οτι είναι ζήτημα πόρων και προύπολογισμών. Η δική μας απάντηση είναι ο,τι όλα είναι ζήτημα ιδεών και παιδείας. Η πρόταση μας είναι πρόταση ζωής και αγάπης για τον τόπο μας.Αλλωστε στις σημερινές συνθήκες άγριας παγκοσμιοποίησης, μονάχα κινήματα με ώριμη και ισχυρή συνείδηση της έννοιας του γενικού δημόσιου αγαθού μπορούν να διαμορφώσουν μια αξιοπρεπή σχέση με το περιβάλλον.Οχι λαοί ιδιωτικοποιημένοι όπως μας καθιστούν οι μνημονιακές συμβάσεις.

Γιούλη Ιεραπετριτάκη υποψήφια βουλευτής ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Α'Θεσ\νικης

το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε την Παρασκευή 15/6/12 στον ''δρομο της άριστεράς''

Δυτικότερα της Λήθης

 

Το μυθιστόρημα «Δυτικότερα της Λήθης» είναι ένα βιβλίο για τους ανθρώπους που έδρασαν στα ηρωικά χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου και του Εμφυλίου Πολέμου, αλλά εξοντώθηκαν μέσα από τους μηχανισμούς που επικράτησαν στην μετέπειτα μακρόχρονη ειρήνη. Για τη δοκιμασία της ψυχοθεραπείας και την γονιμοποιό δύναμη του έρωτα.

Η αναγκαστική παρουσία του ανοϊκού Στέφανου στη ζωή του συγγραφέα Άρη Μονιάκη ανατρέπει ολοκληρωτικά τη ζωή του. Το οδυνηρό παρελθόν γίνεται παρόν, η πένα του «στεγνώνει», το αλκοόλ πρωτεύει κι η σκέψη του θανάτου γίνεται φιλική.

Αυτό τον οδηγεί στο ιατρείο της ψυχοθεραπεύτριας Αμέλειας Μουρούζη όπου αρχίζει η ενδοσκόπηση, η επαφή του καλλιτέχνη με τον άνθρωπο, η συνάντηση του ανθρώπου με την ιστορία και η γείωση του μέσα της. Η συνάντηση του ανθρώπου με τον υπολοχαγό Στέφανο Μονιάκη, ένα Μινώταυρο παγιδευμένο στον Λαβύρινθο του... Η συνάντηση του άνθρωπου με τον λοχαγό του Δημοκρατικού Στρατού, Πέτρο Θάλλαρη, που δεν διαπραγματεύεται τις αρχές του, αλλά αντίθετα τις υπερασπίζεται με το κορμί του, αν χρειαστεί... Η συνάντηση του άνθρωπου με τη Δανάη Κούζη, κόρη πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου και μεγαλωμένη μέσα στη χείμερα του παρελθόντος, που αποφεύγει τις μεγάλες Ιδέες και Οράματα, ζει για το φευγαλέο, τον έρωτα κι έχει επιλέξει την Ιδιωτική της Οδό... Κατοπτρικοί ήρωες, κατοπτρικές ζωές, κατοπτρικά τοποθετημένο το παρόν με το παρελθόν, σε ένα βιβλίο που μιλά για την αυτογνωσία και την αφύπνιση του Νεοέλληνα απέναντι στο ιστορικό του παρελθόν. Ωστόσο, το ερώτημα, αν η ανθρώπινη επίγνωση μπορεί να ανατρέψει το μοιραίο, αφήνεται στην κρίση του αναγνώστη.

Τετάρτη, Ιουλίου 28, 2021

Εμμανουήλ Ροΐδης

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης (28 Ιουλίου 1836 – 7 Ιανουαρίου 1904) ήταν σημαντικός Έλληνας λογοτέχνης. Θεωρείται ένας από τους πιο πνευματώδεις συγγραφείς που παρουσιάστηκαν στα ελληνικά γράμματα, ενώ το έργο του συγκροτείται από πολλά διαφορετικά είδη, όπως μυθιστορήματα, διηγήματα, κριτικές μελέτες, κείμενα πολιτικού περιεχομένου, μεταφράσεις και χρονογραφήματα.

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου 1836 στην Ερμούπολη της Σύρου από εύπορους και αριστοκρατικής καταγωγής (εκ Χίου) γονείς, τον Δημήτριο Ροΐδη και την Κορνηλία το γένος Ροδοκανάκη. Το 1841 η οικογένειά του μετακόμισε στην Ιταλία λόγω του διορισμού του πατέρα του σε μεγάλο εμπορικό οίκο της εποχής, με έδρα τη Γένοβα, και αργότερα της υπηρεσίας του ως Γενικού Προξένου της Ελλάδας. Σε ηλικία δεκατριών ετών, και ενώ οι γονείς του είχαν εγκατασταθεί στο Ιάσιο, ο Ροΐδης επέστρεψε στην Ερμούπολη, όπου σπουδάζει εσωτερικός στο φημισμένο ελληνοαμερικανικό λύκειο Χ. Ευαγγελίδη. Συμμαθητής του ήταν ο λόγιος, συγγραφέας και έμπορος Δημήτριος Βικέλας και μαζί εξέδιδαν μια εβδομαδιαία χειρόγραφη εφημερίδα υπό τον τίτλο Μέλισσα.

Το 1855 αποφοιτώντας εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο για θεραπεία για το πρόβλημα της βαρηκοΐας που είχε εμφανιστεί από τα μαθητικά του χρόνια και συνέχισε να τον ταλαιπωρεί σε όλη τη ζωή του. Παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα φιλολογίας και φιλοσοφίας. Μετά από ένα χρόνο και εξ αιτίας της επιδείνωσης της υγείας του πήγε στο Ιάσιο και το 1857 στην Βραΐλα, όπου ανέλαβε την αλληλογραφία του εμπορικού οίκου του θείου του, Δημητρίου Ροδοκανάκη. Τότε ασχολήθηκε κρυφά με τη μετάφραση του Οδοιπορικού του Σατωβριάνδου, ο θείος του όμως το αντιλήφθηκε και τον παρότρυνε να την δημοσιεύσει. Την πλήρη μετάφραση εξέδωσε το 1860, έναν χρόνο αφού είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα μαζί με την οικογένειά του. Την επόμενη χρονιά ακολούθησε τους γονείς του στην Αίγυπτο, για θεραπεία της μητέρας του, όμως μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του το 1862 επέστρεψε με την μητέρα του και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, αποφασισμένος να μην ακολουθήσει τις εμπορικές δραστηριότητες που του είχε αφήσει ο πατέρας του αλλά να αφοσιωθεί στην ενασχόληση του με τα γράμματα.

Το 1866 ολοκλήρωσε την συγγραφή του μυθιστορήματος Πάπισσα Ιωάννα, έργο μέσα από το οποίο σατιρίζει τον κλήρο της Δυτικής Εκκλησίας την περίοδο του Μεσαίωνα. Το βιβλίο αφορίστηκε από την Ιερά Σύνοδο (αφορισμός που άρθηκε αργότερα) αλλά με τις συνεχείς πέντε εκδόσεις του κατάφερε να καταξιώσει διεθνώς τον Ροΐδη (ως διάσημο ή μάλλον διαβόητο - κατά σημείωση του Αρίστου Καμπάνη), ο οποίος τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με γαλλόφωνες εφημερίδες ενώ το 1870 έγινε και διευθυντής της εφημερίδας Grèce (Γκρες).

Το 1873 απώλεσε σχεδόν όλη του την περιουσία που είχε επενδύσει σε μετοχές της Εταιρίας Λαυρίου και της Πιστωτικής.

Τον Ιανουάριο του 1875 και για 18 μήνες εξέδιδε με τον Θέμο Άννινο το εβδομαδιαίο περιοδικό, χιουμοριστικό στην αρχή, σατιρικό κατόπιν, Ασμοδαίος μέσα από τις σελίδες του οποίου είχε τη δυνατότητα να σχολιάζει την δημόσια και πολιτική ζωή της Ελλάδας καθώς και να συμμετέχει ενεργά σε αυτήν. Υπέγραφε με τα ψευδώνυμα «Θεοτούμπης», «Σκνίπας» και πολλά άλλα παρόμοια, τα περισσότερα μιας μόνο χρήσεως, αφού τα ψευδώνυμα αυτά φαίνεται πως ήταν συνήθως αναγραμματισμοί φράσεων που τόνιζαν κάτι που είχε αναφερθεί στο αντίστοιχο άρθρο.[1] Kαυτηρίαζε τη κομματική συναλλαγή της εποχής του, υποστηρίζοντας όμως την πολιτική του Χαρίλαου Τρικούπη.

Το 1877 άρχισε η διαμάχη του με τον Άγγελο Βλάχο, με αφορμή ένα κριτικό του κείμενο με τίτλο «Περί Συγχρόνου Ελληνικής Ποιήσεως», στο οποίο στρεφόταν κατά του ακραίου ρομαντισμού και της πραγμάτωσής του στο έργο της Α' Αθηναϊκής Σχολής και των ποιητικών διαγωνισμών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1878 διορίστηκε έφορος στην Εθνική Βιβλιοθήκη, στην οποία εργαζόταν κατά την διάρκεια των κυβερνήσεων Τρικούπη, ενώ απολυόταν από τις κυβερνήσεις Δηλιγιάννη. Παράλληλα, εμφανιζόταν ως υπέρμαχος της δημοτικής με μια σειρά από γλωσσικές μελέτες αν και ο ίδιος έγραφε τα κείμενά του στην καθαρεύουσα. Το 1885 είχε ένα σοβαρό ατύχημα όταν τον χτύπησε μια άμαξα με αποτέλεσμα να σπάσει το σαγόνι του και να μην μπορεί να μιλήσει για μήνες. Το 1890 έχασε την ακοή του οριστικά.

Την περίοδο 1890-1900 δημοσίευσε το μεγαλύτερο μέρος του καθαρά αφηγηματικού του έργου, που περιλαμβάνει αρκετά διηγήματα. Μέχρι το τέλος της ζωής του συνεργαζόταν με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες της εποχής στα οποία δημοσίευε διηγήματα και κριτικά άρθρα.

Πέθανε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 1904.
Η Πάπισσα Ιωάννα

Η Πάπισσα Ιωάννα είναι το πιο διάσημο από τα αφηγηματικά έργα του Ροΐδη και ένα από τα πιο γνωστά μυθιστορήματα της Νεοελληνικής λογοτεχνίας, με πολλές μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες. Με το έργο αυτό ο συγγραφέας έρχεται σε ρήξη με την κρατούσα λογοτεχνική παράδοση, τον ρομαντισμό, και με την ενίσχυση του κύρους της Εκκλησίας.

Η υπόθεση του έργου είναι ένας θρύλος του 9ου αι. αρκετά διαδεδομένος στην Ευρώπη, για μια γυναίκα που κατάφερε να ανέλθει στον παπικό θρόνο, έμεινε έγκυος και γέννησε κατά τη διάρκεια μιας λιτανείας, όπου και πέθανε. Ο Ροΐδης είχε πρωτοακούσει την ιστορία στη Γένοβα, όταν ήταν παιδί, και επειδή του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση, έκανε εκτεταμένη έρευνα σε βιβλιοθήκες στην Αθήνα και στη Γερμανία και συγκέντρωσε πλούσιο υλικό για την περίοδο στην οποία διαδραματίζεται το έργο. Επέμεινε ιδιαίτερα σε αυτή τη διάσταση του μυθιστορήματος, γι' αυτό και το εξέδωσε με τον υπότιτλο «Μεσαιωνική Μελέτη». Kαι πράγματι το έργο είναι πιστότατο στην απεικόνιση της εποχής του (οι πόλεις, τα ταξίδια, τα μοναστήρια, οι συνήθειες, αποδίδονται με εξαιρετική ακρίβεια).

Το έργο εμφανώς παρουσιάζει τα αρνητικά της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά είναι φανερό ότι η κριτική και η απόρριψη απευθύνονται κυρίως στην Ορθόδοξη. Γι' αυτό και οι αντιδράσεις απέναντί του ήταν τόσο έντονες. Στον αφορισμό του έργου ο συγγραφέας απάντησε αρχικά χιουμοριστικά, με τις υποτιθέμενες «Επιστολές ενός Αγρινιώτου» με την υπογραφή Διονύσιος Σουρλής (στην εφημερίδα Αυγή, Μάιος 1866) και έπειτα με σοβαρό -αλλά και πιο δηκτικό τόνο-με το «Ολίγαι λέξες εις απάντησιν της αφοριστικής εγκυκλίου της Συνόδου».
Διηγήματα

Τα διηγήματα του Ροΐδη διαδραματίζονται στην Αθήνα και στην Ερμούπολη και στηρίζονται κυρίως σε προσωπικά του βιώματα. Είναι εμφανής σε όλα η κριτική του διάθεση εναντίον της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας. Χαρακτηριστικό είναι ότι πολλά έχουν ήρωες ζώα: η σύγκριση των ζώων με τον άνθρωπο είναι αρνητική εις βάρος του δευτέρου.
Το ύφος του συγγραφέα

Ο Ροΐδης είναι ο κατ' εξοχήν στυλίστας συγγραφέας και θεωρείται ότι είναι ο πρώτος που καθιέρωσε προσωπικό ύφος στη νεοελληνική λογοτεχνία. Το βασικό χαρακτηριστικό του είναι το χιούμορ και η ειρωνεία, που επιτυγχάνεται κυρίως με την απροσδόκητη σύναψη αταίριαστων λέξεων και εννοιών. Ο ίδιος είχε παρομοιάσει το ύφος του με την μέθοδο της «κολοκυνθοπληγίας», δηλαδή του χτυπήματος στο κεφάλι του αναγνώστη με μια ξερή κολοκύθα. Αυτό ήταν, όπως εξηγούσε, ένα «ανθυπνωτικόν φάρμακον», δηλαδή ο μόνος τρόπος για να κρατάει σε ενδιαφέρον και εγρήγορση τον (απαίδευτο) Έλληνα αναγνώστη.
Η λογοτεχνική κριτική

Ο Ροΐδης είναι ένας από τους οξυδερκέστερους Έλληνες κριτικούς. Διέβλεψε την φθορά του Αθηναϊκού Ρομαντισμού στην ποίηση και την πεζογραφία, ενίσχυσε τις ανανεωτικές προσπάθειες του περιοδικού Εστία στον τομέα του διηγήματος, στηλίτευσε τις υπερβολές της ηθογραφίας και κατέκρινε τον επαρχιωτισμό, δηλαδή τη φοβία για ξένες επιδράσεις στη λογοτεχνία.
Η διαμάχη με τον Άγγελο Βλάχο

Το 1877 ο Ροΐδης ήταν εισηγητής της κριτικής επιτροπής στον δραματικό διαγωνισμό του συλλόγου «Παρνασσός». Στην ομιλία του απέρριψε την ποιητική αξία όχι μόνο των υποβληθέντων στον διαγωνισμό έργων αλλά και εν γένει της ελληνικής ποιητικής παραγωγής της εποχής. Τη χαμηλή ποιότητα της ποίησης την απέδιδε στην απουσία κατάλληλης «περιρρέουσας ατμόσφαιρας». Οι απόψεις του απηχούν τη διδασκαλία του Taine, σύμφωνα με τον οποίον η τέχνη, ως κοινωνική εκδήλωση, εξαρτάται απόλυτα από το περιβάλλον και τις συνθήκες στις οποίες γεννάται. Δεδομένης λοιπόν της κατάστασης στην Ελλάδα ο Ροΐδης θεωρούσε λογική την χαμηλή ποιότητα της ποιητικής παραγωγής.

Ένα μήνα μετά απάντησε στην ομιλία του Ροΐδη ο Άγγελος Βλάχος με την ομιλία «Περί νεωτέρας ελληνικής ποιήσεως και ιδίως περί Γεωργίου Ζαλοκώστα», στην οποία αντέκρουσε τις απόψεις περί της δημιουργίας του ποιητή υπό την επίδραση του κοινωνικού και πνευματικού περιβάλλοντος, υποστηρίζοντας ότι οι ποιητές με ταλέντο γεννιούνται και ότι το έργο είναι αποτέλεσμα ποιητικής ευφυίας και όχι επίδρασης της κοινωνίας. Ο Γεώργιος Ζαλοκώστας ήταν το παράδειγμά του για την αξία της ποιητικής παραγωγής της εποχής.

Ο Ροΐδης απάντησε με άλλες δύο μελέτες «Περί συγχρόνου Ελληνικής κριτικής» και «Περί συγχρόνου Ελληνικής ποιήσεως», στις οποίες επαίνεσε το έργο των «Προδρόμων» (Ιωάννης Βηλαράς, Αθανάσιος Χριστόπουλος), την Επτανησιακή Σχολή και από σύγχρονους ποιητές μόνο τον Βαλαωρίτη και τον Αχ. Παράσχο. Ο Άγγελος Βλάχος ανταπάντησε με το έργο «Ο Νέος Κριτικός» και ο Ροΐδης με το έργο «Τα Κείμενα» και έτσι έληξε η διαμάχη.
Οι γλωσσικές μελέτες

Ο Ροΐδης, παρ' όλο που ο ίδιος έγραψε σε καθαρεύουσα, υποστήριζε τη χρήση της δημοτικής στη λογοτεχνία. Οι κυριότερες μελέτες του στις οποίες αναφέρεται σε γλωσσικά θέματα είναι: Ο Πρόλογος στη μετάφραση του «Οδοιπορικού» του Σατωβριάνδου, Ο Πρόλογος στα «Πάρεργα», η μελέτη για το «Ταξίδι» του Γιάννη Ψυχάρη και, η σημαντικότερη και εκτενέστερη, τα «Είδωλα» (1893).

Το πρόβλημα της «διγλωσσίας» το θεωρούσε εθνική συμφορά και επέρριπτε στους λογίους την ευθύνη για αυτό. Τη δημοτική γλώσσα τη θεωρούσε ισάξια της καθαρεύουσας σε πλούτο, ακρίβεια και σαφήνεια και πρότεινε για τη λογοτεχνική γλώσσα την σταδιακή απλοποίηση της καθαρεύουσας και τον εμπλουτισμό της δημοτικής ώστε τελικά να «συναντηθούν» σε μια γλώσσα.

Σχετικά με το «Ταξίδι» του Γιάννη Ψυχάρη, έγραψε ότι ήταν θετικό το γεγονός ότι η ενασχόληση με τη γλώσσα πέρασε από τα χέρια των λογίων στα χέρια των επιστημόνων, επαίνεσε το έργο για την πιστή εφαρμογή των επιστημονικών πορισμάτων του συγγραφέα του, τόνισε την ανάγκη να υπάρχει συμφωνία μεταξύ γραπτού και προφορικού λόγου, αλλά απέρριψε και τις ακρότητες του συγγραφέα σημειώνοντας ότι δεν ήταν δυνατόν να αγνοηθεί η μακρόχρονη ιστορία της ελληνικής γλώσσας και οι τύποι που αποτυπώνουν αυτήν την επίδραση, δηλαδή οι προσμίξεις της δημοτικής με την καθαρεύουσα δεν ήταν δυνατό -ούτε αναγκαίο- να αποφευχθούν πλήρως.
Εργογραφία
Μυθιστορήματα

Πάπισσα Ιωάννα (1866)

Διηγήματα

Ιστορία ενός σκύλου (1893)
Ιστορία μιας γάτας (1893)
Ιστορία ενός αλόγου (1894)
Ψυχολογία Συριανού συζύγου (1894)
Η Μηλιά(στη δημοτική) (1895)
Το παράπονο ενός νεκροθάπτου (1895)

Μελέτες, κείμενα

Περί συγχρόνου εν Ελλάδι κριτικής (1877)
Περί συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως (1877)
Τα Κείμενα (1877)
Γεννηθήτω φως (1879)
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1879)
Η Εθνική Βιβλιοθήκη εν έτει 1880 (1885)
Πάρεργα, επιμ. Δ. Ι. Σταματόπουλος (1885)
Το ταξίδι του Ψυχάρη (1888)
Τα Είδωλα (1893)

Μεταφράσεις

Σατωβριάνδου Οδοιπορικόν. Από Παρισίων εις Ιεροσόλυμα και από Ιεροσολύμων εις Παρισίους. (1860)
Μακώλεϋ Ιστορία της Αγγλίας - 7 τόμοι
Ποιήματα του Έντγκαρ Άλαν Πόε
Ιστορία της Αγγλικής λογοτεχνίας

Συλλογές

Διηγήματα
Συριανά διηγήματα Το ξεστούπωμα
Άπαντα - 7τομη έκδοση (1911-1914)
Άπαντα - 4τομη έκδοση (1940)
Εμμανουήλ Ροΐδης (1952)
Άπαντα - 2τομη έκδοση (1955)

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BC%CE%BC

Αντόνιο Λούτσιο Βιβάλντι

Ο Αντόνιο Λούτσιο Βιβάλντι (ιταλικά: Antonio Lucio Vivaldi, 4 Μαρτίου 1678 - 28 - 7-1741), γνωστός και με το προσωνύμιο il Prete Rosso (= ο κοκκινομάλλης παπάς) λόγω του χρώματος των μαλλιών του, ήταν Ιταλός συνθέτης, (μουσουργός), δεξιοτέχνης βιολιστής και ιερέας της εποχής του Μπαρόκ. Θεωρείται από τους σημαντικότερους συνθέτες της εποχής του και ο δημοφιλέστερος του κλασσικού μπαρόκ, καθώς με τη μουσική του επηρέασε πλήθος συνθετών τόσο της γενιάς του, μεταξύ των οποίων, τους Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, Γκέοργκ Φίλιπ Τέλεμαν, όσο και τους μετέπειτα.
Στα πιο γνωστά έργα του περιλαμβάνονται δεκάδες κοντσέρτα για βιολί - μια ενότητα των οποίων αποτελούν τις περίφημες "Τέσσερις Εποχές"- και άλλα όργανα, πάνω από 40 όπερες και πλήθος άλλων έργων θρησκευτικής μουσικής.

Αρκετά έργα του συνέθεσε για το γυναικείο μουσικό σχήμα του Ospedalle della Pietà, το οποίο ουσιαστικά ήταν ένα ορφανοτροφείο για εγκαταλειμμένα παιδιά και στο οποίο ο Βιβάλντι εργάστηκε στις περιόδους 1703 – 1705 και 1723 – 1740. Οι όπερές του επιπλέον είχαν κάποια επιτυχία σε πόλεις όπως η Βενετία, η Μάντουα και η Βιέννη. Μετά τη συνάντησή του με τον αυτοκράτορα Κάρολο τον Έκτο, ο Βιβάλντι μετοίκησε στη Βιέννη όπου και έλπιζε στην τοποθέτησή του ως μουσικού εκεί. Ο αυτοκράτορας ωστόσο σύντομα σχετικά μετά την άφιξή του πέθανε και ο συνθέτης απεβίωσε πάμφτωχος άνευ κάποιας σταθερής πηγής εισοδήματος.

Παρόλο που η μουσική του έτυχε ευρείας αποδοχής και αρεσκείας από το κοινό ενώ ο ίδιος ήταν εν ζωή, μετά το θάνατό του η δημοτικότητά της μειώθηκε αρκετά ως την ταχεία αναγέννησή της στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Στις μέρες μας, ο Βιβάλντι συγκαταλέγεται μεταξύ των δημοφιλέστερων και περισσότερο ηχογραφημένων μπαρόκ συνθετών.

Ο Αντόνιο Βιβάλντι γεννήθηκε στη Βενετία στις 4 Μαρτίου του 1678. Μάλιστα λέγεται ότι βαπτίσθηκε ανεπίσημα την ημέρα της γέννησής του εκ φόβου θανάτου του, μετά από ελαφρύ τραυματισμό που υπέστη σε σημειούμενο την ίδια μέρα σεισμό[1], ενώ η επίσημη (σε ναό) τελετή βάπτισης του Βιβάλντι έλαβε χώρα 2 μήνες αργότερα.[2]

Τα ονόματα των γονέων του συνθέτη, σύμφωνα με τα αρχεία του San Giovanni στη Bragora, ήταν Giovanni Battista Vivaldi ο πατέρας και Camilla Calicchio η μητέρα. Είχε 5 αδέρφια με τα εξής ονόματα: Margarita Gabriela, Cecilia Maria, Bonaventura Tomaso, Zanetta Anna, and Francesco Gaetano. Ο πατέρας του ήταν αρχικά κουρέας ενώ αργότερα ασχολήθηκε επαγγελματικά με το βιολί και ήταν αυτός που δίδαξε στον Antonio το όργανο και κατόπιν περιόδευσαν στη Βενετία πατέρας και γιος δίνοντας παραστάσεις. Κρίνοντας από το γεγονός ότι στην ηλικία των 24 ετών είχε πολλές γνώσεις στη μουσική και προσλήφθηκε στο ορφανοτροφείο του Ospedalle della Pietà. Ο Ιωάννης Βαπτιστής (Giovanni Batista, ο πατέρας του) ήταν ένας από τους ιδρυτές του Sovvegno dei musicisti di Santa Cecilia του οποίου πρόεδρος ήταν ο Giovanni Legrenzi, ένας διάσημος συνθέτης του μπαρόκ και maestro di cappella (διευθυντής της χορωδίας) στην εκκλησία San Marco Bassilica. Εικάζεται λοιπόν (και είναι πολύ πιθανό) ο Legrenzi να δίδαξε τα πρώτα μαθήματα σύνθεσης στον νεαρό Antonio. Ο Walter Kolneder, ειδικός από το Λουξεμβούργο, διέκρινε στοιχεία – επιρροές από το ύφος του Legrenzi στην πρώιμη δουλειά του συνθέτη Laetatus sum (RV Anh 31, σύνθεση το 1961 σε ηλικία 13 ετών του συνθέτη). Και ο πατέρας του Βιβάλντι πρέπει επίσης να συνέθετε: το 1689 μια όπερα ονόματι La Fedeltà sfortunata αναφέρεται να έχει συντεθεί από τον Giovanni Battista Rosso (Ιωάννης Βαπτιστής Κόκκινος), όνομα με το οποίο ο πατέρας του συνθέτη φαίνεται πως συμμετείχε στην ίδρυση του Sovvegno dei musicisti di Santa Cecilia: το «Rosso» (κόκκινος) λογικά αναφέρεται στο χρώμα των μαλλιών του, ένα οικογενειακό χαρακτηριστικό.

Η κατάσταση υγείας του Βιβάλντι ήταν από τη γέννησή του κακή. Τα συμπτώματα (strettezza di petto – σφίξιμο στο στήθος) που εμφάνιζε κατευθύνουν προς μια μορφή άσθματος.[2] Αυτό του δημιούργησε προβλήματα στην εκτέλεση σε πνευστά όργανα, αλλά δεν τον εμπόδισε σίγουρα να μάθει να παίζει βιολί όπως και να συνθέτει. Στην ηλικία των 15 ετών –το 1693– ξεκίνησε να μελετά προκειμένου να γίνει ιερέας.[2] Χειροτονήθηκε ιερέας το 1703 σε ηλικία 25 ετών και σύντομα του απέδωσαν το υποκοριστικό «Il Prete Rosso» (ο κόκκινος παπάς) εξαιτίας του χρώματος των μαλλιών του.[3] Σύντομα μετά τη χειροτόνησή του, στο 1704, απαλλάχθηκε από την τέλεση της Θείας Λειτουργίας εξαιτίας της επιδείνωσης της υγείας του. Τέλεσε τη Θεία Λειτουργία σαν ιερέας λίγες μόνο φορές, ενώ παρόλο που ανακλήθηκε από τα λειτουργικά του καθήκοντα, παρέμεινε ιερέας.

Τον Σεπτέμβριο του 1703, ο Βιβάλντι διορίστηκε ως δάσκαλος βιολιού (maestro di violino) στο ορφανοτροφείο Pio Ospedalle della Pietà στη Βενετία.[4] Εκτός από φημισμένος συνθέτης, ο Βιβάλντι επιπλέον ήταν και βιρτουόζος του βιολιού: Ο Γερμανός αρχιτέκτονας Johann Friedrich Armand von Uffenbach αναφέρθηκε σε αυτόν ως «[...]ο φημισμένος συνθέτης και βιολιστής[...]» και φέρεται να είπε ότι «Ο Βιβάλντι εκτέλεσε ένα σόλο κομμάτι εξαιρετικά και στο τέλος προσθέτοντας έναν ελεύθερο αυτοσχεδιασμό [μια καντέντσα] με εξέπληξε πλήρως, για αυτό και θεωρώ πολύ απίθανο ότι κάποιος έχει ποτέ παίξει ή πρόκειται ποτέ να παίξει με τέτοιον τρόπο».[5] Ο συνθέτης ξεκίνησε να εργάζεται για το ορφανοτροφείο στην ηλικία των 25 ετών και για τα επόμενα 30 χρόνια συνέθεσε τις κυριότερες δουλειές του εργαζόμενος εκεί.[6] Εκείνη την εποχή στη Βενετία υπήρχαν 4 παρόμοια ιδρύματα, τα οποία χρηματοδοτούσε η πολιτεία, με αποστολή την παροχή ασύλου και εκπαίδευσης σε παιδιά ορφανά, εγκαταλειμμένα ή παιδιά των οποίων οι οικογένειες δεν μπορούσαν να τα υποστηρίξουν.[7] Τα αγόρια μάθαιναν μια τέχνη και στην ηλικία των 15 έπρεπε να φύγουν από το ίδρυμα, ενώ τα κορίτσια διδάσκονταν μουσική με τα πιο προικισμένα να παραμένουν και να αποτελούν μέλη της αναβιωμένης ορχήστρας και χορωδίας του Ospedale.

Μετά την πρόσληψη του Βιβάλντι, τα ορφανά άρχιζαν να κερδίζουν φήμη και εκτίμηση τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, με τον συνθέτη να γράφει κονσέρτα, καντάτες και θρησκευτική μουσική για φωνητικά σύνολα.[8] Αυτές οι τελευταίες δουλειές (που αφορούν τη θρησκευτική μουσική) ξεπερνούν τις 60 και ποικίλουν ως προς το είδος τους από σόλο κομμάτια μέχρι μεγάλης κλίμακας χορωδιακά έργα για σολίστ, διπλή χορωδία και ορχήστρα.[9] Το 1704 εκτός από τη θέση του ως δάσκαλος ου βιολιού, ανατέθηκαν στο συνθέτη και τα καθήκοντα ως δασκάλου της viola all’inglese.[10] Ο συνθέτης επίσης κατείχε και τη θέση του δασκάλου της χορωδίας που απαιτούσε πολλές ώρες δουλειάς εκ μέρους του. Συνέθετε ένα ορατόριο σε κάθε γιορτή, ενώ παράλληλα έπρεπε να διδάσκει τους μαθητές τόσο θεωρία της μουσικής όπως επίσης και το πως να παίζουν κάποια όργανα.[11]

Οι σχέσεις του με τις εκάστοτε διοικήσεις του ορφανοτροφείου ήταν συχνά τεταμένες. Προκειμένου να διατηρηθεί κάποιος δάσκαλος στη θέση του, τα μέλη του συμβουλίου κάθε χρόνο έπαιρναν τη σχετικά απόφαση με μυστική ψηφοφορία. Έτσι το 1709 με μία ψήφο επιπλέον εναντίον του (7 κατά και 6 υπέρ)[12] ο Βιβάλντι εκδιώχθηκε και για τον επόμενο χρόνο δούλεψε ως ελεύθερος μουσικός. Το 1711 ωστόσο το συμβούλιο αντιλαμβανόμενο την αξία του ως δασκάλου της μουσικής τον επαναπροσέλαβε.[12] Το 1711 δε, ανελίχθηκε στη θέση του mestro di’ concerti γεγονός που τον καθιστούσε υπεύθυνο για κάθε είδους μουσική δραστηριότητα του ιδρύματος.[13][14]

Το 1705 η πρώτη συλλογή (Connor Cassara) των έργων του εκδόθηκε από τον Giuseppe Sala [15]: Το Opus 1 του είναι μια συλλογή –σε συμβατικό ύφος– από 12 σονάτες για 2 βιολιά και συνοδεύον μπάσο (basso continuo – συνήθως συνοδεία κοντραμπάσου και τσέμπαλου).[10] Το 1709 εκδώθηκε η δεύετρη συλλογή του (Opus 2) που αποτελούνταν επίσης από 12 σονάτες για τον ίδιο μουσικό σχηματισμό.[16] Η πραγματική καινοτομία σε ό,τι αφορά το έργο του ως συνθέτη, ήρθε με μια συλλογή 12 κονσέρτων για 1, 2 ή 4 βιολιά με συνοδεία ορχήστρας εγχόρδων ονόματι L’estro armonico (Opus 3). Το έργο αυτό εκδόθηκε το 1711 στο Amsterdam από Estienne Roger [17], και είναι αφιερωμένο στον Μεγάλο Πρίγκηπα Φερδινάνδο της Τοσκάνης. Ο πρίγκηπας όντας ο ίδιος μουσικός, επιχορήγησε αρκετούς μουσικούς, συμπεριλαμβανομένου του Αλεσσάντρο Σκαρλάτι και του Χαίντελ, ενώ είναι πολύ πιθανό να γνώρισε τον Βιβάλντι στη Βενετία. [18] Η επιτυχία του L’estro armonico ήταν πανευρωπαϊκή. Το 1714 ακολούθησε η La stravaganza (Opus 4) που αποτελέι μια συλλογή κονσερτών για σόλο βιολί και ορχήστρα εγχόρδων [19], αφιερωμένη σε έναν παλιό μαθητή του στο βιολί: τον βενετσιάνο ευγενή Vettor Dolfin.[20]

Τον Φεβρουάριο του 1711, ο συνθέτης με τον πατέρα του ταξίδεψαν στην πόλη Brescia όπου το έργο του Stabat Mater (RV 621) παίχτηκε στο πλαίσιο θρησκευτικών εκδηλώσεων. Το έργο αυτό φαίνεται να έχει συντεθεί βιαστικά: τα μέρη των εγχόρδων είναι απλά, τα μουσικά θέματα των 3 πρώτων κινήσεων επαναλαμβάνονται και στα υπόλοιπα 3 ενώ το λιμπρέτο δεν είναι ολοκληρωμένο. Ωστόσο, το εν λόγω έργο θεωρείται από τα πρώτα αριστουργήματά του.

Παρόλα τα συνεχή του ταξίδια από το 1718 -ένα από τα οποία έκανε μάλιστα για να διευθύνει τη χορωδία του πρίγκηπα του Έσσε-Ντάρμσταντ στη Μάντουα- το ορφανοτροφείο του πλήρωνε 2 sequin (ιστορικό χρυσό νόμισμα της Βενετίας) για να γράφει 2 κονσέρτα το μήνα για την ορχήστρα και να κάνει πρόβες σε αυτή τουλάχιστον 5 φορές ενώ αυτός ήταν στη Βενετία.
Ιμπρεσσάριος της όπερας
Εξώφυλλο της πρώτης έδκοσης του έργου Juditha triumphans[21]

Στη Βενετία στις αρχές του 18ου αιώνα, η όπερα ήταν από τους πλέον δημοφιλείς τρόπους διασκέδασης σε ό,τι αφορά τη μουσική (στην πόλη υπήρχαν πολλά θέατρα που συναγωνίζονταν για την προτίμηση του κοινού) γεγονός που αποδείχθηκε αρκετά προσοδοφόρα για το συνθέτη. Ξεκίνησε με την όπερα σαν δευτερεύουσα ασχολία: η πρώτη του δουλειά Ottone in Villa (RV 729) δεν πρωτοπαρουσιάστηκε στη Βενετία αλλά στο θέατρο Garzerie στην πόλη Vicenza το 1723.[22] Το επόμενο έτος έγινε ιμπρεσάριος στο Teatro Sant’Angelo στη Βενετία όπου και παρουσιάστηκε η όπερά του Orlando finto pazzo (RV 727). Καθώς δεν άγγιζε τόσο τις προτιμήσεις του κοινού, μετά παό λίγες εβδομάδες τερματίστηκε η παρουσίασή της και αντικαταστάθηκε από μια διαφορετικά δουλειά που είχε παρουσιαστεί το προηγούμενο έτος. [18]

Το 1715 παρουσίασε την –πλέον χαμένη– όπερά του Nerone fatto Cesare (RV 724) με μουσική από 7 διαφορετικούς συνθέτες εκ των οποίων εξείχε ο Βιβάλντι. Η όπερα περιείχε 11 άριες και σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Αργότερα θέλοντας να συνθέσει μια όπερα μόνος του, έγραψε την Arsilda regina di Ponto (RV 700, Arsilda η βασίλισσα του Πόντου) ή οποία ωστόσο λογοκρίθηκε από τις τοπικές αρχές και απαγορεύτηκε καθώς αναφερόταν στον έρωτα της πρωταγωνίστριας Arsilda με μια άλλη γυναίκα, τη Lisea, η οποία ωστόσο προσποιούνταν ότι είναι άντρας. Το επόμενο έτος ο Βιβάλντι ωστόσο, κατάφερε να άρει την απαγόρευση και η λογοκριμένη όπερα σημείωσε αξιόλογη επιτυχία.

Την ίδια περίοδο το ορφανοτροφείο παρήγγειλε στο συνθέτη αρκετά έργα θρησκευτικού χαρακτήρα. Τα πιο σημαντικά είναι 2 ορατόρια: το (πλέον χαμένο) Moyses Deus Pharaonis (RV 643) και το Juditha triumphans (RV 644) στο οποίο εορτάζεται η νίκη της Επικράτειας της Βενετίας εναντίον των Τούρκων και η ανακατάληψη της Κέρκυρας. Το τελευταίο αυτό έργο συγκαταλέγεται μεταξύ των θρησκευτικών αριστουργημάτων του ενώ και τα 11 φωνητικά μέρη εκτελούνταν από κορίτσια του ορφανοτροφείου τα οποία υποδύονταν και τους αντρικούς ρόλους. Αρκετές άριες περιλαμβάνουν σόλο μέρη για όργανα (όπως φλογέρες, όμποε, κλαρινέτα, βιόλες d’amore και μαντολίνα) τα οποία καταδείκνυαν το εύρος του ταλέντου των κοριτσιών.[23]

Επίσης το 1716, ο Βιβάλντι συνέθεσε και παρήγαγε άλλες 2 όπερες: την L’incoronazione di Dario (RV 719, η στέψη του Dario) και την La coνstanza trionfante degli amori e degli odi (RV 706). Η τελευταία σημείωσε τέτοια επιτυχία ώστε 2 χρόνια να ξαναπαρουσιαστεί διασκευασμένη και με τον τίτλο Artabano re dei Parti (RV 701 – πλέον χαμένη), ενώ 1732 παρουσιάστηκε και στην Πράγα. Τα επόμενα χρόνια, ο Βιβάλντι συνέθεσε αρκετές όπερες που παρουσιάστηκαν σε όλη την Ιταλία.

Το προοδευτικό ύφος του στην όπερα δημιούργησε στον συνθέτη κάποια προβλήματα με κάποιους συντηρητικούς μουσικούς όπως ο Benedetto Marcello (ειρηνοδίκης και ερασιτέχνης μουσικός) που έγραψε ένα φυλλάδιο κατηγορώντας δημόσια το συνθέτη και το έργο του. Το εν λόγω φυλλάδιο (με τίτλο Il teatro alla moda) παρόλο που δεν κατονομάζει ρητά τον Βιβάλντι περιέχει έμμεσες αναφορές σε αυτόν: στο εξώφυλο βρίσκεται ζωγραφιά εικονίζοντας μια βάρκα (ονόματι Sant’ Angelo) που στα αριστερά της υπάρχει ένα αγγελάκι φορώντας ιερατικό καπέλο και παίζοντας το βιολί. Η οικογένεια Marcello διεκδικούσε την κυριότητα του θεάτρου Sant’ Angelo (του οποίου ιμπρεσάριος διετέλεσε και ο συνθέτης) και είχε μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες με τη διοίκηση του θεάτρου για την ιδιοκτησία του δίχως επιτυχία όμως. Η λεζάντα που συνοδεύει τη ζωγραφιά από κάτω επισημαίνει ανύπαρκτα ονόματα προσώπων και τοποθεσιών όπως το ALDIVIVA, που αποτελεί ωστόσο αναγραμματισμό του ονόματος Α. Vivaldi.

Σε μια επιστολή προς τον χορηγό του Marchese Bentivoglio, ο Βιβάλντι αναφέρεται στις 94 όπερές του. Σήμερα ωστόσο, έχουν αποκαλυφθεί περίπου 50 ενώ απουσιάζουν αναφορές σχετικές με την ύπαρξη των υπόλοιπων. Ο συνθέτης ίσως υπερέβαλλε αλλά παρόλα αυτά είναι αρκετά πιθανό να είχε όντως γράψει 94 όπερες.[24] Παρόλο που συνέθεσε αρκετές όπερες, δεν έφτασε ποτέ στο επίπεδο άλλων μεγάλων συνθετών όπως ο Alessandro Scarlatti, o Leonardo Leo ή ο Baldassare Galuppi, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι δεν ήταν ικανός να «κρατήσει» μια παραγωγή σε κάποιο μεγάλο θέατρο επί μακρόν. [25]

Οι δημοφιλέστερες όπερές του La constanza trionfante και Farnace γνώρισαν 6 αναβιώσεις έκαστη.[25]
Στη Μάντουα, οι 4 εποχές
Γελοιογραφία από τον P.L.Ghezzi, Rome (1723)

"La primavera" (Άνοιξη) – Κίνηση 1: Allegro από τις Τέσσερις Εποχές
Μενου
0:00
Από ζωντανή εκτέλεση του 2000 των Wichita State University Chamber Players.
Έχετε προβλήματα με ; Δείτε βοήθεια πολυμέσων.

Το 1717 ή το 1718 προσφέρθηκε στο Βιβάλντι η θέση του Maestro di Capella στην αυλή του κυβερνήτη της Μάντουα πρίγκηπα Philip of Hesse–Darmstadt.[26] Έζησε εκεί για για 3 έτη και παρήγαγε αρκετές όπερες μεταξύ των οποίων και η Tito Manlio (RV 738). Το 1721 ήταν στο Μιλάνο όπου και πασουσίασε το ποιμενικό του δράμα La Silvia (RV 734) από το οποίο σήμερα σώζονται 9 άριες. Επισκέφθηκε το Μιλάνο ξανά τον επόμενο χρόνο με το πλέον χαμένο ορατόριο L’adorazione delli tre re magi al bambino Gesù (RV 645). Το 1722 μετοίκησε στη Ρώμη όπου και εισήγαγε το νέο του ύφος στις όπερες, ενώ ο νέος πάπας Βενέδικτος XIII τον προσκάλεσε να δώσει παράσταση ενώπιόν του. Το 1725 επέστρεψε στη Βενετία όπου και συνέθεσε 4 όπερες το ίδιο έτος.

Αυτή την περίοδο ήταν που συνέθεσε και τις 4 εποχές, 4 κονσέρτα δηλαδή όπου «σκιαγράφονται» σκηνές για κάθε μια εποχή. Τρία από τα 4 κονσέρτα αποτελούν πρότυπης σύλληψης ενώ το πρώτο η «Άνοιξη» δανείστηκε πρότυπα από την εισαγωγή της πρώτης πράξης της σύγχρονης όπερας Il Giustino. Έμπνευση για τη σύνθεση των κονσέρτων αποτέλεσε πιθανώς η εξοχή που περιέβαλε τη Μάντουα. Τα εν λόγω κονσέρτα αποτέλεσαν επανάσταση στο τρόπο της μουσικής σύλληψης: σε αυτά ο Βιβάλντι παρουσιάζει ρυάκια, πουλιά που κελαηδούν (διαφορετικών ειδών, καθένα από τα οποία χαρακτηρίζεται ειδικά), σκύλους που γαβγίζουν, κουνούπια που βομβίζουν, ποιμενικούς σκύλους που αλυχτούν, καταιγίδες, πιωμένους χορευτές, ήσυχες νύχτες, γιορτές κυνηγιού (παρουσιαζόμενες τόσο από την πλευρά των κυνηγών όσο και από τη μεριά των θυμάτων), παγωμένα τοπία, παιδιά που κάνουν πατινάζ και ζεστές χειμερινές φωτιές. Κάθε κονσέρτο σχετίζεται με ένα σονέτο, πιθανώς από τον Βιβάλντι, το οποίο περιγράφει τις σκηνές που σκιαγραφεί η μουσική. Εκδόθηκαν το 1725 στο Amsterdam από τον Le Cène, ως τα πρώτα 4 σε μια συλλογή με 12 κονσέρτα και με όνομα Il cimento dell’armonia e dell’inventione (Opus 8).

Κατά τη διάρκεια της περιόδου στη Μάντουα, ο συνθέτης συνδέθηκε με μια νέα και πολλά υποσχόμενη τραγουδίστρια ονόματι Anna Tessieri Giro που επρόκειτο να γίνει μαθήτρια, προστατευόμενη και αγαπημένη του πριμαντόνα.[27] Η Άννα μαζί με την μεγαλύτερη ετεροθαλή αδερφή της Paolina εντάχθηκαν στην ακολουθία του Βιβάλντι και συστηματικά των συνόδευαν στα ταξίδια του. Υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με τη φύση της σχέσης μεταξύ του συνθέτη και της Άννας, δίχως ωστόσο να υπάρχουν αποδείξεις για τίποτε περισσότερο από καθαρά φιλική και επαγγελματική σχέση. Ο ίδιος επιπλέον, διαψεύδει κατηγορηματικά την ύπαρξη οποιουδήποτε «ρομαντισμού» στη σχέση του με την Άννα σε επιστολή του που χρονολογείται 16 Νοεμβρίου 1737 προς τον χορηγό του Bentivoglio.[28]
Ύστερη ζωή και θάνατος

Στην ακμή της καριέρας του, ο Βιβάλντι έλαβε τιμές από Ευρωπαίους ευγενείς και βασιλικούς. Η γαμήλια καντάτα Gloria e Imeneo (RV 687) γράφτηκε για το γάμο του Louis XV. Το Opus 9 του La Cetra, ήταν αφιερωμένο στον αυτοκράτορα Charles VI. Το 1728, ο συνθέτης συνάντησε τον αυτοκράτορα σε μια επίσκεψή του στην Τεργέστη όπου πήγε για να δει την κατασκευή ενός νέου λιμανιού. Ο Charles θαύμαζε τόσο τη μουσική του Βιβάλντι ώστε λέγεται ότι κατά τη συνάντησή τους μίλησε μαζί του περισσότερο απ’ όσο είχε μιλήσει με τους υπουργούς του τα τελευταία 2 χρόνια! Ο αυτοκράτορας έδωσε στο συνθέτη τον τίτλο του ιππότη, ένα χρυσό μετάλλιο και μια πρόσκληση να τον επισκεφθεί στη Βιέννη. Ο Βιβάλντι από την άλλη έδωσε στον αυτοκράτορα ένα χειρόγραφο αντίγραφο της La Cetra, ένα σύνολο κονσέρτων εντελώς διαφορετικών από εκείνο που είχε εκδοθεί ως Opus 9. Πιθανώς η έκδοση είχε ακυρωθεί και ο Βιβάλντι αναγκάστηκε να συλλέξει μια «βελτιωμένη» έκδοση για τον αυτοκράτορα.

Ο Βιβάλντι συνοδευόμενος από τον πατέρα του, ταξίδεψε στη Βιέννη και την Πράγα το 1730 όπου και παρουσιάστηκε η όπερά του Farnace (RV 711).[29] Κάποιες από τις ύστερες όπερές του δημιουργήθηκαν σε συνεργασία με 2 από τους κυριότερους ιταλούς λιμπρετίστες της εποχής. Οι όπερες L’Olimpiade και Catone in Utica γράφτηκαν (λιμπρέτο) από τον Pietro Metastasio τον κυριότερο εκπρόσωπο του Αρκαδικού κινήματος και ποιητή της βιενέζικης αυλής. Η La Griselda ξαναγράφτηκε από τον νεαρό Carlo Goldoni με βάση ένα παλιότερο λιμπρέτο του Apostolo Zeno.

Όπως αρκετοί συνθέτες της εποχής, έτσι και ο Βιβάλντι πέρασε τα τελευταία του χρόνια με πολλές οικονομικές δυσκολίες. Οι συνθέσεις του δεν τύγχαναν της ίδιας εκτίμησης όπως κάποτε στη Βενετία˙ τα μεταβαλλόμενα μουσικά γούστα του κοινού γρήγορα κατέστησαν τις συνθέσεις του εκτός εποχής. Ο συνθέτης έτσι αναγκάστηκε να πουλήσει μεγάλο αριθμό των χειρογράφων του σε εξευτελιστικές τιμές προκειμένου να χρηματοδοτήσει το ταξίδι του στη Βιέννη το 1740.[30] Οι λόγοι για την αναχώρησή του είναι ασαφείς αλλά διαφαίνεται ότι μετά τη συνάντησή του με τον αυτοκράτορα Charles VI, ήλπιζε στην ανάληψη της θέσης του συνθέτη στην αυτοκρατορική αυλή. ταξιδεύοντας προς τη Βιέννη φέρεται να έκανε μια στάση στο Graz προκειμένου να επισκεφθεί την Anna Giro.[31]

Φαίνεται επίσης ότι ο Βιβάλντι πήγε στη Βιέννη για να παρουσιάσει όπερες αν κρίνουμε από το γεγονός ότι η κατοικία του βρισκόταν δίπλα στο Kärntnertortheater. Σύντομα μετά την άφιξή του στη Βιέννη, ο αυτοκράτορας πέθανε και για κακή του τύχη, ο συνθέτης έμεινε δίχως βασιλική προστασία και σταθερή πηγή εισοδήματος. Ο Βιβάλντι πέθανε πένητας [32][33] λίγο μετά τον αυτοκράτορα, τη νύχτα μεταξύ 27 και 28 Ιουλίου το 1741 σε ηλικία 63 ετών, [34] εξαιτίας «εσωτερικής λοίμωξης» σε ένα σπίτι ιδιοκτησία μιας χήρας ενός βιεννέζου κατασκευαστή σελών για άλογα. Την 28 του Ιούλη τάφηκε σε έναν απλό τάφο στο νεκροταφείο του νοσοκομείου της Βιέννης. Η κηδεία του συνθέτη έλαβε χώρα στον καθεδρικό ναό του Αγίου Στέφανου όπου ο νεαρός Joseph Haydn συμμετείχε στην παιδική χορωδία του ναού.

Τάφηκε δίπλα από την Karlskirche, σε μια περιοχή που πλέον εδράζεται το Πολυτεχνείο (Technical Institute). Το σπίτι όπου ζούσε ο συνθέτης στη Βιέννη κατεδαφίστηκε ενώ τώρα η περιοχή εν μέρει καταλαμβάνεται από το ξενοδοχείο Sacher. Αναμνηστικές πλάκες έχουν τοποθετηθεί και στις δύο τοποθεσίες όπως επίσης και ένα «αστέρι» Βιβάλντι στο βιεννέζικο Musikmeile και ένα μνημείο στην Rooseveltplatz.

Μόνο 3 πορτρέτα του Βιβάλντι είναι γνωστά στις μέρες μας: ένα χαρακτικό, μια ελαιογραφία και ένα σχέδιο με μελάνι. Το χαρακτικό φιλοτεχνησε ο Francois Morellon Le Cave το 1725 και απεικονίζει τον Βιβάλντι κρατώντας ένα φύλλο μουσικής. Το σχέδιο με μελάνι απεικονίζει μόνο το κεφάλι και τους ώμους του συνθέτη σε προφίλ και φλοτεχνήθηκε το 1723 από τον Ghezzi. Τέλος, η ελαιογραφία που ανευρίσκεται στο Liceo Musicale της Μπολόνια μας παρέχει πιθανότατα την πιο ακριβή απεικόνιση του συνθέτη καθώς επισημαίνει τα κόκκινα μαλλιά του κάτω από την ξανθιά του περούκα.

Σήμερα 28/7 ... Οσίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, Αγίου Ακακίου μάρτυρος εν Μιλήτω, Αγίου Αυξεντίου μάρτυρος εν Φρυγία, Αγίας Δροσίδος, Αγίου Τίμωνος Αποστόλου

ο αέρας ξύρισε τον μιναρέ στην Ιεράπετρα (φ.Μ.Κυμάκη)
ο αέρας ξύρισε τον μιναρέ στην Ιεράπετρα (φ.Μ.Κυμάκη)

Οσίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, Αγίου Ακακίου μάρτυρος εν Μιλήτω, Αγίου Αυξεντίου μάρτυρος εν Φρυγία, Αγίας Δροσίδος, Αγίου Τίμωνος Αποστόλου

Παγκόσμια Ημέρα Ηπατίτιδας

για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό+-

Τρίτη, Ιουλίου 27, 2021

Ο Πόλεμος της Κορέας κράτησε μεταξύ της 25ης Ιουνίου 1950 και της 27ης Ιουλίου 1953

 Lopez scaling seawall.jpg

Ο Πόλεμος της Κορέας αναφέρεται στην πολεμική σύρραξη που κράτησε μεταξύ της 25ης Ιουνίου 1950 και της 27ης Ιουλίου 1953 θεωρητικά μεταξύ των δύο κρατών της διηρημένης Κορέας σε Βόρεια και Νότια, όπου η πρώτη πρόσκειτο στο Κομμουνιστικό Ανατολικό στρατόπεδο και η δεύτερη βρισκόταν υπό την κηδεμονία του Δυτικού. Η γραμμή διαίρεσης των δύο περιοχών ήταν ο 38ος παράλληλος της αντίστοιχης Κορεατικής Χερσονήσου. Η κατ' αρχήν εισβολή της Βόρειας Κορέας προκάλεσε μια ακατάσχετη υποχώρηση των Νοτιο-Κορεατικών και Αμερικανικών στρατευμάτων, για να αναστραφεί η κατάσταση εντελώς μετά από απόβαση των Αμερικανών στον λιμένα της Ίντσον στα μετόπισθεν του 38ου παραλλήλου και προώθησή τους μέχρι τα κινεζικά σύνορα. Στη συνέχεια ακολούθησε ωστόσο μια Κινεζική εισβολή, η οποία απώθησε και πάλι τους Αμερικανούς και τα συμμαχικά τους στρατεύματα υπό την σημαία του ΟΗΕ ξανά στον 38ο παράλληλο.

Η σύρραξη εκείνη τερματίστηκε με συνθήκη, μετά από 3 χρόνια, στο ίδιο σημείο απ' το οποίο είχε αρχίσει, χωρίς νικητές, έχοντας καταστεί η θερμότερη στιγμή του Ψυχρού Πολέμου. Ο πόλεμος αυτός έχει μείνει γνωστός επίσης υπό τον τίτλο «Ο Ξεχασμένος Πόλεμος», καθώς ιστορικά συμπιέστηκε μεταξύ του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και του Πολέμου του Βιετνάμ αλλά κι επειδή κατέληξε μια τραγωδία με πολλά θύματα χωρίς κανένα εμφανές όφελος και για τις δύο παρατάξεις. Αργότερα δημοσιογράφοι θα τον χαρακτηρίσουν σαν "...ένα πόλεμο στο πιο ακατάλληλο μέρος, την πιο ακατάλληλη στιγμή, με τον πιο ακατάλληλο αντίπαλο..

" Sweet Home Alabama "

Skynyrd-Sweet-Home-Alabama.jpg

Το " Sweet Home Alabama " είναι ένα τραγούδι του Southern Rock συγκροτήματος Lynyrd Skynyrd που εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1974 στο δεύτερο άλμπουμ τους, Second Helping .

Το τραγούδι γράφτηκε ως απάντηση στο Southern Man του Neil Young , το οποίο κυκλοφόρησε το 1970, επειδή χρειάστηκε ολόκληρος ο Νότος για την αιματηρή ιστορία της δουλείας και τα επακόλουθά του.

Ο Young ελέγχεται από τους στίχους του Sweet Home Alabama .

Έφτασε στον αριθμό 8 στο αμερικανικό chart το 1974 και ήταν το δεύτερο επιτυχημένο single της μπάντας.


Κανένας από τους τρεις συγγραφείς του τραγουδιού δεν ήταν από την Αλαμπάμα . Ο Ronnie Van Zant και ο Gary Rossington γεννήθηκαν και οι δύο στο Jacksonville της Φλόριντα , ενώ ο Ed King ήταν από το Glendale της Καλιφόρνια . Σε συνέντευξή του στο Garden & Gun , ο Rossington εξήγησε τη διαδικασία γραφής. «Είχα αυτό το μικρό riff», είπε. «Είναι το μικρό κομμάτι και συνέχισα να το παίζω ξανά και ξανά όταν περιμέναμε όλοι να φτάσουν για πρόβα. Ο Ronnie και εγώ καθόμασταν εκεί, και συνέχισε να λέει,« παίξτε ξανά ». Στη συνέχεια, ο Ronnie έγραψε τους στίχους και τον Ed και έγραψα τη μουσική. "

Το "Sweet Home Alabama" ήταν ένα μεγάλο χτύπημα για ένα συγκρότημα του οποίου τα προηγούμενα singles είχαν «τεμπέληνα κυκλοφορήσει χωρίς κυκλοφορία» Η επιτυχία οδήγησε σε δύο προσφορές ροκ τηλεοπτικών εκπομπών, τις οποίες η μπάντα απέρριψε. Εκτός από την αρχική εμφάνιση στο Second Helping , το τραγούδι έχει εμφανιστεί σε πολλές συλλογές και ζωντανά άλμπουμ Lynyrd Skynyrd.

Πίνα Μπάους (Pina Bausch, 27 Ιουλίου 1940 - 30 Ιουνίου 2009)

Πίνα Μπάους (1940 – 2009)

H Πίνα Μπάους (Pina Bausch, 27 Ιουλίου 1940 - 30 Ιουνίου 2009)ήταν Γερμανίδα χορεύτρια, χορογράφος, δασκάλα χορού και διευθύντρια μπαλέτου του Χοροθεάτρου του Βούπερταλ, το οποίο πήρε το όνομά της.

Στη δεκαετία του 1970 η Πίνα Μπάους, με την ανάπτυξη του χοροθεάτρου, έγινε φιγούρα που λατρεύτηκε στη χορευτική σκηνή. Θεωρήθηκε από τον κλάδο της ως η σημαντικότερη χορογράφος της εποχής της.

Η Πίνα Μπάους συνδυάζει για πρώτη φορά τον χορό με το τραγούδι, την παντομίμα, τα ακροβατικά και την υποκριτική σε ένα νέο είδος τέχνης. Πολλοί επαγγελματίες θεωρούν αυτή τη νέα μορφή τέχνης ως την αρχή του χοροθεάτρου. Η Μπάους "έσπασε" την παραδοσιακή δομή της δράσης σε μεμονωμένες σκηνές και τις συνέδεσε μέσω κολάζ και μοντάζ σε θεματικά πλαίσια.

Το σημείο εκκίνησης των έργων της ήταν οι μεμονωμένες χειρονομίες, η αναπαράσταση και η έκφραση ενός συγκεκριμένου συναισθήματος. Η ζωντάνια και η ευφορία έρχονται σε αντίθεση με δραματικές σκηνές, και έτσι άγγιξε τα βάθη της ύπαρξης ανθρώπου, αυτά που το κοινό συχνά βίωνε με έντονο τρόπο. Πολλά από τα έργα της είχαν ως εκ τούτου χαρακτηριστεί ως εξαιρετικά ριζοσπαστικά και συγκινητικά ταυτόχρονα.

Η Μάχη του Βαφέως


Η Μάχη του Βαφέως διεξήχθη στις 27 Ιουλίου 1302 μεταξύ του στρατού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό τη διοίκηση του Οσμάν Α' και του στρατού της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπό τη διοίκηση του Γεωργίου Μουζάλωνα. Η μάχη έληξε με νίκη των Οθωμανών, με αποτέλεσμα οι Οθωμανοί να εγκαθιδρύσουν το κράτος τους και να καταλάβουν τελικά τη Βιθυνία από τους Βυζαντινούς.


Ο Οσμάν Α' ανέβηκε στον θρόνο το έτος 1282 και για δύο δεκαετίες εξεστράτευσε κατά των βυζαντινών συνόρων στη Βιθυνία. Μέχρι το 1301, οι Οθωμανοί είχαν πολιορκήσει τη Νίκαια (πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας) και καταπονούσαν την Προύσα. Οι τουρκικές επιθέσεις απειλούσαν το λιμάνι της Νικομηδείας.

Την άνοιξη του 1302, ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ Θ' Παλαιολόγος (βασ. 1294-1320) εξεστράτευσε κατά της Μαγνησίας. Οι Τούρκοι, φοβούμενοι τον μεγάλο στρατό του, απέφυγαν τη μάχη. Ο Μιχαήλ προσπάθησε να τους αντιμετωπίσει, αλλά οι στρατηγοί τον απέτρεψαν. Οι Τούρκοι πήραν θάρρος και προχώρησαν σε επιθέσεις, με αποτέλεσμα να απομονώσουν την πόλη από τον αυτοκράτορα. Ο στρατός του διαλύθηκε χωρίς μάχη, καθώς οι τοπικές δυνάμεις έφυγαν για να υπερασπιστούν τα σπίτια τους, ενώ οι Αλανοί έφυγαν για να ενωθούν με τις οικογένειες τους στη Θράκη. Ο Μιχαήλ αναγκάστηκε να υποχωρήσει προς τη θάλασσα, ακολουθούμενος από ένα κύμα προσφύγων.
Μάχη

Για να αντιμετωπίσει την απειλή για τη Νικομήδεια, ο πατέρας του Μιχαήλ, Ανδρόνικος Β' Παλαιολόγος (βασ. 1282-1328), έστειλε μια βυζαντινή δύναμη από 2.000 άνδρες (οι μισοί απ' αυτούς ήταν Αλανοί μισθοφόροι), υπό τις διαταγές του Μέγα Εταιρειάρχη Γεώργιου Μουζάλωνα, με σκοπό να διασχίσει τον Βόσπορο και να βοηθήσει την πόλη.

Στο πεδίο του Βαφέως (πιθανώς στα ανατολικά της Νικομηδείας) στις 27 Ιουλίου 1302, οι Βυζαντινοί συνάντησαν 5.000 ιππείς του ελαφρού ιππικού υπό τη διοίκηση του Οσμάν Α', καθώς επίσης και συμμαχικές δυνάμεις από τις τουρκικές φυλές της Παφλαγονίας και του ποταμού Μαίανδρου. Το τουρκικό ιππικό επιτέθηκε στους Βυζαντινούς, με το απόσπασμα των Αλανών να μη συμμετέχει στη μάχη. Οι Τούρκοι έσπασαν τη γραμμή των Βυζαντινών, αναγκάζοντας τον Μουζάλωνα να υποχωρήσει στη Νικομήδεια υπό την κάλυψη της δύναμης των Αλανών.

Bugs Bunny

Bugs Bunny.svg.png

O Bugs Bunny (ελληνική απόδοση: Μπαγκς Μπάνυ ή και Μπαγκς Μπάνι) είναι φανταστικός χαρακτήρας της σειράς κινουμένων σχεδίων Looney Tunes και Merrie Melodies, της Warner Bros.. Δημιουργήθηκε το 1940, από την Leon Schlesinger Productions (κατοπινή Warner Bros. Cartoons), και ο αρχικός ηθοποιός φωνής του χαρακτήρα ήταν ο Μελ Μπλανκ. Η δημοτικότητα του χαρακτήρα έφτασε στα ύψη, και πλέον θεωρείται ως ένα cultural icon, αλλά και μασκότ της εταιρείας Warner Bros.

O Bugs Bunny είναι ένας ανθρωπόμορφος λαγός, γκρι χρώματος, γνωστός για τον επιπόλαιο και ξένοιαστο χαρακτήρα του. Η προφορά του πάρθηκε από τη νεοϋερκέζικη προφορά, και ακόμα γνωστότερη είναι η συνήθης ατάκα του: Eh... What's up, doc? (Τι τρέχει, φίλε), την οποία συνήθως τη λέει, μασουλώντας ένα καρότο. Ωστόσο, αρκετοί παρόμοιοι λαγοί, εμφανίστηκαν στα κινούμενα σχέδια της Warne Bros., όμως θεωρείται ευρέως, ότι για το συγκεκριμένο χαρακτήρα, πιστώνεται πολλά ο σκηνοθέτης Τεξ Άβερι, ο οποίος υπήρξε προτεινόμενος για Όσκαρ, το 1940, με την ταινία A Wild Hare.

Από τη στιγμή της πρώτης κυκλοφορίας του ο Bugs Bunny, έχει εμφανιστεί σε τηλεοπτικές σειρές, σε κινηματογραφικές ταινίες, σε μουσικούς δίσκους, σε βιντεοπαιχνίδια, σε θεματικά πάρκα, σε ταινίες μικρού μήκους και σε διαφημιστικά. Επίσης, έχει εμφανιστεί όσο κανένας άλλος καρτούν χαρακτήρας σε ταινίες,και είναι ο 9ος πιο γνωστός χαρακτήρας ταινιών σε όλο τον κόσμο. Κατέχει κι αστέρι στη Λεωφόρο της Δόξας στο Χόλιγουντ.

Παύλος Σιδηρόπουλος (Αθήνα, 27 Ιουλίου 1948 – Νέος Κόσμος, Αθήνα, 6 Δεκεμβρίου 1990)



Ο Παύλος Σιδηρόπουλος (Αθήνα, 27 Ιουλίου 1948 – Νέος Κόσμος, Αθήνα, 6 Δεκεμβρίου 1990) ήταν Έλληνας στιχουργός, συνθέτης, τραγουδιστής και ηθοποιός. Ξεκίνησε τη μουσική του καριέρα στο ντουέτο Δάμων και Φιντίας και συνεργάστηκε επίσης με τα Μπουρμπούλια, καθώς και με τον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ΄80 συνεργάστηκε με το συγκρότημα Απροσάρμοστοι. Πέθανε σε ηλικία 42 ετών από υπερβολική δόση ηρωΐνης.

Θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της ελληνικής ροκ μουσικής σκηνής και το άλμπουμ του Φλου που συνηχογράφησε με το συγκρότημα Σπυριδούλα από τα χαρακτηριστικά ηχογραφήματα του είδους.
Πρώτα χρόνια

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος γεννήθηκε στις 27 Ιουλίου 1948 στην Αθήνα σε ευκατάστατη οικογένεια. Ο πατέρας του Κώστας καταγόταν από μεγαλοαστική οικογένεια καπνεμπόρων του Πόντου και είχε τη βιοτεχνία παραγωγής χαρτιού ΕΛΦΩΤ, όμως πολιτικά ανήκε στην αριστερά. Από την πλευρά της μητέρας του, Τζένης, ήταν δισέγγονος του Αλέξη Ζορμπά και ανιψιός της πεζογράφου και παιδαγωγού Έλλης Αλεξίου και της Γαλάτειας Καζαντζάκη, λογοτέχνιδος και πρώτης συζύγου του συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη. Μέχρι τα έξι του χρόνια η οικογένειά του έμεινε στη Θεσσαλονίκη, στο σπίτι του παππού του, ενώ μετά τη γέννηση της αδερφής του Μελίνας η οικογένεια μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα, αρχικά στα Πατήσια και από το 1970 μέχρι το 1984 στην οδό Ιωάννου Δροσοπούλου της Κυψέλης.

Ο πυρήνας της οικογένειας ήταν η μητέρα Τζένη με τα δύο παιδιά να είναι πολύ δεμένα μαζί της.Σαν μαθητής ο Σιδηρόπουλος έπαιρνε καλούς βαθμούς χωρίς να είναι ιδιαίτερα μελετηρός

Ο Σιδηρόπουλος ήρθε σε επαφή με το ροκ κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '60 μέσα από τις επιτυχίες των Animals και έγινε φανατικός ακροατής της νέας μουσικής, πηγαίνοντας σε συναυλίες ελληνικών συγκροτημάτων της εποχής όπως οι Charms.

Τελειώνοντας τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 1967, πέρασε στο Μαθηματικό Τμήμα του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Στη Θεσσαλονίκη ήταν συμφοιτητής και συγκάτοικος με τον μετέπειτα τραγουδοποιό Βαγγέλη Γερμανό. Την περίοδο εκείνη ο Σιδηρόπουλος έπαιζε κρουστά και μαζί με τον Γερμανό έπαιζαν συχνά μουσική.Παράλληλα, κυκλοφορούσε στη ροκ σκηνή της πόλης, παρακολουθώντας συχνά το συγκρότημα Μακεδονομάχοι, αλλά χωρίς να δίνει την εντύπωση πως θα ασχολούταν ενεργά με τη μουσική δημιουργία. Σε μια έντονα πολιτικοποιημένη περίοδο, λόγω της χούντας, ο Σιδηρόπουλος ένοιωθε απογοητευμένος από τις φοιτητικές οργανώσεις της εποχής, ενώ σταδιακά εγκατέλειψε τις σπουδές του.

Δημήτρης (Δημητράκης) Πλαπούτας (ή Κολλιόπουλος) (Παλούμπα, 15 Μαΐου 1786 - Παλούμπα, 27 Ιουλίου 1864)


Ο Δημήτρης (Δημητράκης) Πλαπούτας (ή Κολλιόπουλος) (Παλούμπα, 15 Μαΐου 1786 - Παλούμπα, 27 Ιουλίου 1864) ήταν Έλληνας στρατηγός, βουλευτής Καρύταινας (1844-1847), γερουσιαστής (1847-1862), επίτιμος υπασπιστής του βασιλιά Όθωνα, Διοικητής της 12ης Τετραρχίας Αρκαδίας της Βασιλικής Φάλαγας του Όθωνα, και αγωνιστής της ελληνικής επανάστασης. Ήταν επικεφαλής του αγώνα στην Αρκαδία μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.
Βιογραφία

Γεννήθηκε στο χωριό Παλούμπα της επαρχίας Γορτυνίας και ήταν γιος του κλέφτη Νικόλα-Κόλια Πλαπούτα. Την περίοδο 1811 με 1812, κατέφυγε στη Ζάκυνθο όπου υπηρέτησε ως εκατόνταρχος στα ελληνικά σώματα του Βρετανικού Στρατού. Παντρεύτηκε το 1803 την Στεκούλα Κολοκοτρώνη με την οποία δεν απέκτησε παιδιά, σε δεύτερο γάμο απέκτησε μία κόρη.

Το 1816, ευρισκόμενος στην Πελοπόννησο, διώκεται και πάλι από τις οθωμανικές αρχές ως πρωταγωνιστή του φόνου των Τούρκων στην Αλωνίσταινα. Καταφεύγει στη Ζάκυνθο και εκεί μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία (15 Οκτωβρίου 1818) από τον Αναγνώστη Τσοχαντάρη. Με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης έσπευσε στην επαναστατημένη Ελλάδα. Ήταν σημαντικός οπλαρχηγός, πιστός οπαδός του Κολοκοτρώνη. Κατα τον Φ.Χρυσανθόπουλο, Πρωτοπαλίκαρο του υπήρξε ο συμπατριώτης του Πανουργιάς Ηλιόπουλος.

Συγκρότησε δικό του στρατό (800-1.000 άνδρες) και διακρίθηκε στη μάχη του Βαλτετσίου και στη πολιορκία της Τρίπολης. Διορίστηκε υπαρχηγός στη αποτυχημένη Πολιορκία της Πάτρας (1822).Στην εμφύλια διαμάχη που ξέσπασε στήριξε τους Κουντουριώτες, ενώ αργότερα με τον ερχομό του Ιμπραήμ πολέμησε μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον οποίο και στήριξε στα χρόνια της Αντιβασιλείας. Καταδικάστηκε σε θάνατο για εσχάτη προδοσία και φυλακίστηκε. Αποφυλακίστηκε όταν δόθηκε γενική αμνηστία.

Πύργος Πλαπούτα

Στη συνέχεια ασχολήθηκε με την πολιτική. Εκλέχθηκε πληρεξούσιος στη Δ' Εθνοσυνέλευση και βουλευτής Καρύταινας (1844-1847), ενώ διετέλεσε γερουσιαστής (1847-1862) και επίτιμος υπασπιστής του Όθωνα.

Απεβίωσε στις 27 Ιουλίου 1864 στον οικογενειακό Πύργο των Πλαπουταίων στο Παλούμπα.Εγγονός του ήταν ο Δημήτριος Γ. Πλαπούτας.

Τζένη Καρέζη

 

Η Τζένη Καρέζη (Ευγενία Καρπούζη), του Κωνσταντίνου, υπήρξε Ελληνίδα ηθοποιός του κινηματογράφου και του θεάτρου και θεατρική επιχειρηματίας.

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου του 1932, σύμφωνα όμως με το λεξικό Έλληνες ηθοποιοί του ηθοποιού Θεόδωρου Έξαρχου (1930 - 2009) είχε γεννηθεί το 1934. Επίσης σύμφωνα με την αυτοβιογραφία της κατά το πρώτο έτος της κατοχής ήταν περίπου 5 ετών και ζούσε στη Θεσσαλονίκη.[1] Ο πατέρας της ήταν γυμνασιάρχης και η μητέρα της δασκάλα. Τα σχολικά της χρόνια τα πέρασε στην Ελληνογαλλική Σχολή Καλογραιών Καλαμαρί στη Θεσσαλονίκη και στην Ελληνογαλλική Σχολή Σεν Ζοζέφ στην Αθήνα. Μιλούσε γαλλικά και αγγλικά. Ο πατέρας της είχε εγκαταλείψει εκείνη και τη μητέρα της, Θεώνη, όταν του ανακοίνωσε ότι θέλει να γίνει ηθοποιός. Μέχρι και το 1971, που σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα, δεν τον ξαναείδε.

Η Τζένη Καρέζη έκανε δύο γάμους. Το 1962 παντρεύτηκε τον Ζάχο Χατζηφωτίου και έξι χρόνια μετά, τον Αύγουστο του 1968, τον ηθοποιό Κώστα Καζάκο με τον οποίο και απέκτησε ένα γιο, τον επίσης ηθοποιό Κωνσταντίνο. Ήταν μόνιμη κάτοικος Αθηνών.

Πέθανε στις 27 Ιουλίου 1992 στο σπίτι της, μετά από τετραετή μάχη με τον καρκίνο. Η σορός της τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης Αθηνών. Στις 29 Ιουλίου του 1992 εψάλη η νεκρώσιμη ακολουθία στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αθηνών και η ταφή της πραγματοποιήθηκε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών δημοσία δαπάνη, παρουσία πολλών συναδέλφων της και απλού κόσμου.
Λίγους μήνες πριν το θάνατό της είχε συγγράψει την αυτοβιογραφία της.

Το 1951, χρονιά που αποφοίτησε από την Ελληνογαλλική Σχολή, πήρε μέρος στη θεατρική παράσταση Αντιγόνη του Σοφοκλή, που τότε παιζόταν στο ΡΕΞ. Την ίδια επίσης χρονιά έγινε δεκτή στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, από την οποία αποφοίτησε το 1954[2]. Από τον Οκτώβριο του 1954, μαθήτρια ακόμα, άρχισε να εμφανίζεται στη θεατρική σκηνή στο Θέατρο Κοτοπούλη, σε ρόλους πρωταγωνιστικούς δίπλα στη Μελίνα Μερκούρη στα έργα Ωραία Ελένη και Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα του Λόρκα, τα οποία και την καθιέρωσαν.

Μέχρι το 1959[2] ήταν βασικό στέλεχος του Εθνικού θεάτρου, ερμηνεύοντας Σαίξπηρ, Τολστόι, Μίλλερ, Αντρέγιεφ, Τερζάκη, Ρώμα και Αριστοφάνη. Το 1962 ήταν πρωταγωνίστρια στο Θέατρο Μουσούρη. Από το 1963 ηγούταν πλέον προσωπικού θιάσου, όπου, μεταξύ άλλων, ανέβασε τα έργα Κρατικές υποθέσεις, Μαίρη - Μαίρη, Κάθε Τετάρτη, κ.ά. Από το 1968 ανέβασε με τον Κώστα Καζάκο τα έργα: Θεοδώρα η Μεγάλη, Ασπασία, Το μεγάλο μας τσίρκο, Ο Εχθρός λαός. κ.ά.

Άλλα θεατρικά έργα στα οποία έχει παίξει είναι: Ανεργία μηδέν, Δοκιμασία, Άμλετ, Ζωντανό πτώμα, Ανθή, Βασιλιάς Ληρ, Ζαμπελάκι, Νύχτα στη Μεσόγειο, Ένα κουτό κορίτσι, Η κυρία δε με μέλλει, Μία ιστορία από το Ιρκούτσκ, Πάπισσα Ιωάννα, Η κυρία Προέδρου, Πολίτες β΄ κατηγορίας, Η Παναγία των Παρισίων, Οι θεατρίνοι, Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ, Έντα Γκάμπλερ, Πρόσωπο με πρόσωπο, Βυσσινόκηπος (με μεγάλη επιτυχία), Διαμάντια και μπλουζ.

Στο αρχαίο θέατρο έπαιξε επίσης στα έργα: Αντιγόνη, Εκκλησιάζουσες, Λυσιστράτη Θεσμοφοριάζουσες, Κλυταιμνήστρα, Μήδεια, Ηλέκτρα και Οιδίπους Τύραννος.

Στη θεατρική σκηνή θεωρήθηκε καλλιτεχνική αντίπαλος της Αλίκης Βουγιουκλάκη, αναβιώνοντας έτσι την καλλιτεχνική αντιπαλότητα της Κυβέλης με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, χωρίς όμως τις πολιτικές προεκτάσεις εκείνης της διαμάχης.
Ιδεολογία

Η Τζένη Καρέζη ήταν στρατευμένη στην Αριστερά συμμετέχοντας σε πολλές πορείες ειρήνης. Ήταν μέλος της ΕΔΑ. Στα χρόνια της Χούντας συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα και το 1974 έγινε μέλος του ΚΚΕ.

Ταινίες :
1955 Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο Καίτη Μπεναρδή
1957 Λατέρνα, φτώχεια και γαρίφαλο Καίτη Μπεναρδή
1957 Δελησταύρου και υιός Μπίλλη
1957 Η θεία απ'το Σικάγο Κατίνα Καδρή
1958 Μια λατέρνα, μια ζωή Νίνα/ Ματίνα
1958 Το τρελοκόριτσο Τζένη
1958 Η λίμνη των πόθων Μιράντα
1959 Ταξίδι με τον έρωτα
1959 Το νησί των γενναίων Ντόνα
1959 Ναυάγια της ζωής Φούλα
1960 Ραντεβού στην Κέρκυρα Μίρκα/ Ντιάνα Λανίτου
1960 Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος Τζούλια Καράλη
1960 Χριστίνα Χριστίνα
1960 Η Χιονάτη και τα επτά γεροντοπαλίκαρα Αλέξια/ Μαρίνα
1961 Ποια είναι η Μαργαρίτα Μαργαρίτα
1962 Η νύφη το 'σκασε Καίτη
1962 Η Αθήνα τη νύχτα Τζένη Καρέζη
1963 Τα Κόκκινα Φανάρια Ελένη Νικολέσκου
1964 Λόλα Λόλα
1964 Ένας μεγάλος έρωτας Λένα
1964 Δεσποινίς Διευθυντής Λίλα Βασιλείου
1965 Μια τρελή, τρελή οικογένεια Μίκα
1965 Τζένη, Τζένη Τζένη Σκούταρη-Μαντά
1966 Μια σφαίρα στην καρδιά Κάρλα
1967 Κοντσέρτο για πολυβόλα Νίκη
1967 Εκείνος κι εκείνη Εκείνη
1968 Ένας ιππότης για τη Βασούλα Βασούλα Λιόντου
1968 Αγάπη και αίμα Φώνη Γέρακα
1970 Μια γυναίκα στην αντίσταση Άννα Κωλέτη
1971 Μαντώ Μαυρογένους Μαντώ Μαυρογένους
1972 Ερωτική συμφωνία Ειρήνη/ Μπέτυ Στεργίου
1973 Λυσιστράτη Λυσιστράτη
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%B6%CE%AD%CE%BD%CE%B7_%CE%9A%CE%B1
 

Σήμερα 27/7... Αγίου Παντελεήμονος Μεγαλομάρτυρος του Ιαματικού

Το φρούριο Κούλε στο Ηράκλειο (φ.Μ.Κυμάκη)
Το φρούριο Κούλε στο Ηράκλειο (φ.Μ.Κυμάκη)

 Αγίου Παντελεήμονος Μεγαλομάρτυρος του Ιαματικού

για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει νέα καρτέλα με φακό +-

Δευτέρα, Ιουλίου 26, 2021

Ηλέκτρα Αποστόλου (1912 - 26 Ιουλίου 1944)

όλοι καλοί χωράνε: Ηλέκτρα Αποστόλου (1912 - 26 Ιουλίου 1944): Η Ηλέκτρα Αποστόλου (1912 - 26 Ιουλίου 1944) ήταν στέλεχος της ΟΚΝΕ, της ΕΠΟΝ και του ΚΚΕ, αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης και υπέρμαχος ...

Μάχη των Δερβενακίων, γνωστή και ως Σφαγή του Δράμαλη

 

 Η Μάχη των Δερβενακίων, γνωστή και ως Σφαγή του Δράμαλη, ήταν μία από τις σημαντικότερες μάχες που πραγματοποιήθηκαν κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, με νικηφόρα έκβαση για τους Έλληνες και μεγάλη καταστροφή των οθωμανικών δυνάμεων υπό τον αρχιστράτηγο Μαχμούτ πασά Δράμαλη. Η μάχη αυτή δόθηκε στις 26 Ιουλίου 1822, σε δύο από τα τέσσερα μικρά ορεινά περάσματα (δερβενάκια), μεταξύ Κορίνθου και κοιλάδας Άργους, εξ ου και η ονομασία της. Άλλο αποτέλεσμα της μάχης αυτής ήταν η ενίσχυση της φήμης του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, η οποία φόβισε τους τότε πολιτικούς αντιπάλους του.

Κύριο λήμμα: Εκστρατεία του Δράμαλη

Ο Δράμαλης, φθάνοντας με 30.000 άνδρες (εκ των οποίων οι 24.000 ήταν πολεμιστές) του στην Πελοπόννησο, κατέλαβε αμαχητί τον Ακροκόρινθο. Εκεί, παρά την αντίθετη συμβουλή του Γιουσούφ Πασά, αποφάσισε να εισβάλει με όλον τον στρατό του στην αργολική πεδιάδα, υπολογίζοντας και στη βοήθεια του τουρκικού στόλου. Στις 13 Ιουλίου, κατέλαβε την πόλη του Άργους, όπου πίστευε ότι θα έβρισκε χρήματα και εφόδια που θα είχαν συγκεντρώσει οι επαναστάτες. Τα περισσότερα μέλη της Κυβέρνησης και οι κάτοικοι είχαν ήδη φύγει, πανικόβλητοι. Την ίδια ημέρα ξεκίνησε η πολιορκία του κάστρου της πόλης (Λάρισσα).

Οι Έλληνες ενέκριναν το σχέδιο του Κολοκοτρώνη να καταληφθούν καίριες θέσεις για να αποκλειστεί ο Δράμαλης στην Αργολίδα, να απασχοληθεί ο Δράμαλης με την πολιορκία του κάστρου του Άργους για να χάσει χρόνο, να εφαρμόσουν τακτική «καμμένης γης», καταστρέφοντας τα σπαρτά της επαρχίας ώστε να εξολοθρευθούν οι Τούρκοι από λιμό.

Μέρα με τη μέρα ο οθωμανικός στρατός άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά επισιτιστικά προβλήματα και αρρώστιες. Επιπλέον, το καλοκαίρι του 1822 ήταν ιδιαίτερα θερμό, την άνοιξη υπήρξαν λίγες βροχοπτώσεις και τα περισσότερα πηγάδια και ρέματα γύρω από το Άργος είχαν στερέψει. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο Δράμαλης άρχισε να σκέπτεται σοβαρά τη διακοπή της εισβολής και την επάνοδο στην Κόρινθο.
Στις 20 Ιουλίου οι Μύλοι Αργολίδας αποτελούσαν το στρατηγείο των Ελλήνων αγωνιστών πέριξ των οποίων είχαν συρρεύσει τα ελληνικά σώματα ατάκτων. Στο συμβούλιο που ακολούθησε, ο Κολοκοτρώνης πρότεινε να περικυκλώσουν τους Τούρκους και έτσι αποφασίστηκε ο εγκλωβισμός του εχθρού στην αργολικό κάμπο, με αποκλεισμό των στενών των Δερβενακίων και ισχυρή άμυνα του Αχλαδόκαμπου και των Μύλων. Παράλληλα, στις 18 Ιουλίου, αποφασίστηκε ο απεγκλωβισμός των πολιορκημένων του κάστρου του Άργους, οι οποίοι είχαν αρχίσει να υποφέρουν από ελλείψεις σε τρόφιμα και νερό. Άλλωστε ο αντικειμενικός σκοπός, για τον οποίο είχαν εγκλειστεί, είχε πετύχει απόλυτα με την καθήλωση του Δράμαλη στο Άργος, δίνοντας τον απαιτούμενο χρόνο στρατολόγησης και συγκέντρωσης των ελληνικών στρατευμάτων. Την επόμενη ημέρα επιχειρήθηκε έξοδος η οποία όμως απέτυχε, με τους Έλληνες να αφήνουν 200 νεκρούς. Από την επόμενη ημέρα, διατάχθηκαν κάποια τμήματα των επαναστατών έξω από το κάστρο να προσβάλουν απ΄ όλες τις πλευρές τους Τούρκους, προκαλώντας τους πανικό. Αποτέλεσμα αυτών των διαρκών επιθέσεων ήταν, την 23η Ιουλίου, οι πολιορκημένοι να εξέλθουν ανενόχλητοι και να ενωθούν με τα υπόλοιπα ελληνικά τμήματα.

Μάχη της Πλίσκα (Μάχη της Βερμπίτσας)

Όταν ο Νικηφόρος Α’ έγινε αυτοκράτορας το 802, αποφάσισε να πάρει πίσω περιοχές που είχαν καταλάβει τα προηγούμενα χρόνια οι Βούλγαροι. Το 807 οργάνωσε μια εκστρατεία χωρίς επιτυχία εξαιτίας μιας συνωμοσίας πίσω στην Κωνσταντινούπολη. Ο Χάνος των Βουλγάρων Κρούμος αντεπιτέθηκε και το 809 κατέλαβε την Σαρδική (σημερινή Σόφια).
Το 811, ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας οργάνωσε νέα εκστρατεία, συγκεντρώνοντας ένα μεγάλο στράτευμα από όλα τα μέρη της Αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένων ατάκτων τμημάτων τα οποία προθυμοποιήθηκαν να λάβουν μέρος πιστεύοντας σε μια εύκολη νίκη και ευελπιστώντας σε πολλές ευκαιρίες για λαφυραγώγηση.
Οι Βυζαντινοί αντιμετώπισαν την εκστρατεία σαν μια ευχάριστη εκδρομή. Οι περισσότεροι από τους υψηλόβαθμους αξιωματούχους και αριστοκράτες συνόδεψαν τον αυτοκράτορα, μαζί με αυτούς και ο γιος του Σταυράκιος και ο γαμπρός του Μιχαήλ Ραγκαβές (αμφότεροι έγιναν αργότερα αυτοκράτορες για λίγο).
Ο Κρούμος πρότεινε ειρήνη, αλλά η πρόταση απορρίφθηκε. Τον Ιούνιο, ο Νικηφόρος διέσχισε τα σύνορα και βάδισε μέσα από τις ορεινές διαβάσεις του Αίμου εναντίον της Πλίσκα, της Βουλγαρικής πρωτεύουσας.

Η Μάχη:
Πλίσκα
Ο Χάνος Κρούμος
Έγινε μια σειρά μαχών σε δύο κύριες φάσεις:
Φάση 1. Κατάληψη και καταστροφή της Πλίσκα από τους Βυζαντινούς.
Φάση 2. Ενέδρα και καταστροφή του Βυζαντινού στρατεύματος από τους Βουλγάρους.

Οι Βυζαντινοί αντιμετώπισαν κοντά στην Πλίσκα μια Βουλγαρική δύναμη 12.000 επιλέκτων, οι οποίοι προσπάθησαν να υπερασπιστούν την πρωτεύουσα και οι οποίοι έπεσαν μαχόμενοι μέχρι ενός.
Ένα ακόμη Βουλγαρικό στράτευμα που συγκροτήθηκε εσπευσμένα, 50.000 αντρών, είχε την ίδια τύχη. Στις 23 Ιουλίου οι Βυζαντινοί κατέλαβαν την ανοχύρωτη Πλίσκα. Η πόλη λεηλατήθηκε και καταστράφηκε.
Κι ενώ ο Βυζαντινός στρατός ήταν απασχολημένος με την λεηλασία της Βουλγαρικής πρωτεύουσας, ο Κρούμος επιστράτευσε τους πάντες (ακόμη και τις γυναίκες, ακόμη και Αβάρους μισθοφόρους), στους οποίους ανέθεσε να στήσουν ενέδρες και παγίδες στις ορεινές διαβάσεις.
Ο Νικηφόρος στον δρόμο της επιστροφής του, αγνόησε τις προειδοποιήσεις των ανιχνευτών του και στις 25 Ιουλίου ο στρατός του εισήλθε στη διάβαση της Βάμπριτσα, όπου βρήκε το πέρασμα φραγμένο με ένα ξύλινο ψηλό τείχος από χοντρούς πασσάλους, ενώ οι Βούλγαροι είχαν λάβει θέσεις επί στα γύρω υψώματα. Πριν καταφέρουν να οπισθοχωρήσουν, οι Βούλγαροι έφραξαν και την είσοδο της κοιλάδας. Οι Βυζαντινοί είχαν παγιδευτεί.
Ο Νικηφόρος, αδυνατώντας να ελιχθεί, απλά στρατοπέδευσε, παρά τις εκκλήσεις των στρατηγών του. Τη νύχτα, οι Βούλγαροι έκλεισαν περισσότερο την περίμετρο γύρω από τους παγιδευμένους αντιπάλους τους και με το πρώτο φως κατέβηκαν τρέχοντας και επιτέθηκαν στους πανικόβλητους και εντελώς ανοργάνωτους Βυζαντινούς.
Ήταν μια πλήρης καταστροφή. Σχεδόν όλοι Βυζαντινοί στρατιώτες φονεύθηκαν. Μερικοί από σπαθί, άλλοι πνίγηκαν στον ποταμό στην προσπάθειά τους να διαφύγουν, άλλοι σκοτώθηκαν πάνω στα ξύλινα τείχη προσπαθώντας να σκαρφαλώσουν, ή τραυματίσθηκαν θανάσιμα πέφτοντας από αυτά. Μερικοί πέθαναν από την φωτιά που είχαν βάλλει για να κάψουν τα ξύλινα αυτά εμπόδια. Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας Νικηφόρος σκοτώθηκε.

Αξιοσημείωτα:
Σύμφωνα με ένα πολύ διαδεδομένο θρύλο της εποχής (που μάλλον ήταν αλήθεια), ο Κρούμος περιέφερε το κεφάλι του Νικηφόρου πάνω σε ένα δόρυ και αργότερα διακόσμησε το κρανίο με ασήμι και το χρησιμοποιούσε σαν ποτήρι για να πίνει.

Επακόλουθα:
Ήταν μια από τις χειρότερες και πιο φοβερές Βυζαντινές ήττες σε όλη την ιστορία του Βυζαντίου. Ο Νικηφόρος ήταν ένας από τους 4 Βυζαντινούς αυτοκράτορες που σκοτώθηκαν σε μάχη. Ο γιος του Σταυράκιος τραυματίστηκε κι αυτός στη μάχη και λίγο μετά πέθανε.
Ωστόσο, η εκστρατεία αυτή ήταν καταστροφική και για τους Βουλγάρους που υπέστησαν πολύ μεγάλες απώλειες. Ο πόλεμος συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια, με τον Κρούμο να έχει το πάνω χέρι και να φτάνει μέχρι την Πόλη. https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=b9_04
 

Δημοφιλείς αναρτήσεις Τελευταίες 7 ημέρες