Τετάρτη, Οκτωβρίου 13, 2021

Τρίτη, Οκτωβρίου 12, 2021

Ζαν-Μπατίστ Καρπώ (Jean-Baptiste Carpeaux, 11 Μαΐου 1827 – 12 Οκτωβρίου 1875)



12 Οκτωβρίου 1875 (146 χρόνια πριν) πέθανε:

Ζαν-Μπατίστ Καρπώ Γάλλος γλύπτης και ζωγράφος

Ο Ζαν-Μπατίστ Καρπώ (Jean-Baptiste Carpeaux, 11 Μαΐου 1827 – 12 Οκτωβρίου 1875) ήταν Γάλλος γλύπτης, ο οποίος θεωρείται ο σημαντικότερος της εποχής του και τα έργα του οποίου αποτελούν προανάκρουσμα της γλυπτικής του Ογκύστ Ροντέν.

Ο Καρπώ γεννήθηκε στην πόλη Βαλανσιέν (Valenciennes) της βόρειας Γαλλίας το 1827. Σπούδασε γλυπτική από το 1844 στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού και για ένα διάστημα υπήρξε μαθητής του διάσημου Γάλλου γλύπτη Φρανσουά Ρυντ (Francois Rude, 1784 – 1855). To 1854 κέρδισε το βραβείο της Ρώμης, που του έδωσε τη δυνατότητα να παραμείνει στη Ρώμη για επτά χρόνια (1854 – 1861), όπου και επηρεάστηκε από τα έργα των Ιταλών γλυπτών της Αναγέννησης Μιχαήλ Αγγέλου, Ντονατέλο και Βερόκιο. Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπέφερε από μανία καταδίωξης. Πέθανε στις 12 Οκτωβρίου 1875 σε ηλικία 48 ετών στην πόλη Κουρμπεβουά (Courbevoie) της Γαλλίας.

Η φήμη του Καρπώ εδραιώθηκε με το έργο του σε μπρούντζο «Ο Ουγκολίνο και οι γιοι του» (1861, Ugolin et ses fils, Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη), με πολλές άλλες παραλλαγές του σε άλλα μουσεία, μεταξύ των οποίων και αυτή στο Μουσείο Ορσέ του Παρισιού. Από τα πιο γνωστά του έργα είναι «Η Κρήνη των Τεσσάρων Ηπείρων του Κόσμου» (1873, Fontaine des Quatre Parties du Monde) στον Κήπο Μάρκο Πόλο στο Παρίσι, με τις τέσσερις γλυπτές γυναικείες μορφές που κρατούν τη γήινη σφαίρα και αντιπροσωπεύουν τις τέσσερις ηπείρους Ασίας, Ευρώπης, Αμερικής και Αφρικής.

Το διασημότερο όμως έργο του Καρπώ είναι «Ο Χορός» (La Danse), που ολοκληρώθηκε το 1869 και αποτελεί ένα γλυπτικό σύνολο στην πρόσοψη της Όπερας Γκαρνιέ του Παρισιού. Η ρεαλιστική προσέγγιση του θέματος με τις γυμνές γυναικείες μορφές προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους ακαδημαϊκούς κύκλους και κατηγορήθηκε ως ανήθικο.

Σήμερα 12/10 ... Αγίων Ανδρομάχης και Ανδρομάχου, Αγίου Βαλαντίου ασκητού εν Κύπρω

στο φρούριο Κούλε (φ.Μ.Κυμάκη)
στο φρούριο Κούλε (φ.Μ.Κυμάκη)
 

Αγίων Ανδρομάχης και Ανδρομάχου, Αγίου Βαλαντίου ασκητού εν Κύπρω

για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό+-

 

Δευτέρα, Οκτωβρίου 11, 2021

Εντίθ Πιαφ (1915 – 1963)

 
 

Εντίθ Πιαφ (1915 – 1963)
H Eντίθ Zιοβανά Γκασιόν, που αργότερα θα της έδιναν το στοργικό επίθετο Πιάφ - σπουργιτάκι στα γαλλικά- γεννήθηκε στο Παρίσι, στις 19 Δεκεμβρίου του 1915. H μητέρα της, τραγουδίστρια του δρόμου, παράτησε το παιδί στη γιαγιά του, που διατηρούσε οίκο ανοχής σε επαρχιακή κωμόπολη.

Σε ηλικία οκτώ ετών, η μικρή Eντίθ τυφλώθηκε από άγνωστη αιτία, ωστόσο ξαναβρήκε το φως της πολλούς μήνες μετά. Στα εφηβικά της χρόνια, την πήρε κοντά του ο πατέρας της, που εργαζόταν ως ακροβάτης σε τσίρκο, και την έβαζε να τραγουδάει για να συμπληρώνει το «νούμερό» του.

Όταν ξέσπασε ο B’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Πιαφ ήταν ήδη διάσημη. Μία φωνή που παρηγορούσε τους Γάλλους στα δύσκολα εκείνα χρόνια της εθνικής ταπείνωσης. Μετά το τέλος του πολέμου η φήμη της ανέβηκε στα ύψη. Ωστόσο, στη ζωή της δεν κυριάρχησε το ρόδινο χρώμα. Το ιατρικό ιστορικό της περιλαμβάνει τραυματισμούς σε τροχαία, κούρες αποτοξίνωσης, επτά εγχειρήσεις και μια απόπειρα αυτοκτονίας. Το μοναδικό της παιδί, η Μαρσέλ, πέθανε σε ηλικία δύο ετών, το 1935.

Άρρωστη και καταβεβλημένη, η Εντίθ Πιάφ έφυγε από τη ζωή πριν συμπληρώσει τα 48 της χρόνια, στις 11 Οκτωβρίου του 1963. Έως και σήμερα θεωρείται η μεγαλύτερη φωνή της Γαλλίας και μία από τις πιο συγκλονιστικές του κόσμου.

Κλασσικές ερμηνείες
O Λεό Φερέ έγραψε για την Εντίθ Πιάφ το «Les amants de Paris», o Aνρί Kοντέ το «Padam–padam», ο νεαρός Zορζ Mουστακί τής έδωσε τον υπέροχο «Mylord», ο Σαρλ Nτιμόν το εμβληματικό «Non, je ne regrette rien».

H Mαργκερίτ Mονό, ταλαντούχα πιανίστα και συνθέτις, της έγραψε μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια της - ανάμεσά τους το «Hymne a l’amour», εμπνευσμένο από τον θάνατο του Mαρσέλ Σερντάν, του πρωτοπυγμάχου που ήταν ο μεγάλος έρωτας της τραγουδίστριας και που σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα. H ίδια η Πιαφ άφησε το επισκεπτήριό της στη σύνθεση, με το χιλιοτραγουδισμένο «La vie en rose».

Γεννήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου του 1915, κάτω από μια λάμπα γκαζιού. Ο πατέρας της, Λουί Αλφόνς Γκασσιόν, ήταν ακροβάτης του δρόμου και η μητέρα της, Ανιτά Μεγιάρ (Anita Maillard), ήταν λυρική τραγουδίστρια, γνωστή με το ψευδώνυμο Line Marsa. Λίγες εβδομάδες μετά τη γέννησή της την εγκατέλειψε και η μικρή Εντίθ περνάει τα πρώτα της χρόνια πρώτα κοντά στη μητρική της γιαγιά. Το 1917 ο πατέρας της, που εργαζόταν ως ακροβάτης στο τσίρκο Ciotti, την πήγε στη δική του μητέρα, η οποία ζούσε στο Μπερνέ (Bernay) της (Νορμανδίας) και ήταν ιδιοκτήτρια ενός οίκου ανοχής. Το 1919 η Εντίθ αρρωσταίνει από κάποια πάθηση στον εγκέφαλο και τυφλώνεται. Μετά από δύο χρόνια όμως θεραπεύεται χωρίς τη βοήθεια γιατρού και η όρασή της επανέρχεται. Ήταν εφτά χρονών, όταν ο πατέρας της άρχισε να την παίρνει μαζί του στις περιοδείες που έκανε με το τσίρκο και γυρνά μαζί του όλη τη Γαλλία. Στα δέκα της η Εντίθ άρχισε να τραγουδάει στους δρόμους. Αν και ο πατέρας της ήθελε να την κάνει ακροβάτη, γρήγορα κατάλαβε πως η κόρη του είχε "όλο το ταλέντο στο λαιμό και καθόλου στο κορμί" – όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο ίδιος.

Στα 15, έχοντας ανακαλύψει τη θαυμάσια φωνή της, εγκατέλειψε τον πατέρα της για να ζήσει στο Παρίσι, τραγουδώντας στους δρόμους. Στα 17, συναντά τον Λουί Νυυπόν (Louis Dupont), ζουν μαζί και σε ένα χρόνο, στις 11/2/1933, κάνουν ένα κοριτσάκι, τη Μαρσέλ, που όμως μετά από δύο χρόνια πεθαίνει από μηνιγγίτιδα. Εκείνη συνεχίζει να τραγουδά στους δρόμους της Πιγκάλ, όπου και γνωρίζει τον Λουί Λεπλέ (Louis Leplée), διευθυντή του πιο κομψού παρισινού καμπαρέ στα Ηλύσια Πεδία. Μαγεμένος από τη φωνή της υπογράφει συμβόλαιο μαζί της και τη βαφτίζει «Môme Piaf» (μικρό σπουργίτι). Το 1935 της βγάζει και τον πρώτο της δίσκο. Λίγο αργότερα όμως ο μέντοράς της Λεπλέ δολοφονείται και η ίδια κατηγορείται πως γνωρίζει τον δολοφόνο αλλά δεν τον καταδίδει. Αν και αθωώθηκε με τη βοήθεια ενός νέου συντρόφου, του τραγουδοποιού Ρεμόν Ασό (Raymond Asso), που είναι τρελά ερωτευμένος μαζί της, φεύγει για να ζήσει στην επαρχία αλλά επιστρέφει στο Παρίσι το 1937.

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου πολέμου και τη γερμανική κατοχή, δίνει συναυλίες για αιχμάλωτους πολέμου. Εισάγει πλαστές άδειες εργασίας στα κέντρα κράτησης αιχμαλώτων και βοηθάει πολλούς Γάλλους φαντάρους να δραπετεύσουν. Γύρω στα 23 της είναι πια μια μεγάλη προσωπικότητα και γυρνάει την πρώτη της ταινία που θριαμβεύει. Από τότε συνεχίζει μια πετυχημένη καριέρα και κάνει μια έντονη ζωή, δίπλα σε αρκετούς συντρόφους. Στα 30 της ερωτεύεται τον Υβ Μοντάν και αναλαμβάνει να στήσει την καριέρα του. Στα τέλη του 1945, γράφει μόνη της την τεράστια επιτυχία της La vie en rose, που στην αρχή περνά αδιάφορη. Καθ’ όλη την καριέρα της γράφει περίπου 80 τραγούδια.

Γνωρίζει μεγάλες δόξες και στη Νέα Υόρκη, όπου ερωτεύεται τον βασιλιά του μποξ, Μερσέλ Σερντάν και ζουν ένα από τα πιο φημισμένα ρομάντζα της εποχής. Ο ξαφνικός θάνατος του Σερντάν σε αεροπορικό δυστύχημα, το 1949, βυθίζει την Πιάφ σε κατάθλιψη, που ποτέ δεν ξεπερνά πραγματικά. Το 1951 έχει δύο σοβαρά τροχαία, ενώ μετά το δεύτερο οι γιατροί της δίνουν για καιρό μορφίνη, στην οποία εθίζεται. Η Πιάφ την ανακατεύει μαζί με αλκοόλ, χειροτερεύοντας έτσι την ήδη κακή κατάσταση της υγείας της.

Το 1952, παντρεμένη με τον τραγουδιστή Ζακ Πιλ, στην πεντηκοστή τουρνέ της στην Αμερική, σε κάποια ρεσιτάλ της συνοδεύεται στο πιάνο από τον νεαρό τότε Ζιλμπέρ Μπεκό. Εκείνη την εποχή ακολουθεί πολλές θεραπείες αποτοξίνωσης, μα οι ουσίες την έχουν καταβάλει. Παρ’ αυτά κάνει εξαιρετικές ηχογραφήσεις.

Τα επόμενα 2 χρόνια μένει κλεισμένη σπίτι της σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, μα το 1955, μόλις μαθαίνει πως θα τραγουδήσει στο θέατρο Ολυμπιά, με αφάνταστη ενέργεια δίνει μια αψεγάδιαστη παράσταση. Χωρίζουν με τον Πιλ το 1956. Με μεγάλο ζήλο κάνει άλλη μια περιοδεία στην Αμερική και είναι πια μια διεθνής σταρ. Το 1958 ζει μια ακόμα έντονη σχέση δίπλα στον νεότερο τραγουδιστή και συνθέτη Ζορζ Μουστακί, ο οποίος το 1959 συνθέτει γι αυτήν το τραγούδι Milord που κυκλοφόρησε το 1960 και λίγο αργότερα γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Άλλο ένα σοβαρό τροχαίο αποδυναμώνει περισσότερο την Πιάφ. Μετά από λίγους μήνες καταρρέει κατά τη διάρκεια κονσέρτου της σε κατάμεστη αίθουσα της Νέας Υόρκης.

Σ' ένα κονσέρτο στη Στοκχόλμη, στα τέλη της δεκαετίας του '50, καταρρέει επάνω στην πίστα και η διάγνωση των γιατρών είναι ανίατος καρκίνος. Η Πιάφ δεν πτοείται και συνεχίζει να εμφανίζεται κάνοντας περιοδείες όπως και πριν, συνοδευόμενη όμως από μια νοσοκόμα που της χορηγεί μορφίνη για τους πόνους.

Το 1960, τραγουδά με επιτυχία το «Non, Je Ne Regrette Rien» (Όχι, δεν μετανιώνω για τίποτα) του Σαρλ Ντυμόν και συνεχίζει να θριαμβεύει τραγουδώντας, παρότι συχνά τρεκλίζει και παραπατά στη σκηνή. Το καλοκαίρι του 1961, γνωρίζει τον κατά πολύ νεότερό της, τελευταίο της έρωτα, τον Έλληνα Θεοφάνη Λαμπουκά, που τον βαπτίζει "Τεό Σαγαπό" και τον παντρεύεται τον Οκτώβριο του 1962 (στα 46 της εκείνη και 26 εκείνος). Εκείνο το καλοκαίρι παίρνει επίσης το πρώτο βραβείο της Ακαδημίας Charles Cros για το σύνολο της καριέρας της.

Η Εντίθ Πιάφ σβήνει την ίδια μέρα με τον φίλο της, Ζαν Κοκτώ, στις 11 Οκτωβρίου του 1963, μόλις στα 48 της χρόνια στο Plascassier, κοντά στο Grasse απο κίρρωση. Ο σύζυγός της μεταφέρει την ίδια μέρα του θανάτου της τη σορό της στη «δική της πόλη», το Παρίσι. Ο τάφος της βρίσκεται στο παρισινό κοιμητήριο Περ Λασέζ.

Η Πιάφ έφυγε φτωχή αφήνοντας στον τελευταίο σύζυγό της πολλά χρέη και μια τεράστια ιστορία. Μαζί με την καριέρα της ως τραγουδίστρια (ηχογράφησε πάνω από 200 τραγούδια) βοηθούσε και στην προώθηση νεαρών ταλέντων στη μουσική σκηνή της εποχής εκείνης. Είχε μεταξύ άλλων μεγάλη συμμετοχή στην προώθηση καλλιτεχνών, όπως Σαρλ Αζναβούρ, Ζιλμπέρ Μπεκό, Έντι Κονσταντέν, Υβ Μοντάν, Ζορζ Μουστακί, Ζακ Πιλ κλπ.

Πολλοί καλλιτέχνες επανεκτελούν τραγούδια της και επισκέπτονται το γλυπτό που στήθηκε προς τιμήν της στο Παρίσι, πάνω στην πλατεία που φέρει το όνομά της, λίγα μέτρα από το νοσοκομείο Τενό (Tenon), όπου γεννήθηκε. Στο Παρίσι υπάρχει επίσης ένα μουσείο με το όνομά της (Musée Edith Piaf), στο οποίο μπορεί κανείς να δει διάφορα προσωπικά αντικείμενα της καλλιτέχνιδας, όπως ένα από τα φορέματά της και την συλλογή από πορσελάνες της.

Το 2006 ο Ολιβιέ Νταάν (Olivier Dahan) γυρίζει τη ζωή της Γαλλίδας τραγουδίστριας σε ταινία με τίτλο "La Môme" (το νεαρό κορίτσι). Στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο «Ζωή σαν Τριαντάφυλλο». Στον πρωταγωνιστικό ρόλο της ταινίας, που εμφανίστηκε και στο Φεστιβάλ κινηματογράφου στο Βερολίνο, παίζει η Γαλλίδα ηθοποιός Μαριόν Κοτιγιάρ, ρόλο για τον οποίο κέρδισε το 2008 το Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου.

Η ζωή της Εντίθ Πιάφ αποτέλεσε όμως περιεχόμενο και στις ταινίες του σκηνοθέτη Κλωντ Λελούς, με τίτλο "Η Εντίθ και ο Μαρσέλ" το 1983 (πρωταγωνιστεί η Evelyne Bouix) και "Guy Casaril" (με την Brigitte Ariel).

47 χρόνια μετά το θάνατό της ο Αλέν Ντελόν, ο οποίος την γνώριζε προσωπικά, συνέγραψε και ανέβασε μια μουσική παράσταση με τίτλο "Edith Piaf, Une Vie en Rose et Noir" (Εντίθ Πιαφ, μια ζωή σε ροζ και μαύρο), η οποία στη παγκόσμια περιοδεία της ήρθε και στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη το 2010 και 2011 αντίστοιχα.

βικιπαίδεια

Σήμερα 11/10 ... Φιλίππου εκ των επτά διακόνων του εν Τράλλεσιν, Οσίων Ζηναΐδος και Φιλονίλλης

ο φίκος υποκλίνεται στην τέχνη (φ.Μ.Κυμάκη)
ο φίκος υποκλίνεται στην τέχνη (φ.Μ.Κυμάκη)
 
 
Φιλίππου εκ των επτά διακόνων του εν Τράλλεσιν, Οσίων Ζηναΐδος και Φιλονίλλης
 
για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό+-

Κυριακή, Οκτωβρίου 10, 2021

Σήμερα 10/10 ... Αγίων Ευλαμπίου και Ευλαμπίας των αδελφών

στα νεώρια στοιχεία πολιτισμικά (φ.Μ.Κυμάκη)
στα νεώρια στοιχεία πολιτισμικά (φ.Μ.Κυμάκη)


https://www.explorecrete.com/Heraklion/GR16-Heraklion-arsenals.html
Τα ενετικά νεώρια στο Ηράκλειο βρίσκονται στο ενετικό λιμάνι. Στο τέλος της οδού 25ης Αυγούστου δεξιά, κατεβαίνοντας τα μαρμάρινα σκαλιά θα βρεθείτε μπροστά από ό, τι σώζεται από τα ενετικά νεώρια.
νεώρια ηράκλειο
Τα νεώρια είναι στεγασμένοι επιμήκεις χώροι για την κατασκευή και επισκευή των καραβιών του βενετσιάνικου στόλου. Ο στόλος των Ενετών ήταν κυρίαρχος στη Μεσόγειο και οι Ενετοί με τα νεώρια που έχτιζαν σε κάθε λιμάνι τους, εξασφάλιζαν ότι τα καράβια τους, εμπορικά και πολεμικά, θα ήταν πάντα σε καλή κατάσταση και έτοιμα να ταξιδέψουν γρήγορα και με ασφάλεια από λιμάνι σε λιμάνι.

Τα νεώρια του Ηρακλείου υπήρξαν ένα μεγαλεπήβολο τεχνικό έργο, η κατασκευή του οποίου χωρίζεται σε τέσσερις φάσεις από τον 15ο-17ο. Συνολικά χτίστηκαν 19 νεώρια στο Ηράκλειο, ομαδοποιημένα σε τρία οικοδομικά συγκροτήματα. Μεταξύ τους επικοινωνούσαν μέσα από τοξωτά ανοίγματα και έκλειναν με θυρόφυλλα από καδρόνια με κενά διαστήματα μεταξύ τους.

Σήμερα διατηρούνται μόνο 5-6 νεώρια από τα 19. Πρέπει να αναφερθεί ότι τα νεώρια που κοιτούν προς το ενετικό λιμάνι δεν σώζονται σε όλο τους το μήκος, αλλά μεγάλο μέρος τους κατεδαφίστηκε για να φτιαχτεί η παραλιακή λεωφόρος.

Ανάμεσα στα νεώρια υπήρχε αποθήκη άλατος, ενώ μια μεγάλη δεξαμενή νερού με χωρητικότητα 20.000 βαρέλια είχε χτιστεί δυτικά από το τελευταίο νεώριο. Αποτελείται από δύο θολοσκεπείς χώρους, που επικοινωνούν μεταξύ τους μέσα από τοξωτά ανοίγματα, και διαθέτει τέσσερα ανοίγματα για να μπαίνει το φως και ο αέρας.

 Αγίων Ευλαμπίου και Ευλαμπίας των αδελφών

 
για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

Σάββατο, Οκτωβρίου 09, 2021

Κώστας Μπαλάφας (1920 - 9 Οκτωβρίου 2011)


 

Κώστας Μπαλάφας (1920 - 9 Οκτωβρίου 2011)
Ο Κώστας Μπαλάφας (1920 - 9 Οκτωβρίου 2011) ήταν σημαντικός Έλληνας φωτογράφος, γνωστός για την καταγραφή του τρόπου ζωής της ελληνικής υπαίθρου, το αλβανικό μέτωπο. Ο Μπαλάφας γεννήθηκε το 1920 στην Κυψέλη Άρτας από την οποία έφυγε σε αναζήτηση εργασίας στην Αθήνα. Εργαζόμενος σε γαλακτοκομείο πατριώτη του και φοιτώντας σε νυχτερινό σχολείο μετέβη στη Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων και κατόπιν στην Ιταλία έως το 1939 όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη γαλακτολογία. Επιστρέφοντας στα Ιωάννινα διορίστηκε έκτακτος υπάλληλος στη Γαλακτοκομική Σχολή[2]. Μετά την περιπέτεια του πολέμου και του Εμφυλίου βρέθηκε στη ΔΕΗ. Αργότερα εργάστηκε ως οπερατέρ της Ελληνικής τηλεόρασης, ο πρώτος στη δοκιμαστική εκπομπή της ΔΕΘ[3], για να καθιερωθεί αργότερα στο φιλμ «Δωδώνεια», που γυρίστηκε το 1960.
Κατά την περίοδο των σπουδών του στα Ιωάννινα αγόρασε την πρώτη του φωτογραφική μηχανή (Junior Kodak) την οποία αντικατέστησε στην περίοδο της Ιταλίας με μια Robot, μαθαίνοντας εμπειρικά την τέχνη του σκοτεινού θαλάμου σε γειτονικό φωτογραφείο. Τη μηχανή του χρησιμοποίησε αργότερα για να απαθανατίσει την πορεία του ελληνικού στρατού προς το αλβανικό μέτωπο, την περίοδο της γερμανικής Κατοχής και τον ένοπλο αγώνα που ακολούθησε σον οποίο πήρε μέρος. Το 2008 δώρισε το φωτογραφικό αρχείο του στο Μουσείο Μπενάκη, αποτελούμενο από 15.000 ασπρόμαυρα αρνητικά από το 1939 έως το 2000 και 60 ταινίες μικρού μήκους έτοιμες για ψηφιακή επεξεργασία, με κεντρικό θέμα τα ήθη και τα έθιμα της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας. http://el.wi

Σήμερα 9/10 ... Αγίων Αβραάμ του Πατριάρχου και Λωτ του ανηψιού


στην είσοδο της μαρίνας στο Ηράκλειο (φ.Μ.Κυμάκη)
στην είσοδο της μαρίνας στο Ηράκλειο (φ.Μ.Κυμάκη)


Αγίων Αβραάμ του Πατριάρχου και Λωτ του ανηψιού
 
για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

Παρασκευή, Οκτωβρίου 08, 2021

Βάσος Φαληρέας (1905 – 7 Οκτωβρίου 1979)

 

 8 Οκτωβρίου 1979 (42 χρόνια πριν) πέθανε: 

Βάσος Φαληρέας Έλληνας γλύπτης 

Ο Βάσος Φαληρέας (1905 – 7 Οκτωβρίου 1979) ήταν Έλληνας γλύπτης, ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της ακαδημαϊκής σχολής γλυπτών στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα. 

Ο Βάσος Φαληρέας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1905 και καταγόταν από την Καρδαμύλη της Μάνης. Σπούδασε ζωγραφική από το 1924 έως το 1929 στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (Α.Σ.Κ.Τ.) της Αθήνας με δασκάλους τους διάσημους καθηγητές της Σχολής Γεώργιο Ιακωβίδη και Θωμά Θωμόπουλο.

Μνημείο του Κωστή Παλαμά, έργο του Βάσου Φαληρέα

Το 1930 ο Φαληρέας, προκειμένου να τελειοποιήσει τις τεχνικές του, φεύγει για το Παρίσι και μέχρι το 1935 εργάζεται κοντά στους Γάλλους γλύπτες Σαρλ Ντεσπιώ (Charles Despiau) και Αριστίντ Μαγιόλ (Aristide Maillol). Εκείνη την εποχή, παρακολουθεί και μαθήματα χαρακτικής από τον Έλληνα χαράκτη Δημήτρη Γαλάνη, ο οποίος ζούσε στο Παρίσι.

Στη Διεθνή Έκθεση των Παρισίων, που πραγματοποιήθηκε το 1937 στη γαλλική πρωτεύουσα, ο Φαληρέας κέρδισε το χρυσό μετάλλιο για το έργο του «Γαλήνη» (1936), που είχε εκθέσει στο γαλλικό περίπτερο, καθώς και αργυρά μετάλλια για τα έργα «Γυμνό» και «Κεφαλή», με τα οποία μετείχε στο ελληνικό περίπτερο. Την ίδια χρονιά της βράβευσής του στην Έκθεση των Παρισίων, ο Φαληρέας τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Γεωργίου Α'. Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών στο Παρίσι, ενώ το 1976 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών

Ο Φαληρέας πέθανε από συγκοπή στις 7 Οκτωβρίου 1979[4], ενώ συνεδρίαζε η κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1979, όπου μετείχε ως πρόεδρος της επιτροπής.[5] Το 1980 και το 1989 με απόφαση των συγγενών και κληρονόμων του καλλιτέχνη, δεκάδες έργα του παραχωρήθηκαν στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας.

Κωνσταντίνος Ανδρέου (24 Μαρτίου 1917 – 8 Οκτωβρίου 2007)



8 Οκτωβρίου 2007 (14 χρόνια πριν) πέθανε:

Κωνσταντίνος Ανδρέου Έλληνας ζωγράφος και γλύπτης

Ο Κωνσταντίνος Ανδρέου (24 Μαρτίου 1917 – 8 Οκτωβρίου 2007) ήταν Έλληνας ζωγράφος και γλύπτης, που χαρακτηρίστηκε από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του 20ού αιώνα.

Γεννήθηκε στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας το 1917 από Έλληνες γονείς. Ο πατέρας του ήταν Αιγυπτιώτης κυπριακής καταγωγής και η μητέρα του Αθηναία. Το 1925 η οικογένειά του επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε πρώτα στην Πάτρα για να καταλήξει τελικά στην Αθήνα.Το 1932, το οικονομικό πρόβλημα της οικογένειας τον ανάγκασε να εργαστεί ως επιπλοποιός ενώ ταυτόχρονα φοιτούσε στη Βιοτεχνική Νυκτερινή Σχολή. Το 1940 παίρνει μέρος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και αργότερα στη διάρκεια της Κατοχής συμμετέχει στην Εθνική Αντίσταση[8][9] μέσα από τις τάξεις του ΕΑΜ.

Το 1945, κέρδισε μια υποτροφία από τη Γαλλική κυβέρνηση και μετακόμισε στο Παρίσι. Το 1947, ξεκίνησε να χρησιμοποιεί μια νέα προσωπική του τεχνική για να εκφράζεται: χρησιμοποιώντας οξυγονοκολλημένα φύλλα ορείχαλκου. Αυτή η νέα του τεχνική του επέτρεψε να εκφράσει τη δημιουργία του με έναν τρόπο που δεν είχε καμιά σχέση με την παράδοση.

Στο Παρίσι, γνωρίζεται με μεγάλους καλλιτέχνες και πνεύματα και συνεργάζεται, μεταξύ άλλων, και με τον Λε Κορμπυζιέ (Le Corbusier), το μεγάλο Ελβετό αρχιτέκτονα. Ο Ανδρέου επίσης είχε την ευκαιρία να εκθέσει με κάποιους από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες του 20ου αιώνα, όπως ο Πάμπλο Πικάσσο (1961 και 1962), ο Ανρί Ματίς (1961) και ο Μαξ Ερνστ (1962).

Το 1998, του απονεμήθηκε το βραβείο «Gran Prix d'Antoine Pevsner» για τη γλυπτική του και το 1999, η βιβλιοθήκη του δήμου του Ville-du-Bois, όπου διέμενε ο Ανδρέου όταν ήταν στη Γαλλία, μετονομάστηκε προς τιμήν του.

Το 2000, του απονεμήθηκε από τη Γαλλική κυβέρνηση ο τίτλος «Croix de Chevalier de la Légion d'honneur». Το 2001, του απονεμήθηκε από τη Γαλλική κυβέρνηση ο τίτλος «Commandeur de l'Ordre des Arts et des Lettres» (ανώτατος βαθμός της Légion d'honneur).Έργα του Ανδρέου βρίσκονται σε πολλές συλλογές στην Ευρώπη, Βόρεια Αμερική και Ασία.

Ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ),

Ο Κωνσταντίνος Ανδρέου πέθανε στις 8 Οκτωβρίου 2007, στο σπίτι του στην Αθήνα ενώ ασχολιόταν με τη συγγραφή βιβλίου και επίσης προετοιμαζόταν για μια ακόμη έκθεση.

βικιπαίδεια

Ζακ Ντεριντά (γαλλ. Jacques Derrida, 15 Ιουλίου 1930 – 9 Οκτωβρίου 2004)




8 Οκτωβρίου 2004 (17 χρόνια πριν) πέθανε:

Ζακ Ντεριντά Γάλλος φιλόσοφος

Ο Ζακ Ντεριντά (γαλλ. Jacques Derrida, 15 Ιουλίου 1930 – 9 Οκτωβρίου 2004) ήταν Γάλλος φιλόσοφος γεννημένος στην Αλγερία, γνωστός και ως θεμελιωτής της αποδόμησης. Το ευρύ και λεπτομερές έργο του είχε βαθιά επίδραση στο πεδίο της λογοτεχνικής θεωρίας και στην φιλοσοφία (καθώς αυτό το έργο στάθηκε κρίσιμο για τον διαχωρισμό ανάμεσα σε ηπειρωτική (continental philosophy) και αγγλοσαξωνική (anglosaxon philosophy) φιλοσοφία. Το έργο του επηρέασε πολλά επιστημονικά πεδία που δεν σχετίζονταν ευθέως με την φιλοσοφία όπως το πεδίο των επιστημών του δικαίου και της αρχιτεκτονικής. Ανάμεσα στα πιο γνωστά του έργα συγκαταλέγονται το Περί Γραμματολογίας, Τα φαντάσματα του Μάρξ, Η φωνή και το φαινόμενο.

Αποδόμηση

Ο Ντερριντά απέφυγε μέχρι τέλους να δώσει έναν ορισμό στην αποδόμηση ακριβώς γιατί η αποδόμηση ήταν μια στρατηγική και όχι μια μέθοδος. Ως προς αυτή του την επίμονη στάση εξηγεί τον δικό του τρόπο να σκέπτεται την αποδόμηση στην πολύ γνωστή επιστολή του προς τον Ιάπωνα μεταφραστή που προσπαθεί να βρει μια αντίστοιχη λέξη στην Ιαπωνική γλώσσα κατά την μετάφραση του έργου του Ντερριντά. (Επιστολή προς Ιάπωνα φίλο). Η αποδόμηση χαρακτηριζόταν από μια δυναμική ανατροπής ηγεμονικών κατασκευών του λόγου. Αλλά ως τέτοια στρατηγική δεν μπορούσε ποτέ να καθορίζεται με ορισμό. Στην επιστολή προς Ιάπωνα φίλο ο Ντερριντά γράφει ότι η αποδόμηση είναι μια λέξη που θα έπρεπε τελικά να εξαφανιστεί. Μια δυναμική του λόγου καθιστά κάθε διατύπωση έρμαιο της δικής της αποδόμησης. Αλλά είναι η ευθύνη κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου να επιλέξει και να οργανώσει την δολιοφθορά απέναντι σε εκείνο το πεδίο της ηγεμονίας που αξίζει να χτυπηθεί στην εκάστοτε συνθήκη. Η αποδόμηση δεν είναι απλή ορθολογική κριτική των ηγεμονικών σχημάτων του λόγου. Περιλαμβάνει στον τρόπο που οργανώνεται την απόφαση για δράση μέσα σε ένα πλαίσιο που αποφασίζεται μέσα στην εκάστοτε χρήση της. Η στρατηγική της αποδόμησης σχετίζεται δηλαδή με μια τέχνη που βασίζεται στην ίδια την αδυναμία του λόγου να παράγει ακριβή σχήματα: χρησιμοποιεί αυτή την συστηματική ανακρίβεια του λόγου για δράσεις δολιοφθοράς που στοχεύουν ενάντια σε ηγεμονικές απειλητικές κατασκευές.

ο λόγος του Κολοκτρώνη στην Πνύκα

 
   

Εκφωνήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα και πρωτοδημοσιεύτηκε στις 13 Νοεμβρίου 1838 στην αθηναϊκή εφημερίδα «Αιών», που εξέδιδε ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων.

Στις 7 Οκτωβρίου 1838 ο γηραιός στρατηγός και εν ενεργεία Σύμβουλος Επικρατείας Θεόδωρος Κολοκοτρώνης επισκέφθηκε το Βασιλικό Γυμνάσιο της Αθήνας (νυν 1ο Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο Αθήνας) για να παρακολουθήσει τη διδασκαλία του γυμνασιάρχη Γεωργίου Γενναδίου (1784-1854) για τον Θουκυδίδη. Τόσο εντυπωσιάστηκε από την «παράδοσιν του πεπαιδευμένου γυμνασιάρχου και από την θέαν τοσούτων μαθητών», ώστε εξέφρασε την επιθυμία να μιλήσει και ο ίδιος προς τους μαθητές. Την πρότασή του απεδέχθη ο Γεννάδιος και λόγω της στενότητας του χώρου και του πλήθους των μαθητών η ομιλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ορίσθηκε για τις 10 το πρωί της 8ης Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα.

Το γεγονός μαθεύτηκε στη μικρά τότε Αθήνα και εκτός από τους μαθητές, πλήθος ανθρώπων «διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων» συνέρρευσε στην Πνύκα το πρωί της 8ης Οκτωβρίου για να ακούσει τον ηγέτη της Επανάστασης του ’21. Ξαφνικά, στον χώρο της ομιλίας εμφανίσθηκε «σμήνος χωροφυλακής», αποφασισμένο να διαλύσει τη συγκέντρωση, επειδή προφανώς, ως βασιλικότερο του βασιλέως Όθωνα, τη θεώρησε αντικαθεστωτική. Όμως, μετά τη διαβεβαίωση του γυμνασιάρχη και των καθηγητών για το «αθώο της πράξεως», οι χωροφύλακες αποχώρησαν και η ομιλία έγινε κανονικά. Άλλωστε, ο Κολοκοτρώνης δεν αποτελούσε κίνδυνο για τη δυναστεία, αφού τα είχε βρει με τον Όθωνα και κατείχε μάλιστα το αξίωμα του Συμβούλου της Επικρατείας, δηλαδή του πολιτικού συμβούλου του βασιλιά. (Το Συμβούλιο της Επικρατείας εκείνης της εποχής, που ήταν πολιτικό σώμα, δεν πρέπει να συγχέεται με το σημερινό Συμβούλιο της Επικρατείας, που είναι δικαστικός σχηματισμός.)

Ολόκληρος ο λόγος του Κολοκτρώνη έχει ως εξής:

Παιδιά μου!

Εἰς τὸν τόπο τοῦτο, ὁποὺ ἐγὼ πατῶ σήμερα, ἐπατοῦσαν καὶ ἐδημηγοροῦσαν τὸν παλαιὸ καιρὸ ἄνδρες σοφοί, καὶ ἄνδρες μὲ τοὺς ὁποίους δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ συγκριθῶ καὶ οὔτε νὰ φθάσω τὰ ἴχνη των. Ἐγὼ ἐπιθυμοῦσα νὰ σᾶς ἰδῶ, παιδιά μου, εἰς τὴν μεγάλη δόξα τῶν προπατόρων μας, καὶ ἔρχομαι νὰ σᾶς εἰπῶ, ὅσα εἰς τὸν καιρὸ τοῦ ἀγῶνος καὶ πρὸ αὐτοῦ καὶ ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὸν ὁ ἴδιος ἐπαρατήρησα, καὶ ἀπ᾿ αὐτὰ νὰ κάμωμε συμπερασμοὺς καὶ διὰ τὴν μέλλουσαν εὐτυχίαν σας, μολονότι ὁ Θεὸς μόνος ἠξεύρει τὰ μέλλοντα. Καὶ διὰ τοὺς παλαιοὺς Ἕλληνας, ὁποίας γνώσεις εἶχαν καὶ ποία δόξα καὶ τιμὴν ἔχαιραν κοντὰ εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη τοῦ καιροῦ των, ὁποίους ἥρωας, στρατηγούς, πολιτικοὺς εἶχαν, διὰ ταῦτα σᾶς λέγουν καθ᾿ ἡμέραν οἱ διδάσκαλοί σας καὶ οἱ πεπαιδευμένοι μας. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀρκετός. Σᾶς λέγω μόνον πὼς ἦταν σοφοί, καὶ ἀπὸ ἐδῶ ἐπῆραν καὶ ἐδανείσθησαν τὰ ἄλλα ἔθνη τὴν σοφίαν των.

Εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον κατοικοῦμε, ἐκατοικοῦσαν οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ ἡμεῖς καταγόμεθα καὶ ἐλάβαμε τὸ ὄνομα τοῦτο. Αὐτοὶ διέφεραν ἀπὸ ἡμᾶς εἰς τὴν θρησκείαν, διότι ἐπροσκυνοῦσαν τὲς πέτρες καὶ τὰ ξύλα. Ἀφοῦ ὕστερα ἦλθε στὸν κόσμο ὁ Χριστός, οἱ λαοὶ ὅλοι ἐπίστευσαν εἰς τὸ Εὐαγγέλιό του, καὶ ἔπαυσαν νὰ λατρεύουν τὰ εἴδωλα. Δὲν ἐπῆρε μαζί του οὔτε σοφοὺς οὔτε προκομμένους, ἀλλ᾿ ἁπλοὺς ἀνθρώπους, χωρικοὺς καὶ ψαράδες, καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔμαθαν ὅλες τὲς γλῶσσες τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι, μολονότι ὅπου καὶ ἂν ἔβρισκαν ἐναντιότητες καὶ οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ τύραννοι τοὺς κατέτρεχαν, δὲν ἠμπόρεσε κανένας νὰ τοὺς κάμῃ τίποτα. Αὐτοὶ ἐστερέωσαν τὴν πίστιν.

Οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, οἱ πρόγονοί μας, ἔπεσαν εἰς τὴν διχόνοια καὶ ἐτρώγονταν μεταξύ τους, καὶ ἔτσι ἔλαβαν καιρὸ πρῶτα οἱ Ῥωμαῖοι, ἔπειτα ἄλλοι βάρβαροι καὶ τοὺς ὑπόταξαν. Ὕστερα ἦλθαν οἱ Μουσουλμάνοι καὶ ἔκαμαν ὅ,τι ἠμποροῦσαν, διὰ νὰ ἀλλάξῃ ὁ λαὸς τὴν πίστιν του. Ἔκοψαν γλῶσσες εἰς πολλοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ᾿ ἐστάθη ἀδύνατο νὰ τὸ κατορθώσουν. Τὸν ἕνα ἔκοπταν, ὁ ἄλλος τὸ σταυρό του ἔκαμε. Σὰν εἶδε τοῦτο ὁ σουλτάνος, διόρισε ἕνα βιτσερὲ (ἀντιβασιλέα), ἕναν πατριάρχη, καὶ τοῦ ἔδωσε τὴν ἐξουσία τῆς ἐκκλησίας. Αὐτὸς καὶ ὁ λοιπὸς κλῆρος ἔκαμαν ὅ,τι τοὺς ἔλεγε ὁ σουλτάνος. Ὕστερον ἔγιναν οἱ κοτζαμπάσηδες (προεστοὶ) εἰς ὅλα τὰ μέρη. Ἡ τρίτη τάξη, οἱ ἔμποροι καὶ οἱ προκομμένοι, τὸ καλύτερο μέρος τῶν πολιτῶν, μὴν ὑποφέρνοντες τὸν ζυγὸν ἔφευγαν, καὶ οἱ γραμματισμένοι ἐπῆραν καὶ ἔφευγαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὴν πατρίδα των, καὶ ἔτσι ὁ λαός, ὅστις στερημένος ἀπὸ τὰ μέσα τῆς προκοπῆς, ἐκατήντησεν εἰς ἀθλίαν κατάσταση, καὶ αὐτὴ αὔξαινε κάθε ἡμέρα χειρότερα· διότι, ἂν εὑρίσκετο μεταξὺ τοῦ λαοῦ κανεὶς μὲ ὀλίγην μάθηση, τὸν ἐλάμβανε ὁ κλῆρος, ὅστις ἔχαιρε προνόμια, ἢ ἐσύρετο ἀπὸ τὸν ἔμπορο τῆς Εὐρώπης ὡς βοηθός του, ἐγίνετο γραμματικὸς τοῦ προεστοῦ. Καὶ μερικοὶ μὴν ὑποφέροντες τὴν τυραννίαν τοῦ Τούρκου καὶ βλέποντας τὲς δόξες καὶ τὲς ἡδονὲς ὁποὺ ἀνελάμβαναν αὐτοί, ἄφηναν τὴν πίστη τους καὶ ἐγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καὶ τοιουτοτρόπως κάθε ἡμέρα ὁ λαὸς ἐλίγνευε καὶ ἐπτώχαινε.

Εἰς αὐτὴν τὴν δυστυχισμένη κατάσταση μερικοὶ ἀπὸ τοὺς φυγάδες γραμματισμένους ἐμετάφραζαν καὶ ἔστελναν εἰς τὴν Ἑλλάδα βιβλία, καὶ εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ χρωστοῦμε εὐγνωμοσύνη, διότι εὐθὺς ὁποὺ κανένας ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ λαὸ ἐμάνθανε τὰ κοινὰ γράμματα, ἐδιάβαζεν αὐτὰ τὰ βιβλία καὶ ἔβλεπε ποίους εἴχαμε προγόνους, τί ἔκαμεν ὁ Θεμιστοκλῆς, ὁ Ἀριστείδης καὶ ἄλλοι πολλοὶ παλαιοί μας, καὶ ἐβλέπαμε καὶ εἰς ποίαν κατάσταση εὑρισκόμεθα τότε. Ὅθεν μᾶς ἦλθεν εἰς τὸ νοῦ νὰ τοὺς μιμηθοῦμε καὶ νὰ γίνουμε εὐτυχέστεροι. Καὶ ἔτσι ἔγινε καὶ ἐπροόδευσεν ἡ Ἑταιρεία.

Ὅταν ἀποφασίσαμε νὰ κάμωμε τὴν Ἐπανάσταση, δὲν ἐσυλλογισθήκαμε οὔτε πόσοι εἴμεθα, οὔτε πὼς δὲν ἔχομε ἄρματα, οὔτε ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐβαστοῦσαν τὰ κάστρα καὶ τὰς πόλεις, οὔτε κανένας φρόνιμος μᾶς εἶπε «ποῦ πᾶτε ἐδῶ νὰ πολεμήσετε μὲ σιταροκάραβα βατσέλα», ἀλλὰ ὡς μία βροχὴ ἔπεσε εἰς ὅλους μας ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας μας, καὶ ὅλοι, καὶ ὁ κλῆρος μας καὶ οἱ προεστοὶ καὶ οἱ καπεταναῖοι καὶ οἱ πεπαιδευμένοι καὶ οἱ ἔμποροι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλοι ἐσυμφωνήσαμε εἰς αὐτὸ τὸ σκοπὸ καὶ ἐκάμαμε τὴν Ἐπανάσταση.

Εἰς τὸν πρῶτο χρόνο τῆς Ἐπαναστάσεως εἴχαμε μεγάλη ὁμόνοια καὶ ὅλοι ἐτρέχαμε σύμφωνοι. Ὁ ἕνας ἐπῆγεν εἰς τὸν πόλεμο, ὁ ἀδελφός του ἔφερνε ξύλα, ἡ γυναῖκα του ἐζύμωνε, τὸ παιδί του ἐκουβαλοῦσε ψωμὶ καὶ μπαρουτόβολα εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ ἐὰν αὐτὴ ἡ ὁμόνοια ἐβαστοῦσε ἀκόμη δυὸ χρόνους, ἠθέλαμε κυριεύσει καὶ τὴν Θεσσαλία καὶ τὴν Μακεδονία, καὶ ἴσως ἐφθάναμε καὶ ἕως τὴν Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τοὺς Τούρκους, ὁποὺ ἄκουγαν Ἕλληνα καὶ ἔφευγαν χίλια μίλια μακρά. Ἑκατὸν Ἕλληνες ἔβαζαν πέντε χιλιάδες ἐμπρός, καὶ ἕνα καράβι μίαν ἁρμάδα. Ἀλλὰ δὲν ἐβάσταξεν. Ἦλθαν μερικοὶ καὶ ἠθέλησαν νὰ γένουν μπαρμπέρηδες εἰς τοῦ κασίδη τὸ κεφάλι. Μᾶς πονοῦσε τὸ μπαρμπέρισμά τους. Μὰ τί νὰ κάμωμε; Εἴχαμε καὶ αὐτουνῶν τὴν ἀνάγκη. Ἀπὸ τότε ἤρχισεν ἡ διχόνοια, καὶ ἐχάθη ἡ πρώτη προθυμία καὶ ὁμόνοια. Καὶ ὅταν ἔλεγες τὸν Κώστα νὰ δώσῃ χρήματα διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους, ἢ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν πόλεμο, τοῦτος ἐπρόβαλλε τὸν Γιάννη. Καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο κανεὶς δὲν ἤθελε οὔτε νὰ συνδράμῃ οὔτε νὰ πολεμήσῃ. Καὶ τοῦτο ἐγίνετο, ἐπειδὴ δὲν εἴχαμε ἕναν ἀρχηγὸ καὶ μία κεφαλή. Ἀλλὰ ἕνας ἔμπαινε πρόεδρος ἕξη μῆνες, ἐσηκώνετο ὁ ἄλλος καὶ τὸν ἔριχνε, καὶ ἐκάθετο αὐτὸς ἄλλους τόσους, καὶ ἔτσι ὁ ἕνας ἤθελε τοῦτο καὶ ὁ ἄλλος τὸ ἄλλο. Ἴσως ὅλοι ἠθέλαμε τὸ καλό, πλὴν καθένας κατὰ τὴν γνώμη του. Ὅταν προστάζουνε πολλοί, ποτὲ τὸ σπίτι δεν χτίζεται οὔτε τελειώνει. Ὁ ἕνας λέγει ὅτι ἡ πόρτα πρέπει να βλέπῃ εἰς τὸ ἀνατολικὸ μέρος, ὁ ἄλλος εἰς τὸ ἀντικρινὸ καὶ ὁ ἄλλος εἰς τὸν Βορέα, σὰν να ἦτον τὸ σπίτι εἰς τὸν ἀραμπᾶ, καὶ να γυρίζει, καθὼς λέγει ὁ καθένας. Μὲ τοῦτο τὸν τρόπο δεν κτίζεται ποτὲ τὸ σπίτι, ἀλλὰ πρέπει να εἶναι ἔνας ἀρχιτέκτων, ὁποῦ νὰ προστάζῃ πῶς θὰ γενῇ. Παρομοίως καὶ ἡμεῖς ἐχρειαζόμεθα ἕναν ἀρχηγὸ καὶ ἔναν ἀρχιτέκτονα, ὅστις νὰ προστάζῃ καὶ οἱ ἄλλοι να ὑπακούουν καὶ νὰ ἀκολουθοῦν. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ εἴμεθα εἰς τέτοια κατάστασιν, ἐξ αἰτίας τῆς διχονοίας, μᾶς ἔπεσε ἡ Τουρκιὰ ἐπάνω μας καὶ κοντέψαμε να χαθοῦμε, καὶ εἰς τοὺς στερνοὺς ἑπτὰ χρόνους δὲν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

Εἰς αὐτὴ τὴν κατάστασιν ἔρχεται ὁ βασιλεύς, τὰ πράγματα ἡσυχάζουν, καὶ τὸ ἐμπόριο καὶ ἡ γεωργία καὶ οἱ τέχνες ἀρχίζουν νὰ προοδεύουν καὶ μάλιστα ἡ παιδεία. Αὐτὴ ἡ μάθησις θὰ μᾶς αὐξήσῃ καὶ θὰ μᾶς εὐτυχήσῃ. Ἀλλὰ διὰ νὰ αὐξήσομεν, χρειάζεται καὶ ἡ στερέωσις τῆς πολιτείας μας, ἡ ὁποία γίνεται μὲ τὴν καλλιέργεια καὶ μὲ τὴν ὑποστήριξη τοῦ Θρόνου. Ὁ βασιλεύς μας εἶναι νέος καὶ συμμορφώνεται μὲ τὸν τόπο μας, δεν εἶναι προσωρινός, ἀλλ᾿ ἡ βασιλεία του εἶναι διαδοχικὴ καὶ θὰ περάσῃ εἰς τὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν του, καὶ μὲ αὐτὸν κι ἐσεῖς καὶ τὰ παιδιά σας θὰ ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε τὴν πίστη σας καὶ νὰ τὴν στερεώσετε, διότι, ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἄρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ πατρίδος. Ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου ἔχουν καὶ φυλάττουν μία Θρησκεία. Καὶ αὐτοί, οἱ Ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι κατατρέχοντο καὶ μισοῦντο καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη, μένουν σταθεροὶ εἰς τὴν πίστη τους.

Νὰ μὴν ἔχετε πολυτέλεια, να μὴν πηγαίνετε εἰς τοὺς καφενέδες καὶ τὰ μπιλιάρδα. Νὰ δοθεῖτε εἰς τὰς σπουδάς σας καὶ καλύτερα νὰ κοπιάσετε ὀλίγον, δύο καὶ τρεῖς χρόνους καὶ νὰ ζήσετε ἐλεύθεροι εἰς τὸ ἐπίλοιπο τῆς ζωῆς σας, παρὰ νὰ περάσετε τέσσαρους – πέντε χρόνους τὴ νεότητά σας, καὶ να μείνετε ἀγράμματοι. Νὰ σκλαβωθεῖτε εἰς τὰ γράμματά σας. Νὰ ἀκούετε τὰς συμβουλὰς τῶν διδασκάλων καὶ γεροντοτέρων, καὶ κατὰ τὴν παροιμία, «μύρια ἤξευρε καὶ χίλια μάθαινε». Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησή σας νὰ μὴν γίνῃ σκεπάρνι μόνο διὰ τὸ ἄτομό σας, ἀλλὰ να κοιτάζῃ τὸ καλὸ τῆς κοινότητος, καὶ μέσα εἰς τὸ καλὸ αὐτὸ εὑρίσκεται καὶ τὸ δικό σας.

Ἐγώ, παιδιά μου, κατὰ κακή μου τύχη, ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων, ἔμεινα ἀγράμματος καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ζητῶ συγχώρηση, διότι δὲν ὁμιλῶ καθὼς οἱ δάσκαλοί σας. Σᾶς εἶπα ὅσα ὁ ἴδιος εἶδα, ἤκουσα καὶ ἐγνώρισα, διὰ νὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὰ ἀπερασμένα καὶ ἀπὸ τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τῆς διχονοίας, τὴν ὁποίαν νὰ ἀποστρέφεσθε, καὶ νὰ ἔχετε ὁμόνοια. Ἐμᾶς μὴ μᾶς τηρᾶτε πλέον. Τὸ ἔργο μας καὶ ὁ καιρός μας ἐπέρασε. Καὶ αἱ ἡμέραι τῆς γενεᾶς, ἡ ὁποία σᾶς ἄνοιξε τὸ δρόμο, θέλουν μετ᾿ ὀλίγον περάσει. Τὴν ἡμέρα τῆς ζωῆς μας θέλει διαδεχθῇ ἡ νύκτα τοῦ θανάτου μας, καθὼς τὴν ἡμέραν τῶν Ἁγίων Ἀσωμάτων θέλει διαδεχθῇ ἡ νύκτα καὶ ἡ αὐριανὴ ἡμέρα. Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὁποὺ ἡμεῖς ἐλευθερώσαμε· καί, διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχετε ὡς θεμέλια της πολιτείας τὴν ὁμόνοια, τὴν θρησκεία, τὴν καλλιέργεια τοῦ θρόνου καὶ τὴν φρόνιμον ἐλευθερία.

Τελειώνω τὸ λόγο μου. Ζήτω ὁ βασιλεύς μας Ὄθων! Ζήτω οἱ σοφοὶ διδάσκαλοι! Ζήτω ἡ Ἑλληνικὴ Νεολαία!

Αριστοτέλης Νικολαΐδης (25 Νοεμβρίου 1922 - 8 Οκτωβρίου 1996)

www.poiein.gr/wp-content/uploads/2018/09/207122...


8 Οκτωβρίου 1996 (25 χρόνια πριν) πέθανε:

Αριστοτέλης Νικολαΐδης Έλληνας συγγραφέας

Ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης (25 Νοεμβρίου 1922 - 8 Οκτωβρίου 1996) ήταν Έλληνας ψυχίατρος, λογοτέχνης, πεζογράφος, ποιητής και δοκιμιογράφος.
Ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης γεννήθηκε στη Μυτιλήνη στις 25 Νοεμβρίου του 1922[3]. Ο πατέρας του Θεολόγης Νικολαΐδης ήταν γιατρός. Είχε άλλα δύο αδέλφια την Κωνσταντίνα και τον Νίκο, ψυχίατρο-ψυχαναλυτή, καθηγητή Ψυχανάλυσης στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης. Και τα τρία αδέλφια είχαν ενεργό συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση και φυλακίστηκαν. Ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης φυλακίστηκε στην Κατοχή για δυο μήνες το 1942 από τους Ιταλούς, και στα Δεκεμβριανά τρεις μήνες (1944-45) από τους Άγγλους. Μετά τα Δεκεμβριανά διαχώρισε τη θέση του από την πολιτική του ΚΚΕ.
Πρωτοπαρουσιάστηκε στη λογοτεχνία με το ποίημα «Μάθημα ανατομικής», που δημοσίευσε στο περιοδικό «Φοιτητική Τέχνη» (δεύτερο τεύχος, 1 Μαρτίου 1944).
Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών και ειδικεύτηκε στο Αιγινήτειο στην ψυχιατρική. Εκεί εκπόνησε και τη διδακτορική του διατριβή που είχε θέμα «Το σύνδρομο της αποπροσωποποιήσεως». Το 1954 πήγε στο Παρίσι με σκοπό να μετεκπαιδευτεί στην ψυχιατρική ως υπότροφος του γαλλικού κράτους. Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε τη ζωγράφο Ίνγκριντ-Τίλντα. Μαζί της απέκτησε μια κόρη. Έζησε στη Γαλλία, τις ΗΠΑ, τη Γερμανία και την Ελβετία, εργαζόμενος ως νευρολόγος-ψυχίατρος.
Επανήλθε στην Ελλάδα μετά την πτώση της Δικτατορίας.
Ήταν ο ιδρυτής του Διεθνούς Κέντρου Επιστημονικής Ορολογίας και Γλώσσας της Αθήνας το 1966, καθώς και ιδρυτικό μέλος του Ελληνικού Γλωσσικού Ομίλου. Ασχολήθηκε επίσης με την επιστημονική αρθρογραφία και τη λογοτεχνία, συνεργαζόμενος με τις εφημερίδες Το Βήμα, Journal de Geneve, Gazette de Lausanne, Frankfurter Allgemeine, Τα Νέα και με περιοδικά όπως τα Ελεύθερα Γράμματα, Νέα Εστία, Τραμ, Η λέξη, Καινούργια Εποχή, Δώμα, Τομές, Διαβάζω κ.ά.
Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Το έργο του είναι επηρεασμένο από τη φροϋδική θεωρία, τον υπαρξισμό, τον σουρεαλισμό και τον λεττρισμό. Ήταν μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών (αντιπρόεδρος το 1978). Έργα του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Του απονεμήθηκε το 1976 το πρώτο Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημά του «Η εξαφάνιση».
Πέθανε στις 8 Οκτωβρίου 1996.

Κώστας Ταχτσής (Θεσσαλονίκη, 8 Οκτωβρίου 1927 – Αθήνα, πιθανόν 25 Αυγούστου 1988)

 

8 Οκτωβρίου 1927 (94 χρόνια πριν) γεννήθηκε: 

Κώστας Ταχτσής Έλληνας συγγραφέας

Ο Κώστας Ταχτσής (Θεσσαλονίκη, 8 Οκτωβρίου 1927 – Αθήνα, πιθανόν 25 Αυγούστου 1988) ήταν διακεκριμένος Έλληνας λογοτέχνης της μεταπολεμικής γενιάς.

Το απόγευμα του Σαββάτου, 27 Αυγούστου 1988, η αδελφή του συγγραφέα βρήκε τον Ταχτσή νεκρό, στο σπίτι του στην οδό Τυρνάβου 26, στον Κολωνό. Η ιατροδικαστική εξέταση αποφάνθηκε ότι ο Ταχτσής είχε πεθάνει από ασφυξία, που προκλήθηκε από στραγγαλισμό, πριν από περίπου 36 ώρες. Παρά τη δημοσιότητα που πήρε το θέμα και παρά τις έρευνες της Αστυνομίας, τόσο στο κύκλο των γνωστών του όσο και στο περιβάλλον των εκδιδόμενων στο οποίο ανήκε, δεν έγινε δυνατόν να βρεθεί ο δράστης και η υπόθεση μπήκε στο αρχείο.

 περισσότερα στη βικιπαίδεια

Σήμερα 8/10 ... Οσίας Πελαγίας της από εταιρίδων

...καταφύγιο... στη μαρίνα Ηρακλείου (φ.Μ.Κυμάκη)
...καταφύγιο... στη μαρίνα Ηρακλείου (φ.Μ.Κυμάκη)

 Οσίας Πελαγίας της από εταιρίδων

για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

Πέμπτη, Οκτωβρίου 07, 2021

Έντγκαρ Άλλαν Πόε (Edgar Allan Poe[1], 19 Ιανουαρίου 1809 - 7 Οκτωβρίου 1849)

 

 7 Οκτωβρίου 1849 (172 χρόνια πριν) πέθανε: 

Έντγκαρ Άλλαν Πόε Αμερικανός συγγραφέας


Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε (Edgar Allan Poe, 19 Ιανουαρίου 1809 - 7 Οκτωβρίου 1849) ήταν Αμερικανός ποιητής και πανέξυπνος τρελός. Υπήρξε ένας από τους κύριους εκπροσώπους του αμερικανικού ρομαντισμού. To λογοτεχνικό του έργο είχε σημαντική επίδραση στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελώντας θεμέλιο λίθο για την εξέλιξη σύγχρονων λογοτεχνικών ειδών, όπως η αστυνομική λογοτεχνία ή οι ιστορίες τρόμου και φαντασίας.
Ο Πόε γεννήθηκε το 1809[2] στη Βοστώνη και οι γονείς του ήταν ηθοποιοί. Ο πατέρας του, Ντέηβιντ Πόε, εγκατέλειψε την οικογένεια του τον Ιούλιο του 1811 ενώ πέθανε πέντε μήνες αργότερα, στις 11 Δεκεμβρίου. Η μητέρα του, Ελίζαμπεθ Άρνολντ Χόπκινς, υπέφερε από φυματίωση και πέθανε στις 8 Δεκεμβρίου του 1811, ενώ ο Πόε ήταν μόλις δύο ετών. Μετά το θάνατο της μητέρας του, έζησε στο σπίτι του επιτυχημένου εμπόρου καπνού Τζον Άλλαν και μεγάλωσε στην πόλη Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια.Το 1815, η οικογένεια Άλλαν μετακόμισε στη Σκωτία και την Αγγλία, όπου έζησαν συνολικά για πέντε χρόνια. Στο διάστημα αυτό, ο Πόε φοίτησε σε δύο αγγλικά σχολεία κοντά στην πόλη του Λονδίνου. Μετά την επιστροφή του στο Ρίτσμοντ, εγγράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, το 1826, όπου παρέμεινε μόνο για ένα χρόνο. Ήρθε σε σύγκρουση με τον πατριό του, εξαιτίας οικονομικών χρεών που ανέπτυξε μέσω της χαρτοπαιξίας, κατά την περίοδο φοίτησης του. Τελικά ο Πόε εγκατέλειψε το σπίτι των Άλλαν και κατατάχθηκε το 1827 στον αμερικανικό στρατό, πιθανότατα για λόγους οικονομικής επιβίωσης. Στην αίτηση κατάταξής του δήλωσε το όνομα Έντγκαρ Α. Πέρι, αναφέροντας επίσης ως ηλικία τα 22 χρόνια ενώ ήταν δεκαοχτώ ετών. Τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο, μία ποιητική συλλογή με τίτλο Ταμερλάνος και άλλα Ποιήματα.Το 1829, εκδόθηκε το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Al Aaraaf, ενώ παράλληλα έκανε αίτηση εγγραφής στην στρατιωτική ακαδημία του Ουέστ Πόιντ (West Point), με την υποστήριξη του πατριού του. Εκεί θεωρείται πως ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο άλλων ρομαντικών ποιητών, ενώ σύντομα ανέπτυξε εκ νέου οικονομικά χρέη. Υπήρξε σκόπιμα αμελής ως προς τα καθήκοντά του[3] γεγονός που οδήγησε τελικά στην απόλυσή του. Αμέσως μετά, ο Πόε μετακόμισε στη Βαλτιμόρη όπου έζησε με την θεία του Μαρία Κλεμ και την πρώτη του ξαδέλφη Βιρτζίνια Ελίζα Κλεμ. Προκειμένου να συντηρείται οικονομικά, ξεκίνησε να γράφει πεζά κείμενα υποβάλλοντας συμμετοχή σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Το 1833, βραβεύτηκε για το διήγημά του Μήνυμα στο μπουκάλι, γεγονός που του εξασφάλισε μία πρώτη αναγνώριση σε ένα περιορισμένο τοπικό λογοτεχνικό κύκλο.Το Δεκέμβριο του 1835, άρχισε να εργάζεται ως συντάκτης στην εφημερίδα Southern Literary Messenger (Λογοτεχνικός Αγγελιοφόρος του Νότου), στο Ρίτσμοντ. Την ίδια περίοδο παντρεύτηκε τη δεκατριάχρονη ξαδέρφη του, η οποία στο πιστοποιητικό του γάμου τους, αναφερόταν ψευδώς πως ήταν είκοσι ενός ετών.Το 1838 εκδόθηκε η Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμ (The Narrative of Arthur Gordon Pym) ενώ το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου, ο Πόε μετακόμισε στη Φιλαδέλφεια, όπου ξεκίνησε να εργάζεται ως βοηθός συντάκτη στο περιοδικό Burton's Gentleman's Magazine. Δημοσίευσε αρκετά άρθρα, διηγήματα και κριτικές απολαμβάνοντας ολοένα και μεγαλύτερη φήμη. Το ίδιο διάστημα, εκδόθηκε η δίτομη συλλογή έργων του Tales of the Grotesque and Arabesque (Ιστορίες του Γκροτέσκου και του Αραβουργήματος), η οποία αν και δεν αποτέλεσε σημαντική εμπορική επιτυχία, επαινέθηκε από την κριτική και θεωρείται σήμερα ορόσημο στην ιστορία της αμερικανικής λογοτεχνίας. Ο Πόε εγκατέλειψε τη θέση του μετά από περίπου ένα χρόνο και ανέλαβε χρέη βοηθού συντάκτη στο περιοδικό Graham's Magazine.Στις 20 Ιανουαρίου του 1842, η σύζυγός του έδειξε για πρώτη φορά δείγματα πως έπασχε από φυματίωση και υπό το βάρος της ασθένειάς της, ο Πόε κατέφυγε στο ποτό. Εγκατέλειψε εκ νέου την θέση του στο Graham's Magazine και επέστρεψε στη Νέα Υόρκη όπου εργάστηκε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην εφημερίδα Evening Mirror και ως συντάκτης στην έκδοση του Broadway Journal. Στις 29 Ιανουαρίου του 1845 εκδόθηκε το ποίημα του Το Κοράκι, ένα από τα πιο γνωστά έργα του και το οποίο του πρόσφερε μεγάλη αναγνώριση, γεγονός που τον βοήθησε επίσης να αυξήσει το ισχνό του εισόδημα δίνοντας διαλέξεις. Ανατυπώθηκε σε αρκετές εφημερίδες και περιοδικά, ωστόσο ο ίδιος ο Πόε δεν αποκόμισε οικονομικά οφέλη από το ίδιο το έργο εξαιτίας της έλλειψης νόμων περί πνευματικών δικαιωμάτων.Τον Ιανουάριο του 1847, η σύζυγός του Βιρτζίνια πέθανε και τον επόμενο χρόνο, ο Πόε αρραβωνιάστηκε την ποιήτρια Σάρα Έλεν Ουίτμαν. Ο προγραμματισμένος τους γάμος τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, πιθανότατα εξαιτίας των προβλημάτων του Πόε με το ποτό. Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, η μητέρα της Ουίτμαν είχε σημαντική συμβολή στη διάλυση της σχέσης τους. Με βάση την αλληλογραφία του Πόε, εκείνης της περιόδου, γνωρίζουμε ότι επιχείρησε να αυτοκτονήσει, από υπερβολική δόση λάβδανου. Αργότερα, ο Πόε επέστρεψε στο Ρίτσμοντ όπου αραβωνιάστηκε την Σάρα Ελμίρα Ρόυστερ και μαζί όρισαν ως ημερομηνία του γάμου τους την 17η Οκτωβρίου του 1849.Ο θάνατός τουΟ τάφος του Πόε στη ΒαλτιμόρηΣύμφωνα με επιστολή του προς την Μαρία Κλεμ στις 18 Σεπτεμβρίου του 1849, ο Πόε θα πραγματοποιούσε ένα ταξίδι στη Φιλαδέλφεια, προκειμένου να συναντήσει την ποιήτρια Λέον Λάουντ, με αφορμή την επιμέλεια της έκδοσης ενός τόμου με έργα της. Ανακαλύφθηκε σε παραληρηματική κατάσταση στους δρόμους της Βαλτιμόρης από έναν περαστικό, ο οποίος μετά από σχετική υπόδειξη του Πόε, έστειλε επιστολή στον Δρ. J. E. Snodgrass, ενημερώνοντας τον σχετικά. Ο Snodgrass έλαβε την επιστολή στις 3 Οκτωβρίου και την ίδια ημέρα φρόντισε, μαζί με τον θείο του Πόε, Χένρυ Χέρινγκ, για την μεταφορά του Πόε στο νοσοκομείο, όπου τελικά πέθανε στις 7 Οκτωβρίου. Καθώς δεν κατάφερε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του να συνέλθει επαρκώς, ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πώς είχε οδηγηθεί στην κατάσταση του. Όταν βρέθηκε, φορούσε ρούχα που πιστεύεται ότι δεν του ανήκαν ενώ επανειλημμένα πρόφερε το όνομα Ρέυνολντς κατά την διάρκεια της τέταρτης νύχτας που έμεινε στο νοσοκομείο. Σύμφωνα με επιστολή του ιατρού Δρ. John J. Moran που εξέτασε τον Πόε στο νοσοκομείο, προς την θεία του, οι τελευταίες του λέξεις ήταν "Lord help my poor soul" ("Κύριε βοήθησε την φτωχή ψυχή μου").Η πραγματική αιτία θανάτου του Πόε παραμένει ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα και δεν υπάρχει μία οριστική θέση, καθώς ουδέποτε υπήρξε ή βρέθηκε ένα επίσημο πιστοποιητικό θανάτου. Ο Δρ. J. E. Snodgrass, ο οποίος γνώριζε προσωπικά τον Πόε και βρέθηκε μαζί του στις τελευταίες του ημέρες, βεβαίωνε πως ο θάνατός του ήταν απόρροια αλκοολισμού [4]. Αντίθετα, ο Δρ. John Moran, θεωρούσε πως ο θάνατός του δεν σχετιζόταν με χρήση κάποιου είδους τοξικής ουσίας [5]. Τόσο τα γραπτά του Snodgrass όσο και του Moran, με θέμα τις τελευταίες ημέρες ζωής του Πόε, περιέχουν σημαντικές αντιφάσεις με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζονται εν γένει με δυσπιστία από τους μελετητές και βιογράφους του συγγραφέα. Πληθώρα άλλων θεωριών έχουν προταθεί επίσης, μεταξύ αυτών πιθανή σύφιλη, επιληψία, δηλητηρίαση, δολοφονία ή λύσσα [6], θεωρίες όμως που δεν επιβεβαιώνονται μέχρι σήμερα από επίσημα ιατρικά έγγραφα ή αναφορές.Η ταφή του έγινε στις 8 ή 9 Οκτωβρίου και ο τάφος του βρίσκεται στη Βαλτιμόρη, όπου αποτελεί ένα ιδιαίτερο αξιοθέατο της περιοχής. Από το 1949, κάποιος ανώνυμος επισκέπτης επισκέπτεται τον τάφο του στις 19 Ιανουαρίου, αφήνοντας τρία κόκκινα τριαντάφυλλα και ένα μπουκάλι κονιάκ στη μνήμη του.Την ημέρα της ταφής του Πόε, μία νεκρολογία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα New York Tribune, υπογεγραμμένη με το ψευδώνυμο Ludwig, το οποίο όπως αποκαλύφθηκε αργότερα ανήκε στον εκδότη και επιμελητή ανθολογιών, Ρούφους Ουίλμοτ Γκρίζγουολντ. Η νεκρολογία ανέφερε στην εισαγωγή της: "O Έντγκαρ Άλλαν Πόε είναι νεκρός. Πέθανε στη Βαλτιμόρη προχθές. Η ανακοίνωση αυτή θα τρομάξει αρκετούς, αλλά λίγοι θα νιώσουν θλίψη για το γεγονός." [7] και θεωρείται απόρροια της εχθρότητας που είχε καλλιεργηθεί μεταξύ του Πόε και του Γκρίσγουολντ.160 χρόνια μετά το θάνατό του, στις 12 Οκτωβρίου του 2009 έγινε η κηδεία του ομοιώματος του ποιητή, με τιμές, στη Βαλτιμόρη[8].Το πρόβλημα της βιογραφίας του Για τη ζωή και την προσωπικότητα του Πόε υπάρχουν αρκετές πληροφορίες, συχνά αντιφατικές, ωστόσο ελάχιστα γεγονότα μπορούν να επιβεβαιωθούν ή να επαληθευτούν μέσα από επίσημες πρωτογενείς πηγές ή έγγραφα. Πολλά βιογραφικά στοιχεία για τον Πόε βρίσκονταν ή και παραμένουν υπό καθεστώς αμφισβήτησης, όπως η ημερομηνία γέννησής του, τα αίτια του θανάτου του, η ημέρα ταφής του, οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις καθώς και άλλες σκοτεινές πλευρές της ζωής του, όπως η σχέση του με το ποτό ή άλλες ναρκωτικές ουσίες.Μέχρι το 1875, η κύρια βιογραφία του Πόε ήταν έργο του εκδότη Ρούφους Ουίλμοτ Γκρίζγουολντ. Επίκεντρο της γνωριμίας τους υπήρξε αρχικά η έκδοση μίας ανθολογίας του Γκρίσγολντ, The Poets and Poetry of America (1842) για την οποία ο Πόε έγραψε μία – μάλλον αρνητική – κριτική κατά παραγγελία του ίδιου του Γκρίζγουολντ, την οποία ο Πόε εξέλαβε ως μορφή δωροδοκίας. Η σχέση τους ψυχράνθηκε ακόμα περισσότερο λίγους μήνες αργότερα, όταν δημοσιεύτηκε μία νέα αρνητική κριτική, στις 28 Ιανουαρίου του 1843, σε τεύχος της Saturday Museum. Η κριτική αυτή περιείχε προσωπικές επιθέσεις κατά του Γκρίζγουολντ, ο οποίος θεώρησε πως αποτελούν έργο του Πόε, αν και στην πραγματικότητα είχαν γραφτεί από τον φίλο του Πόε, Χένρυ Χιρστ. Το 1845, ο Γκρίζγουολντ ξεκίνησε μία νέα ανθολογία πεζών κειμένων (The Poets and Poetry of America), στην οποία θα χρησιμοποιούσε και έργα του Πόε, γεγονός που συνδυάστηκε με μία προσωρινή βελτίωση στις σχέσεις τους. Ωστόσο, η αρνητική κριτική του Γκρίζγουολντ στην παρουσίαση του έργου του Πόε μέσα στην ανθολογία, προκάλεσε την αντίδραση του τελευταίου, ο οποίος δημοσίευσε μία ανάλογη αρνητική κριτική για το σύνολο της ανθολογίας.Εικονογράφηση του Γκουστάβ Ντορέ για το ΚοράκιΜετά το θάνατό του Πόε, η εχθρική σχέση τους έγινε εμφανής μέσα από τη νεκρολογία που έγραψε ο Γκρίζγουολντ την ημέρα της ταφής του. Επιπλέον, ο Γκρίζγουολντ ανέλαβε το ρόλο του εκτελεστή της λογοτεχνικής κληρονομιάς του, αν και δεν υπάρχει απόδειξη πως κάτι τέτοιο ήταν επιθυμία του ίδιου του συγγραφέα. Ο Γκρίζγουολντ έπεισε την Μαρία Κλεμ να του παραδώσει τις επιστολές και τα χειρόγραφα του Πόε, προκειμένου να επιμεληθεί την έκδοση μίας συλλογής έργων του. Παράλληλα, έγραψε μία σύντομη βιογραφία του Πόε, την οποία περιέλαβε σε μεταγενέστερο τόμο της συλλογής αυτής, και μέσα από την οποία περιέγραφε τον Πόε ως αλκοολικό, διεφθαρμένο και συστηματικό χρήστη ναρκωτικών ουσιών. Η πρώτη αυτή βιογραφία περιείχε μία αισθητά διαφορετική εικόνα για τον Πόε, σε σύγκριση με ανάλογα βιογραφικά κείμενα της ίδιας περιόδου, καθώς και στοιχεία που σήμερα θεωρούνται ανακριβή. Ένας κύκλος φίλων του Πόε αντέδρασε στην δημοσίευση της βιογραφίας του Γκρίζγουολντ, ωστόσο αυτή διαδόθηκε και αναδημοσιεύτηκε ευρέως, αποτελώντας την βάση για μεταγενέστερες βιογραφίες. Θεωρείται πως μέχρι σήμερα, ορισμένες ανακριβείς ή υπερβολικές αναφορές του Γκρίσγουολντ γύρω από την προσωπικότητα του Πόε, έχουν επικρατήσει. Η βιογραφία του Τζον Χένρυ Ίνγκραμ το 1875, υπήρξε πιο ισορροπημένη και με μεγαλύτερη συμπάθεια απέναντι στον Πόε, επισημαίνοντας παράλληλα τις ανακρίβειες του Γκρίζγουολντ. Αργότερα, με τη βοήθεια της Σάρα Έλεν Ουίτμαν και άλλων φίλων του Πόε, ο Ίνγκραμ επέκτεινε τη βιογραφία του εκδίδοντας ένα δίτομο έργο. Έργο και αποδοχήΤο έργο του Έντγκαρ Άλλαν Πόε είχε σημαντική επιρροή τόσο στην αμερικανική όσο και στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελώντας το θεμέλιο λίθο για σύγχρονα είδη όπως η αστυνομική λογοτεχνία και οι ιστορίες τρόμου ή φαντασίας. Θεωρείται πρωτοπόρος στο είδος του αστυνομικού μυθιστορήματος, το οποίο ανέπτυξε μέσα από τις τρεις ιστορίες του με ήρωα τον Ογκύστ Ντυπέν (Auguste Dupin), μεταξύ αυτών Οι Δολοφονίες της Οδού Νεκροτομίου. Τα έργα αυτά αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τις μεταγενέστερες ιστορίες του Άρθουρ Κόναν Ντόυλ, με κεντρικό ήρωα τον Σέρλοκ Χολμς. Η φήμη του Πόε υπήρξε αρκετά μεγάλη τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη. Αμερικανοί λογοτέχνες που εκτιμούσαν το έργο του και επηρεάστηκαν από αυτό, ήταν ο Ουώλτ Ουίτμαν, ο Χ. Φ. Λάβκραφτ, ο Γουίλιαμ Φώκνερ, καθώς και ο Χέρμαν Μέλβιλ. Αντιθέτως, ο Μαρκ Τουαίην υπήρξε αυστηρός κριτής του, όπως και ο ποιητής Τ. Σ. Έλιοτ, ο οποίος ωστόσο εκτιμούσε το κριτικό του έργο. Ιδιαίτερα σημαντική επίδραση είχε το έργο του Πόε στη γαλλική λογοτεχνία και ειδικότερα στον γαλλικό συμβολισμό. Ο Κάρολος Μπωντλαίρ μετέφρασε σχεδόν το σύνολο των πεζών του κειμένων, καθώς και αρκετά ποιήματα του. Σε επαφή με το έργο του ήρθε και ο ποιητής Στεφάν Μαλλαρμέ, ο οποίος επίσης μετέφρασε έργα του, ενώ αφιέρωσε δικά του ποιήματα στον Πόε. Επηρέασε σημαντικά και τον Ιούλιο Βερν, ο οποίος έγραψε ένα δοκίμιο για το έργο του, Poe et ses oeuvres (Ο Πόε και τα έργα του), ενώ το μυθιστόρημα του Η Σφίγγα των Πάγων (Le Sphinx des glaces), αποτελούσε συνέχεια της Αφήγησης του Άρθρουρ Γκόρντον Πυμ του Πόε. Ενδεικτικό της επίδρασης του Πόε στη Γαλλία, είναι επιπλέον το γεγονός πως οι ζωγράφοι Εντουάρ Μανέ και Γκουστάβ Ντορέ φιλοτέχνησαν αναπαραστάσεις έργων του. Σε μετεγενέστερη περίοδο, ο Πωλ Βαλερύ και ο Μαρσέλ Προυστ υπήρξαν επίσης θαυμαστές του. Με αφετηρία τη Γαλλία, έργα του μεταφέρθηκαν στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στην Αγγλία, μεταξύ των λογοτεχνών που τα εκτίμησαν, υπήρξαν ο Άλγκερνον Σουίνμπουρν και ο Όσκαρ Ουάιλντ. 
 
Επιλεγμένα έργαΠοιήματα
(1827) Tamerlane (Ταμερλάνος) (1829) Al Aaraaf (Αλ Ααραάφ) (1845) The Raven (To Κοράκι) (1847) Ulalume (Ουλαλούμ) (1848) Eureka (Εύρηκα) - πεζό ποίημα (1849) Annabel Lee Διηγήματα, πεζά (1833) MS. Found in a Bottle (Χειρόγραφο σ' ένα μπουκάλι) (1838) Ligeia (Λιγεία) (1839) The Fall of the House of Usher (Η Πτώση του Οίκου των Άσερ) (1839) William Wilson (1839) The Conversation of Eiros and Charmion (Ο Διάλογος Ανάμεσα στην Ειράδα και τη Χάρμιον) (1842) The Masque of the Red Death (Η Μάσκα του Κόκκινου Θανάτου) (1842) The Pit and the Pendulum (Το Πηγάδι και το Εκκρεμές) (1843) The Gold Bug (Ο Χρυσός Σκαραβαίος) (1843) The Black Cat (Ο Μαύρος Γάτος) (1845) Some Words with a Mummy (Μερικές κουβέντες με μια μούμια ή Κουβεντιάζοντας με μια μούμια) (1845) The System of Doctor Tarr and Professor Fether (Το Σύστημα του Δόκτωρα Πίσσα και του Καθηγητή Φτερά) (1846) The Cask of Amontillado (Το Βαρέλι του Αμοντιλάδο) (1838) The Narrative of Arthur Gordon Pym of Nantucket (Η Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμ) (1841) The Murders in the Rue Morgue (Οι Δολοφονίες της Οδού Νεκροτομίου) (1844) The Purloined Letter (Το Κλεμμένο Γράμμα) (1844) The Premature Burial (Η πρόωρη ταφή) (1850) A Descent into the Maelstrom (Η ρουφήχτρα του Μαελστρόμ ή Στη Δίνη του Μάελστρομ) Πραγματείες, δοκίμια (1846) The Philosophy of Composition (Η Φιλοσοφία της Σύνθεσης) (1848) Eureka (Εύρηκα) Θεατρικά (1835) Politian Ελληνικές μεταφράσεις Η Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμ : Δ.Π.Βακατάτσης ("Πεχλιβανίδη") Στη Δίνη του Μάελστρομ - Η Πτώση του Οίκου των Άσερ - Ο Χρυσός Σκαραβαίος - Το Κλεμμένο Γράμμα : Στέλλα Βουρδουμπά ("Γαλαξίας-Ερμείας")

Σήμερα 7/10 ... Μαρτύρων Σεργίου και Βάκχου, Ιερομάρτυρος Πολυχρονίου

στη μαρίνα του Ηρακλείου (φ.Μ.Κυμάκη)
στη μαρίνα του Ηρακλείου (φ.Μ.Κυμάκη)

Μαρτύρων Σεργίου και Βάκχου, Ιερομάρτυρος Πολυχρονίου

για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

Τετάρτη, Οκτωβρίου 06, 2021

Γιασάρ Κεμάλ (Yaşar Kemal, πραγματικό όνομα: Κεμάλ Σαντίκ Γκιοκτσελί, Kemal Sadık Gökçeli, 6 Οκτωβρίου 1923 - 28 Φεβρουαρίου 2015)



6 Οκτωβρίου 1923 (98 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Γιασάρ Κεμάλ Τούρκος συγγραφέας

Ο Γιασάρ Κεμάλ (Yaşar Kemal, πραγματικό όνομα: Κεμάλ Σαντίκ Γκιοκτσελί, Kemal Sadık Gökçeli, 6 Οκτωβρίου 1923 - 28 Φεβρουαρίου 2015) ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς της Τουρκίας. Τιμήθηκε με πολλά λογοτεχνικά βραβεία και το 1973 προτάθηκε για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Για τις πεποιθήσεις του και την πολιτική του δράση φυλακίστηκε τρεις φορές: το 1966, το 1971 και το 1997 (με αναστολή). Το 1950 είχε επίσης κατηγορηθεί για κομμουνιστική προπαγάνδα αλλά αθωώθηκε.
Βιογραφικό

Ο Γιασάρ Κεμάλ γεννήθηκε στις 6 Οκτωβρίου του 1923, από Κούρδους γονείς, σε ένα μικρό χωριό της Κιλικίας, στην νότια Τουρκία, το Hemite (σημερινή ονομασία Gökçedam). Από παιδί έφτιαχνε ιστορίες και τραγούδια που τα έλεγε στα άλλα παιδιά του χωριού. Όμως η παιδική του ηλικία ήταν πολύ δύσκολη καθώς έχασε σε ένα ατύχημα το δεξί του μάτι και στην ηλικία των πέντε χρόνων υπήρξε μάρτυρας της δολοφονίας του πατέρα του, από τον θετό του γιό Yusuf, κατά τη διάρκεια της προσευχής σε ένα τζαμί.

Ο Γιασάρ Κεμάλ δεν τελείωσε το σχολείο αφού σταμάτησε μετά τη δεύτερη τάξη του Γυμνασίου. Κατά την εφηβία του έκανε διάφορες δουλειές: μεταξύ άλλων δούλεψε σε πλούσιους γαιοκτήμονες και σε εργοστάσια, ενώ για ένα διάστημα εργάστηκε και στη βιβλιοθήκη των Αδάνων. Αργότερα ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και τελικά έγινε συγγραφέας.

Έγινε διεθνώς γνωστός το 1955 όταν δημοσιεύτηκε το μυθιστόρημά του Ιντζέ Μεμέτ (İnce Memed). Στο μυθιστόρημα αυτό ο κενρικός ήρωας είναι ένας νέος, που μην αντέχοντας την καταπίεση του Αγά βγαίνει στα βουνά, μπαίνει σε μια συμμορία κλεφτών και παίρνει εκδίκηση.[4]. Με το έργο του αυτό ο Κεμάλ, περιγράφοντας τη ζωή των απλών ανθρώπων στην Ανατολία και την καταπίεση που υφίσταντο, άσκησε έντονη κριτική στην τότε τουρκική κοινωνία. Την ίδια χρονιά εκδόθηκε και το μυθιστόρημά του Teneke.

Από το 1960 μέχρι το 1978 ο Γιασάρ Κεμάλ εξέδωσε δεκαπέντε μυθιστορήματα μεταξύ των οποίων τα εξής πέντε, που έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά: Ο θρύλος των χιλίων ταύρων (Binboğalar Efsanesi)(1971), Ο τσακιτζής (Çakırcalı Efe)(1972), Οι αγάδες του Ακτσαάζ (Akçasazın Ağaları/Demirciler Çarşısı Cinayeti) 1974), Φύγανε και τα πουλιά (Kuşlar da Gitti) (1978) και Η θυμωμένη θάλασσα (Deniz Küstü)(1978).

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ο Κεμάλ έζησε για δύο χρόνια στη Σουηδία. Εκεί μεταφέρθηκε στο θέατρο το μυθιστόρημα του Teneke. Πολλά χρόνια αργότερα, το 2007, το ίδιο έργο παρουσιάστηκε σε μορφή όπερας στη Σκάλα του Μιλάνου από τον Ιταλό συνθέτη Fabio Vacchi.[5]

Το 1980 εκδόθηκε το μυθιστόρημά του Σαλμάν ο μοναχικός (Yağmurcuk Kuşu/Kimsecik). Και στο μυθιστόρημα του αυτό ο Γιασάρ Κεμάλ εμπνεύστηκε από τις προσωπικές του εμπειρίες: βάση του μυθιστορήματος αυτού είναι η δολοφονία του πατέρα του από το θετό του γιό, όταν ο συγγραφέας ήταν πέντε χρονών.

Στο μεταξύ, ένα χρόνο πριν, είχε απονεμηθεί στο Γιασάρ Κεμάλ το Prix du Meilleur Livre Etranger.

Το 1997 εκδόθηκε το μυθιστόρημά του Η ιστορία ενός νησιού (Fırat Suyu Kan Akıyor Baksana), που διαδραματίζεται λίγο μετά το τέλος του Ελληνοτουρκικού πολέμου, το 1922. Με κεντρικούς ήρωες έναν Τούρκο, που συνεχίζουν να τον καταδιώκουν τα φαντάσματα του πολέμου και των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκειά του, και έναν Έλληνα, που τον πνίγει η αδικία για τον αναγκαστικό ξεριζωμό, ο Γιασάρ Κεμάλ μιλά για όλους τους ανθρώπους που έχουν υποφέρει από τους πολέμους.

Την ίδια χρονιά απονεμήθηκε στον Κεμάλ το Βραβείο Ειρήνης των Γερμανών Βιβλιοπωλών (Peace Prize of the German Book Trade). Έντεκα χρόνια αργότερα έλαβε το Μεγαλό Βραβείο Πολιτισμού και Τεχνών της Προεδρίας της Δημοκρατίας της Τουρκίας (Cumhurbaşkanlığı Kültür ve Sanat Büyük ödülü).

Είχε παντρευτεί δύο φορές: το 1952 και το 2002.

Πέθανε στις 28 Φεβρουαρίου του 2015, σε ηλικία 92 ετών, σε νοσοκομείο της Κωνσταντινούπολης, όπου νοσηλευόταν, και κηδεύτηκε στο Νεκροταφείο Ζιντιρλικουγιού (Zincirlikuyu Cemetery).

Ο Γιασάρ Κεμάλ υπήρξε ιδρυτικό μέλος της "Academie Universel de Cultures" στο Παρίσι.

βικιπαίδεια

Χαράλαμπος Πεττεμερίδης (21 Ιανουαρίου 1934 - 6 Οκτωβρίου 1958)

6 Οκτωβρίου 1958 (63 χρόνια πριν) πέθανε: 

Χαράλαμπος Πεττεμερίδης Κύπριος αγωνιστής 

Ο Χαράλαμπος Πεττεμερίδης (21 Ιανουαρίου 1934 - 6 Οκτωβρίου 1958) ήταν Κύπριος αγωνιστής.

Γεννήθηκε στο ορεινό χωριό Καννάβια της επαρχίας Λευκωσίας στις 21 Ιανουαρίου 1934. Ήταν παιδί πολύτεκνης οικογένειας με οκτώ παιδιά. Οι γονείς του ονομάζονταν Ιωάννης και Ανδριανή Πεττεμερίδη και τα αδέρφια του Μιχάλης, Νίκος, Αλέξανδρος, Ερμιόνη, Ελένη, Μαρία και Μερόπη. Όταν έπεσε υπέρ πίστεως και πατρίδος ήταν νυμφευμένος με την Ελένη Στυλιανού Πεττεμερίδη. Από μικρός ρίχθηκε στη βιοπάλη. Εργάστηκε στα μεταλλεία Αμιάντου αλλά και σαν παντοπώλης στον Αμίαντο και τραπεζοκόμος στην Κερύνεια.

Εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ με το ξεκίνημα του Αγώνα, ενώ βρισκόταν στην Κερύνεια, όπου εργαζόταν το 1955 αφού η ψυχή του πλημμύριζε από αγάπη στην Ελλάδα και στην Ελευθερία. Συνέχισε τη δράση του στην περιοχή Πιτσιλιάς-Σπηλιών-Αμιάντου. Η δράση του συνεχίστηκε με στενή συνεργασία με τους αντάρτες της περιοχής, τους οποίους φιλοξενούσε και στο σπίτι του, όπου κατασκεύασε κρησφύγετο. Εκεί φιλοξένησε και τον ήρωα Γρηγόρη Αυξεντίου, όταν το Δεκέμβριο του 1955 είχε δώσει τη φοβερή μάχη των Σπηλιών. Στη μάχη εκείνη ο Αυξεντίου βοήθησε τον Αρχηγό της ΕΟΚΑ Διγενή να διαφύγει από τον αγγλικό κλοιό.

Ο Πεττεμερίδης υπήρξε σύνδεσμος και τροφοδότης των ανταρτικών ομάδων που δρούσαν στην περιοχή του χωριού του. Η δράση του προδόθηκε τον Ιούνιο του 1958 και κρατήθηκε για τριάντα πέντε μέρες στα ανακριτήρια των Πλατρών. Για τριάντα πέντε μέρες ανακρινόταν και παρά τα βασανιστήρια δεν έβγαλε λέξη. Όταν τον άφησαν ελεύθερο συνέχισε τη δράση του. Δεν άργησαν όμως οι Άγγλοι να μάθουν και πάλι γι' αυτόν και να τον αναζητήσουν. Τώρα όμως ο "Ξέρξης" της ΕΟΚΑ (αυτό ήταν το ψευδώνυμό του) δεν έμεινε στο χωριό του. Ανέβηκε στα βουνά αντάρτης και ενώθηκε με τις άλλες ομάδες. Κατασκεύασε κρησφύγετο στο βουνό απέναντι από το χωριό του, με καταζητούμενο συναγωνιστή του, στο οποίο έμεναν και άλλοι αντάρτες.

Στις 6 Οκτωβρίου 1958 πήρε εντολή και έστησε ενέδρα εναντίον των Άγγλων με τους αντάρτες της ομάδας τους στην τοποθεσία Μούττη του Σαράντι, μεταξύ των χωριών Σπήλια και Λαγουδερά νοτιοδυτικά των Κανναβιών. Οι αντάρτες ήταν τέσσερις και διέθεταν μια νάρκη, ένα όλμο, ένα πιστόλι, ένα όπλο μπρεν, ένα αυτόματο όπλο Μ3 και χειροβομβίδες. Τοποθέτησαν στο δρόμο τη νάρκη, την οποία είχαν συνδέσει με τον όλμο που στερέωσαν σε δένδρο, ώστε με την έκρηξη της νάρκης να κτυπηθεί το αυτοκίνητο των Άγγλων, ενώ με την έκρηξη του όλμου να ακινητοποιηθούν όσα αυτοκίνητα θα το ακολουθούσαν. Κατά την επίθεσή τους κτυπήθηκαν δυο αυτοκίνητα στρατιωτικά γεμάτα Εγγλέζους, τα οποία πλησίασαν τον τόπο της ενέδρας με σβησμένα τα φώτα. Στην υποχώρηση ο Χαράλαμπος Πεττεμερίδης κτυπήθηκε θανάσιμα, ενώ διασταύρωνε το δρόμο, από στρατιώτες τρίτου αυτοκινήτου, που πλησίαζε και αυτό με σβησμένα τα φώτα.

Το σώμα του ήρωα βρέθηκε την επόμενη μέρα όταν οι Άγγλοι εξέταζαν το χώρο της ενέδρας. Τάφηκε με τιμές στο χωριό του, όπου εκεί βρίσκεται σήμερα ο ανδριάντας του, δίπλα στον ανδριάντα του Ανδρέα Πατσαλίδη. Στην κηδεία του η σύζυγός του τραγούδησε αυτοσχέδιους στίχους της, υμνώντας το λεβέντη σύζυγό της, προτού λιποθυμήσει στα χέρια του πατέρα της. Αργότερα συνέχισε την προσφορά της στον αγώνα μέχρι τέλους. 

βικιπαίδεια

Αναστάσιος Ορλάνδος (23 Δεκεμβρίου 1887 – 6 Οκτωβρίου 1979)



6 Οκτωβρίου 1979 (42 χρόνια πριν) πέθανε:

Αναστάσιος Ορλάνδος Έλληνας αρχιτέκτονας

Ο Αναστάσιος Ορλάνδος (23 Δεκεμβρίου 1887 – 6 Οκτωβρίου 1979) ήταν Έλληνας αρχιτέκτονας, αρχαιολόγος, ακαδημαϊκός, ο σπουδαιότερος ερευνητής της ελληνικής αρχιτεκτονικής και ένας από τους θεμελιωτές της επιστήμης της βυζαντινής τέχνης στην Ελλάδα.

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 1887 και ήταν γιος του ιατρού Κίμωνα Ορλάνδου, μέλους της οικογένειας Ορλάνδου και απογόνου του Σπετσιώτη πολιτικού της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Ιωάννη Ορλάνδου, της γνωστής οικογένειας Ορλάνδου.
Ακαδημαϊκή σταδιοδρομία

Σπούδασε στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Μετσόβιου Πολυτεχνείου (1904-1908). Στην προσπάθεια του να στηρίξει τη μελέτη των μνημείων σε εδραιότερες βάσεις εγγράφηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών της οποίας και ανακηρύχτηκε αριστούχος διδάκτορας (1915) με τη διατριβή του «Το αέτωμα του εν Σουνίω ναού του Ποσειδώνος». Στη συνέχεια μετέβη στη Γαλλία για μετεκπαίδευση. Διετέλεσε σύμβουλος (1927-1951) της Αρχαιολογικής Εταιρείας και γραμματέας της (1951-1979), αρχιτέκτων της αναστήλωσης των μνημείων της Ακρόπολης (1910-1917) και στη συνέχεια όλης της Ελλάδας (1920-1958). Υπηρέτησε ως τακτικός καθηγητής στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο και το Εθνικό Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Δίδαξε αρχιτεκτονική μορφολογία και ρυθμολογία και ιστορία της αρχιτεκτονικής στο Πολυτεχνείο και βυζαντινή αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο.

Ήταν ιδρυτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών το 1926, πρόεδρός της το 1950 και γενικός γραμματέας της από το 1956 έως το 1966. Ακόμη, ήταν αντιπρόεδρος και πρόεδρος της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, αντιπρόεδρος της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, αντεπιστέλλον μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου του Βερολίνου, τακτικό μέλος του Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου της Βιέννης, και επίτιμο μέλος της Εταιρείας Ελληνικών Σπουδών του Λονδίνου και του Αμερικανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου.

Απεβίωσε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 1979. Μετά το θάνατό του ευεργέτησε την Αρχαιολογική Εταιρεία, κληροδοτώντας σε αυτήν χρηματικό ποσό, καθώς και κτίριο, ενώ τιμήθηκε με αρκετά παράσημα για το έργο του.

 
Επιστημονικό έργο

Το έργο του επικεντρώνεται σε όλους τους τομείς της ελληνικής αρχαιολογίας, ενώ διετέλεσε και διευθυντής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής του Υπουργείου Παιδείας. Μεταξύ άλλων πραγματοποίησε ανασκαφές στο Μολύκρειο, τη Φιγαλεία, τη Σικυώνα, τη Στύμφηλο, τη Μεσσήνη, τον Μυστρά, τη Φωκίδα και το Άγιο Όρος. Αναστήλωσε το άγαλμα της Απτέρου Νίκης, τμήματα του Ναού του Ποσειδώνα στο Σούνιο και το Ναό Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη.Επίσης, υλοποίησε τα αρχιτεκτονικά σχέδια του Ναού του Αγίου Διονυσίου στη Ζάκυνθο. Εξέδιδε από το 1935 το περιοδικό «Αρχείον βυζαντινών και μεσαιωνικών μνημείων της Ελλάδας» στο οποίο περιελαμβανόταν προσωπικές του εργασίες.

Σήμερα 6/10... Αγίου Θωμά του Αποστόλου, Μάρτυρος Ερωτηίδος της παρθένου

κοντά στο Αρκαλοχώρι (φ.Μ.Κυμάκη)
κοντά στο Αρκαλοχώρι (φ.Μ.Κυμάκη)

 Αγίου Θωμά του Αποστόλου, Μάρτυρος Ερωτηίδος της παρθένου


για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

Τρίτη, Οκτωβρίου 05, 2021

Άλφρεντ Λούις Κρέμπερ (Alfred Louis Kroeber, 11 Ιουνίου 1876 - 5 Οκτωβρίου 1960)



5 Οκτωβρίου 1960 (61 χρόνια πριν) πέθανε:

Άλφρεντ Λούις Κρέμπερ Αμερικανός ανθρωπολόγος

Ο Άλφρεντ Λούις Κρέμπερ (Alfred Louis Kroeber, 11 Ιουνίου 1876 - 5 Οκτωβρίου 1960) ήταν Αμερικανός κοινωνικός ανθρωπολόγος. Υπήρξε μία από τις μορφές που άσκησαν σημαντική επιρροή στην αμερικανική αρχαιολογία και ανθρωπολογία κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα.

Ο Κρέμπερ γεννήθηκε στο Χομπόκεν του Νιού Τζέρσεϊ (Hoboken, New Jersey). Έλαβε το διδακτορικότου υπό την εποπτεία του Φραντς Μποάζ (Franz Boas) στο πανεπιστήμιο της Κολούμπια (Columbia University), το 1901. Η θέση του στηρίχθηκε σε μελέτες πεδίου με τους Ινδιάνους Αραπάχο. Το μεγαλύτερο κομμάτι της σταδιοδρομίας του το πέρασε στην Καλιφόρνια, κυρίως στο πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ. Τα γραφεία του εκεί τμήματος ανθρωπολογίας στεγάζονται σε ένα κτήριο γνωστό ως Αίθουσα Κρέμπερ.

Αν και έγινε περισσότερο γνωστός ως κοινωνικός ανθρωπολόγος, παρήγαγε σημαντικό έργο στην αρχαιολογία,ενώ η σημαντικότερη πιθανώς προσφορά του -από την οπτική γωνία της αρχαιολογίας- είναι οι διασυνδέσεις που δημιούργησε ανάμεσα στην αρχαιολογική επιστήμη και τον πολιτισμό. Διενήργησε αρκετές ανασκαφές στο Νέο Μεξικό, το Μεξικό και το Περού.

Ο Κρέμπερ και οι μαθητές του έκαναν σημαντικό έργο όσον αφορά στη συλλογή πολιτισμικών πληροφοριών για τις δυτικές φυλές τών Ιθαγενών Αμερικανών. Όλη η μελέτη εκδόθηκε ως Εγχειρίδιο των Ινδιάνων της Καλιφόρνιας, το 1925. Οι προσπάθειες να διασωθούν οι πληροφορίες που αφορούσαν αυτές τις φυλές ονομάστηκε "Σωστική Εθνογραφία". Ο Κρέμπερ πιστώνεται για την ανάπτυξη των ιδεών πολιτισμική περιοχή και πολιτισμική διαμόρφωση, στο Πολιτισμικές και Φυσικές Περιοχές των Ιθαγενών της Βόρειας Αμερικής, του 1939. Η επιρροή του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε πολλοί σύγχρονοί του υιοθέτησαν τη γενειάδα και το μουστάκι του, όπως και τις απόψεις του ως κοινωνικού επιστήμονα.

Ο Κρέμπερ και ο Ρόλαντ Ντίξον (Roland Dixon) επηρέασαν σημαντικά τη γενετική ταξινόμηση των γλωσσών των Ιθαγενών Αμερικανών, καθώς δημιούργησαν νέες γλωσσικές ομάδες όπως η Πενούτιες και οι Χοκάν. Εργάστηκε με τον Ίσι (Ishi), που ισχυριζόταν (όχι αδικαιολόγητα) ότι ήταν ο τελευταίος Ινδιάνος Γιαχί (Yahi) της Καλιφόρνιας. Η δεύτερη σύζυγός του, η Θεοδώρα Κρέμπερ (Theodora Kroeber), έγραψε την πολύ γνωστή βιογραφία του Ίσι, Ishi in Two Worlds, (Ο Ίσι σε Δύο Κόσμους).

Το βιβλίο του, Ανθρωπολογία (1923, 1948), χρησιμοποιήθηκε ευρέως επί σειρά ετών.

Ο Κρέμπερ ήταν πατέρας του ακαδημαϊκού συγγραφέα Καρλ Κρέμπερ (Karl Kroeber) και της συγγραφέως επιστημονικής φαντασίας Ούρσουλας Λε Γκεν από τη δεύτερη σύζυγό του Θεοδώρα. Υιοθέτησε επίσης τα δύο παιδιά της Θεοδώρας, τον Τεντ και τον Κλίφτον Κρέμπερ, (Clifton Kroeber). Ο Κλίφτον και ο Καρλ πρόσφατα (2003) έκδωσαν μαζί ένα βιβλίο για την περίπτωση Ίσι, Ishi in Three Centuries, (Ο Ίσι σε Τρεις Αιώνες). Είναι το πρώτο ακαδημαϊκό βιβλίο που περιέχει μελέτες για τον Ίσι γραμμένες από Ινδιάνους.

βικιπαίδεια 


Σήμερα 5/10 ... Αγίας Χαριτίνης μάρτυρος, Οσία Μεθοδία της Κιμώλου, Αγίου Ερμογένη

Λευκός Ιβίσκος στον Άγιο Νικόλαο (φ.Μ.Κυμάκη)
Λευκός Ιβίσκος στον Άγιο Νικόλαο (φ.Μ.Κυμάκη)

Αγίας Χαριτίνης μάρτυρος, Οσία Μεθοδία της Κιμώλου, Αγίου Ερμογένη
 
για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +_
 

Δευτέρα, Οκτωβρίου 04, 2021

Αϊδέε Μερσέδες Σόσα (Haydée Mercedes Sosa, ισπανική προφορά ΔΦΑ: [merˈseðes ˈsosa], 9 Ιουλίου 1935 – 4 Οκτωβρίου 2009),




Η Αϊδέε Μερσέδες Σόσα (Haydée Mercedes Sosa, ισπανική προφορά ΔΦΑ: [merˈseðes ˈsosa], 9 Ιουλίου 1935 – 4 Οκτωβρίου 2009), γνωστότερη ως La Negra, ήταν τραγουδίστρια από την Αργεντινή, που απέκτησε φήμη όχι μόνο στην Λατινική Αμερική αλλά και διεθνώς. Έγινε επίσης γνωστή ως "η φωνή των ανθρώπων χωρίς φωνή".

Η καριέρα της διήρκεσε 4 δεκαετίες και υπήρξε πρέσβειρα της UNICEF.


Γεννήθηκε στο Σαν Μιγκέλ ντε Τουκουμάν, στην βορειοδυτική επαρχία Τουκουμάν, στις 9 Ιουλίου 1935. Το 1950 κέρδισε σε έναν διαγωνισμό και μερικά χρόνια αργότερα ηχογράφησε το πρώτο της άλμπουμ, με τίτλο La Voz de la Zafra. Σύντομα άρχισε να ερμηνεύει σε φεστιβάλ και καθιερώθηκε ως εκπρόσωπος του κινήματος nueva canción (στην Αργεντινή ονομάστηκε nuevo cancionero). Ο πρώτος της δίσκος ήταν η συλλογή λαϊκών τραγουδιών, με τίτλο Canciones con Fundamento.

Καριέρα

Το 1967 η Σόσα έκανε περιοδείες στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, με μεγάλη επιτυχία. Συνεργάστηκε με ισπανόφωνους και άλλους διεθνείς καλλιτέχνες. Το 1979 συνελήφθη από την στρατιωτική χούντα του Χόρχε Βιδέλα και απελευθερώθηκε μόνο έπειτα από διεθνή παρέμβαση. Αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι και στη Μαδρίτη, καθώς η μουσική της απαγορεύτηκε στην ίδια της την πατρίδα. O δεύτερός της σύζυγος απεβίωσε το 1978. Το 1982 επέστρεψε στην Αργεντινή και από τη δεκαετία του 1990 πραγματοποίησε συναυλίες στο εξωτερικό, σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και το Βατικανό.

Η Σόσα ήταν πρέσβειρα καλής θέλησης της UNESCO για την Λατινική Αμερική και την Καραϊβική.

Έχει συνεργαστεί και με Έλληνες ερμηνευτές όπως η Μαρία Φαραντούρη, η Νανά Μούσχουρη και ο Διονύσης Σαββόπουλος.


Βραβεία

Κέρδισε Βραβείο λάτιν Γκράμι για το καλύτερο άλμπουμ λαϊκής μουσικής το 2000 ("Misa Criolla"), το 2003 ("Acústico") και το 2006 ("Corazón Libre"). Το άλμπουμ της Cantora 1 απέσπασε δύο βραβεία στα βραβεία Λάτιν Γκράμι του 2009, στην κατηγορία καλύτερο άλμπουμ και καλύτερη συσκευασία για ηχογράφημα.


Θάνατος

Η Σόσα υπέφερε από αναπνευστικά προβλήματα και νοσηλεύτηκε στο Μπουένος Άιρες τον Σεπτέμβριο του 2009. Απεβίωσε στις 4 Οκτωβρίου του 2009, από ασθένεια των νεφρών. Είχε έναν γιο από τον πρώτο της γάμο. Όταν πέθανε, η σορός της τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο κτήριο του εθνικού κογκρέσου και κηρύχθηκε από την κυβέρνηση της Αργεντινής τριήμερο εθνικό πένθος. Χιλιάδες ανθρώπων είχαν σχηματίσει ουρές κατά την περίοδο εκείνη, προκειμένου να προσκυνήσουν τη σορό.

Ζαν Φρανσουά Μιγέ (Jean-François Millet, 4 Οκτωβρίου 1814 - 20 Ιανουαρίου 1875)

 



4 Οκτωβρίου 1814 (207 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Ζαν Φρανσουά Μιγέ Γάλλος ζωγράφος

Ο Ζαν Φρανσουά Μιγέ (Jean-François Millet, 4 Οκτωβρίου 1814 - 20 Ιανουαρίου 1875) ήταν Γάλλος ζωγράφος και χαράκτης, ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του γαλλικού ρεαλισμού του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα και ιδρυτής της Σχολής του Μπαρμπιζόν. Υπήρξε κυρίως ο ζωγράφος των χωρικών. Μετά τον λιχνιστή (1848), παρουσίασε το επόμενο έτος στα Σαλόν τον άνθρωπο με την αξίνα και το 1859 τον περίφημο σπορέα, που ενέπνευσε στον Βικτόρ Ουγκό ένα ποίημα στο οποίο εκθειάζει τη μεγαλειώδη χειρονομία του αγρότη.

Γεννήθηκε στις 4 Οκτωβρίου 1814 στο Γκρεβίλ της Νορμανδίας στη Γαλλία. Ήταν γόνος αγροτικής οικογενείας, έτσι ο Μιγιέ επιδόθηκε από μικρός στις αγροτικές ασχολίες, αλλά σε ηλικία 19 ετών αποφάσισε να γίνει ζωγράφος. Άρχισε σπουδές στο Σερμπούρ που τις συνέχισε στο Παρίσι την περίοδο 1837–1839, στο εργαστήρι του Πωλ Ντελαρός, του πιο γνωστού και αξιοζήλευτου στην εποχή του ζωγράφου ιστορικών θεμάτων που όμως δεν επηρέασε σημαντικό το έργο του. Επέστρεψε κατόπιν στο Σερμπούρ, όπου για ένα μικρό διάστημα αφιερώθηκε κυρίως στην προσωπογραφία. Γυρίζοντας στο Παρίσι το 1841, άρχισε να γίνεται γνωστός, ιδιαίτερα μετά το 1844, όταν παρουσίασε τα έργα του "η Γαλατού" και "Μάθημα ιππασίας". Το 1845 μετακόμισε στη Χάβρη με την Catherine Lemaire, την οποία θα παντρευτεί με πολιτικό γάμο, το 1853, θα κάνουν εννέα παιδιά και θα παραμείνουν μαζί για το υπόλοιπο της ζωής του Μιγέ.

Ήταν στο Παρίσι στα μέσα της δεκαετίας του 1840 που ο Μιγέ άνοιξε δεσμούς φιλίας με τους Constant Troyon, Narcisse Diaz, Charles Jacque και Τεοντόρ Ρουσό, καλλιτέχνες που, όπως ο Μιγέ, θα συνδεθούν με τη σχολή Μπαρμπιζόν, επίσης ο Honoré Daumier, η μορφή σχεδιογραφίας του οποίου θα επηρεάσει την μετέπειτα απόδοση των αγροτικών θεμάτων του Μιγέ και ο Alfred Sensier, ένας γραφειοκράτης της κυβέρνησης που θα γίνει ισόβιος υποστηρικτής και τελικά βιογράφος του καλλιτέχνη.
Η στροφή του Μιγέ προς τις αγροτικές ηθογραφίες άρχισε να γίνεται εμφανής στα τέλη της δεκαετίας του 1840 με τα έργα που παρουσίασε στα Σαλόν το 1848 και 1849. Τη χρονιά εκείνη εγκαταστάθηκε οριστικά στη Μπαρμπιζόν (κοντά στα Φονταινεμπλώ), όπου συνδέθηκε με τους επίσης τοπιογράφους Κορό, Τεοντόρ Ρουσό και Ντιάζ ντε λα Πένια και ολοκλήρωσε το προσωπικό του ζωγραφικό ιδίωμα. Τα επόμενα χρόνια στράφηκε αποκλειστικά σχεδόν στα θέματα της αγροτικής ζωής και ζωγράφισε μερικά από τα πιο σημαντικά του έργα, με αποτέλεσμα να αναγνωριστεί το ταλέντο του και να αποκτήσει φήμη και επιτυχία.

Δημοφιλείς αναρτήσεις Τελευταίες 7 ημέρες