Ιερομαρτύρων Κάρπου και Αγαθονίκης, Νεομάρτυρος Χρυσής, Αγίου Φλωρεντίου του Θεσσαλονικέως
| για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +- |
Γειά σας ! ο τίτλος κατ ευφημισμόν ... παντού τα πάντα ... αλλά προσπαθούμε για το καλλίτερο ... ελπίζω να βρείτε ενδιαφέρον εδώ ... Σας ευχαριστώ!
Εντίθ Πιαφ (1915 – 1963)
H Eντίθ Zιοβανά Γκασιόν, που αργότερα θα της έδιναν το στοργικό επίθετο Πιάφ - σπουργιτάκι στα γαλλικά- γεννήθηκε στο Παρίσι, στις 19 Δεκεμβρίου του 1915. H μητέρα της, τραγουδίστρια του δρόμου, παράτησε το παιδί στη γιαγιά του, που διατηρούσε οίκο ανοχής σε επαρχιακή κωμόπολη.
Σε ηλικία οκτώ ετών, η μικρή Eντίθ τυφλώθηκε από άγνωστη αιτία, ωστόσο ξαναβρήκε το φως της πολλούς μήνες μετά. Στα εφηβικά της χρόνια, την πήρε κοντά του ο πατέρας της, που εργαζόταν ως ακροβάτης σε τσίρκο, και την έβαζε να τραγουδάει για να συμπληρώνει το «νούμερό» του.
Όταν ξέσπασε ο B’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Πιαφ ήταν ήδη διάσημη. Μία φωνή που παρηγορούσε τους Γάλλους στα δύσκολα εκείνα χρόνια της εθνικής ταπείνωσης. Μετά το τέλος του πολέμου η φήμη της ανέβηκε στα ύψη. Ωστόσο, στη ζωή της δεν κυριάρχησε το ρόδινο χρώμα. Το ιατρικό ιστορικό της περιλαμβάνει τραυματισμούς σε τροχαία, κούρες αποτοξίνωσης, επτά εγχειρήσεις και μια απόπειρα αυτοκτονίας. Το μοναδικό της παιδί, η Μαρσέλ, πέθανε σε ηλικία δύο ετών, το 1935.
Άρρωστη και καταβεβλημένη, η Εντίθ Πιάφ έφυγε από τη ζωή πριν συμπληρώσει τα 48 της χρόνια, στις 11 Οκτωβρίου του 1963. Έως και σήμερα θεωρείται η μεγαλύτερη φωνή της Γαλλίας και μία από τις πιο συγκλονιστικές του κόσμου.
Κλασσικές ερμηνείες
O Λεό Φερέ έγραψε για την Εντίθ Πιάφ το «Les amants de Paris», o Aνρί Kοντέ το «Padam–padam», ο νεαρός Zορζ Mουστακί τής έδωσε τον υπέροχο «Mylord», ο Σαρλ Nτιμόν το εμβληματικό «Non, je ne regrette rien».
H Mαργκερίτ Mονό, ταλαντούχα πιανίστα και συνθέτις, της έγραψε μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια της - ανάμεσά τους το «Hymne a l’amour», εμπνευσμένο από τον θάνατο του Mαρσέλ Σερντάν, του πρωτοπυγμάχου που ήταν ο μεγάλος έρωτας της τραγουδίστριας και που σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα. H ίδια η Πιαφ άφησε το επισκεπτήριό της στη σύνθεση, με το χιλιοτραγουδισμένο «La vie en rose».
Γεννήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου του 1915, κάτω από μια λάμπα γκαζιού. Ο πατέρας της, Λουί Αλφόνς Γκασσιόν, ήταν ακροβάτης του δρόμου και η μητέρα της, Ανιτά Μεγιάρ (Anita Maillard), ήταν λυρική τραγουδίστρια, γνωστή με το ψευδώνυμο Line Marsa. Λίγες εβδομάδες μετά τη γέννησή της την εγκατέλειψε και η μικρή Εντίθ περνάει τα πρώτα της χρόνια πρώτα κοντά στη μητρική της γιαγιά. Το 1917 ο πατέρας της, που εργαζόταν ως ακροβάτης στο τσίρκο Ciotti, την πήγε στη δική του μητέρα, η οποία ζούσε στο Μπερνέ (Bernay) της (Νορμανδίας) και ήταν ιδιοκτήτρια ενός οίκου ανοχής. Το 1919 η Εντίθ αρρωσταίνει από κάποια πάθηση στον εγκέφαλο και τυφλώνεται. Μετά από δύο χρόνια όμως θεραπεύεται χωρίς τη βοήθεια γιατρού και η όρασή της επανέρχεται. Ήταν εφτά χρονών, όταν ο πατέρας της άρχισε να την παίρνει μαζί του στις περιοδείες που έκανε με το τσίρκο και γυρνά μαζί του όλη τη Γαλλία. Στα δέκα της η Εντίθ άρχισε να τραγουδάει στους δρόμους. Αν και ο πατέρας της ήθελε να την κάνει ακροβάτη, γρήγορα κατάλαβε πως η κόρη του είχε "όλο το ταλέντο στο λαιμό και καθόλου στο κορμί" – όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο ίδιος.
Στα 15, έχοντας ανακαλύψει τη θαυμάσια φωνή της, εγκατέλειψε τον πατέρα της για να ζήσει στο Παρίσι, τραγουδώντας στους δρόμους. Στα 17, συναντά τον Λουί Νυυπόν (Louis Dupont), ζουν μαζί και σε ένα χρόνο, στις 11/2/1933, κάνουν ένα κοριτσάκι, τη Μαρσέλ, που όμως μετά από δύο χρόνια πεθαίνει από μηνιγγίτιδα. Εκείνη συνεχίζει να τραγουδά στους δρόμους της Πιγκάλ, όπου και γνωρίζει τον Λουί Λεπλέ (Louis Leplée), διευθυντή του πιο κομψού παρισινού καμπαρέ στα Ηλύσια Πεδία. Μαγεμένος από τη φωνή της υπογράφει συμβόλαιο μαζί της και τη βαφτίζει «Môme Piaf» (μικρό σπουργίτι). Το 1935 της βγάζει και τον πρώτο της δίσκο. Λίγο αργότερα όμως ο μέντοράς της Λεπλέ δολοφονείται και η ίδια κατηγορείται πως γνωρίζει τον δολοφόνο αλλά δεν τον καταδίδει. Αν και αθωώθηκε με τη βοήθεια ενός νέου συντρόφου, του τραγουδοποιού Ρεμόν Ασό (Raymond Asso), που είναι τρελά ερωτευμένος μαζί της, φεύγει για να ζήσει στην επαρχία αλλά επιστρέφει στο Παρίσι το 1937.
Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου πολέμου και τη γερμανική κατοχή, δίνει συναυλίες για αιχμάλωτους πολέμου. Εισάγει πλαστές άδειες εργασίας στα κέντρα κράτησης αιχμαλώτων και βοηθάει πολλούς Γάλλους φαντάρους να δραπετεύσουν. Γύρω στα 23 της είναι πια μια μεγάλη προσωπικότητα και γυρνάει την πρώτη της ταινία που θριαμβεύει. Από τότε συνεχίζει μια πετυχημένη καριέρα και κάνει μια έντονη ζωή, δίπλα σε αρκετούς συντρόφους. Στα 30 της ερωτεύεται τον Υβ Μοντάν και αναλαμβάνει να στήσει την καριέρα του. Στα τέλη του 1945, γράφει μόνη της την τεράστια επιτυχία της La vie en rose, που στην αρχή περνά αδιάφορη. Καθ’ όλη την καριέρα της γράφει περίπου 80 τραγούδια.
Γνωρίζει μεγάλες δόξες και στη Νέα Υόρκη, όπου ερωτεύεται τον βασιλιά του μποξ, Μερσέλ Σερντάν και ζουν ένα από τα πιο φημισμένα ρομάντζα της εποχής. Ο ξαφνικός θάνατος του Σερντάν σε αεροπορικό δυστύχημα, το 1949, βυθίζει την Πιάφ σε κατάθλιψη, που ποτέ δεν ξεπερνά πραγματικά. Το 1951 έχει δύο σοβαρά τροχαία, ενώ μετά το δεύτερο οι γιατροί της δίνουν για καιρό μορφίνη, στην οποία εθίζεται. Η Πιάφ την ανακατεύει μαζί με αλκοόλ, χειροτερεύοντας έτσι την ήδη κακή κατάσταση της υγείας της.
Το 1952, παντρεμένη με τον τραγουδιστή Ζακ Πιλ, στην πεντηκοστή τουρνέ της στην Αμερική, σε κάποια ρεσιτάλ της συνοδεύεται στο πιάνο από τον νεαρό τότε Ζιλμπέρ Μπεκό. Εκείνη την εποχή ακολουθεί πολλές θεραπείες αποτοξίνωσης, μα οι ουσίες την έχουν καταβάλει. Παρ’ αυτά κάνει εξαιρετικές ηχογραφήσεις.
Τα επόμενα 2 χρόνια μένει κλεισμένη σπίτι της σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, μα το 1955, μόλις μαθαίνει πως θα τραγουδήσει στο θέατρο Ολυμπιά, με αφάνταστη ενέργεια δίνει μια αψεγάδιαστη παράσταση. Χωρίζουν με τον Πιλ το 1956. Με μεγάλο ζήλο κάνει άλλη μια περιοδεία στην Αμερική και είναι πια μια διεθνής σταρ. Το 1958 ζει μια ακόμα έντονη σχέση δίπλα στον νεότερο τραγουδιστή και συνθέτη Ζορζ Μουστακί, ο οποίος το 1959 συνθέτει γι αυτήν το τραγούδι Milord που κυκλοφόρησε το 1960 και λίγο αργότερα γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Άλλο ένα σοβαρό τροχαίο αποδυναμώνει περισσότερο την Πιάφ. Μετά από λίγους μήνες καταρρέει κατά τη διάρκεια κονσέρτου της σε κατάμεστη αίθουσα της Νέας Υόρκης.
Σ' ένα κονσέρτο στη Στοκχόλμη, στα τέλη της δεκαετίας του '50, καταρρέει επάνω στην πίστα και η διάγνωση των γιατρών είναι ανίατος καρκίνος. Η Πιάφ δεν πτοείται και συνεχίζει να εμφανίζεται κάνοντας περιοδείες όπως και πριν, συνοδευόμενη όμως από μια νοσοκόμα που της χορηγεί μορφίνη για τους πόνους.
Το 1960, τραγουδά με επιτυχία το «Non, Je Ne Regrette Rien» (Όχι, δεν μετανιώνω για τίποτα) του Σαρλ Ντυμόν και συνεχίζει να θριαμβεύει τραγουδώντας, παρότι συχνά τρεκλίζει και παραπατά στη σκηνή. Το καλοκαίρι του 1961, γνωρίζει τον κατά πολύ νεότερό της, τελευταίο της έρωτα, τον Έλληνα Θεοφάνη Λαμπουκά, που τον βαπτίζει "Τεό Σαγαπό" και τον παντρεύεται τον Οκτώβριο του 1962 (στα 46 της εκείνη και 26 εκείνος). Εκείνο το καλοκαίρι παίρνει επίσης το πρώτο βραβείο της Ακαδημίας Charles Cros για το σύνολο της καριέρας της.
Η Εντίθ Πιάφ σβήνει την ίδια μέρα με τον φίλο της, Ζαν Κοκτώ, στις 11 Οκτωβρίου του 1963, μόλις στα 48 της χρόνια στο Plascassier, κοντά στο Grasse απο κίρρωση. Ο σύζυγός της μεταφέρει την ίδια μέρα του θανάτου της τη σορό της στη «δική της πόλη», το Παρίσι. Ο τάφος της βρίσκεται στο παρισινό κοιμητήριο Περ Λασέζ.
Η Πιάφ έφυγε φτωχή αφήνοντας στον τελευταίο σύζυγό της πολλά χρέη και μια τεράστια ιστορία. Μαζί με την καριέρα της ως τραγουδίστρια (ηχογράφησε πάνω από 200 τραγούδια) βοηθούσε και στην προώθηση νεαρών ταλέντων στη μουσική σκηνή της εποχής εκείνης. Είχε μεταξύ άλλων μεγάλη συμμετοχή στην προώθηση καλλιτεχνών, όπως Σαρλ Αζναβούρ, Ζιλμπέρ Μπεκό, Έντι Κονσταντέν, Υβ Μοντάν, Ζορζ Μουστακί, Ζακ Πιλ κλπ.
Πολλοί καλλιτέχνες επανεκτελούν τραγούδια της και επισκέπτονται το γλυπτό που στήθηκε προς τιμήν της στο Παρίσι, πάνω στην πλατεία που φέρει το όνομά της, λίγα μέτρα από το νοσοκομείο Τενό (Tenon), όπου γεννήθηκε. Στο Παρίσι υπάρχει επίσης ένα μουσείο με το όνομά της (Musée Edith Piaf), στο οποίο μπορεί κανείς να δει διάφορα προσωπικά αντικείμενα της καλλιτέχνιδας, όπως ένα από τα φορέματά της και την συλλογή από πορσελάνες της.
Το 2006 ο Ολιβιέ Νταάν (Olivier Dahan) γυρίζει τη ζωή της Γαλλίδας τραγουδίστριας σε ταινία με τίτλο "La Môme" (το νεαρό κορίτσι). Στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο «Ζωή σαν Τριαντάφυλλο». Στον πρωταγωνιστικό ρόλο της ταινίας, που εμφανίστηκε και στο Φεστιβάλ κινηματογράφου στο Βερολίνο, παίζει η Γαλλίδα ηθοποιός Μαριόν Κοτιγιάρ, ρόλο για τον οποίο κέρδισε το 2008 το Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου.
Η ζωή της Εντίθ Πιάφ αποτέλεσε όμως περιεχόμενο και στις ταινίες του σκηνοθέτη Κλωντ Λελούς, με τίτλο "Η Εντίθ και ο Μαρσέλ" το 1983 (πρωταγωνιστεί η Evelyne Bouix) και "Guy Casaril" (με την Brigitte Ariel).
47 χρόνια μετά το θάνατό της ο Αλέν Ντελόν, ο οποίος την γνώριζε προσωπικά, συνέγραψε και ανέβασε μια μουσική παράσταση με τίτλο "Edith Piaf, Une Vie en Rose et Noir" (Εντίθ Πιαφ, μια ζωή σε ροζ και μαύρο), η οποία στη παγκόσμια περιοδεία της ήρθε και στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη το 2010 και 2011 αντίστοιχα.
βικιπαίδεια
| στα νεώρια στοιχεία πολιτισμικά (φ.Μ.Κυμάκη) |

| για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +- |
Κώστας Μπαλάφας (1920 - 9 Οκτωβρίου 2011)
Ο Κώστας Μπαλάφας (1920 - 9 Οκτωβρίου 2011) ήταν σημαντικός Έλληνας φωτογράφος, γνωστός για την καταγραφή του τρόπου ζωής της ελληνικής υπαίθρου, το αλβανικό μέτωπο. Ο Μπαλάφας γεννήθηκε το 1920 στην Κυψέλη Άρτας από την οποία έφυγε σε αναζήτηση εργασίας στην Αθήνα. Εργαζόμενος σε γαλακτοκομείο πατριώτη του και φοιτώντας σε νυχτερινό σχολείο μετέβη στη Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων και κατόπιν στην Ιταλία έως το 1939 όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη γαλακτολογία. Επιστρέφοντας στα Ιωάννινα διορίστηκε έκτακτος υπάλληλος στη Γαλακτοκομική Σχολή[2]. Μετά την περιπέτεια του πολέμου και του Εμφυλίου βρέθηκε στη ΔΕΗ. Αργότερα εργάστηκε ως οπερατέρ της Ελληνικής τηλεόρασης, ο πρώτος στη δοκιμαστική εκπομπή της ΔΕΘ[3], για να καθιερωθεί αργότερα στο φιλμ «Δωδώνεια», που γυρίστηκε το 1960.
Κατά την περίοδο των σπουδών του στα Ιωάννινα αγόρασε την πρώτη του φωτογραφική μηχανή (Junior Kodak) την οποία αντικατέστησε στην περίοδο της Ιταλίας με μια Robot, μαθαίνοντας εμπειρικά την τέχνη του σκοτεινού θαλάμου σε γειτονικό φωτογραφείο. Τη μηχανή του χρησιμοποίησε αργότερα για να απαθανατίσει την πορεία του ελληνικού στρατού προς το αλβανικό μέτωπο, την περίοδο της γερμανικής Κατοχής και τον ένοπλο αγώνα που ακολούθησε σον οποίο πήρε μέρος. Το 2008 δώρισε το φωτογραφικό αρχείο του στο Μουσείο Μπενάκη, αποτελούμενο από 15.000 ασπρόμαυρα αρνητικά από το 1939 έως το 2000 και 60 ταινίες μικρού μήκους έτοιμες για ψηφιακή επεξεργασία, με κεντρικό θέμα τα ήθη και τα έθιμα της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας. http://el.wi
8 Οκτωβρίου 1979 (42 χρόνια πριν) πέθανε:
Βάσος Φαληρέας Έλληνας γλύπτης
Ο Βάσος Φαληρέας (1905 – 7 Οκτωβρίου 1979) ήταν Έλληνας γλύπτης, ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της ακαδημαϊκής σχολής γλυπτών στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα.
Ο Βάσος Φαληρέας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1905 και καταγόταν από την Καρδαμύλη της Μάνης. Σπούδασε ζωγραφική από το 1924 έως το 1929 στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (Α.Σ.Κ.Τ.) της Αθήνας με δασκάλους τους διάσημους καθηγητές της Σχολής Γεώργιο Ιακωβίδη και Θωμά Θωμόπουλο.
| Μνημείο του Κωστή Παλαμά, έργο του Βάσου Φαληρέα |
Το 1930 ο Φαληρέας, προκειμένου να τελειοποιήσει τις τεχνικές του, φεύγει για το Παρίσι και μέχρι το 1935 εργάζεται κοντά στους Γάλλους γλύπτες Σαρλ Ντεσπιώ (Charles Despiau) και Αριστίντ Μαγιόλ (Aristide Maillol). Εκείνη την εποχή, παρακολουθεί και μαθήματα χαρακτικής από τον Έλληνα χαράκτη Δημήτρη Γαλάνη, ο οποίος ζούσε στο Παρίσι.
Στη Διεθνή Έκθεση των Παρισίων, που πραγματοποιήθηκε το 1937 στη γαλλική πρωτεύουσα, ο Φαληρέας κέρδισε το χρυσό μετάλλιο για το έργο του «Γαλήνη» (1936), που είχε εκθέσει στο γαλλικό περίπτερο, καθώς και αργυρά μετάλλια για τα έργα «Γυμνό» και «Κεφαλή», με τα οποία μετείχε στο ελληνικό περίπτερο. Την ίδια χρονιά της βράβευσής του στην Έκθεση των Παρισίων, ο Φαληρέας τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Γεωργίου Α'. Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών στο Παρίσι, ενώ το 1976 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών
Ο Φαληρέας πέθανε από συγκοπή στις 7 Οκτωβρίου 1979[4], ενώ συνεδρίαζε η κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1979, όπου μετείχε ως πρόεδρος της επιτροπής.[5] Το 1980 και το 1989 με απόφαση των συγγενών και κληρονόμων του καλλιτέχνη, δεκάδες έργα του παραχωρήθηκαν στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας.
8 Οκτωβρίου 2007 (14 χρόνια πριν) πέθανε:
Κωνσταντίνος Ανδρέου Έλληνας ζωγράφος και γλύπτης
Ο Κωνσταντίνος Ανδρέου (24 Μαρτίου 1917 – 8 Οκτωβρίου 2007) ήταν Έλληνας ζωγράφος και γλύπτης, που χαρακτηρίστηκε από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του 20ού αιώνα.
Γεννήθηκε στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας το 1917 από Έλληνες γονείς. Ο πατέρας του ήταν Αιγυπτιώτης κυπριακής καταγωγής και η μητέρα του Αθηναία. Το 1925 η οικογένειά του επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε πρώτα στην Πάτρα για να καταλήξει τελικά στην Αθήνα.Το 1932, το οικονομικό πρόβλημα της οικογένειας τον ανάγκασε να εργαστεί ως επιπλοποιός ενώ ταυτόχρονα φοιτούσε στη Βιοτεχνική Νυκτερινή Σχολή. Το 1940 παίρνει μέρος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και αργότερα στη διάρκεια της Κατοχής συμμετέχει στην Εθνική Αντίσταση[8][9] μέσα από τις τάξεις του ΕΑΜ.
Το 1945, κέρδισε μια υποτροφία από τη Γαλλική κυβέρνηση και μετακόμισε στο Παρίσι. Το 1947, ξεκίνησε να χρησιμοποιεί μια νέα προσωπική του τεχνική για να εκφράζεται: χρησιμοποιώντας οξυγονοκολλημένα φύλλα ορείχαλκου. Αυτή η νέα του τεχνική του επέτρεψε να εκφράσει τη δημιουργία του με έναν τρόπο που δεν είχε καμιά σχέση με την παράδοση.
Στο Παρίσι, γνωρίζεται με μεγάλους καλλιτέχνες και πνεύματα και συνεργάζεται, μεταξύ άλλων, και με τον Λε Κορμπυζιέ (Le Corbusier), το μεγάλο Ελβετό αρχιτέκτονα. Ο Ανδρέου επίσης είχε την ευκαιρία να εκθέσει με κάποιους από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες του 20ου αιώνα, όπως ο Πάμπλο Πικάσσο (1961 και 1962), ο Ανρί Ματίς (1961) και ο Μαξ Ερνστ (1962).
Το 1998, του απονεμήθηκε το βραβείο «Gran Prix d'Antoine Pevsner» για τη γλυπτική του και το 1999, η βιβλιοθήκη του δήμου του Ville-du-Bois, όπου διέμενε ο Ανδρέου όταν ήταν στη Γαλλία, μετονομάστηκε προς τιμήν του.
Το 2000, του απονεμήθηκε από τη Γαλλική κυβέρνηση ο τίτλος «Croix de Chevalier de la Légion d'honneur». Το 2001, του απονεμήθηκε από τη Γαλλική κυβέρνηση ο τίτλος «Commandeur de l'Ordre des Arts et des Lettres» (ανώτατος βαθμός της Légion d'honneur).Έργα του Ανδρέου βρίσκονται σε πολλές συλλογές στην Ευρώπη, Βόρεια Αμερική και Ασία.
Ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ),
Ο Κωνσταντίνος Ανδρέου πέθανε στις 8 Οκτωβρίου 2007, στο σπίτι του στην Αθήνα ενώ ασχολιόταν με τη συγγραφή βιβλίου και επίσης προετοιμαζόταν για μια ακόμη έκθεση.
βικιπαίδεια

Εκφωνήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα και πρωτοδημοσιεύτηκε στις 13 Νοεμβρίου 1838 στην αθηναϊκή εφημερίδα «Αιών», που εξέδιδε ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων.
Στις 7 Οκτωβρίου 1838 ο γηραιός στρατηγός και εν ενεργεία Σύμβουλος Επικρατείας Θεόδωρος Κολοκοτρώνης επισκέφθηκε το Βασιλικό Γυμνάσιο της Αθήνας (νυν 1ο Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο Αθήνας) για να παρακολουθήσει τη διδασκαλία του γυμνασιάρχη Γεωργίου Γενναδίου (1784-1854) για τον Θουκυδίδη. Τόσο εντυπωσιάστηκε από την «παράδοσιν του πεπαιδευμένου γυμνασιάρχου και από την θέαν τοσούτων μαθητών», ώστε εξέφρασε την επιθυμία να μιλήσει και ο ίδιος προς τους μαθητές. Την πρότασή του απεδέχθη ο Γεννάδιος και λόγω της στενότητας του χώρου και του πλήθους των μαθητών η ομιλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ορίσθηκε για τις 10 το πρωί της 8ης Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα.
Το γεγονός μαθεύτηκε στη μικρά τότε Αθήνα και εκτός από τους μαθητές, πλήθος ανθρώπων «διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων» συνέρρευσε στην Πνύκα το πρωί της 8ης Οκτωβρίου για να ακούσει τον ηγέτη της Επανάστασης του ’21. Ξαφνικά, στον χώρο της ομιλίας εμφανίσθηκε «σμήνος χωροφυλακής», αποφασισμένο να διαλύσει τη συγκέντρωση, επειδή προφανώς, ως βασιλικότερο του βασιλέως Όθωνα, τη θεώρησε αντικαθεστωτική. Όμως, μετά τη διαβεβαίωση του γυμνασιάρχη και των καθηγητών για το «αθώο της πράξεως», οι χωροφύλακες αποχώρησαν και η ομιλία έγινε κανονικά. Άλλωστε, ο Κολοκοτρώνης δεν αποτελούσε κίνδυνο για τη δυναστεία, αφού τα είχε βρει με τον Όθωνα και κατείχε μάλιστα το αξίωμα του Συμβούλου της Επικρατείας, δηλαδή του πολιτικού συμβούλου του βασιλιά. (Το Συμβούλιο της Επικρατείας εκείνης της εποχής, που ήταν πολιτικό σώμα, δεν πρέπει να συγχέεται με το σημερινό Συμβούλιο της Επικρατείας, που είναι δικαστικός σχηματισμός.)
Ολόκληρος ο λόγος του Κολοκτρώνη έχει ως εξής:
Παιδιά μου!
Εἰς τὸν τόπο τοῦτο, ὁποὺ ἐγὼ πατῶ σήμερα, ἐπατοῦσαν καὶ ἐδημηγοροῦσαν τὸν παλαιὸ καιρὸ ἄνδρες σοφοί, καὶ ἄνδρες μὲ τοὺς ὁποίους δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ συγκριθῶ καὶ οὔτε νὰ φθάσω τὰ ἴχνη των. Ἐγὼ ἐπιθυμοῦσα νὰ σᾶς ἰδῶ, παιδιά μου, εἰς τὴν μεγάλη δόξα τῶν προπατόρων μας, καὶ ἔρχομαι νὰ σᾶς εἰπῶ, ὅσα εἰς τὸν καιρὸ τοῦ ἀγῶνος καὶ πρὸ αὐτοῦ καὶ ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὸν ὁ ἴδιος ἐπαρατήρησα, καὶ ἀπ᾿ αὐτὰ νὰ κάμωμε συμπερασμοὺς καὶ διὰ τὴν μέλλουσαν εὐτυχίαν σας, μολονότι ὁ Θεὸς μόνος ἠξεύρει τὰ μέλλοντα. Καὶ διὰ τοὺς παλαιοὺς Ἕλληνας, ὁποίας γνώσεις εἶχαν καὶ ποία δόξα καὶ τιμὴν ἔχαιραν κοντὰ εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη τοῦ καιροῦ των, ὁποίους ἥρωας, στρατηγούς, πολιτικοὺς εἶχαν, διὰ ταῦτα σᾶς λέγουν καθ᾿ ἡμέραν οἱ διδάσκαλοί σας καὶ οἱ πεπαιδευμένοι μας. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀρκετός. Σᾶς λέγω μόνον πὼς ἦταν σοφοί, καὶ ἀπὸ ἐδῶ ἐπῆραν καὶ ἐδανείσθησαν τὰ ἄλλα ἔθνη τὴν σοφίαν των.
Εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον κατοικοῦμε, ἐκατοικοῦσαν οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ ἡμεῖς καταγόμεθα καὶ ἐλάβαμε τὸ ὄνομα τοῦτο. Αὐτοὶ διέφεραν ἀπὸ ἡμᾶς εἰς τὴν θρησκείαν, διότι ἐπροσκυνοῦσαν τὲς πέτρες καὶ τὰ ξύλα. Ἀφοῦ ὕστερα ἦλθε στὸν κόσμο ὁ Χριστός, οἱ λαοὶ ὅλοι ἐπίστευσαν εἰς τὸ Εὐαγγέλιό του, καὶ ἔπαυσαν νὰ λατρεύουν τὰ εἴδωλα. Δὲν ἐπῆρε μαζί του οὔτε σοφοὺς οὔτε προκομμένους, ἀλλ᾿ ἁπλοὺς ἀνθρώπους, χωρικοὺς καὶ ψαράδες, καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔμαθαν ὅλες τὲς γλῶσσες τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι, μολονότι ὅπου καὶ ἂν ἔβρισκαν ἐναντιότητες καὶ οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ τύραννοι τοὺς κατέτρεχαν, δὲν ἠμπόρεσε κανένας νὰ τοὺς κάμῃ τίποτα. Αὐτοὶ ἐστερέωσαν τὴν πίστιν.
Οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, οἱ πρόγονοί μας, ἔπεσαν εἰς τὴν διχόνοια καὶ ἐτρώγονταν μεταξύ τους, καὶ ἔτσι ἔλαβαν καιρὸ πρῶτα οἱ Ῥωμαῖοι, ἔπειτα ἄλλοι βάρβαροι καὶ τοὺς ὑπόταξαν. Ὕστερα ἦλθαν οἱ Μουσουλμάνοι καὶ ἔκαμαν ὅ,τι ἠμποροῦσαν, διὰ νὰ ἀλλάξῃ ὁ λαὸς τὴν πίστιν του. Ἔκοψαν γλῶσσες εἰς πολλοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ᾿ ἐστάθη ἀδύνατο νὰ τὸ κατορθώσουν. Τὸν ἕνα ἔκοπταν, ὁ ἄλλος τὸ σταυρό του ἔκαμε. Σὰν εἶδε τοῦτο ὁ σουλτάνος, διόρισε ἕνα βιτσερὲ (ἀντιβασιλέα), ἕναν πατριάρχη, καὶ τοῦ ἔδωσε τὴν ἐξουσία τῆς ἐκκλησίας. Αὐτὸς καὶ ὁ λοιπὸς κλῆρος ἔκαμαν ὅ,τι τοὺς ἔλεγε ὁ σουλτάνος. Ὕστερον ἔγιναν οἱ κοτζαμπάσηδες (προεστοὶ) εἰς ὅλα τὰ μέρη. Ἡ τρίτη τάξη, οἱ ἔμποροι καὶ οἱ προκομμένοι, τὸ καλύτερο μέρος τῶν πολιτῶν, μὴν ὑποφέρνοντες τὸν ζυγὸν ἔφευγαν, καὶ οἱ γραμματισμένοι ἐπῆραν καὶ ἔφευγαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὴν πατρίδα των, καὶ ἔτσι ὁ λαός, ὅστις στερημένος ἀπὸ τὰ μέσα τῆς προκοπῆς, ἐκατήντησεν εἰς ἀθλίαν κατάσταση, καὶ αὐτὴ αὔξαινε κάθε ἡμέρα χειρότερα· διότι, ἂν εὑρίσκετο μεταξὺ τοῦ λαοῦ κανεὶς μὲ ὀλίγην μάθηση, τὸν ἐλάμβανε ὁ κλῆρος, ὅστις ἔχαιρε προνόμια, ἢ ἐσύρετο ἀπὸ τὸν ἔμπορο τῆς Εὐρώπης ὡς βοηθός του, ἐγίνετο γραμματικὸς τοῦ προεστοῦ. Καὶ μερικοὶ μὴν ὑποφέροντες τὴν τυραννίαν τοῦ Τούρκου καὶ βλέποντας τὲς δόξες καὶ τὲς ἡδονὲς ὁποὺ ἀνελάμβαναν αὐτοί, ἄφηναν τὴν πίστη τους καὶ ἐγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καὶ τοιουτοτρόπως κάθε ἡμέρα ὁ λαὸς ἐλίγνευε καὶ ἐπτώχαινε.
Εἰς αὐτὴν τὴν δυστυχισμένη κατάσταση μερικοὶ ἀπὸ τοὺς φυγάδες γραμματισμένους ἐμετάφραζαν καὶ ἔστελναν εἰς τὴν Ἑλλάδα βιβλία, καὶ εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ χρωστοῦμε εὐγνωμοσύνη, διότι εὐθὺς ὁποὺ κανένας ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ λαὸ ἐμάνθανε τὰ κοινὰ γράμματα, ἐδιάβαζεν αὐτὰ τὰ βιβλία καὶ ἔβλεπε ποίους εἴχαμε προγόνους, τί ἔκαμεν ὁ Θεμιστοκλῆς, ὁ Ἀριστείδης καὶ ἄλλοι πολλοὶ παλαιοί μας, καὶ ἐβλέπαμε καὶ εἰς ποίαν κατάσταση εὑρισκόμεθα τότε. Ὅθεν μᾶς ἦλθεν εἰς τὸ νοῦ νὰ τοὺς μιμηθοῦμε καὶ νὰ γίνουμε εὐτυχέστεροι. Καὶ ἔτσι ἔγινε καὶ ἐπροόδευσεν ἡ Ἑταιρεία.
Ὅταν ἀποφασίσαμε νὰ κάμωμε τὴν Ἐπανάσταση, δὲν ἐσυλλογισθήκαμε οὔτε πόσοι εἴμεθα, οὔτε πὼς δὲν ἔχομε ἄρματα, οὔτε ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐβαστοῦσαν τὰ κάστρα καὶ τὰς πόλεις, οὔτε κανένας φρόνιμος μᾶς εἶπε «ποῦ πᾶτε ἐδῶ νὰ πολεμήσετε μὲ σιταροκάραβα βατσέλα», ἀλλὰ ὡς μία βροχὴ ἔπεσε εἰς ὅλους μας ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας μας, καὶ ὅλοι, καὶ ὁ κλῆρος μας καὶ οἱ προεστοὶ καὶ οἱ καπεταναῖοι καὶ οἱ πεπαιδευμένοι καὶ οἱ ἔμποροι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλοι ἐσυμφωνήσαμε εἰς αὐτὸ τὸ σκοπὸ καὶ ἐκάμαμε τὴν Ἐπανάσταση.
Εἰς τὸν πρῶτο χρόνο τῆς Ἐπαναστάσεως εἴχαμε μεγάλη ὁμόνοια καὶ ὅλοι ἐτρέχαμε σύμφωνοι. Ὁ ἕνας ἐπῆγεν εἰς τὸν πόλεμο, ὁ ἀδελφός του ἔφερνε ξύλα, ἡ γυναῖκα του ἐζύμωνε, τὸ παιδί του ἐκουβαλοῦσε ψωμὶ καὶ μπαρουτόβολα εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ ἐὰν αὐτὴ ἡ ὁμόνοια ἐβαστοῦσε ἀκόμη δυὸ χρόνους, ἠθέλαμε κυριεύσει καὶ τὴν Θεσσαλία καὶ τὴν Μακεδονία, καὶ ἴσως ἐφθάναμε καὶ ἕως τὴν Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τοὺς Τούρκους, ὁποὺ ἄκουγαν Ἕλληνα καὶ ἔφευγαν χίλια μίλια μακρά. Ἑκατὸν Ἕλληνες ἔβαζαν πέντε χιλιάδες ἐμπρός, καὶ ἕνα καράβι μίαν ἁρμάδα. Ἀλλὰ δὲν ἐβάσταξεν. Ἦλθαν μερικοὶ καὶ ἠθέλησαν νὰ γένουν μπαρμπέρηδες εἰς τοῦ κασίδη τὸ κεφάλι. Μᾶς πονοῦσε τὸ μπαρμπέρισμά τους. Μὰ τί νὰ κάμωμε; Εἴχαμε καὶ αὐτουνῶν τὴν ἀνάγκη. Ἀπὸ τότε ἤρχισεν ἡ διχόνοια, καὶ ἐχάθη ἡ πρώτη προθυμία καὶ ὁμόνοια. Καὶ ὅταν ἔλεγες τὸν Κώστα νὰ δώσῃ χρήματα διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους, ἢ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν πόλεμο, τοῦτος ἐπρόβαλλε τὸν Γιάννη. Καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο κανεὶς δὲν ἤθελε οὔτε νὰ συνδράμῃ οὔτε νὰ πολεμήσῃ. Καὶ τοῦτο ἐγίνετο, ἐπειδὴ δὲν εἴχαμε ἕναν ἀρχηγὸ καὶ μία κεφαλή. Ἀλλὰ ἕνας ἔμπαινε πρόεδρος ἕξη μῆνες, ἐσηκώνετο ὁ ἄλλος καὶ τὸν ἔριχνε, καὶ ἐκάθετο αὐτὸς ἄλλους τόσους, καὶ ἔτσι ὁ ἕνας ἤθελε τοῦτο καὶ ὁ ἄλλος τὸ ἄλλο. Ἴσως ὅλοι ἠθέλαμε τὸ καλό, πλὴν καθένας κατὰ τὴν γνώμη του. Ὅταν προστάζουνε πολλοί, ποτὲ τὸ σπίτι δεν χτίζεται οὔτε τελειώνει. Ὁ ἕνας λέγει ὅτι ἡ πόρτα πρέπει να βλέπῃ εἰς τὸ ἀνατολικὸ μέρος, ὁ ἄλλος εἰς τὸ ἀντικρινὸ καὶ ὁ ἄλλος εἰς τὸν Βορέα, σὰν να ἦτον τὸ σπίτι εἰς τὸν ἀραμπᾶ, καὶ να γυρίζει, καθὼς λέγει ὁ καθένας. Μὲ τοῦτο τὸν τρόπο δεν κτίζεται ποτὲ τὸ σπίτι, ἀλλὰ πρέπει να εἶναι ἔνας ἀρχιτέκτων, ὁποῦ νὰ προστάζῃ πῶς θὰ γενῇ. Παρομοίως καὶ ἡμεῖς ἐχρειαζόμεθα ἕναν ἀρχηγὸ καὶ ἔναν ἀρχιτέκτονα, ὅστις νὰ προστάζῃ καὶ οἱ ἄλλοι να ὑπακούουν καὶ νὰ ἀκολουθοῦν. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ εἴμεθα εἰς τέτοια κατάστασιν, ἐξ αἰτίας τῆς διχονοίας, μᾶς ἔπεσε ἡ Τουρκιὰ ἐπάνω μας καὶ κοντέψαμε να χαθοῦμε, καὶ εἰς τοὺς στερνοὺς ἑπτὰ χρόνους δὲν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.
Εἰς αὐτὴ τὴν κατάστασιν ἔρχεται ὁ βασιλεύς, τὰ πράγματα ἡσυχάζουν, καὶ τὸ ἐμπόριο καὶ ἡ γεωργία καὶ οἱ τέχνες ἀρχίζουν νὰ προοδεύουν καὶ μάλιστα ἡ παιδεία. Αὐτὴ ἡ μάθησις θὰ μᾶς αὐξήσῃ καὶ θὰ μᾶς εὐτυχήσῃ. Ἀλλὰ διὰ νὰ αὐξήσομεν, χρειάζεται καὶ ἡ στερέωσις τῆς πολιτείας μας, ἡ ὁποία γίνεται μὲ τὴν καλλιέργεια καὶ μὲ τὴν ὑποστήριξη τοῦ Θρόνου. Ὁ βασιλεύς μας εἶναι νέος καὶ συμμορφώνεται μὲ τὸν τόπο μας, δεν εἶναι προσωρινός, ἀλλ᾿ ἡ βασιλεία του εἶναι διαδοχικὴ καὶ θὰ περάσῃ εἰς τὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν του, καὶ μὲ αὐτὸν κι ἐσεῖς καὶ τὰ παιδιά σας θὰ ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε τὴν πίστη σας καὶ νὰ τὴν στερεώσετε, διότι, ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἄρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ πατρίδος. Ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου ἔχουν καὶ φυλάττουν μία Θρησκεία. Καὶ αὐτοί, οἱ Ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι κατατρέχοντο καὶ μισοῦντο καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη, μένουν σταθεροὶ εἰς τὴν πίστη τους.
Νὰ μὴν ἔχετε πολυτέλεια, να μὴν πηγαίνετε εἰς τοὺς καφενέδες καὶ τὰ μπιλιάρδα. Νὰ δοθεῖτε εἰς τὰς σπουδάς σας καὶ καλύτερα νὰ κοπιάσετε ὀλίγον, δύο καὶ τρεῖς χρόνους καὶ νὰ ζήσετε ἐλεύθεροι εἰς τὸ ἐπίλοιπο τῆς ζωῆς σας, παρὰ νὰ περάσετε τέσσαρους – πέντε χρόνους τὴ νεότητά σας, καὶ να μείνετε ἀγράμματοι. Νὰ σκλαβωθεῖτε εἰς τὰ γράμματά σας. Νὰ ἀκούετε τὰς συμβουλὰς τῶν διδασκάλων καὶ γεροντοτέρων, καὶ κατὰ τὴν παροιμία, «μύρια ἤξευρε καὶ χίλια μάθαινε». Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησή σας νὰ μὴν γίνῃ σκεπάρνι μόνο διὰ τὸ ἄτομό σας, ἀλλὰ να κοιτάζῃ τὸ καλὸ τῆς κοινότητος, καὶ μέσα εἰς τὸ καλὸ αὐτὸ εὑρίσκεται καὶ τὸ δικό σας.
Ἐγώ, παιδιά μου, κατὰ κακή μου τύχη, ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων, ἔμεινα ἀγράμματος καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ζητῶ συγχώρηση, διότι δὲν ὁμιλῶ καθὼς οἱ δάσκαλοί σας. Σᾶς εἶπα ὅσα ὁ ἴδιος εἶδα, ἤκουσα καὶ ἐγνώρισα, διὰ νὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὰ ἀπερασμένα καὶ ἀπὸ τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τῆς διχονοίας, τὴν ὁποίαν νὰ ἀποστρέφεσθε, καὶ νὰ ἔχετε ὁμόνοια. Ἐμᾶς μὴ μᾶς τηρᾶτε πλέον. Τὸ ἔργο μας καὶ ὁ καιρός μας ἐπέρασε. Καὶ αἱ ἡμέραι τῆς γενεᾶς, ἡ ὁποία σᾶς ἄνοιξε τὸ δρόμο, θέλουν μετ᾿ ὀλίγον περάσει. Τὴν ἡμέρα τῆς ζωῆς μας θέλει διαδεχθῇ ἡ νύκτα τοῦ θανάτου μας, καθὼς τὴν ἡμέραν τῶν Ἁγίων Ἀσωμάτων θέλει διαδεχθῇ ἡ νύκτα καὶ ἡ αὐριανὴ ἡμέρα. Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὁποὺ ἡμεῖς ἐλευθερώσαμε· καί, διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχετε ὡς θεμέλια της πολιτείας τὴν ὁμόνοια, τὴν θρησκεία, τὴν καλλιέργεια τοῦ θρόνου καὶ τὴν φρόνιμον ἐλευθερία.
Τελειώνω τὸ λόγο μου. Ζήτω ὁ βασιλεύς μας Ὄθων! Ζήτω οἱ σοφοὶ διδάσκαλοι! Ζήτω ἡ Ἑλληνικὴ Νεολαία!
8 Οκτωβρίου 1927 (94 χρόνια πριν) γεννήθηκε:
Κώστας Ταχτσής Έλληνας συγγραφέας
Ο Κώστας Ταχτσής (Θεσσαλονίκη, 8 Οκτωβρίου 1927 – Αθήνα, πιθανόν 25 Αυγούστου 1988) ήταν διακεκριμένος Έλληνας λογοτέχνης της μεταπολεμικής γενιάς.
Το απόγευμα του Σαββάτου, 27 Αυγούστου 1988, η αδελφή του συγγραφέα βρήκε τον Ταχτσή νεκρό, στο σπίτι του στην οδό Τυρνάβου 26, στον Κολωνό. Η ιατροδικαστική εξέταση αποφάνθηκε ότι ο Ταχτσής είχε πεθάνει από ασφυξία, που προκλήθηκε από στραγγαλισμό, πριν από περίπου 36 ώρες. Παρά τη δημοσιότητα που πήρε το θέμα και παρά τις έρευνες της Αστυνομίας, τόσο στο κύκλο των γνωστών του όσο και στο περιβάλλον των εκδιδόμενων στο οποίο ανήκε, δεν έγινε δυνατόν να βρεθεί ο δράστης και η υπόθεση μπήκε στο αρχείο.
περισσότερα στη βικιπαίδεια
7 Οκτωβρίου 1849 (172 χρόνια πριν) πέθανε:
Έντγκαρ Άλλαν Πόε Αμερικανός συγγραφέας


6 Οκτωβρίου 1958 (63 χρόνια πριν) πέθανε:
Χαράλαμπος Πεττεμερίδης Κύπριος αγωνιστής
Ο Χαράλαμπος Πεττεμερίδης (21 Ιανουαρίου 1934 - 6 Οκτωβρίου 1958) ήταν Κύπριος αγωνιστής.
Γεννήθηκε στο ορεινό χωριό Καννάβια της επαρχίας Λευκωσίας στις 21 Ιανουαρίου 1934. Ήταν παιδί πολύτεκνης οικογένειας με οκτώ παιδιά. Οι γονείς του ονομάζονταν Ιωάννης και Ανδριανή Πεττεμερίδη και τα αδέρφια του Μιχάλης, Νίκος, Αλέξανδρος, Ερμιόνη, Ελένη, Μαρία και Μερόπη. Όταν έπεσε υπέρ πίστεως και πατρίδος ήταν νυμφευμένος με την Ελένη Στυλιανού Πεττεμερίδη. Από μικρός ρίχθηκε στη βιοπάλη. Εργάστηκε στα μεταλλεία Αμιάντου αλλά και σαν παντοπώλης στον Αμίαντο και τραπεζοκόμος στην Κερύνεια.
Εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ με το ξεκίνημα του Αγώνα, ενώ βρισκόταν στην Κερύνεια, όπου εργαζόταν το 1955 αφού η ψυχή του πλημμύριζε από αγάπη στην Ελλάδα και στην Ελευθερία. Συνέχισε τη δράση του στην περιοχή Πιτσιλιάς-Σπηλιών-Αμιάντου. Η δράση του συνεχίστηκε με στενή συνεργασία με τους αντάρτες της περιοχής, τους οποίους φιλοξενούσε και στο σπίτι του, όπου κατασκεύασε κρησφύγετο. Εκεί φιλοξένησε και τον ήρωα Γρηγόρη Αυξεντίου, όταν το Δεκέμβριο του 1955 είχε δώσει τη φοβερή μάχη των Σπηλιών. Στη μάχη εκείνη ο Αυξεντίου βοήθησε τον Αρχηγό της ΕΟΚΑ Διγενή να διαφύγει από τον αγγλικό κλοιό.
Ο Πεττεμερίδης υπήρξε σύνδεσμος και τροφοδότης των ανταρτικών ομάδων που δρούσαν στην περιοχή του χωριού του. Η δράση του προδόθηκε τον Ιούνιο του 1958 και κρατήθηκε για τριάντα πέντε μέρες στα ανακριτήρια των Πλατρών. Για τριάντα πέντε μέρες ανακρινόταν και παρά τα βασανιστήρια δεν έβγαλε λέξη. Όταν τον άφησαν ελεύθερο συνέχισε τη δράση του. Δεν άργησαν όμως οι Άγγλοι να μάθουν και πάλι γι' αυτόν και να τον αναζητήσουν. Τώρα όμως ο "Ξέρξης" της ΕΟΚΑ (αυτό ήταν το ψευδώνυμό του) δεν έμεινε στο χωριό του. Ανέβηκε στα βουνά αντάρτης και ενώθηκε με τις άλλες ομάδες. Κατασκεύασε κρησφύγετο στο βουνό απέναντι από το χωριό του, με καταζητούμενο συναγωνιστή του, στο οποίο έμεναν και άλλοι αντάρτες.
Στις 6 Οκτωβρίου 1958 πήρε εντολή και έστησε ενέδρα εναντίον των Άγγλων με τους αντάρτες της ομάδας τους στην τοποθεσία Μούττη του Σαράντι, μεταξύ των χωριών Σπήλια και Λαγουδερά νοτιοδυτικά των Κανναβιών. Οι αντάρτες ήταν τέσσερις και διέθεταν μια νάρκη, ένα όλμο, ένα πιστόλι, ένα όπλο μπρεν, ένα αυτόματο όπλο Μ3 και χειροβομβίδες. Τοποθέτησαν στο δρόμο τη νάρκη, την οποία είχαν συνδέσει με τον όλμο που στερέωσαν σε δένδρο, ώστε με την έκρηξη της νάρκης να κτυπηθεί το αυτοκίνητο των Άγγλων, ενώ με την έκρηξη του όλμου να ακινητοποιηθούν όσα αυτοκίνητα θα το ακολουθούσαν. Κατά την επίθεσή τους κτυπήθηκαν δυο αυτοκίνητα στρατιωτικά γεμάτα Εγγλέζους, τα οποία πλησίασαν τον τόπο της ενέδρας με σβησμένα τα φώτα. Στην υποχώρηση ο Χαράλαμπος Πεττεμερίδης κτυπήθηκε θανάσιμα, ενώ διασταύρωνε το δρόμο, από στρατιώτες τρίτου αυτοκινήτου, που πλησίαζε και αυτό με σβησμένα τα φώτα.
Το σώμα του ήρωα βρέθηκε την επόμενη μέρα όταν οι Άγγλοι εξέταζαν το χώρο της ενέδρας. Τάφηκε με τιμές στο χωριό του, όπου εκεί βρίσκεται σήμερα ο ανδριάντας του, δίπλα στον ανδριάντα του Ανδρέα Πατσαλίδη. Στην κηδεία του η σύζυγός του τραγούδησε αυτοσχέδιους στίχους της, υμνώντας το λεβέντη σύζυγό της, προτού λιποθυμήσει στα χέρια του πατέρα της. Αργότερα συνέχισε την προσφορά της στον αγώνα μέχρι τέλους.
βικιπαίδεια

6 Οκτωβρίου 1979 (42 χρόνια πριν) πέθανε:
Αναστάσιος Ορλάνδος Έλληνας αρχιτέκτονας
Ο Αναστάσιος Ορλάνδος (23 Δεκεμβρίου 1887 – 6 Οκτωβρίου 1979) ήταν Έλληνας αρχιτέκτονας, αρχαιολόγος, ακαδημαϊκός, ο σπουδαιότερος ερευνητής της ελληνικής αρχιτεκτονικής και ένας από τους θεμελιωτές της επιστήμης της βυζαντινής τέχνης στην Ελλάδα.
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 1887 και ήταν γιος του ιατρού Κίμωνα Ορλάνδου, μέλους της οικογένειας Ορλάνδου και απογόνου του Σπετσιώτη πολιτικού της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Ιωάννη Ορλάνδου, της γνωστής οικογένειας Ορλάνδου.
Ακαδημαϊκή σταδιοδρομία
Σπούδασε στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Μετσόβιου Πολυτεχνείου (1904-1908). Στην προσπάθεια του να στηρίξει τη μελέτη των μνημείων σε εδραιότερες βάσεις εγγράφηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών της οποίας και ανακηρύχτηκε αριστούχος διδάκτορας (1915) με τη διατριβή του «Το αέτωμα του εν Σουνίω ναού του Ποσειδώνος». Στη συνέχεια μετέβη στη Γαλλία για μετεκπαίδευση. Διετέλεσε σύμβουλος (1927-1951) της Αρχαιολογικής Εταιρείας και γραμματέας της (1951-1979), αρχιτέκτων της αναστήλωσης των μνημείων της Ακρόπολης (1910-1917) και στη συνέχεια όλης της Ελλάδας (1920-1958). Υπηρέτησε ως τακτικός καθηγητής στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο και το Εθνικό Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Δίδαξε αρχιτεκτονική μορφολογία και ρυθμολογία και ιστορία της αρχιτεκτονικής στο Πολυτεχνείο και βυζαντινή αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο.
Ήταν ιδρυτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών το 1926, πρόεδρός της το 1950 και γενικός γραμματέας της από το 1956 έως το 1966. Ακόμη, ήταν αντιπρόεδρος και πρόεδρος της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, αντιπρόεδρος της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, αντεπιστέλλον μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου του Βερολίνου, τακτικό μέλος του Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου της Βιέννης, και επίτιμο μέλος της Εταιρείας Ελληνικών Σπουδών του Λονδίνου και του Αμερικανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου.
Απεβίωσε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 1979. Μετά το θάνατό του ευεργέτησε την Αρχαιολογική Εταιρεία, κληροδοτώντας σε αυτήν χρηματικό ποσό, καθώς και κτίριο, ενώ τιμήθηκε με αρκετά παράσημα για το έργο του.
Επιστημονικό έργο
Το έργο του επικεντρώνεται σε όλους τους τομείς της ελληνικής αρχαιολογίας, ενώ διετέλεσε και διευθυντής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής του Υπουργείου Παιδείας. Μεταξύ άλλων πραγματοποίησε ανασκαφές στο Μολύκρειο, τη Φιγαλεία, τη Σικυώνα, τη Στύμφηλο, τη Μεσσήνη, τον Μυστρά, τη Φωκίδα και το Άγιο Όρος. Αναστήλωσε το άγαλμα της Απτέρου Νίκης, τμήματα του Ναού του Ποσειδώνα στο Σούνιο και το Ναό Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη.Επίσης, υλοποίησε τα αρχιτεκτονικά σχέδια του Ναού του Αγίου Διονυσίου στη Ζάκυνθο. Εξέδιδε από το 1935 το περιοδικό «Αρχείον βυζαντινών και μεσαιωνικών μνημείων της Ελλάδας» στο οποίο περιελαμβανόταν προσωπικές του εργασίες.
5 Οκτωβρίου 1960 (61 χρόνια πριν) πέθανε:
Άλφρεντ Λούις Κρέμπερ Αμερικανός ανθρωπολόγος
Ο Άλφρεντ Λούις Κρέμπερ (Alfred Louis Kroeber, 11 Ιουνίου 1876 - 5 Οκτωβρίου 1960) ήταν Αμερικανός κοινωνικός ανθρωπολόγος. Υπήρξε μία από τις μορφές που άσκησαν σημαντική επιρροή στην αμερικανική αρχαιολογία και ανθρωπολογία κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα.
Ο Κρέμπερ γεννήθηκε στο Χομπόκεν του Νιού Τζέρσεϊ (Hoboken, New Jersey). Έλαβε το διδακτορικότου υπό την εποπτεία του Φραντς Μποάζ (Franz Boas) στο πανεπιστήμιο της Κολούμπια (Columbia University), το 1901. Η θέση του στηρίχθηκε σε μελέτες πεδίου με τους Ινδιάνους Αραπάχο. Το μεγαλύτερο κομμάτι της σταδιοδρομίας του το πέρασε στην Καλιφόρνια, κυρίως στο πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ. Τα γραφεία του εκεί τμήματος ανθρωπολογίας στεγάζονται σε ένα κτήριο γνωστό ως Αίθουσα Κρέμπερ.
Αν και έγινε περισσότερο γνωστός ως κοινωνικός ανθρωπολόγος, παρήγαγε σημαντικό έργο στην αρχαιολογία,ενώ η σημαντικότερη πιθανώς προσφορά του -από την οπτική γωνία της αρχαιολογίας- είναι οι διασυνδέσεις που δημιούργησε ανάμεσα στην αρχαιολογική επιστήμη και τον πολιτισμό. Διενήργησε αρκετές ανασκαφές στο Νέο Μεξικό, το Μεξικό και το Περού.
Ο Κρέμπερ και οι μαθητές του έκαναν σημαντικό έργο όσον αφορά στη συλλογή πολιτισμικών πληροφοριών για τις δυτικές φυλές τών Ιθαγενών Αμερικανών. Όλη η μελέτη εκδόθηκε ως Εγχειρίδιο των Ινδιάνων της Καλιφόρνιας, το 1925. Οι προσπάθειες να διασωθούν οι πληροφορίες που αφορούσαν αυτές τις φυλές ονομάστηκε "Σωστική Εθνογραφία". Ο Κρέμπερ πιστώνεται για την ανάπτυξη των ιδεών πολιτισμική περιοχή και πολιτισμική διαμόρφωση, στο Πολιτισμικές και Φυσικές Περιοχές των Ιθαγενών της Βόρειας Αμερικής, του 1939. Η επιρροή του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε πολλοί σύγχρονοί του υιοθέτησαν τη γενειάδα και το μουστάκι του, όπως και τις απόψεις του ως κοινωνικού επιστήμονα.
Ο Κρέμπερ και ο Ρόλαντ Ντίξον (Roland Dixon) επηρέασαν σημαντικά τη γενετική ταξινόμηση των γλωσσών των Ιθαγενών Αμερικανών, καθώς δημιούργησαν νέες γλωσσικές ομάδες όπως η Πενούτιες και οι Χοκάν. Εργάστηκε με τον Ίσι (Ishi), που ισχυριζόταν (όχι αδικαιολόγητα) ότι ήταν ο τελευταίος Ινδιάνος Γιαχί (Yahi) της Καλιφόρνιας. Η δεύτερη σύζυγός του, η Θεοδώρα Κρέμπερ (Theodora Kroeber), έγραψε την πολύ γνωστή βιογραφία του Ίσι, Ishi in Two Worlds, (Ο Ίσι σε Δύο Κόσμους).
Το βιβλίο του, Ανθρωπολογία (1923, 1948), χρησιμοποιήθηκε ευρέως επί σειρά ετών.
Ο Κρέμπερ ήταν πατέρας του ακαδημαϊκού συγγραφέα Καρλ Κρέμπερ (Karl Kroeber) και της συγγραφέως επιστημονικής φαντασίας Ούρσουλας Λε Γκεν από τη δεύτερη σύζυγό του Θεοδώρα. Υιοθέτησε επίσης τα δύο παιδιά της Θεοδώρας, τον Τεντ και τον Κλίφτον Κρέμπερ, (Clifton Kroeber). Ο Κλίφτον και ο Καρλ πρόσφατα (2003) έκδωσαν μαζί ένα βιβλίο για την περίπτωση Ίσι, Ishi in Three Centuries, (Ο Ίσι σε Τρεις Αιώνες). Είναι το πρώτο ακαδημαϊκό βιβλίο που περιέχει μελέτες για τον Ίσι γραμμένες από Ινδιάνους.
βικιπαίδεια
4 Οκτωβρίου 1814 (207 χρόνια πριν) γεννήθηκε:
Ζαν Φρανσουά Μιγέ Γάλλος ζωγράφος
Ο Ζαν Φρανσουά Μιγέ (Jean-François Millet, 4 Οκτωβρίου 1814 - 20 Ιανουαρίου 1875) ήταν Γάλλος ζωγράφος και χαράκτης, ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του γαλλικού ρεαλισμού του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα και ιδρυτής της Σχολής του Μπαρμπιζόν. Υπήρξε κυρίως ο ζωγράφος των χωρικών. Μετά τον λιχνιστή (1848), παρουσίασε το επόμενο έτος στα Σαλόν τον άνθρωπο με την αξίνα και το 1859 τον περίφημο σπορέα, που ενέπνευσε στον Βικτόρ Ουγκό ένα ποίημα στο οποίο εκθειάζει τη μεγαλειώδη χειρονομία του αγρότη.
Γεννήθηκε στις 4 Οκτωβρίου 1814 στο Γκρεβίλ της Νορμανδίας στη Γαλλία. Ήταν γόνος αγροτικής οικογενείας, έτσι ο Μιγιέ επιδόθηκε από μικρός στις αγροτικές ασχολίες, αλλά σε ηλικία 19 ετών αποφάσισε να γίνει ζωγράφος. Άρχισε σπουδές στο Σερμπούρ που τις συνέχισε στο Παρίσι την περίοδο 1837–1839, στο εργαστήρι του Πωλ Ντελαρός, του πιο γνωστού και αξιοζήλευτου στην εποχή του ζωγράφου ιστορικών θεμάτων που όμως δεν επηρέασε σημαντικό το έργο του. Επέστρεψε κατόπιν στο Σερμπούρ, όπου για ένα μικρό διάστημα αφιερώθηκε κυρίως στην προσωπογραφία. Γυρίζοντας στο Παρίσι το 1841, άρχισε να γίνεται γνωστός, ιδιαίτερα μετά το 1844, όταν παρουσίασε τα έργα του "η Γαλατού" και "Μάθημα ιππασίας". Το 1845 μετακόμισε στη Χάβρη με την Catherine Lemaire, την οποία θα παντρευτεί με πολιτικό γάμο, το 1853, θα κάνουν εννέα παιδιά και θα παραμείνουν μαζί για το υπόλοιπο της ζωής του Μιγέ.
Ήταν στο Παρίσι στα μέσα της δεκαετίας του 1840 που ο Μιγέ άνοιξε δεσμούς φιλίας με τους Constant Troyon, Narcisse Diaz, Charles Jacque και Τεοντόρ Ρουσό, καλλιτέχνες που, όπως ο Μιγέ, θα συνδεθούν με τη σχολή Μπαρμπιζόν, επίσης ο Honoré Daumier, η μορφή σχεδιογραφίας του οποίου θα επηρεάσει την μετέπειτα απόδοση των αγροτικών θεμάτων του Μιγέ και ο Alfred Sensier, ένας γραφειοκράτης της κυβέρνησης που θα γίνει ισόβιος υποστηρικτής και τελικά βιογράφος του καλλιτέχνη.
Η στροφή του Μιγέ προς τις αγροτικές ηθογραφίες άρχισε να γίνεται εμφανής στα τέλη της δεκαετίας του 1840 με τα έργα που παρουσίασε στα Σαλόν το 1848 και 1849. Τη χρονιά εκείνη εγκαταστάθηκε οριστικά στη Μπαρμπιζόν (κοντά στα Φονταινεμπλώ), όπου συνδέθηκε με τους επίσης τοπιογράφους Κορό, Τεοντόρ Ρουσό και Ντιάζ ντε λα Πένια και ολοκλήρωσε το προσωπικό του ζωγραφικό ιδίωμα. Τα επόμενα χρόνια στράφηκε αποκλειστικά σχεδόν στα θέματα της αγροτικής ζωής και ζωγράφισε μερικά από τα πιο σημαντικά του έργα, με αποτέλεσμα να αναγνωριστεί το ταλέντο του και να αποκτήσει φήμη και επιτυχία.