| Ωραία χειροποίητα μπιμπελό κ δώρα (φ.Μ.Κυμάκη) |
Για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +- |
Γειά σας ! ο τίτλος κατ ευφημισμόν ... παντού τα πάντα ... αλλά προσπαθούμε για το καλλίτερο ... ελπίζω να βρείτε ενδιαφέρον εδώ ... Σας ευχαριστώ!
Η Παγκόσμια Ημέρα Ζυμαρικών καθιερώθηκε το 1998, με πρωτοβουλία της Ένωσης των Ευρωπαίων Βιομηχάνων Ζυμαρικών (UNAFPA) για να γνωστοποιήσει στο ευρύ κοινό τη γευστική και θρεπτική αξία των ζυμαρικών.
Γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 25 Οκτωβρίου, σε ανάμνηση του πρώτου συνεδρίου της Ένωσης το 1995.
zougla.gr
Επιμέλεια: Μίτση Σκέντζου
Ο όρος «Ηνωμένα Έθνη» είναι αμερικανικής εμπνεύσεως και συγκεκριμένα του προέδρου Ρούζβελτ, ο οποίος αναφερόταν κατ' αρχάς στις συμμαχικές δυνάμεις κατά του Άξονα. Έπειτα από διαβουλεύσεις τριών ετών, στις 24 Οκτωβρίου του 1945, τα Ηνωμένα Έθνη μετεξελίχθηκαν σε μια «παγκόσμια ένωση κρατών ταγμένη στην προώθηση της συνεργασίας στο διεθνές δίκαιο, την ασφάλεια και την ειρήνη, την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ισότητα».
Τα ιδρυτικά μέλη του Οργανισμού με έδρα τη Νέα Υόρκη ήταν 51, ανάμεσά τους και η Ελλάδα. Σήμερα φθάνουν τα 191, όσα και τα κράτη του κόσμου. Ο ΟΗΕ εκείνης της περιόδου αντανακλούσε τους συσχετισμούς δυνάμεων που διαμορφώθηκαν μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι νικήτριες δυνάμεις που ηγήθηκαν του πολέμου, όπως οι ΗΠΑ, Σοβιετική Ένωση, η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία, απέκτησαν και το δικαίωμα του «βέτο» στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Όλα αυτά τα χρόνια, ο ΟΗΕ παρουσιάζει κτυπητές αδυναμίες στην επίλυση των διεθνών διαφορών, εξαιτίας των αντικρουόμενων συμφερόντων των μεγάλων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, στα καθ' ημάς, η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 και η συνεχιζόμενη κατοχή του βορείου τμήματος της Μεγαλονήσου. Παρ' όλα αυτά, αποτελεί το μοναδικό εργαλείο στα χέρια της διεθνούς κοινότητας για την εμπέδωση της διεθνούς ειρήνης.
Στα μεταψυχρολοπολεμικά χρόνια ασκείται κριτική στον ΟΗΕ από δύο πλευρές: Η μία θέλει ενεργότερο τον ρόλο τους στις διεθνείς υποθέσεις, η άλλη περιορισμό του ρόλου μόνο στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας. Χώρες όπως η Ινδία, η Ιαπωνία, η Βραζιλία η Νότιος Αφρική και η Γερμανία επιδιώκουν να χορηγηθεί και σ' αυτές το δικαίωμα «βέτο», ενώ οι ΗΠΑ, που συνεισφέρουν το 22% του προϋπολογισμού του ΟΗΕ, ζητούν μεταρρυθμίσεις, όταν δεν τον παρακάμπτουν, όπως στην εισβολή στο Ιράκ.
Ο Δήμος Σταρένιος (15 Σεπτεμβρίου 1909 - 23 Οκτωβρίου 1983) ήταν Έλληνας ηθοποιός.
Ο Δήμος Σταρένιος γεννήθηκε στο Κάιρο, από αιγυπτιώτες γονείς το 1909. Σε νεανική ηλικία εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα και σπούδασε υποκριτική. Έπαιξε σε πολλές ταινίες, μεταξύ άλλων μαζί με το Λάμπρο Κωνσταντάρα. Διακρίθηκε σε ρόλους "κακών", όπως του τοκογλύφου ή του καταδότη. Σε αυτόν, άλλωστε, ανήκει η περιβόητη ατάκα : "Μας αγαπάνε οι Γερμανοί, σαν φίλοι ήρθανε", όπως μπορούμε να δούμε στην ταινία «Η Χαραυγή Της Νίκης».
Θρυλική θεωρείται η ερμηνεία του στη τηλεοπτική μεταφορά του βιβλίου του Νίκου Καζαντζάκη Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1975) στο ρόλο του Γερό-Λαδά. Κηδεύτηκε στο Β' Νεκροταφείο Αθηνών. Δεν είχε παιδιά, ενώ σύζυγος του υπήρξε η ηθοποιός Νίνα Βαρβέρη-Σταρένιου η οποία πέθανε ένα χρόνο μετά από αυτόν.
περισσότερα στη βικιπαίδεια
Ο Mανόλης Aνδρόνικος (1919 - 1992) του Λεωνίδα ήταν Έλληνας αρχαιολόγος. Γεννήθηκε στην Προύσα στις 23 Οκτωβρίου 1919 και πέθανε στις 30 Μαρτίου του 1992.. Αργότερα εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη.
Ιακώβου Αποστόλου του αδελφοθέου

| Για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +- |
Η Τζόαν Φοντέιν (αγγλικά Joan Fontaine, 22 Οκτωβρίου 1917 − 15 Δεκεμβρίου 2013) ήταν Βρετανίδα ηθοποιός και Αμερικανίδα υπήκοος από το 1943, γνωστή για τον πρωταγωνιστικό ρόλο στις ταινίες του Άλφρεντ Χίτσκοκ Ρεβέκκα του 1940 και Υποψίες του 1941, καθώς και για την αντιπαλότητα με την αδελφή της, την ηθοποιό Ολίβια Ντε Χάβιλαντ. Η Φοντέιν ήταν βραβευμένη με Όσκαρ ερμηνείας για την ταινία Υποψίες και η μοναδική ηθοποιός που κέρδισε ποτέ `Οσκαρ για πρωταγωνιστικό ρόλο σε ταινία του Χίτσκοκ. Άλλες αξιομνημόνευτες ταινίες της είναι οι Γυναίκες (1939), Ο Πύργος του Πόνου (1943) και Το γράμμα μιας άγνωστης του 1948.
Η Τζόαν Ντε Μπουβουάρ Ντε Χάβιλαντ γεννήθηκε στο Τόκιο από Βρετανούς γονείς, τον δικηγόρο Ουόλτερ Ντε Χάβιλαντ και την ηθοποιό Λίλιαν Αυγούστα Ρουζ. Οι γονείς της χώρισαν όταν αυτή ήταν δύο χρονών και μεταφέρθηκε με τη μητέρα της και την αδελφή της Ολίβια στην Σαρατόγκα της Καλιφόρνιας. Η αντιπαλότητα με την αδελφή της υπήρχε απ' όταν ήταν μικρές κι η έχθρα μεταξύ τους μεγάλωσε απ' τη στιγμή που διάλεξαν να γίνουν κι οι δύο ηθοποιοί, τόσο ώστε να έχουν αποξενωθεί από το 1975. Η Τζόαν για να μην επισκιάσει την καριέρα της μεγάλης της αδελφής, όταν πήγε στο Χόλυγουντ πήρε το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της μητέρας της και από τότε έγινε γνωστή ως Τζόαν Φοντέιν. Οι πρώτες της ταινίες ήταν αδιάφορες ή σε δεύτερους ρόλους, είχε την τύχη όμως να την επιλέξει ο Ντέιβιντ Σέλζνικ το 1940 για τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη μεταφορά του μυθιστορήματος της Δάφνης Ντι Μοριέ Ρεβέκκα με σκηνοθέτη τον Άλφρεντ Χίτσκοκ και συμπρωταγωνιστή τον Λόρενς Ολίβιε. Προτάθηκε για Όσκαρ εκείνη τη χρονιά αλλά έχασε απ' τη Τζίντζερ Ρότζερς. Η επόμενη χρονιά τη βρήκε ξανά υποψήφια για Όσκαρ, αυτή τη φορά είχε όμως αντίπαλο την αδελφή της, που ήταν επίσης υποψήφια με την ταινία Αύριο δε θα ξημερώσει (Hold back the dawn, 1941). Κέρδισε το Όσκαρ για την ταινία Υποψίες υπερισχύοντας της Ντε Χάβιλαντ. Είχε άλλη μια υποψηφιότητα το 1943 για την ταινία Πεθαίνω από Αγάπη και την τύχη να δουλέψει με άλλους μεγάλους σκηνοθέτες όπως τον Μπίλι Γουάιλντερ, τον Μαξ Όφιλς, τον Φριτς Λανγκ και τον Ρόμπερτ Ρόσσεν. Αποσύρθηκε το 1966 κάνοντας σποραδικές εμφανίσεις στην τηλεόραση τα χρόνια που ακολούθησαν. Απεβίωσε το Δεκέμβριο του 2013 από φυσικά αίτια.
βικιπαίδεια
Η Ναυμαχία του Τραφάλγκαρ (21 Οκτωβρίου 1805) ήταν μία ναυτική συμπλοκή που πραγματοποιήθηκε μεταξύ του βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού και του συμμαχικού στόλου του γαλλικού και ισπανικού Ναυτικού, κατά τη διάρκεια του πολέμου του Γ' Συνασπισμού (Αύγουστος-Δεκέμβριος 1805) και των Ναπολεόντειων Πολέμων (1796-1815)
Τομ Κάρβελ
Ο ελληνοαμερικανός παγωτατζής, πατέρας του Franchise
Ο Σπύρος Ευαγγελάτος (20 Οκτωβρίου 1940 – 24 Ιανουαρίου 2017) ήταν Έλληνας σκηνοθέτης του θεάτρου πανεπιστημιακός και ακαδημαϊκός.
Ο Γιώργος Ανεμογιάννης σκηνογράφησε και σχεδίασε κοστούμια για περισσότερα από 500 θεατρικά έργα όπως και σε έργα του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Επίσης έγραψε μελέτες για σκηνογραφία και υπήρξε θεατρικός κριτικός σε καλλιτεχνικά περιοδικά και στον ημερήσιο τύπο. Υπήρξε μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου και του Σωματείου Ελλήνων Τεχνιτών Θεάτρου. Είχε αναλάβει επίσης πολλές φορές τη διακόσμηση περιπτέρων σε εκθέσεις καθώς και σε πολλές διαφημιστικές μακέτες.
Το 1973 ο Γιώργος Ανεμογιάννης οργάνωσε το Μουσείο Αραβαντινού στον Πειραιά και πέντε χρόνια μετά, το 1978, το Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη στη Κρήτη. To 1999 εξέδωσε σε πολύ περιορισμένο κύκλο, καλλιτεχνικό λεύκωμα των έργων του με τον τίτλο "Διαδρομή στο Χρώμα και το Όνειρο".
Ο Θεόφιλος Καΐρης (19 Οκτωβρίου 1784 - 13 Ιανουαρίου 1853) ήταν κορυφαίος νεοέλληνας διαφωτιστής, φιλόσοφος, διδάσκαλος του Γένους και πολιτικός.
Γεννήθηκε στην Άνδρο στις 19 Οκτωβρίου 1784 από επιφανή οικογένεια του νησιού. Γονείς του ήταν ο πρόκριτος Καΐρης και η Αναστασία Καμπανάκη. Είχε τρεις αδελφούς, τους μετέπειτα μοναχούς Ευγένιο και Ιωασάφ, και το Δημήτριο καθώς και τρεις αδελφές τη Μαρία, τη Λασκαρώ και την Ευανθία.
Διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα στην Άνδρο, στη Σχολή του Κάτω Κάστρου, από τον ιεροδιάκονο Ιάκωβο. Στα 1794 πεθαίνει ο πατέρας του. Ο αδελφός της μητέρας του και ανάδοχος του Σωφρόνιος Καμπανάκης, εφημέριος στο ναό του Αγίου Γεωργίου Κυδωνιών, τον παίρνει κοντά του ώστε να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του.
Στα 1802 ιδρύεται το Ελληνομουσείον, η Ακαδημία των Κυδωνιών. Ο Καΐρης φοίτησε στην Ακαδημία και ταυτόχρονα εργαζόταν προσφέροντας βοηθητικές υπηρεσίες στο σπίτι του Χατζή Διαμαντή, γαμπρού του Γρηγορίου Σαράφη, καθηγητή της σχολής. Στην Ακαδημία διδάχθηκε φιλολογία και φιλοσοφία από το Γρηγόριο Σαράφη και μαθηματικά και φυσικές επιστήμες από τον περίφημο διδάσκαλο της εποχής Βενιαμίν το Λέσβιο. Ακολουθώντας τον Σαράφη συνέχισε τις σπουδές του στη Σχολή της Πάτμου, όπου δίδασκε ο Δανιήλ Κεραμεύς και στη Σχολή της Χίου, όπου δίδασκαν ο Αθανάσιος Πάριος και ο Δωρόθεος Πρώιος.
Το 1801 έγινε μοναχός και χειροτονήθηκε Διάκονος αλλάζοντας το όνομα του από Θωμάς σε Θεόφιλος. Το 1803 με δαπάνες του θείου του και μερικών πλουσίων Κυδωνιατών έφυγε στην Ευρώπη. Αρχικά διέμεινε στην Ελβετία, όπου μελέτησε την οργάνωση των διδακτηρίων του μεγάλου παιδαγωγού Πεσταλότσι, και κατέληξε στην Πίζα, όπου σπούδασε φιλοσοφία, μαθηματικά και φυσική και παρακολούθησε μαθήματα φυσιολογίας στην ιατρική σχολή.
Το 1807 μετέβη στο Παρίσι, όπου ολοκλήρωσε τις φιλοσοφικές σπουδές του και συνδέθηκε στενά με το μεγάλο νεοέλληνα διαφωτιστή Αδαμάντιο Κοραή.
Επέστρεψε στις Κυδωνιές (1810) ύστερα από έκκληση των Κυδωνιατών, για να διδάξει στην Ακαδημία. Το Φεβρουάριο του 1811 ανέλαβε τη διεύθυνση της Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης όμως στο τέλος του έτους απεχώρησε εξαιτίας της άρνησης των υπευθύνων να τηρήσουν την αρχική συμφωνία τους και επέστρεψε στις Κυδωνίες. Στα 1812 αποχώρησε προσωρινά από την Ακαδημία Κυδωνιών λόγω των διαφωνιών μεταξύ Σαράφη και Βενιαμίν Λεσβίου και εγκαταστάθηκε για λίγο στην Άνδρο.
Έπειτα από παράκληση των Κυδωνιατών επέστρεψε στην Ακαδημία (1814) και δίδαξε φυσική, μαθηματικά και χημεία. Εμπλούτισε, βοηθούμενος από τον Αδαμάντιο Κοραή, τη βιβλιοθήκη της Ακαδημίας με ελληνικά και ξένα συγγράμματα και την εφοδίασε με όργανα φυσικής, χημείας, αστρονομίας και γεωγραφίας. Το 1819 ίδρυσε στη Σχολή τυπογραφείο. Το ίδιο έτος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αριστείδη Παππά.
Δίδαξε στην Ακαδημία ως την καταστροφή των Κυδωνιών από τους Τούρκους στις 2 Ιουνίου του 1821. Έπειτα μαζί με εκατό μαθητές του πέρασαν στα Ψαρά, όπου με κήρυγμά του στο ναό του Αγίου Νικολάου προέτρεψε τους Ψαριανούς να ξεσηκωθούν. Από εκεί κατευθύνθηκε στην Άνδρο και ύψωσε πρώτος την επαναστατική σημαία στις 10 Μαΐου 1821, σε πανηγυρική δοξολογία στο ναό του Αγίου Γεωργίου.
Κατά την Επανάσταση συμμετείχε στην εκστρατεία του Ολύμπου το Μάρτιο του 1822, με διοικητή το Γρηγόριο Σάλα, όπου και δέχθηκε τρία τραύματα. Επέστρεψε στην Πελοπόννησο όπου με εντολή της Υπέρτατης Διοικήσεως συγκρότησε στρατιωτικό σώμα από εξόριστους Κυδωνιάτες.
Παρακολούθησε τις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο (20 Δεκεμβρίου 1821 – 15 Ιανουαρίου 1822) χωρίς επίσημη ιδιότητα, επειδή δεν εκπροσωπούνταν οι Κυκλάδες. Στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους (29 Μαρτίου – 27 Απριλίου 1823) είχε ενεργό συμμετοχή και το Μάιο του ίδιου έτους έγινε μέλος επιτροπής για την επεξεργασία και διόρθωση των «εγκληματικών νόμων» και του «οργανισμού των δικαστηρίων». Στην επιδημία τύφου, που ξέσπασε στο Ναύπλιο το 1824, παρά την κλονισμένη υγεία του βοήθησε με αυταπάρνηση τους χειμαζόμενους.
Τον Απρίλιο του 1824 υπέβαλε παραίτηση από το αξίωμα του βουλευτή για λόγους υγείας, που έγινε δεκτή από το Βουλευτικό Σώμα με ευχαριστίες. Οι Ανδριώτες , όμως, επέμειναν να τους εκπροσωπεί στο Βουλευτικό. Το Σεπτέμβριο του 1824 επέστρεψε στην Πελοπόννησο ως παραστάτης Άνδρου για τη Γ' Βουλευτική Περίοδο -ανέλαβε και προσωρινά την προεδρία του Βουλευτικού Σώματος- και τον Οκτώβριο συμμετείχε σε επιτροπή για τη σύνταξη οργανισμού των επαρχιακών σχολείων.
Στα 1826 εξελέγη πληρεξούσιος Άνδρου για τη Γ΄ Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο (6 – 16 Απριλίου 1826), αλλά δεν συμμετείχε στις εργασίες της, επειδή διατελούσε μέλος του Βουλευτικού Σώματος.
Το 1828 ευρισκόμενος στην Αίγινα του ζητήθηκε να προσφωνήσει τον πρώτο Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια κατά την τελετή υποδοχής στο μητροπολιτικό ναό στις 12 Ιανουαρίου 1828. Έχοντας σκοπό την ίδρυση ορφανοτροφείου για τα ορφανά των αγωνιστών της Επανάστασης ταξιδεύει από το 1832 σε Ιταλία, Γαλλία, Αγγλία, Αυστρία, Κάτω Ρωσία, Μολδαβία και Κωνσταντινούπολη για τη συγκέντρωση δωρεών από ομογενείς.
Το 1835 ο Βασιλέας Όθωνας τού απένειμε το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για την προσφορά του την περίοδο του Αγώνα. Ο Καΐρης, όπως και ο άλλος διδάσκαλος του Γένους Θεόκλητος Φαρμακίδης, σε μία πράξη αποδοκιμασίας προς το καθεστώς της αντιβασιλείας των Βαυαρών δεν απεδέχθη την τιμή. Την ίδια στάση κράτησε και όταν του προσεφέρθη η έδρα της Φιλοσοφίας στο νεοϊδρυθέν Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837).
Εγκαινίασε το Ορφανοτροφείο του το Σεπτέμβριο του 1835 δεχόμενος αρχικά τριάντα ορφανά και την επόμενη χρονιά το έθεσε σε πλήρη λειτουργία. Στη σχολή του ορφανοτροφείου διδάσκονταν όλα τα μαθήματα που παραδίδονταν στα ευρωπαϊκά σχολεία με τη βοήθεια σύγχρονων επιστημονικών οργάνων. Η παιδαγωγική μέθοδος του Καΐρη στηρίζονταν στην ελεύθερη έκφραση του μαθητή και το φιλελευθερισμό. Ο ίδιος μάλιστα ονόμαζε τα μαθήματα «συνδιαλέξεις». Μαθητές της σχολής δεν ήταν μόνο τα ορφανά αλλά και νέοι από εύπορες οικογένειες που επιθυμούσαν να διδαχτούν από τον πρωτοπόρο δάσκαλο.
Ο Καΐρης ανέπτυξε μία προσωπική θρησκεία τη «Θεοσέβεια» επηρεασμένος από τους Γάλλους δεϊστές. Μία μονοθεϊστική διδασκαλία με δικές της τελετές λατρείας και αναφορές στην ισότητα και την ουσιαστική ελευθερία του ατόμου. Για αυτή του τη θρησκευτική θεωρία θεωρήθηκε σύντομα αιρετικός και επικίνδυνος τόσο από τη βαυαροκρατία, που έβλεπε στο πρόσωπο του έναν αφυπνιστή του λαού, όσο και από την επίσημη Εκκλησία.
Η Ιερά Σύνοδος του Βασιλείου της Ελλάδος με πρόεδρο τον Μητροπολίτη Κυνουρίας Διονύσιο ζήτησε από τον Καΐρη να προβεί σε «ομολογία πίστεως», την οποία εκείνος απέκρουσε ως καταπιεστική της συνείδησής του. Τότε η ελληνική κυβέρνηση, ενδίδοντας στις πιέσεις της Ιεράς Συνόδου, διέταξε τον αρχηγό του στόλου Κωνσταντίνο Κανάρη να πλεύσει με τη ναυαρχίδα του στόλου στην Τήνο για να πάρει από εκεί το διοικητή της Τήνου και να τον πάει στην Άνδρο, ώστε μαζί με το Μητροπολίτη Άνδρου να καλέσουν ενώπιον τους τον Καΐρη.
Από εκεί μεταφέρθηκε στην Αθήνα όπου δικάστηκε από εκκλησιαστικό δικαστήριο και το οποίο, παρά τη δήλωση του ότι δε δίδασκε θεολογία αλλά φιλοσοφία («Ούτε εισηγητής, ούτε ιδρυτής νέας θρησκείας είμαι, διότι φρονώ ότι τούτο δεν είναι έργον ανθρώπου, καθόσον τα τοιαύτα είς δύναται, ο εκ του μηδενός παραγαγών το Σύμπαν. Η θεοσέβεια δεν έχει άλλον διδάσκαλον ει μη μόνον τον Θεόν, καθότι αυτή είνε απόρροία της ηθικής του Θεού επομένως, ως προείπων, ούτε καθιδρυτής είμαι της θεοσεβείας, ούτε προσηλυτιστής υπέρ αυτής»), αποφάσισε στις 23 Οκτωβρίου 1839 την καθαίρεση του, ως αρχηγού άλλης θρησκείας που ονομαζόταν «θεοσεβισμός». Ως Γραμματέας της Συνόδου, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης υπερασπίστηκε το φιλόσοφο και προσπάθησε, χωρίς αποτέλεσμα, να τον μετακινήσει από τις θέσεις του, προτείνοντας εν τέλει να του επιτραπεί η έξοδος από την Ελλάδα, όπως επιθυμούσε, προκειμένου να λυθεί το πρόβλημα. Στον αντίποδα ο κληρικός Κωνσταντίνος Οικονόμου ο εξ Οικονόμων ηγήθηκε της συντηρητικής μερίδας που επιθυμούσε την εξόντωση του Καΐρη.
Η κυβέρνηση, με το από 28 Οκτωβρίου 1839 διάταγμα, διέταξε την εξορία του Θεόφιλου Καΐρη στη Σκιάθο και μετά στη Θήρα. Έπειτα από την ανάγνωση της καθαίρεσης στους ναούς της επικράτειας, διέταξε την απέλασή του από τη χώρα. Στις 19 Δεκεμβρίου 1839 το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε εγκύκλιο («Περί της νεωστί αναφανείσης αντιχρίστου διδασκαλίας του Θεοσεβισμού») εναντίον του Καΐρη και της διδασκαλίας του.
Με τη Συνταγματική Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ο Καΐρης, με τη βοήθεια του παλαιού συμμαθητή του Ιωάννη Κωλέττη, επανήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Άνδρο όπου συνέχισε τη λειτουργία του Ορφανοτροφείου του.
Παρά τις εκθέσεις των δύο αλληλοδιαδόχων νομαρχών Κυκλάδων, Αμβροσιάδη και Ζυγομαλά, που διαβεβαίωναν ότι ο Καΐρης δεν έκανε προσηλυτισμό, ο υπουργός Δικαιοσύνης Βόλβης, στηριζόμενος σε έγγραφο της Συνόδου, διέταξε τον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σύρου να προβεί σε δίωξη του Καΐρη και των συνεργατών του. Ο εισαγγελέας Ν. Σιούπης άσκησε δίωξη και ο ανακριτής Σύρου Σταύρος Λογοθέτης ξεκίνησε τακτική ανάκριση που τερματίσθηκε με το από 26 Απριλίου 1852 παραπεμπτικό βούλευμα, επικυρωμένο με το 2693/1852 βούλευμα του Εφετείου Αθηνών.
Το δικαστήριο της Σύρου (με πρόεδρο τον Ι. Δοξαρά, συνέδρους τους Σταύρο Λογοθέτη, Δ.Α. Βαφειάδη, Αλέξανδρο Αλεξάνδρου και Ι. Πρεζάνη, Εισαγγελέα το Ν. Στούπη, κατηγορούμενους τους Θεόφιλο Καΐρη, Γρηγ. Δεσποτόπουλο, Σπυρ. Γλαυκωπίδη, Θ. Λουλούδη ή Μονοκόνδυλο και Συνηγόρους υπερασπίσεως τον καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου Νικ. Ι. Σαρίπολο και τον Ιω. Παλαιολόγο) εξέδωσε την υπ' αριθ. 181/21.12.1852 καταδικαστική απόφαση, με φυλακίσεις για όλους και ειδικότερα διετή φυλάκιση για τον Θεόφιλο Καΐρη.
Ο Καΐρης, ασθενής ήδη και σε προχωρημένη ηλικία, μεταφέρθηκε στις φυλακές Σύρου, όπου λίγες μέρες αργότερα στις 13 Ιανουαρίου 1853 άφησε την τελευταία του πνοή.
Το σκήνωμά του ενταφιάστηκε σε χώρο του λοιμοκαθαρτηρίου Ερμούπολης, αφού ο τοπικός ιερέας δεν παρείχε άδεια ταφής στο κοιμητήριο, χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία και υπό την επίβλεψη της αστυνομίας. Την επομένη της ταφής του άγνωστοι βέβηλοι άνοιξαν τον τάφο του διδασκάλου τεμάχισαν τη σορό του και έριξαν μέσα στα σωθικά του ασβέστη.
Οκτώ ημέρες μετά το θάνατό του ο Άρειος Πάγος με την υπ. αριθ. 19/19.1.1853 απόφασή του απάλλαξε των κατηγοριών και αθώωσε το Θεόφιλο Καΐρη.
Συνθήκες και στρατηγικές
Η περιοχή των Γιαννιτσών, που το τούρκικο επιτελείο επέλεξε ως αμυντική τοποθεσία, εκτός από το μειονέκτημα ότι είχε ένα μεγάλο φυσικό κώλυμα στα νώτα της, τον Αξιό ποταμό, προσφέρονταν για άμυνα με μέτωπο προς τα δυτικά, καθώς απέκλειε την κύρια οδική αρτηρία της Θεσσαλονίκης και ταυτόχρονα στήριζε ικανοποιητικά τα πλευρά της στο όρος Πάικο και στη λίμνη των Γιαννιτσών. Επίσης η επάνδρωσή της απαιτούσε σχετικά περιορισμένες δυνάμεις. Στην περιοχή οι Τούρκοι εγκατέστησαν τη 14η Μεραρχία Σερρών, ενισχυμένη με τις δυνάμεις που συμπτύχθηκαν από τον Σαραντάπορο.
Η έλλειψη πληροφοριών σχετικά με το μέγεθος και τις προθέσεις του Τουρκικού στρατού, ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της μάχης. Το γεγονός αυτό, σε συνάρτηση με την ανάγκη άμεσης κατάληψης της Θεσσαλονίκης, ανάγκασε το ελληνικό Γενικό Στρατηγείο να προχωρήσει σε μάχη εκ συναντήσεως, χρησιμοποιώντας κατά την προέλασή του 6 μεραρχίες.
Προέλαση και σύγκρουση
Ο Αδάμ Δούκας, πεσών κατά τη μάχη των Γιαννιτσών
Στις 19 Οκτωβρίου άρχισε η ελληνική προέλαση με τις 1η, 2η, 3η, 4η και 6η Μεραρχίες στον άξονα βόρεια της λίμνης και την 7η Μεραρχία, την Ταξιαρχία Ιππικού και το απόσπασμα ευζώνων Κωνσταντινοπούλου, στον άξονα νότια της λίμνης. Μέχρι το μεσημέρι, η 6η Μεραρχία κατάφερε να προωθηθεί στις Αμπελιές, η 4η Μεραρχία στο Μυλότοπο, η 1η και η 2η στην Καρυώτισσα και η 3η Μεραρχία στο Μελίσσι. Από τις θέσεις αυτές, οι Μεραρχίες που δρούσαν βόρεια της λίμνης εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον της εχθρικής τοποθεσίας. Τις τελευταίες απογευματινές ώρες, τα ελληνικά τμήματα κατάφεραν να διασπάσουν την εχθρική γραμμή και να φτάσουν έξω από την πόλη των Γιαννιτσών. Οι δυνάμεις που δρούσαν νότια της λίμνης δεν μετακινήθηκαν από τις θέσεις τους.
Κατά τη διάρκεια της νύχτας διακόπηκαν οι επιχειρήσεις και συνεχίστηκαν το πρωί της 20ης Οκτωβρίου. Ο τουρκικός στρατός βλέποντας την αρνητική έκβαση της μάχης, άρχισε να συμπτύσσεται. Την ίδια στιγμή, τα ελληνικά τμήματα νότια της λίμνης δεν κατάφεραν να περάσουν εγκαίρως τον Λουδία ποταμό και ως αποτέλεσμα οι Τούρκοι υποχώρησαν ανενόχλητοι περνώντας από τον Αξιό. Οι κακές καιρικές συνθήκες καθώς και η συγκέντρωση πολλών ελληνικών μονάδων στην περιοχή, δεν επέτρεψαν την επιτυχή καταδίωξη του αντιπάλου.
Απολογισμός
Οι απώλειες του ελληνικού στρατού ανήλθαν σε 188 νεκρούς και σε 973 τραυματίες, όμως πιθανότατα ο πραγματικός αριθμός να είναι μεγαλύτερος. Μεταξύ των αξιωματικών που έπεσαν στη μάχη ήταν και ο υπολοχαγός πυροβολικού Αδάμ Δούκας. Οι τουρκικές δυνάμεις είχαν πολλαπλάσιους νεκρούς στο πεδίο της μάχης, περίπου 3.000.
Αμέσως μετά τη μάχη, οι ελληνικές δυνάμεις, αφού επισκεύασαν τις γέφυρες που είχαν καταστρέψει οι Τούρκοι, πέρασαν την ανατολική όχθη του Αξιού και άρχιζαν να ετοιμάζουν την είσοδό τους στη Θεσσαλονίκη.

Έιμυ Λέβι
Στο δείπνο
Με φρούτα και λουλούδια το τραπέζι είναι στολισμένο
Το κρασί και τα γέλια ρέουν.
δεν θα παραπονεθώ - ποιος θα περίμενε
τόσο πληκτικό κόσμο να γνωρίσει;
Kοιτάζεις πάνω από τα φρούτα και τα λουλούδια,
Το βλέμμα μου το βλέμμα σου συναντά. -
Είναι το μυστικό μας, μοναχά δικό μας,
Αφού όλος ο κόσμος είναι τυφλός.
μτφ: Ρήγας Κούπα
stanley maxwell brice
Κάκια Μένδρη Ελληνίδα τραγουδίστρια
Η Κάκια Μένδρη (Οδησσός Κριμαίας, Ρωσία, 1912 - Αθήνα, 12 Οκτωβρίου 1994) ήταν Ελληνίδα τραγουδίστρια του ελαφρού τραγουδιού , από τις σημαντικότερες του μεσοπολέμου. Με καταγωγή από την Κάλυμνο, η οικογένειά της ήρθε στην Ελλάδα το1917. Στις αρχές της δεκαετίας του '30 η Μένδρη προσέλκυσε το ενδιαφέρον του Αττίκ, ο οποίος της έδωσε την ευκαιρία να αναδειχθεί σαν σπουδαία ερμηνεύτρια του παλαιού, αισθηματικού είδους τραγουδιού. Η καριέρα της στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό διάρκεσε έως το 1950, όταν αποσύρθηκε από το καλλιτεχνικό προσκήνιο. Έως τότε, είχε ηχογραφήσει πολλές μεγάλες επιτυχίες των κυριότερων συνθετών της εποχής. Γνωστότερα τραγούδια της είναι τα εξής: "Ακόμα ένα ποτηράκι", "Μαραμένια τα γούλια κι οι βιόλες", "Να ζει κανείς ή να μη ζει", "Παπαρούνα", "Γλυκιά Μαράτα", "Η ζωή ξαναρχίζει με μας", "Μου το'πε η Μαργαρίτα" κ.α.
15 Οκτωβρίου 1988 (33 χρόνια πριν) πέθανε:
Ραλλού Μάνου Ελληνίδα χορογράφος
Η Ραλλού Μάνου (1915 - 15 Οκτωβρίου 1988) ήταν Ελληνίδα χορογράφος, που ίδρυσε το Ελληνικό Χορόδραμα
Ήταν σύζυγος του αρχιτέκτονα Παύλου Μυλωνά, με τον οποίο είχε αποκτήσει δύο γιους, τον Κωνσταντίνο και τον Αλέξανδρο Μυλωνά. Ήταν κόρη του Πέτρου Μάνου και της Σοφίας Τομπάζη. Από την πλευρά του πατέρα της καταγόταν από παλιά φαναριώτικη οικογένεια, ενώ από την πλευρά της μητέρας της από παραδοσιακή ναυτική οικογένεια της Ύδρας. Ήταν εγγονή του Θρασύβουλου Μάνου και δισεγγονή του Γεωργίου Τομπάζη, υποναυάρχου και υπουργού του Πέτρου Μαυρομιχάλη, βουλευτού, καθώς και του Δημητρίου Μαυροκορδάτου, νομικού και υπουργού Εξωτερικών.
Η ετεροθαλής αδερφή της, Ασπασία Μάνου, είχε παντρευτεί τον βασιλιά Αλέξανδρο. Το 1941 ίδρυσε τη σχολή που φέρει το όνομά της, με σκοπό την εκπαίδευση και την προαγωγή γενικά του χορού στην Ελλάδα.
Το 1959 επιμελήθηκε τη χορογραφία στη θρυλική παράσταση του Θεάτρου Τέχνης "Όρνιθες", σε σκηνοθεσία του Κουν.
Κατοικούσε στο κέντρο της Αθήνας
Η Σύμβαση της Χαλέπας, (ή και Χάρτης της Χαλέπας) είναι μία ιστορική συμφωνία μεταξύ της Οθωμανικής κυβέρνησης και της Επαναστατικής Συνέλευσης των Κρητών που συνομολογήθηκε στις 15 Οκτωβρίου του 1878, στην ομώνυμη συνοικία των Χανίων της Κρήτης, απ΄ όπου έλαβε και την ονομασία της.
Η Σύμβαση αυτή υπήρξε προϊόν της διεθνούς Συνθήκης του Βερολίνου που συνομολογήθηκε τρεις μήνες πριν, στις 13 Ιουλίου του 1878 στο Βερολίνο μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας, Αυστρίας, Ρωσίας, Ιταλίας αφενός, και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αφετέρου, κατά την οποία η τελευταία υποχρεώνονταν να εισάγει «διοικητικές μεταρρυθμίσεις» σε όσες επαρχίες της Ευρωπαϊκής Τουρκίας υπήρχε ισχυρό χριστιανικό στοιχείο.
Με βάση την παραπάνω συνθήκη και με την μεσολάβηση της Αγγλίας, προκειμένου να επέλθει ειρήνευση στη Κρήτη, ένεκα της κρίσης που είχε ξεσπάσει από το 1875 και συνεχίζονταν, κατέφθασαν στη νήσο κατ΄ εντολή του Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ Β΄ ο στρατηγός Μουχτάρ Πασάς συνοδευόμενος από τον Σελίμ Εφέντη όπου σε συνεννόηση με τον διορισμένο τότε πρώτο Έλληνα Βαλή της Κρήτης Κωστάκη Αδοσίδη Πασά ήλθαν σε επαφή με τους εκπροσώπους της Επαναστατικής Συνέλευσης για την εξέταση της κατάστασης και τη συνομολόγηση σχετικής διμερούς συμφωνίας στο πνεύμα των επιβαλλομένων μεταρρυθμίσεων.
Έτσι στις 15 Οκτωβρίου του 1878 στην οικία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη δημοσιογράφου και πολιτικού (παππού του σύγχρονου πολιτικού) που βρίσκονταν στη συνοικία Χαλέπα των Χανίων συνομολογήθηκε η εν λόγω σύμβαση συνέχεια της οποίας εκδόθηκε τελικά νέο φιρμάνι με το οποίο εισαχθήκανε οι συμφωνημένες «μεταρρυθμίσεις» στον Οργανικό Νόμο του 1868. Τα σημαντικότερα, "επτά σημεία" αυτών των μεταρρυθμίσεων ήταν:
Ο Γενικός Διοικητής της Κρήτης (Βαλής) θα διορίζεται για μια πενταετία, και αν μεν είναι Χριστιανός θα έχει Μουσουλμάνο σύμβουλο και αντίστροφα.
Στις δημόσιες θέσεις θα προτιμώνται Κρητικοί (Κρήτες), ενώ επίσημη γλώσσα των Συνελεύσεων και των Δικαστηρίων θα είναι η ελληνική.
Ένα μέρος των εσόδων από την Κρήτη θα προορίζονται για κοινωφελή έργα στη νήσο ενώ θα παρέχονται πρόσθετες φορολογικές διευκολύνσεις στους Κρήτες.
Οι Χριστιανοί θα έχουν μεγαλύτερο αριθμό Επάρχων από τους Μουσουλμάνους.
Την αστυνόμευση της Κρήτης θα αναλάβει νέο σώμα, η Κρητική Χωροφυλακή, που θα συγκροτούν Κρήτες.
Επιτρέπονταν η ίδρυση ελληνικών φιλολογικών συλλόγων, η λειτουργία ελληνικών τυπογραφείων, η έκδοση ελληνικών εφημερίδων κ.ά.
Τέλος παρέχονταν γενική αμνηστία σε όσους συμμετείχαν στην εξέγερση του 1878, ενώ επιτρέπονταν στους Κρήτες η οπλοφορία κατόπιν σχετικής αδείας.
Τέλος σημειώνονταν ότι οι διατάξεις αυτών των μεταρρυθμίσεων υπερίσχυαν όπου συγκρούονταν με άλλες κείμενες διατάξεις (φιρμάνια), ή ακόμα και με άρθρα του συντάγματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.