Δευτέρα, Νοεμβρίου 29, 2021

Γιώργος Γεραλής Έλληνας ποιητής



29 Νοεμβρίου 1996 (25 χρόνια πριν) πέθανε:

Γιώργος Γεραλής Έλληνας ποιητής

Ο Γιώργος Γεραλής (23 Απριλίου 1917 - 29 Νοεμβρίου 1996) ήταν Έλληνας Μικρασιάτης φιλόλογος και ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.
 

Η ζωή του

Γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 23 Απριλίου 1917. Σπούδασε φιλολογία και νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Το 1944 παντρεύτηκε τη Θέα Ανδρεοπούλου. Κόρη του είναι η ηθοποιός Άννα Γεραλή. Είχε συμβολή στη σύνταξη του Μεγάλου Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσης του Δημητρίου Δημητράκου, της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαιδείας του «Πυρσού» και του Ελληνικού Λεξικού των Τεγόπουλου - Φυτράκη (1988). Εργάστηκε επίσης ως συντάκτης σε διάφορες περιοδικές εκδόσεις καθώς και ως διευθυντής σύνταξης και επιμελητής. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Νέα Εστία», «Καλλιτεχνικά νέα», «Ο κύκλος», «Πειραϊκά Γράμματα» κ.ά. Διετέλεσε τμηματάρχης των Σιδηροδρόμων του Ελληνικού Κράτους (όπου είχε διοριστεί το 1942) μέχρι το 1965. Στη συνέχεια ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη φιλολογική επιμέλεια εκδόσεων.

Για πρώτη φορά δημοσιεύτηκε ποίημα του στο περιοδικό «Εβδομάς», το «Μια ψυχή πέταξε». Το 1936 δημοσίευσε στο περιοδικό «Νέα Εστία» το ποίημα «Διαβάτες».

Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές "Κύκνοι στο λυκόφως" (1939), "Λυρικά τοπία" (1950), "Αίθουσα αναμονής" (Κρατικό Βραβείο 1957), "Τα μάτια της Κίρκης" (1961), "Κλειστός κήπος" (1966), "Η ελληνική νύχτα" (1974), καθώς επίσης και την "Ελληνική Μυθολογία" (που αποτελεί μια εξαίρετη ποιητική ανάπλαση των αρχαίων μύθων - 1959. Τελευταία του ποιητική συλλογή ήταν τα "Νέα ποιήματα" (1984).

Επίσης έχει γράψει "Ορθογραφικό λεξικό της Δημοτικής γλώσσας" (1964).

Υπήρξε μέλος της Εθνικής Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, έλαβε μέρος στο Διεθνές Συνέδριο Λογοτεχνίας για Νέους (Μαδρίτη 1964) όπου τιμήθηκε με Έπαινο του Βραβείου Άντερσεν για τη διασκευή της Ιλιάδας.

Του απονεμήθηκαν:
το 2ο Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1958 για τη συλλογή «Αίθουσα αναμονής»,
το 1ο Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1975 για τη συλλογή «Η ελληνική νύχτα»,
το Βραβείο της «Ομάδας των Δώδεκα» (έπαθλο ιδρύματος Χατζηπατέρα) το 1962 για την ποιητική συλλογή «Τα μάτια της Κίρκης»,
το 1986 το Βραβείο του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη για το σύνολο του έργου του.

Κατά τον μελετητή του έργου του Κώστα Φρουζάκη (εφημερίδα «Η Αυγή» 27/11/2011) ο Γιώργος Γεραλής είναι «ποιητής μεταιχμιακός, με το έργο του «πατά» τόσο στη μεσοπολεμική όσο και στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, με τους εκπροσώπους της οποίας μοιράζεται τους υπαρξιακούς προβληματισμούς σε θεματογραφικό επίπεδο … η ποιητική του συλλογή Κύκνοι στο λυκόφως θα γίνει ασμένως δεκτή από τους εκπροσώπους της αθηναϊκής νεοσυμβολιστικής σχολής (Ν. Λαπαθιώτης, Μ. Παπανικολάου). Σε αυτό το «κλίμα» θα παραμείνει πιστός και στα ποιήματά του που θα εκδοθούν μετά (και παρά) την τραγική εμπειρία του πολέμου (Λυρικά τοπία, 1950). Μονάχα στις επόμενες συλλογές του (Αίθουσα αναμονής, 1957, Τα μάτια της Κίρκης, 1961), χωρίς ακόμη να εγκαταλείψει, θεματογραφικά, τα συμβολιστικά χαρακτηριστικά του και τα διδάγματα της παραδοσιακής ποίησης σε επίπεδο μορφολογίας, απομακρύνεται από την ποιητική «καθαρότητα», αφήνοντας το βίωμα να εισβάλλει με βία στη δημιουργία του: ο θάνατος του πατέρα του («πρόγευση μιας ανερμήνευτης αιωνιότητας», όπως έλεγε και ο ίδιος), αλλά και ο έρωτας (η «ανακάλυψη της ζωής»), θα βρεθούν στο επίκεντρο της ποίησής του...

Υπάρχει μία τομή στο έργο του, που συνεπάγεται το πλησίασμα με το έργο ποιητών της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς: Με τα Είδωλα (1964) και τον Κλειστό κήπο (1966) οι δεσμοί με το συμβολιστικό παρελθόν χαλαρώνουν, η γλώσσα και η τεχνική του ανανεώνονται, υιοθετώντας στοιχεία μοντερνιστικά και, για πρώτη φορά, ο χαμηλόφωνος αυτός δημιουργός διευρύνει τη θεματολογία της ποίησής του, εντάσσοντας σε αυτήν στοιχεία κοινωνικής και πολιτικής κριτικής που «πλαταίνουν τον λυρισμό του» (στη συλλογή Η ελληνική νύχτα, 1974). Πρόκειται για ποιήματα γραμμένα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, τα οποία αποτελούν τον δικό του τρόπο αντίδρασης στο χουντικό καθεστώς: «Συλλογιστήκαμε τη νύχτα, αυτό μονάχα, / κι είπαμε η λέξη είναι φωτιά, θα την πούμε τη λέξη, / όμως εκείνοι / την ίδια τη φωτιά αγκαλιάσανε δίχως λέξη να πούνε» («Με τι πρόσωπο»).

Ο Γιώργος Γεραλής μιλούσε γαλλικά και ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών. Πέθανε στις 29 Νοεμβρίου 1996 στην Αθήνα σε ηλικία 79 ετών.

Σπυρίδων Σαμάρας Έλληνας συνθέτης




29 Νοεμβρίου 1861 (160 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Σπυρίδων Σαμάρας Έλληνας συνθέτης

Ο Σπυρίδων - Φιλίσκος Σαμάρας (29 Νοεμβρίου 1861 - 7 Απριλίου 1917) ήταν ένας από τους διαπρεπέστερους Έλληνες συνθέτες και ο κορυφαίος συνθέτης της Επτανησιακής Σχολής. Διακρίθηκε στο χώρο της όπερας.


Η περίοδος 1861-1882

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 17 Νοεμβρίου 1861. Γιος του γεννημένου στη Βιέννη, αλλά με καταγωγή από τη Σιάτιστα, "γραμματέα υποπρόξενου" του Ελληνικού Βασιλικού Προξενείου, Σκαρλάτου Σαμάρα, και της γεννημένης στην Κωνσταντινούπολη Φαννής Ελάου. Πρώτος του δάσκαλος στη μουσική υπήρξε ο επίσης Κερκυραίος μουσουργός Σπυρίδων Ξύνδας, ο οποίος του συνέστησε να συνεχίσει στο Ωδείο Αθηνών, όπου και τελικά ενεγράφη το 1874, παρακολουθώντας συστηματικά μαθήματα από το επόμενο έτος. Δάσκαλοί του ήταν ο Φρειδερίκος Βολωνίνης (βιολί), ο Άγγελος Μασκερόνι και ο Ερρίκος Στανκαμπιάνο (θεωρητικά, ενορχήστρωση και πιάνο).


Η περίοδος 1882-1911

Τον Δεκέμβριο του 1881 έφυγε για ανώτερες σπουδές στο Παρίσι. Σημαντικότερος καθηγητής του στο Κονσερβατουάρ του Παρισιού υπήρξε ο Λεό Ντελίμπ. Στο παρισινό Ωδείο εκτελέστηκαν μερικές συνθέσεις του, όπως η "Κιταράτα", η οποία απέσπασε τα συγχαρητήρια του Σαρλ Γκουνώ.

Στη συνέχεια (γύρω στο 1885) μετακόμισε στην Ιταλία, όπου και ξεκίνησε συστηματικά τη συνθετική του καριέρα. Ωστόσο, διατηρούσε για πολλά χρόνια μόνιμη κατοικία στο Παρίσι. Στις 16 Μαϊου του 1886 ανέβηκε με επιτυχία στο θέατρο Καρκάνο του Μιλάνου η τρίπρακτη όπερα Φλόρα Μιράμπιλις, θριάμβευσε όμως με το ανέβασμά της στη Σκάλα του Μιλάνου το 1887, με πρωταγωνίστρια την Εμμα Καλβέ. Με επιτυχία στέφθηκε και η εκτέλεση της τετράπρακτης όπερας "Μετζέ" το Δεκέμβριο του 1888 στο θέατρο Kostanzi της Ρώμης παρουσία υψηλών προσώπων.

Ο Σαμάρας ποτέ δεν αποξενώθηκε από την Ελλάδα, η φιλόμουση κοινότητα της οποίας παρακολουθούσε με θαυμασμό την ανοδική πορεία του μουσουργού. Έτσι το 1889 ανέβηκε στην Κέρκυρα και κατόπιν στην Αθήνα η "Φλόρα Μιράμπιλις" ως "Θαυμαστή Ανθώ".

Την αποτυχία της όπερας "Λιονέλλα" στη Σκάλα του Μιλάνου το 1891, ήρθε να αποκαταστήσει ο θρίαμβος της όπερας "La Martire" (Η Μάρτυς) που παρουσιάστηκε στη Νάπολη το Μάιο του 1894. Τοτε ακριβώς ο συνθέτης κατατάχθηκε από τους κριτικούς στη σχολή του βερισμού, της οποίας θεωρείται από τους πρωτεργάτες, πλάι στους Λεονκαβάλλο, Μασκάνι και Πουτσίνι.

Ακολούθησαν και άλλες επιτυχημένες όπερες, όπως "Η Δαμασμένη Μαινάδα" (La Furia Damata) το 1895, βασισμένη στο έργο του Σαίξπηρ "Το Ημέρωμα της Στρίγγλας", "Storia d'Amore" 1903 (αργότερα ανεβάστηκε και στη Γερμανία με τον τίτλο La Biontinetta (Η Ξανθούλα) και "Mademoiselle de Belle-Isle", το 1905.

Το 1895 ανατέθηκε από την Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή στον Σαμάρα η σύνθεση ενός Ολυμπιακού Ύμνου με την ευκαιρία της πραγματοποίησης στην Αθήνα των Πρώτων Σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων (Απρίλιος 1896). Μετά την ανάθεση στον Σαμάρα η επιτροπή επέλεξε να μελοποιηθεί το ομότιτλο ποίημα του Κωστή Παλαμά. Ο ύμνος αυτός καθιερώθηκε ως επίσημος Ολυμπιακός Ύμνος μόλις το 1958 στο Τόκυο, δηλαδή εξήντα δύο χρόνια μετά την παγκόσμια «πρώτη» του και σαράντα ένα χρόνια μετά τον θάνατο του συνθέτη του.

Αποκορύφωμα της συνθετικής του καριέρας ήταν το ανέβασμα της τρίπρακτης όπερας "Rhea" (Ρέα) τον Απρίλιο του 1908 στο θέατρο "Verdi" της Φλωρεντίας. Τον Σαμάρα συγχαίρουν για τη μουσική του σημαντικοί Ιταλοί συνθέτες όπως ο Πουτσίνι και ο Μασκάνι, αναδεικνύοντάς τον ως ομότιμό τους. Κατόπιν το έργο ανεβάστηκε στο Βερολίνο, ενώ στην Αθήνα πρωτοπαίχτηκε το 1911.


Η περίοδος 1911-1917

Το 1911 ο Σαμάρας εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Γιώργο Λεωτσάκο (Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό), ο επαναπατρισμός του ίσως συνδέεται με σκέψεις του βασιλιά Γεωργίου του Α΄ να τον κάνει διευθυντή του Ωδείου Αθηνών, κάτι που τελικά δεν τελεσφόρησε. Ένας ακόμη λόγος που τον ανάγκασε να παραμείνει στην Ελλάδα, παρόλο που οι συνθήκες καλλιτεχνικά ήταν αντίξοες, θεωρείται και γάμος του με την πιανίστα Άννα Αντωνοπούλου (1914). Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος φαίνεται ότι εγκλώβισε οριστικά το Σαμάρα στην Ελλάδα. Ο συνθέτης για να επιβιώσει αναγκάστηκε να στραφεί σε ελαφρότερο μελοδραματικό είδος, την οπερέτα, αλλά και να εμπλουτίσει το έντεχνο ελληνόφωνο τραγούδι.

Απεβίωσε στην Αθήνα στις 25 Μαρτίου / 7 Απριλίου 1917, σε ηλικία 56 ετών από τη νόσο του Bright (χρονία νεφρίτις).

σήμερα 29/11 ... Αγίου Φαίδρου μάρτυρος, Αγίου Φιλουμένου

καμπανούλες (φ.Μ.Κυμάκη)
καμπανούλες (φ.Μ.Κυμάκη)

Αγίου Φαίδρου μάρτυρος, Αγίου Φιλουμένου
 
Για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

Κυριακή, Νοεμβρίου 28, 2021

Παύλος Ζάννας Έλληνας συγγραφέας




28 Νοεμβρίου 1929 (92 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Παύλος Ζάννας Έλληνας συγγραφέας

Ο Παύλος A. Ζάννας (Θεσσαλονίκη 1929 – Αθήνα 6 Δεκεμβρίου 1989) ήταν Έλληνας λογοτέχνης, κριτικός του κινηματογράφου, και ιδρυτής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Γεννήθηκε το 1929 στη Θεσσαλονίκη, σε μια οικογένεια με έντονη παράδοση βενιζελική και δημοκρατική. Ο πατέρας του, Αλέξανδρος Zάννας (1892-1963), στενός συνεργάτης και υπουργός του Ελευθερίου Βενιζέλου και φίλος του Νικολάου Πλαστήρα, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ελληνική πολιτική ζωή από την εποχή του Μακεδονικού Αγώνα έως τα χρόνια που ακολούθησαν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μητέρα του, Βιργινία Zάννα (1897-1980), ήταν κόρη της Πηνελόπης Δέλτα και εργάστηκε κοινωνικά στον

Ερυθρό Σταυρό, στον Οδηγισμό, στην X.E.N. και στο κίνημα για τα δικαιώματα της γυναίκας.

Ο Παύλος Ζάννας πραγματοποίησε τις γυμνασιακές

σπουδές στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα, και αποφοίτησε από το Κολλέγιο Αθηνών το 1947. Από το 1947 έως το 1952, σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Ινστιτούτο Ανωτέρων Διεθνών Σπουδών (Institut de Hautes Études Internationales) του Πανεπιστημίου της Γενεύης, απ' όπου έλαβε τον τίτλο του διδάκτορα.

Το 1953 παντρεύτηκε με την πιανίστα Mίνα Zάννα (κόρη του Ανδρέα και της Χριστίνας Πράτσικα, 1932-2013) και απέκτησαν δύο γιους και μία εγγονή. Υπηρέτησε στον Στρατό ως έφεδρος ανθυπολοχαγός διαβιβάσεων (1953-1954). Στο τέλος του 1954 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη και ασχολήθηκε με εμπορικές και βιομηχανικές οικογενειακές επιχειρήσεις.

Από το 1955 ως το 1967 υπήρξε αρχικά μέλος, αργότερα γενικός γραμματέας και αντιπρόεδρος της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας «Tέχνη», με πρόεδρο τον Λίνο Πολίτη. Στο ίδιο αυτό χρονικό διάστημα ίδρυσε και διηύθυνε την Κινηματογραφική Λέσχη της «Tέχνης», όπου παρουσίασε πάνω από 300 ταινίες. Σε πρωτοβουλία του, που υιοθέτησε το Δ.Σ. της «Tέχνης» και η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης (Δ.Ε.Θ.), οφείλεται η δημιουργία του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1960. Πρωτοστάτησε, με άλλους κριτικούς και κινηματογραφιστές, στη δημιουργία της πρώτης Ομοσπονδίας Κινηματογραφικών Λεσχών Ελλάδος, της Ελληνικής Ταινιοθήκης και αργότερα της Ένωσης Κινηματογραφικών Κριτικών Ελλάδος και ήταν μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Ελληνικός Κινηματογράφος (1966-1967). Όλες αυτές οι δραστηριότητες σταμάτησαν την 21η Απριλίου 1967. Ήταν μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Η Tέχνη στη Θεσσαλονίκη (1956-1963), όπου κρατούσε κυρίως τη στήλη της ανυπόγραφης (σύμφωνα με τις αρχές του περιοδικού) κινηματογραφικής κριτικής. Από το 1961 ως το 1964 κάλυπτε, από τη Θεσσαλονίκη, τη στήλη της θεατρικής κριτικής στην εφημερίδα Το Βήμα, κυρίως για τις παραστάσεις, κυρίως του

.Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Ήταν μέλος του Δ.Σ. και της Καλλιτεχνικής Επιτροπής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος από το 1965 ως το 1967.

Το 1965 διορίστηκε, από την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου, γενικός διευθυντής της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης και από τη θέση αυτή οργάνωσε, το 1966, το πρώτο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη, που δεν επέζησε στα χρόνια της δικτατορίας. Η δικτατορία, άλλωστε, της 21ης Απριλίου 1967 τον απέλυσε από τη θέση του στη Δ.E.Θ., αλλά και πρότεινε τον επαναδιορισμό του, τον οποίον εκείνος αρνήθηκε. Συνελήφθη το 1968 για τη συμμετοχή του στην αντιστασιακή οργάνωση «Δημοκρατική Άμυνα» και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 10½ ετών, μαζί με τους Στ. Nέστορα, Γ. Σιπητάνο, Σ. Δέδε, A. Μαλτσίδη και K. Πύρζα. Αφέθηκε ελεύθερος στις αρχές του 1972, «λόγω ανηκέστου βλάβης» της υγείας του, και από τότε εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στη διάρκεια της φυλάκισής του είχε αρχίσει να μεταφράζει το πολύτομο μυθιστόρημα του Μαρσέλ Προυστ Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, εργασία που συνέχισε έως τον θάνατό του. Η μεταφραστική του αυτή εργασία βραβεύτηκε το 1974 με το ετήσιο βραβείο του Ιδρύματος Hautvillers, στο Παρίσι, για την πιο αξιόλογη μετάφραση γαλλικού λογοτεχνικού έργου.

Ήταν μέλος της συντακτικής επιτροπής και τακτικός του συνεργάτης του περιοδικού Η Συνέχεια το 1973, χωρίς να αναφέρεται το όνομά του, γιατί η ιδιότητα αυτή ήταν ασυμβίβαστη με την καταδίκη του, σύμφωνα με νόμο της δικτατορίας Στη Μεταπολίτευση ανέλαβε τη Διεύθυνση Ραδιοφωνίας του EIPT, με γενικό διευθυντή τον Tάκη Χορν, θέση από την οποία παραιτήθηκε ύστερα από τις εκλογές του 1974.

Υπήρξε επίσης ιδρυτικό μέλος και πρώτος πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (1976)· ιδρυτικό μέλος, γενικός γραμματέας και αργότερα πρόεδρος του ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Αμνηστείας (1976-1984)· ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Σημειωτικής Εταιρείας (1978) και της Εταιρείας Συγγραφέων (1982)· μέλος του Δ.Σ. της Εταιρείας Συγγραφέων (1982-1984) και πρόεδρος από τον Ιούνιο 1986 ως το θάνατό του· μέλος του Δ.Σ. του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (1987)· και μέλος του Δ.Σ. της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας της Σχολής Μωραΐτη ως τον θάνατό του.

Από το Νοέμβριο 1981 ως το Mάρτιο 1986, όταν παραιτήθηκε, για να ασχοληθεί πιο συστηματικά με το συγγραφικό του έργο, ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Ελληνικού Kέντρου Κινηματογράφου, και εκπροσώπησε την Ελλάδα στην επιτροπή εμπειρογνωμόνων για θέματα κινηματογράφου του Συμβουλίου της Ευρώπης. Τέλος, ήταν ιδρυτικό μέλος του Kέντρου Λογοτεχνικής Μετάφρασης του Γαλλικού Ινστιτούτου της Αθήνας (1986) και μέλος της κριτικής επιτροπής του Διεθνούς Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Βερολίνου (1988).

Το 1978 άρχισε να επιμελείται την έκδοση του αρχείου της γιαγιάς του Π. Σ. Δέλτα.

Άρθρα του κινηματογραφικής, θεατρικής και κυρίως λογοτεχνικής κριτικής και δοκίμια έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες Το Βήμα, Η Αυγή, Η Καθημερινή, στους συλλογικούς τόμους Nέα Κείμενα (1971), Mάριος Xάκκας - Κριτική θεώρηση του έργου του (1979) και Η μεταπολεμική πεζογραφία (1988), και στα περιοδικά Η Tέχνη στη Θεσσαλονίκη, Εποχές, Η Συνέχεια, Ο Πολίτης, Αντί, Πρίσμα, Ελληνικά, Χρονικό, Διαβάζω, Η Λέξη, Το Δέντρο, Πόρφυρας κ.ά. Είχε συμμετάσχει σε πολλά συνέδρια, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, και έχει δώσει πολλές διαλέξεις και δημόσια μαθήματα.

Πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 6 Δεκεμβρίου 1989.

Δημήτριος Φιλιππότης Έλληνας γλύπτης





28 Νοεμβρίου 1919 (102 χρόνια πριν) πέθανε:

Δημήτριος Φιλιππότης Έλληνας γλύπτης

Ο Δημήτριος Ζ. Φιλιππότης (Πύργος Τήνου, 1839 – Αθήνα, 28 Νοεμβρίου 1919) ήταν Έλληνας γλύπτης.




Ο Ξυλοθραύστης

Γεννήθηκε στον Πύργο Τήνου και ήταν γιος του Ζαχαρία Φιλιππότη, γνωστού μαρμαρογλύπτη και εμπειρικού αρχιτέκτονα, ο οποίος είχε κατασκευάσει και αρκετούς ναούς μεταξύ των οποίων την Μονή Αγίου Παύλου στο Άγιο Όρος, στην ανέγερση της οποίας συμμετείχε όταν έφτασε στα δεκατρία του και ο Δημήτριος).

Ο Φιλιππότης πήρε τα πρώτα πρακτικά μαθήματα γλυπτικής κοντά στον πατέρα του και στη συνέχεια πραγματοποίησε κανονικές σπουδές γλυπτικής στην Ρώμη ως μαθητής των Έμιλ Βολφ και Καρλ Φος.Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, εργάστηκε κυρίως στην Αθήνα συμβάλλοντας σημαντικά στην προαγωγή της τέχνης του στην Ελλάδα. Ως καλλιτέχνης ήταν παραγωγικός. Ήταν δε ο πρώτος που εισήγαγε μία πιο ανάλαφρη θεματογραφία στη γλυπτική, που μέχρι τότε ήταν προσκολλημένη στον κλασικισμό. Έτσι δημιούργησε έργα που απεικονίζουν θέματα της καθημερινής ζωής απλών ανθρώπων.

Πολλά γλυπτά του κοσμούν δημόσιους χώρους της πρωτεύουσας: το Παιδί με σταφύλια στην Πλατεία Συντάγματος, ο Ξυλοθραύστης και ο Μικρός ψαράς στο Ζάππειο, ο Θεριστής, η Οπωροπώλις και η Άρτεμις με σκύλο στον κήπο του ΚΑΤ στην Κηφισιά, τα δύο επιβλητικά λιοντάρια στην σκάλα της Βίλας Καζούλη στην Κηφισιά, κ.ά. Έργα του επίσης βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη, στο Δημοτικό Βρεφοκομείο, στην Δημοτική Πινακοθήκη Αθηνών, στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών (ταφικό μνημείο οικογένειας Κούππα, Αβέρωφ), στο Νεκροταφείο Πειραιώς, στην γενέτειρά του την Τήνο (Μουσείο Νεοελληνικής Γλυπτικής), καθώς και σε πλατείες, ναούς και νεκροταφεία άλλων πόλεων.

Χαρακτηριστικά αναφέρει ο Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς:

Ἀποβλέψατε πρὸς μόνον τὸν "Ξυλοθραύστην" τοῦ Τηνίου γλύπτου τοῦ ἐγγηράσαντος ἐν τῇ τέχνῃ, πλὴν στιβαροῦ ἒτι καὶ μὲ κατατομὴν γλύπτου τῆς Ἰταλικῆς Ἀναγεννήσεως, Φιλιππότου ἐν τῷ ἐπί τῆς λεωφόρου Πατησίων μικρῶ αὐτοῦ ἐργαστηρίῳ καὶ θέλετε καταπλαγῇ πρὸ τῇς ἐκτελέσεως. Νομίζεται ὃτι εὑρίσκεσθε πρὸ ἒργου Μυρωνείου, ἢ τινος μαθητοῦ τοῦ Σκόπα ἢ τοῦ Πυθαγόρα! Τοιαὐτη ἡ δύναμις ἡ ζωὴ τὸ μένος τὸ ἐμφυσηθὲν εἰς τὰς ἐκ μαρμάρου σάρκας τοῦ τὰ ἂριστα ἀττικὰ ἐφήβων γλυπτὰ ἀναπολοῦντες μείρακος ξυλοθραὐστου. Δι᾿ ἐμὲ τουλάχιστον ὁσάκις διερχόμενος θεῶμαι καὶ σύννους ἀτενίζω τὸ ἒξοχον τοῦτο ἒργον, οὐδὲν ὑπάρχει τὸ ἀσθενές, τὸ μειονεκτοῦν, τὸ ἐλασσούμενον. Τὸ πᾶν εἶνε εἰς τὴν θέσιν του. Ὃλα εἶνε θαυμαστῶς ἐξειργασμένα, μετ᾿ αὐστηρότητος ἀπαραμίλλου καὶ ὃλως ἀρχαΐκῆς. Ἀλλ᾿ ἐκτὸς τοῦ «Ξυλοθραύστου» πλεῖστα ἂλλα ἀξιοθαύμαστα ἒγλειψεν ὁ τήνιος καλλιτέχνης, οἷον τὸν «Ψαρρᾶν» τὸ θελκτικώτατον ἐν καδίσκῳ «λουόμενον νήπιον», πρὸς δὲ τοσαῦτα ἐν τῷ Νεκροταφεὶῳ γλυπτικὰ μνημεῖα καὶ προτομὰς ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, ἰδίᾳ μἰαν τὴν τῆς μεταστάσης λαοφιλήτου βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας, πάντας μαρτυροῦντα τεχνίτην πρώτης δυνάμεως καὶ κλασικῆς, τολμῶμεν νὰ εἲπωμεν, τεχνοτροπίας. Πλὴν δυστυχῶς ἡ ἀφιλόστοργος καὶ ἂδικος ἑλληνική Πολιτεία οὐδέποτε τοιούτῳ περιφανεῖ ἀνδριαντοποιῷ δήμοσίον τι μνημεῖον ἀνέθετο, μόνον δ᾿ ἐσχάτως αἱ Πάτραι ἀναγνωρίσασαι τὴν ἀρετὴν τοῦ ἀνδρὀς ἐνεπιστεύθησαν τῷ Φιλιππότῃ τὴν τῆς προτομῆς τοῦ γλυκυτάτου ψάλτη τῆς «Γαλατείας» ἐκτέλεσιν. Μικρότατον τὸ ἒργον ἀλλ᾿ ὁπωσοῦν ἱκανοποιοῦν πως τὴν τετραυματισμένην φιλοτιμία τοῦ ἐξόχου γλύπτου!

Το 1908 τιμήθηκε με το Σταυρό του Σωτήρος ενώ το 1915 έλαβε το Μετάλλιο Γραμμάτων και Τεχνών. Πέθανε στις 28 Νοεμβρίου του 1919 στην Αθήνα.

Γιώργος Φούντας Έλληνας ηθοποιός




28 Νοεμβρίου 2010 (11 χρόνια πριν) πέθανε:

Γιώργος Φούντας Έλληνας ηθοποιός

Ο Γιώργος Φούντας ( 3 Ιουνίου -1924 - 28 Νοεμβρίου 2010) ήταν 'Ελληνας ηθοποιός από τους σημαντικότερους του κινηματογράφου, θεάτρου και της τηλεόρασης, γνωστός εκτός άλλων και για τον ρόλο του στην ταινία Στέλλα (1955) του Μιχάλη Κακογιάννη. Συμμετείχε σε πολλές ακόμη διακεκριμένες ταινίες των δεκαετιών του 1950 και 1960, μεταξύ των οποίων οι Μαγική Πόλη (1954), Το κορίτσι με τα μαύρα (1956), Ποτέ την Κυριακή (1960) και Τα Κόκκινα Φανάρια (1963), ενώ εμφανίστηκε και στις ξένες παραγωγές Αμέρικα, Αμέρικα (1963) και Αλέξης Ζορμπάς (1964). Η σημαντικότερη στιγμή του στην τηλεόραση είναι ο ρόλος του στην σειρά Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται (1975-1976).

Ο Γιώργος Φούντας γεννήθηκε το 1924 στο Μαυρολιθάρι Φωκίδας, Πατέρας του ο Ευθύμιος Φούντας (Καμαράκης) και μητέρα του η Αγγελική το γένος Καδδά σε μια οικογένεια με πέντε αδέρφια τον Παναγιώτη την Μαργαρίτα την Ευφρωσύνη την Λουκία και τον Σωτήρη. Ενώ ήταν ακόμη μικρός, εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα και συγκεκριμένα στη Ριζούπολη. Τελειώνοντας το Δημοτικό, άρχισε να εργάζεται στο γαλατάδικο του πατέρα του στου Ψυρρή.

Το 1944, ο Φούντας εμφανίστηκε στην ταινία Χειροκροτήματα του Γιώργου Τζαβέλλα, που θεωρείται η σημαντικότερη ταινία που γυρίστηκε κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Στη συνέχεια, σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, όπου μαθήτευσε κοντά στον Αιμίλιο Βεάκη, ενώ παράλληλα ασχολούνταν με το ποδόσφαιρο, ως παίκτης της αναπληρωματικής ομάδας της ΑΕΚ. Πάντα σε μικρή ηλικία, ασχολήθηκε επίσης (ερασιτεχνικά) με τη σφαίρα, το δίσκο και την πυγμαχία. Στο θέατρο εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην παράσταση Νυφιάτικο τραγούδι του Νότη Περγιάλη.

Σταδιακά, άρχισε να εμφανίζεται όλο και περισσότερο σε κινηματογραφικές ταινίες, όπως η Καταδρομή στο Αιγαίο (1946) του Μ. Καραγάτση και Νεκρή πολιτεία (1951) του Φρίξου Ηλιάδη. Το 1954 πρωταγωνίστησε στην πρώτη ταινία του Νίκου Κούνδουρου, Μαγική πόλη, μέσω της οποίας έγινε ευρύτερα γνωστός.

Το 1955, ο Φούντας εμφανίστηκε στη Στέλλα, σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη. Στην ταινία αυτή περιέχεται μια από τις πλέον εμβληματικές σκηνές του ελληνικού κινηματογράφου, κατά την οποία ακούγεται η ατάκα «Φύγε Στέλλα, κρατάω μαχαίρι!». Η Στέλλα προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση σε διεθνές επίπεδο, ιδιαίτερα για την ερμηνεία της Μελίνας Μερκούρη, και προτάθηκε για το Χρυσό Φοίνικα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών

και βραβεύτηκε με Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.[7] Ο Φούντας ξανασυνεργάστηκε με τον Κακογιάννη λίγο αργότερα, για το Κορίτσι με τα μαύρα (1956).

Την περίοδο 1960-1964, ο Φούντας εμφανίστηκε σε πολλές ταινίες που έτυχαν διεθνούς προβολής. Το 1960 συμμετείχε στο Ποτέ την Κυριακή (1960) του Ζυλ Ντασέν, πλάι και πάλι στη Μερκούρη. Η ξενόγλωσση ταινία «Ποτέ την Κυριακή», του άνοιξε το δρόμο για διεθνή καριέρα και τον έκανε γνωστό και στο εξωτερικό. Η ερμηνεία του ηθοποιού άρεσε τόσο στους ξένους παραγωγούς που, όταν ο Σον Κόνερι αποφάσισε να σταματήσει να ενσαρκώνει τον Τζέιμς Μποντ, εκείνοι πρότειναν στον Φούντα να τον αντικαταστήσει. Η πρόταση, την οποία άλλοι ηθοποιοί ονειρεύονταν, άφησε σχεδόν αδιάφορο τον Φούντα και αρχικά σκέφτηκε να την απορρίψει. Ο Φιλοποίμην Φίνος, μέσω της εταιρίας του οποίου είχε γίνει η πρόταση, τον έπεισε τελικά να δεχτεί και να κάνει τα απαραίτητα δοκιμαστικά. Στο τέλος της οντισιόν είχαν απομείνει ο Φούντας και ο Τζορτζ Λέιζενμπι. Ο Έλληνας ηθοποιός έχασε την τελευταία στιγμή τον ρόλο του πιο διάσημου κινηματογραφικού πράκτορα, επειδή δήλωσε στους παραγωγούς ότι δεν θα προλάβαινε να μάθει αγγλικά μέχρι να ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Ήταν μια εποχή στην οποία κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ότι ο Τζέιμς Μποντ θα άντεχε για δεκαετίες. Στη συνέχεια επικράτησε ο πρωταγωνιστής να είναι πάντα Βρετανός, όμως στις αρχές της δεκαετίας του ’60 δεν ίσχυε ακόμα αυτός ο άγραφος κανόνας. Το 1963 έπαιξε σε δύο ταινίες που συμμετείχαν στα 36α Βραβεία Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Η μία ήταν τα Κόκκινα φανάρια (1963), σε σκηνοθεσία του Βασίλη Γεωργιάδη, η οποία θεωρείται μία από τις χαρακτηριστικότερες ερμηνείες του Φούντα, και άλλη το Αμέρικα, Αμέρικα του Ελία Καζάν. Το 1964, ο Φούντας συνεργάστηκε ξανά με τον Κακογιάννη, για το βραβευμένο Αλέξης Ζορμπάς.

Επόμενες σημαντικές στιγμές του Φούντα ήταν οι Με τη λάμψη στα μάτια (1966) και

Πυρετός στην άσφαλτο (1967), των Πάνου Γλυκοφρύδη και Ντίνου Δημόπουλου αντίστοιχα. Για τις ερμηνείες του στις ταινίες αυτές, τιμήθηκε με Βραβεία Α' Ανδρικού Ρόλου στο έβδομο και όγδοο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Από το 1970 και έπειτα, η παρουσία του Γιώργου Φούντα στον κινηματογράφο άρχισε να μειώνεται. Το 1973 έκανε την πρώτη του εμφάνιση στην τηλεόραση, για τη σειρά Κατοχή, που προβαλλόταν στην ΥΕΝΕΔ. Δύο χρόνια αργότερα, έλαβε βασικό ρόλο στη σειρά Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται. Η τελευταία του ταινία ήταν το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ της Βίκυ Πεζίρη, Οι λεβέντες της θάλασσας (1997).


Προσωπική ζωή

Ο Γιώργος Φούντας παντρευτηκε δύο φορές. Το 1947 με την Ελένη Επισκόπου, με την οποία απέκτησε έναν γιο τον Θύμιο (1952) και μια κόρη την Τζέλλα (1950). Δεύτερη σύζυγος από το 1964 ήταν η Χρυσούλα Ζωκα , με την οποία απέκτησε ακόμη έναν γιο τον Παναγιώτη .

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Φούντας έπασχε από τη νόσο Αλτσχάιμερ. Πέθανε ηλικία 86 ετών στις 28 Νοεμβρίου 2010 και ετάφη στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών.

Ήταν υποστηρικτής του Παναθηναϊκού.

Λορέντζος Μαβίλης Έλληνας ποιητής



28 Νοεμβρίου 1912 (109 χρόνια πριν) πέθανε:

Λορέντζος Μαβίλης Έλληνας ποιητής

Ο Λορέντζος Μαβίλης (Ιθάκη, 6 Σεπτεμβρίου 1860 - 28 Νοεμβρίου 1912) ήταν Ελληνοϊσπανός λυρικός ποιητής, και συνθέτης σκακιστικών προβλημάτων. Ο Μαβίλης σκοτώθηκε κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Θεωρείται ο μεγαλύτερος σονετογράφος της Ελλάδας

Ο Λορέντζος Μαβίλης γεννήθηκε το 1860 στην Ιθάκη, έχοντας όμως ισπανική καταγωγή. Ο παππούς του, εκ πατρός, ήταν πρόξενος της Ισπανίας στην Κέρκυρα, στην οποία η οικογένειά του είχε εγκατασταθεί. Μάλιστα εκεί πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Η μητέρα του ήταν Ελληνικής καταγωγής. Εξωτερικά, ο Μαβίλης ήταν μεγαλόσωμος με γαλανά μάτια και ξανθά μαλλιά.

Το 1880 αποφάσισε να πάει στην Γερμανία για να σπουδάσει φιλολογία και φιλοσοφία. Οι σπουδές του συνεχίστηκαν επί δεκατέσσερα χρόνια και μάλιστα επηρεάστηκε από τις θεωρίες του Νίτσε, την "Κριτική του Καθαρού Λόγου" του ορθολογικού Ιμμάνουελ Καντ και από την "Βουλησιαρχία" του απαισιόδοξου Αρθούρου Σοπενχάουερ. Ακόμα ασχολήθηκε με τα σανσκριτικά φιλοσοφικά κείμενα και μετέφρασε αποσπάσματα από το ινδικό έπος Μαχαμπχαράτα. Κατά την παραμονή του στη Γερμανία ασχολήθηκε με την σύνθεση λυρικών ποιημάτων (κυρίως σονέτων), και σκακιστικών προβλημάτων που δημοσιεύτηκαν σε γερμανικά έντυπα.

Το 1887 συμμετείχε στο τουρνουά της Φρανκφούρτης. Δύο χρόνια αργότερα ( 1889 ) έλαβε μέρος στο σκακιστικό τουρνουά της πρωτεύουσας της νότιας Σιλεσίας, Βρότσλαβ (Breslau), με το όνομα Sillibam. Το 1896 ο Μαβίλης συμμετείχε στην επανάσταση της Κρήτης, πολεμώντας μαζί με τους αντάρτες στα κρητικά βουνά. Και το 1897 κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο συγκέντρωσε εβδομήντα Κερκυραίους εθελοντές και πήγαν να πολεμήσουν στην Ήπειρο, όπου και τραυματίστηκε στο χέρι. Τα έξοδα της εκστρατείας των εθελοντών τα κάλυπτε ο ίδιος.

Το 1909 γίνεται ο ενθουσιώδης κήρυκας του ξεσηκωμού και το 1910 εκλέγεται ως βουλευτής της Κέρκυρας. Το 1911 υπερασπίζοντας τη δημοτική γλώσσα ως αντιπρόσωπος και μέλος της Αναθεωρητικής Συνέλευσης της Κέρκυρας μέσα στην Ελληνική Βουλή είπε απευθυνόμενος στους καθαρευουσιάνους: "Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει. Υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι, και υπάρχουσι πολλοί χυδαίοι άνθρωποι ομιλούντες την καθαρεύουσαν". ("Εφημερίς των συζητήσεων της Βουλής", Β' Αναθεωρητική Βουλή, 1911, σελ. 689, συνεδρίασις 36).
Θάνατος

Στις 28 Νοεμβρίου του 1912 γίνεται επικεφαλής του λόχου των εθελοντών Γαριβαλδινών και την επόμενη μέρα (29 Νοεμβρίου 1912) σκοτώνεται στη Μάχη του Όρους Δρίσκου κοντά στα Ιωάννινα κατά τον Πρώτο Βαλκανικό πόλεμο. Λέγεται ότι διατηρούσε ερωτικό δεσμό με την ποιήτρια Μυρτιώτισσα - κατά κόσμον Θεώνη Δρακοπούλου - (1885-1968), η οποία υπηρέτησε την ερωτική ποίηση και το ποίημά της "Τι άλλο καλέ μου" (1925) είναι αφιερωμένο στη μνήμη του. Ως φόρο τιμής στο συνολικό έργο του Μαβίλη η κεντρική πλατεία της γενέτειράς του, Ιθάκης, έχει πάρει το ονομά του.

Εμμανουήλ Ξάνθος Έλληνας αγωνιστής




28 Νοεμβρίου 1852 (169 χρόνια πριν) πέθανε:

Εμμανουήλ Ξάνθος Έλληνας αγωνιστής

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος (Πάτμος, 1772 – Αθήνα, 28 Νοεμβρίου 1851) ήταν Έλληνας γραμματικός, έμπορος και επαναστάτης. Υπήρξε ο εμπνευστής και ένας από τους τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας μαζί με τον Νικόλαο Σκουφά και με τον Αθανάσιο Τσακάλωφ. Η προσφορά του στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, θεωρείται υψίστης σημασίας και θεωρείται ανεκτίμητη.


Η Φιλική Εταιρία

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος γεννήθηκε το 1772 και έζησε αρχικά στη Σμύρνη και έπειτα στην Ιταλία και συγκεκριμένα στην Τεργέστη, όπου και δούλεψε ως υπάλληλος σε εμπορική επιχείρηση. Το 1810 εγκαταστάθηκε στην Οδησσό, και αφού δούλεψε ως γραμματικός του εμπόρου Βασιλείου Ξένη, το 1812 γνωρίζεται στην

Κωνσταντινούπολη με δύο εμπόρους από τα Ιωάννινα. Το 1814, αποφασίζουν να δημιουργήσουν δική τους εμπορική εταιρεία. Κατά το 1813, πραγματοποιεί εμπορικά ταξίδια στην Πρέβεζα, στα Ιωάννινα και στη Λευκάδα. Υπήρξε ελευθεροτέκτονας.

Επιστρέφοντας στην Οδησσό, ανακοινώνει στους Αθανάσιο Τσακάλωφ και Νικόλαο Σκουφά τις ιδέες του και με τον τρόπο αυτό, ιδρύεται η Φιλική Εταιρεία το 1814. Ο Ξάνθος αναλαμβάνει καθήκοντα ταμία και γραμματέα, ενώ παράλληλα χρησιμοποιείται ως σύνδεσμος με τα άλλα ηγετικά μέλη, όπως τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο. Είχε το ψευδώνυμο «Θεοδωρίδης».

Άγαλμα του Εμμανουήλ Ξανθού στη Πάτμο

Το 1819 ο Ξάνθος μεταβαίνει στη Ρωσία, με σκοπό να προτείνει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας στον Ιωάννη Καποδίστρια, πρόσωπο που οι τρεις ιδρυτές οραματίζονταν ως την «Ανωτάτη Αρχή». Φτάνει τον Ιανουάριο του 1820 στην

Αγία Πετρούπολη, όπου και συναντά την άρνηση του Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία, ο οποίος, γνωρίζοντας τις δυσμενείς συνθήκες που επικρατούσαν στην Ευρώπη έναντι των φιλελευθέρων και εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων των λαών και υπολογίζοντας τις συνέπειες μιας λαϊκής εξέγερσης, προσπάθησε να πείσει τον Ξάνθο για την ανάγκη να αναβληθούν οι επαναστατικές ενέργειες, ωσότου έρθουν πιο κατάλληλες περιστάσεις που θα ευνοήσουν την απόπειρα αυτή. Έτσι, ο Ξάνθος προτείνει την αρχηγία της Εταιρείας στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, πρόσωπο που έχαιρε της εκτίμησης των συμπατριωτών του και που, ως υπασπιστής του τσάρου, θα μπορούσε ίσως να επηρεάσει θετικά τη στάση της Ρωσίας για πιθανή επανάσταση στον ελλαδικό χώρο, ο οποίος και δέχεται. Από εκείνη τη στιγμή, ο Εμμανουήλ Ξάνθος διατηρεί στενή συνεργασία με τον Υψηλάντη και γίνονται προσπάθειες για το συντονισμό του έργου στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες.

Μετά το τέλος της επαναστάσεως στην περιοχή της Μολδοβλαχίας, ο Ξάνθος μεταβαίνει στην Ιταλία και συνεχίζει προς την Πελοπόννησο, η οποία είχε ήδη επαναστατήσει. Στην περιοχή αυτή θα μείνει ως το 1826, οπότε και φεύγει για την Αυστρία, προκειμένου να οργανώσει την απόδραση από το Μουγκάτς του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Η επιχείρηση απέτυχε και αναγκάστηκε να φύγει για τη Βλαχία. Άγνωστος παραμένει εκεί ως το 1837, οπότε και παίρνει την απόφαση να επιστρέψει στην Ελλάδα. Δυο χρόνια αργότερα, διορίζεται σε διοικητική θέση στην Ύδρα κι αργότερα στο Ελεγκτικό Συνέδριο, απολύθηκε όμως ύστερα από λίγο καιρό. Έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του σε πλήρη ανέχεια, μάταια αποζητώντας από το Δημόσιο σύνταξη, ή έστω ένα ελάχιστο βοήθημα. Απεβίωσε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 1851.
Η εναντίον του πολεμικήΕπεξεργασία

Σχετικά με την πολεμική που ασκήθηκε εναντίον του, από τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο και τον Ιωάννη Φιλήμωνα γεννηθηκε στις 12 Μαϊου 1779 μέσω της εφημερίδας του «Αιών» ήδη από το 1834 και κράτησε μέχρι το θάνατό του, αντλούμε σημαντικά στοιχεία από το ημερολόγιο του

Κωνσταντίνου Μπέλλιου και από το βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη «Εμμανουήλ Ξάνθος, Ο Φιλικός».
Τα ιστορικά κείμενα του Ξάνθου

Προηγουμένως, το 1845, ο Ξάνθος είχε δημοσιεύσει τα «Απομνημονεύματά» του, τα οποία αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για την ιστορία της Φιλικής Εταιρείας, καθώς κανείς από τους άλλους δυο πρωτεργάτες, ο Νικόλαος Σκουφάς και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, δεν έτυχε να αφήσουν παραπλήσιας μορφής κείμενο.Επίσης είχε συντάξει την Έκθεση ανωνύμου τινός αφορώσα τας αρχάς και τας αποστολάς της Εταιρείας μέχρι της εποχής του Αλέξ. Υψηλάντη και για την οποία πληροφορούμαστε από τον Αθανάσιο Χριστόπουλο στα Πολιτικά Παράλληλα, Παρίσι 1833. Μνεία αυτής κάνει και ο Ιώάννης Φιλήμων. Επίσης συνέταξε Υπόμνημα, αυτόγραφο του υπάρχει στο τμήμα χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος. Επίσης, μια Απολογία-κι αυτή στην Εθνική Βιβλιοθήκη-για την οποία πρωτομιλάει ο Τάκης Κανδηλώρος στην εργασία του για τη Φιλική Εταιρεία το 1926. Η Έκθεση και το Υπόμνημα είναι σύντομες αφηγήσεις, όπου ανώνυμα γράφει σε τρίτο πρόσωπο για την ίδρυση και την πρόοδο της Φιλικής Εταιρείας έως την ανάθεση της αρχηγίας στον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Η Απολογία είναι η απάντηση στο Δοκίμιο περί Φιλικής Εταιρείας του Ιωάννη Φιλήμωνος και η απόπειρα αναίρεσης των όσων λανθασμένων έγραψε ο ιστοριογράφος.

Γεώργιος Βενδότης Έλληνας συγγραφέας



28 Νοεμβρίου 1795 (226 χρόνια πριν) πέθανε:

Γεώργιος Βενδότης Έλληνας συγγραφέας

Ο Γεώργιος Βενδότης ή Βεντότης (Ζάκυνθος 1757 - Βιέννη 28 Νοεμβρίου 1795) ήταν Έλληνας μεταφραστής, συγγραφέας, επιμελητής εκδόσεων και τυπογράφος, από τους πρωτοπόρους της νεοελληνικής τυπογραφίας.

Το «Λεξικό», ελληνογαλλικό, που εξέδωσε ο Βεντότης το 1804 στη Βιέννη


Ο Γεώργιος Βεντότης γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1757. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του μετέβη στη Βενετία με στόχο ίσως να συνεχίσει τις σπουδές του σε ανώτερο επίπεδο στο Πανεπιστήμιο της κοντινής Πάδοβας.[4]

Στη Βενετία έμαθε ιταλικά, γαλλικά, αγγλικά και λατινικά. Το 1777, σε ηλικία 20 ετών, άρχισε να εργάζεται στο τυπογραφείο του Νικόλαου Γλυκύ ως διορθωτής , και μεταφραστής ξενόγλωσσων βιβλίων. Για τον εκδοτικό οίκο του Γλυκύ μετέφρασε δύο μελέτες του Γάλλου γιατρού Αντρέ Τισσό, (André Tissot) το Αυνανισμού επιτομή. Ήτις περιγράφει τα διάφορα πάθη όπου γεννώνται από τας ασελγείς ηδονάς και μάλιστα από την επάρατον πράξιν της μαλακίας (Βενετία 1777) και το δίτομο το «Νουθεσία εις τον λαόν εις διαφύλαξιν της σωματικής υγείας» (Βενετία 1780).[5]

Το 1780 αναχώρησε για τη Βουδαπέστη, όπου εργάστηκε για ένα σχετικά σύντομο διάστημα ως οικοδιδάσκαλος για τους γόνους εύπορων Ελλήνων της εκεί παροικίας. Σύμφωνα ωστόσομε τον Γεώργιο Ζαβίρα «παραίτησε διά τινάς λογοτριβάς το διδασκαλικόν επάγγελμα».

Το 1781 εγκαταστάθηκε οριστικά στη Βιέννη, όπου γρήγορα γνώρισε πολλά μέλη της εκεί ελληνικής εμπορικής παροικίας και συνδέθηκε φιλικά με τον λόγιο Πολυζώη Λαμπανιτζιώτη. Η καίρια συμβολή του Βεντότη στην ανάπτυξη της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής της Βιέννης αρχίζει με τη συνεργασία του με τον Γιόζεφ Μπάουμαϊστερ (Josef Anton Ignaz von Baumeister, 1750-1819), σημαντικό τυπογράφο-εκδότη. Στο τυπογραφείο του Μπάουμαϊστερ θα εργαστούν αργότερα και οι αδελφοί Μαρκίδες Πούλιου.

Ο Βεντότης συνεργάστηκε με τον Μπάουμαϊστερ ως διορθωτής, επιμελητής και μεταφραστής κειμένων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μετέφρασε τον Ινδόν φιλόσοφον ή μέθοδος του ευτυχώς ζην εις την κοινότητα (1782) του Τσέστερφηλντ –το πρώτο ελληνικό βιβλίο που εξέδωσε ο Μπάουμάιστερ- το Πάπας τί εστί του Άιμπελ (1782), το Κατήχησις του επισκόπου Μόσχας Πλάτωνα (1783) και την Ηθική ιστορία του Βελισσάριου του Μαρμοντέλ (1783).

Ιδιαίτερα σημαντική και χαρακτηριστική για τη γόνιμη συνεργασία του Βεντότη με τον Μπάουμαϊστερ υπήρξε η προσπάθειά τους το 1784 να εκδώσουν μια ελληνική εφημερίδα. Το ειδησεογραφικό αυτό έντυπο ονομάστηκε «Ταχυδρόμος της Βιέννης». Ωστόσο δεν κυκλοφόρησαν παρά δύο μόνο φύλλα: το πρώτο στις 28 Ιουνίου / 9 Ιουλίου και το δεύτερο στις 5/16 Ιουλίου του 1784. Οι αυστριακές αρχές, ικανοποιώντας τις απαιτήσεις της Υψηλής Πύλης, η οποία είχε πληροφορηθεί την έκδοση πριν να κυκλοφορήσει το πρώτο φύλλο, διέταξαν τη διακοπή της έκδοσης του «Ταχυδρόμου».[6]

Η έκδοση ελληνικής εφημερίδας δείχνει την ικανότητα του Βεντότη να κατανοεί τις νέες τάσεις και αναζητήσεις του ελληνισμού της εποχής του. Η ανάγκη για περιοδικό τύπο εκδηλώνεται έντονα στην ελληνική κοινωνία από τη δεκαετία του 1780 και εξής και εντάσσεται μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της διαδικασίας διαμόρφωσης μίας αστικής δημοσιότητας. Η ανάδυση νέων κοινωνικών ομάδων – η εκκολαπτόμενη αστική τάξη-, οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί που προκύπτουν, η διεκδίκηση της εξουσίας, η διάθεση των νέων ομάδων να ασκήσουν κριτική στις υφιστάμενες ηγετικές ομάδες, το άνοιγμα προς τη Δύση και η ανάγκη για συστηματική πληροφόρηση και διάλογο, είναι οι παράγοντες που θέτουν σε εκκίνηση τις διαδικασίες διαμόρφωσης μιας δημόσιας σφαίρας. Ο περιοδικός τύπος, ως κατεξοχήν μέσο για πληροφόρηση, δημόσια έκφραση, διάλογο και κριτική, αρχίζει να προσελκύει το ενδιαφέρον των τυπογράφων/εκδοτών ελληνικών εντύπων.

Ο Βεντότης, εκτός από την έκδοση ελληνικής εφημερίδας, ανέλαβε και άλλα πρωτοποριακά εγχειρήματα, όπως την έκδοση ελληνικών καλενδαρίων (τυπωμένων ημερολογίων), από τα οποία το πρώτο φαίνεται να εκδόθηκε το 1789. Στην ελληνική βιβλιοπαραγωγή της Βιέννης προστίθενται λοιπόν χάρη στις πρωτοβουλίες του δύο νέα είδη (εφημερίδες, καλενδάρια), τα οποία ικανοποιούν καινούριες, νεωτερικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας (πληροφόρηση, ορθολογιστική οργάνωση χρόνου). Ο Βεντότης ανανέωσε την ελληνική τυπογραφία όχι μόνο ως προς τα είδη της, αλλά και ως προς το περιεχόμενο των εκδόσεων. Στο τυπογραφείο Μπάουμάιστερ θα φροντίσει για την έκδοση σημαντικών ελληνικών έργων που εκφράζουν τον ελληνικό Διαφωτισμό. Εκεί θα τυπωθούν, για παράδειγμα, η Εκκλησιαστική Ιστορία (1783) του Μελετίου Αθηνών και το Σχολείον των ντελικάτων εραστών (1790) του Ρήγα.

Η νεωτερικότητα των επιλογών του Βεντότη επιβεβαιώνεται στα χρόνια αυτά και από το ενδιαφέρον που δείχνει για έργα που προωθούν τη γλωσσομάθεια, ειδικότερα την εκμάθηση σύγχρονων εθνικών γλωσσών. Το 1790 εκδίδει το περίφημο έργο του Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον. [7]

Την ίδια χρονιά γνωρίζεται με τον Ρήγα, ο οποίος επισκέφτηκε τότε τη Βιέννη ως γραμματικός του Χριστόδουλου Κιρλιάνου και εκμεταλλεύτηκε το ταξίδι του για να εκδώσει τα έργα του Σχολείον των ντελικάτων εραστών και Φυσικής Απάνθισμα. Για το πρώτο επέλεξε το τυπογραφείο του Μπάουμαϊστερ.

Στις 11 Φεβρουαρίου 1791 ο Βεντότης έλαβε από τις αρχές της Βιέννης την άδεια να ιδρύσει δικό του τυπογραφείο. Στο αίτημά του είχαν ωστόσο εναντιωθεί μερικοί βιεννέζοι τυπογράφοι με το επιχείρημα ότι το βιβλιεμπόριο διένυε μία δύσκολη περίοδο με αυξημένη ανεργία. Ακόμη, ισχυρίστηκαν ότι ο Βεντότης δεν είχε μάθει την τέχνη της τυπογραφίας. Οι βιεννέζικες αρχές, ωστόσο, του παραχώρησαν την άδεια, δηλώνοντας α) ότι η ίδρυση ενός ελληνικού τυπογραφείου θα συνέβαλε στον περιορισμό των βιβλίων που εισάγονταν στην Αψβουργική Μοναρχία, β) ότι θα προσέλκυε στη Βιέννη τις ελληνικές εκδόσεις που προσανατολίζονταν μέχρι τότε στη Βενετία και στη Λιψία, γ) ότι ο Βεντότης έχαιρε της υποστήριξης των ελλήνων εμπόρων της Βιέννης, και δ) ότι ένα σχετικό προνόμιο που είχε δοθεί στον τυπογράφο-εκδότη Kurzböck είχε λήξει στις 22 Οκτωβρίου 1770. Ο Βεντότης ιδρύει έτσι το πρώτο τυπογραφείο Έλληνα εκδότη στη Βιέννη.

Το τυπογραφείο του Βεντότη βρισκόταν στην οδό Fleischmarkt (nr 680) και λειτούργησε υπό τη διεύθυνσή του μέχρι τον Φεβρουάριο του 1795. Το εκδοτικό πρόγραμμά περιελάμβανε έργα κοσμικού περιεχομένου (διδακτικά, λογοτεχνικά) πολλά από τα οποία εξέφραζαν την ιδεολογία της εκκολαπτόμενης ελληνικής τάξης και το πνεύμα του Διαφωτισμού. Όπως: Έρωτος Αποτελέσματα (1792) των Ιωάννη Καρατζά του Κύπριου και Αθανάσιου Ψαλίδα, το Μικρόν Αλφαβητάριον (1792), την πολιτικά επίκαιρη Ιστορία της Ταυρικής Χερσονήσου (1792), την Περιγραφή του Παντός (1792), Του νέου Ρομπινσόν συμβάντα (1792) του γερμανού παιδαγωγού J. H. Campe, τις αρχαίες μυθιστορίες Ποιμενικά (1792), του Λόγγου, και Τα κατά Ανθίαν και Αβροκόμην (1793) του Ξενοφώντος του Εφεσίου,την Ιστορία [...] Αμερικής (1794) του W. Robertson, το Ομιλίαι περί πληθύος του κόσμου του B. Fontenelle (1794). Η τελευταία δουλειά αυτού του εμπνευσμένου λογίου ήταν η μετάφραση του τέταρτου τόμου του έργου Voyage du jeune Anacharsis en Grèce (1788) του Γάλλου αββά Jean Jacques Barthélemy. Την διέκοψε ωστόσο ο θάνατός του. Τη μετάφραση του υπόλοιπου τόμου την ολοκλήρωσε ο Ρήγας. [8]

Στις αρχές του 1795 ο Βεντότης φαίνεται να αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Τον Φεβρουάριο του 1795, παραχώρησε (μάλλον ενοικίασε) το τυπογραφείο του στους Ignaz Mayer και Johann Oberdorfer. Λίγο αργότερα, βρέθηκε αντιμέτωπος και με σοβαρά προβλήματα υγείας, ως συνέπεια ίσως των οικονομικών δυσκολιών που είχε. Αυτά οδήγησαν στον θάνατό του στις 28 Νοεμβρίου 1795.

Μετά τον θάνατο του Βεντότη το τυπογραφείο πέρασε στην ιδιοκτησία της συζύγου του Μαρίας Σφογκαρά, [9] την οποία είχε παντρευτεί το 1787. Οι Ignaz Mayer και Johann Oberdorfer εξακολούθησαν να το ενοικιάζουν έως το 1805. Βρισκόταν τώρα στο κτήριο «bei den zwei Meerfräulein», στη συνοικία Βίεντεν. Το 1805 η χήρα Βεντότη παραχώρησε την ιδιοκτησία του τυπογραφείου στα παιδιά της. Το 1810 αγοράστηκε από τον εκδότη Ιωάννη Τσβέκιο. (J. B. Zweck). 

Το Ανατολικό Τιμόρ κηρύσσει την ανεξαρτησία του



28 Νοεμβρίου 1975 (46 χρόνια πριν):

Το Ανατολικό Τιμόρ κηρύσσει την ανεξαρτησία του από την Πορτογαλία.

Το Ανατολικό Τιμόρ (Τιμόρ-Λέστε, επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία του Ανατολικού Τιμόρ), επίσης γνωστό απλά ως Τιμόρ, είναι χώρα της Νοτιοανατολικής Ασίας, που καταλαμβάνει το ανατολικό τμήμα του νησιού Τιμόρ και περιλαμβάνει ακόμη τα νησιά Αταούρο, Τζάκο και Οεκούσε. Το δυτικό τμήμα του νησιού ανήκει στην Ινδονησία. Έχει συνολική έκταση 14.919 τ.χλμ. και πληθυσμό 1.299.412[1] κατοίκους, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2020 (157η στον κόσμο). Πρόκειται για τη μοναδική χώρα της Ασίας που βρίσκεται εξολοκλήρου στο νότιο ημισφαίριο της Γης.

Το Τιμόρ υπήρξε πορτογαλική αποικία από τον 16ο αιώνα. Όταν το 1975 η Πορτογαλία παραχώρησε ανεξαρτησία, στο Τιμόρ εισέβαλε η Ινδονησία. Η χώρα παρέμεινε υπό ινδονησιακή κατοχή ως το 1999 και έγινε πλήρως ανεξάρτητη το 2002.


Δημογραφία

Ο πληθυσμός της χώρας είναι 1.299.412[1] (επίσημη εκτίμηση 2020). Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι 2,44% (εκτίμηση 2014), με ρυθμό γεννήσεων 34,48 γεννήσεις/1000 κατοίκους και θανάτου 6,18 θανάτους/1000 κατοίκους (εκτίμηση 2014). Όσον αφορά τη θρησκεία, μετά την ανεξαρτησία το 2002 το Ανατολικό Τιμόρ έγινε η δεύτερη, μετά τις Φιλιππίνες, Ρωμαιοκαθολική χώρα της Ασίας, καθώς οι κάτοικοί της είναι πιστοί του δόγματος αυτού σε ποσοστό 90%. Το 5% του πληθυσμού είναι πιστοί του Ισλάμ, ενώ υπάρχουν ακόμη ομάδες Προτεσταντών, Μαρτύρων του Ιεχωβά[5], Ινδουιστών κ.ά. Επίσημες γλώσσες της χώρας είναι η Πορτογαλική και η Τετούμ με πολλές διαλέκτους ανά τη χώρα.

Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ήταν 69,6 χρόνια (67,9 χρόνια για τους άνδρες και 71,4 για τις γυναίκες).[6]
Δημόσιες αργίες

Ημερομηνίες
1 Ιανουαρίου: Πρωτοχρονιά
κινητή εορτή: Κουρμπάν Μπαϊράμ
Μάρτιος-Απρίλιος: Μεγάλη Παρασκευή
Πρωτομαγιά
20 Μαΐου: Ημέρα της Ανεξαρτησίας και αναγνώριση της κυβέρνησης από τον Ο.Η.Ε.
Μάιος-Ιούνιος: Πεντηκοστή-Αγίου Πνεύματος
1 Νοεμβρίου: Ημέρα των Αγίων Πάντων
2 Νοεμβρίου: Ημέρα των ψυχών
28 Νοεμβρίου: Κήρυξη της Ανεξαρτησίας
κινητή εορτή: Ιντ αλ-φιτρ
7 Δεκεμβρίου: Εορτή των ηρώων
25 Δεκεμβρίου: Χριστούγεννα 

Σήμερα 28/11 ... Ιερομάρτυρος Ειρηνάρχου

μαργαρίτα κ χαμαίμηλο (φ.Μ.Κυμάκη)
μαργαρίτα κ χαμαίμηλο (φ.Μ.Κυμάκη)

Ιερομάρτυρος Ειρηνάρχου

για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

Σάββατο, Νοεμβρίου 27, 2021

Μπρους Λι Αμερικανός ηθοποιός



27 Νοεμβρίου 1940 (81 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Μπρους Λι Αμερικανός ηθοποιός

Ο Μπρους Λι (πραγματικό όνομα: Λι Τζουν-φαν, Lee Jun-fan) (Σαν Φρανσίσκο, Καλιφόρνια, 27 Νοεμβρίου 1940 - Χονγκ Κονγκ, 20 Ιουλίου 1973) ήταν Αμερικανός - με καταγωγή από το Χονγκ Κονγκ - ηθοποιός[8], σκηνοθέτης, σεναριογράφος, συγγραφέας, φιλόσοφος και δάσκαλος πολεμικών τεχνών Κινεζικής καταγωγής. Καταγόταν από το Χονγκ Κονγκ, ενώ αργότερα πήρε την αμερικανική υπηκοότητα. Υπήρξε ο ιδρυτής της πολεμικής τέχνης Τζιτ Κουν Ντο (Jeet Kune Do). Διεθνώς είναι αναγνωρισμένος ως ο κορυφαίος δάσκαλος πολεμικών τεχνών του 20ού αιώνα. Το γεγονός ότι έπαιξε σε έξι κινηματογραφικές ταινίες, τον καθιέρωσε στην συνείδηση του κόσμου ως διαχρονικό πρότυπο, όντας ένας από τους επιτυχέστερους ηθοποιούς στην ιστορία του κινηματογράφου.
Νεανικά Χρόνια

Ο Μπρους Λι μωρό.

Γεννήθηκε στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνιας στις 27 Νοεμβρίου 1940 και απεβίωσε στις 20 Ιουλίου 1973. Η χρονιά της γέννησής του είναι «Η Χρονιά του Δράκου» σύμφωνα με τον κινέζικο ζωδιακό κύκλο, η ώρα της γέννησής του (ανάμεσα στις 6 πμ και 8 πμ) ονομάστηκε «Η Ώρα του Δράκου»[9]. Ο Μπρους ήταν το τρίτο παιδί του Χου-Σεν Λι και της Γκρέιση Λι. Γεννήθηκε όταν ο πατέρας του έκανε μια περιοδεία ως υψίφωνος μιας και ήταν μέλος της Καντονέζικης Όπερας. Στην αρχή οι γονείς του, του δώσανε το όνομα Ζενφαν Λι αλλά η νοσοκόμα που βοήθησε στη γέννα πρότεινε να του βγάλουν ένα Αμερικάνικο όνομα για να αποφευχθούν προβλήματα στο πιστοποιητικό γεννήσεως. Έτσι τα χαρτιά του έγραφαν Μπρους Λι. Μέσα σε λίγους μήνες η οικογένεια επέστρεψε στο Χονγκ Κονγκ. Υπήρξε ηθοποιός, δάσκαλος πολεμικών τεχνών και συγγραφέας. Λόγω της εργασίας του πατέρα του, πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Χονγκ Κονγκ. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Μπρους άρχισε να παίζει σε πολλές ταινίες από την ηλικία των 6. Μέχρι την ηλικία των 18, ο Λι είχε εμφανιστεί σε πάνω από 20 ταινίες με την πιο γνωστή την ταινία «Τhe Orphan» όπου είναι μια κλασσική ταινία του Χονγκ Κονγκ. Παράλληλα, μελετούσε πολεμικές τέχνες και λάμβανε μέρος σε σχολικούς αγώνες Γουίν Τσουν και πυγμαχίας. Ακόμα, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε αργότερα, τα βράδια έπαιζε ξύλο με γειτονικές συμμορίες από την ηλικία των 11 χρόνων.
Οικογένεια

Ο πατέρας του Λι, Λι Χόι Τσεν, ήταν ένας από τους κύριους ηθοποιούς της Καντονέζικης Όπερας και των ταινιών στην εποχή του και είχε πάει σε μια περιοδεία , που είχε διάρκεια 1 χρόνο, με την οικογένειά του κατά την εισβολή των Ιαπώνων στο Χονγκ Κονγκ. Εκτός αυτού, ο Λι Χόι Τσεν είχε κάνει πολλές περιοδείες για πολλά χρόνια στις ΗΠΑ και συγκεκριμένα στους Κινέζικους πληθυσμούς που ζούσαν εκεί. Παρά το γεγονός ότι πολλοί από τους συναδέλφους του αποφάσισαν να μείνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Λι Χόι Τσεν επέστρεψε στο Χονγκ Κονγκ μετά την γέννηση του Μπρους. Μέσα σε λίγους μήνες, το Χονγκ Κονγκ δέχτηκε εισβολή από τους Ιάπωνες και έτσι η οικογένεια Λι αναγκάστηκε να μείνει 3 χρόνια και 8 μήνες μέσα στην κατοχή. Μετά το τέλος του πολέμου, ο Λι Χόι Τσεν συνέχισε την καριέρα του και έγινε ακόμα πιο διάσημος κατά την διάρκεια ανακατασκευής του Χονγκ Κονγκ.

Η μητέρα του Λι, Γκρέις Χο, ανήκε σε μια από τις πλουσιότερες και ισχυρές φατρίες του Χονγκ Κονγκ, τους Χο-Τουνγκς. Ήταν η ανιψιά του Ρόμπερτ Χο-Τουνγκ, του ευρασιατικού πατριάρχη της φατρίας. Ως εκ τούτου, ο νεαρός Μπρους Λι μεγάλωσε σε ένα εύπορο και προνομιούχο περιβάλλον. Παρά το πλεονέκτημα που είχε η οικογένειά του, η γειτονιά στην οποία ο Λι μεγάλωσε έγινε υπερπλήρη, επικίνδυνη, και γεμάτη αντίπαλες συμμορίες λόγω της εισροής των προσφύγων που εγκατέλειψαν την κομμουνιστική Κίνα για να πάνε στο Χονγκ Κονγκ, την εποχή των αποικιών του Βρετανικού Στέμματος. Αφού ο Λι άρχισε να συμμετέχει σε διάφορες οδομαχίες, ο πατέρας του αποφάσισε να του μάθει πολεμικές τέχνες και συγκεκριμένα το Γου-στυλ και το τάι τσι τσουάν. 

Ιωάννης Δ. Παπαδιαμαντόπουλος Έλληνας στρατιωτικός



27 Νοεμβρίου 1909 (112 χρόνια πριν) πέθανε:

Ιωάννης Δ. Παπαδιαμαντόπουλος Έλληνας στρατιωτικός

Ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος (1841-1909) ήταν αξιωματικός του στρατού.

Βιογραφικά στοιχεία

Γεννήθηκε στην Πάτρα και ήταν γιος του Δημήτριου Παπαδιαμαντόπουλου και αδελφός του Γεωργίου Παπαδιαμαντόπουλου. Μαθήτευσε στο Πούπλικο (δημοτικό σχολείο Πάτρας) και το 1860 αποφοίτησε από την σχολή Ευελπίδων. Ήταν παντρεμένος με την Ελένη κι είχε τέσσερα παιδιά. Αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του στρατηγού , χρημάτισε υπουργός στρατιωτικών στην Κυβέρνηση Νικολάου Δηλιγιάννη 1895[1]. Είχε επίσης διατελέσει αρχηγός του στρατιωτικού & πολιτικού οίκου του βασιλιά Γεώργιου.

Απεβίωσε στις 27 Νοεμβρίου του 1909 και ο επικήδειος εκφωνήθηκε από τον Δημήτριο Γούναρη.
ΣυγγράμματαΤο 1903 εξέδωσε στην Αθήνα ερμηνεία «Περί της στρατιωτικής ποινικής νομοθεσίας»

Οράτιος Ρωμαίος ποιητής



27 Νοεμβρίου 8 π.Χ. (2029 χρόνια πριν) πέθανε:

Οράτιος Ρωμαίος ποιητής

Ο Κόιντος Οράτιος Φλάκκος (Quintus Horatius Flaccus, 8 Δεκεμβρίου 65 π.Χ. - 27 Νοεμβρίου 8 π.Χ.), γνωστότερος απλώς ως Οράτιος, ήταν ο κορυφαίος Ρωμαίος λυρικός ποιητής κατά την εποχή του Οκταβιανού Αύγουστου. Για πολλούς είναι ένας από τους δύο μεγαλύτερους Λατίνους ποιητές όλων των εποχών μαζί με τον Βιργίλιο.
 
Η ζωή του

Γεννήθηκε στη Βενόζα, μία κωμόπολη στα σύνορα Απουλίας και Λουκανίας, ως γιος απελεύθερου γεννημένος ο ίδιος ελεύθερος. Ο πατέρας του εργαζόταν ως μεσάζοντας σε δημοπρασίες. Παρότι ο ποιητής παρουσιάζει τον εαυτό του ως «πτωχόν και τίμιον» αγρότη (macro pauper agello, «Σάτιρες» 1.6.71), η ασχολία του πατέρα του ήταν επικερδής για τους πρώην σκλάβους: ο πατέρας του μπόρεσε να ξοδέψει αρκετά χρήματα για την εκπαίδευση του γιου του, συνοδεύοντάς τον αρχικώς στη Ρώμη για τη στοιχειώδη μόρφωση και στέλνοντάς τον κατόπιν στην Αθήνα να μελετήσει Ελληνικά και Φιλοσοφία. Ο Οράτιος αργότερα εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του ως εξής:

«Αν ο χαρακτήρας μου βαρύνεται με λίγα μικρά ελαττώματα, κατά τα άλλα είναι τίμιος και ηθικός. Αν λίγους μόνο διάσπαρτους λεκέδες μπορείτε να δείξετε σε μια κατά τ´άλλα αγνή επιφάνεια, αν κανείς δε μπορεί να με κατηγορήσει για φιλοχρηματία, ή λαγνεία, ή ασωτίες, αν ζω ζωή ενάρετη, αμόλυντη από ακαθαρσίες (συγχωρείστε μου προς στιγμή τον αυτοέπαινό μου),κι αν είμαι ένας καλός φίλος για τους φίλους μου, στον πατέρα μου οφείλονται όλα αυτά... ... Αξίζει από μένα ευγνωμοσύνη και αίνο. Ποτέ δε θα μπορούσα να ντρέπομαι για ένα τέτοιο πατέρα, ούτε και νιώθω ανάγκη καμιά ν' απολογηθώ, σαν πολλούς άλλους, επειδή είμαι γιος απελεύθερου».

(«Σάτιρες» 1.6.65-92)

Μετά τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα, ο Οράτιος πήγε στο στρατό, υπό τις διαταγές του στρατηγού Βρούτου. Πόλεμησε ως αξιωματικός (tribunus militum) στη Μάχη των Φιλίππων. Αργότερα ισχυρίσθηκε ότι σώθηκε πετώντας την ασπίδα του και φεύγοντας. Επειδή κηρύχθηκε αμνηστία για όσους είχαν πολεμήσει κατά του Οκταβιανού Αυγούστου, ο Οράτιος επέστρεψε στην Ιταλία, όπου όμως ανακάλυψε ότι η ακίνητη περιουσία του είχε δημευθεί και (μάλλον) ότι ο πατέρας του είχε πεθάνει. Είχε πάντως τα χρήματα για να αγοράσει μία μόνιμη θέση εργασίας ως scriba quaestorius, ένα αξίωμα του Θησαυροφυλακίου, που του επέτρεψε να ζήσει άνετα και να επιδοθεί στην ποιητική του τέχνη. Αργότερα κατόρθωσε να εισέλθει σε ένα λογοτεχνικό κύκλο που περιελάμβανε τους Βιργίλιο και Ρούφο. Εκείνοι τον γνώρισαν στον Μαικήνα, φίλο και έμπιστο του Αυγούστου, που έγινε ο προστάτης του και δώρισε στον Οράτιο ένα αγρόκτημα με έπαυλη κοντά στο Tibur (το σημερινό Τίβολι). Μη έχοντας κληρονόμους, ο Οράτιος το άφησε πεθαίνοντας στον αυτοκράτορα Αύγουστο. Το αγρόκτημα διατηρείται και σήμερα ως τόπος προσκυνήματος για τους φίλους του έργου του.

Σήμερα 27/11 ... Μεγαλομάρτυρος Ιακώβου του Πέρσου, Οσίων Μωυσέως Ναθαναήλ Πινουφρίου και Ιακώβου του Ρώσου

Τριαντάφυλλα και Μύλος (φ.Μ.Κυμάκη)
Τριαντάφυλλα και Μύλος (φ.Μ.Κυμάκη)

Μεγαλομάρτυρος Ιακώβου του Πέρσου, Οσίων Μωυσέως Ναθαναήλ Πινουφρίου

και Ιακώβου του Ρώσου
για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

Παρασκευή, Νοεμβρίου 26, 2021

Πάνος Γαβαλάς Έλληνας τραγουδιστής



26 Νοεμβρίου 1926 (95 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Πάνος Γαβαλάς Έλληνας τραγουδιστής

Ο Πάνος Γαβαλάς (Βατραχονήσι, 26 Νοεμβρίου 1926 – 3 Δεκεμβρίου 1988) ήταν σπουδαίος Έλληνας λαϊκός τραγουδιστής, συνθέτης και μουσικός.
Βιογραφικά στοιχεία

Γεννήθηκε στο Βατραχονήσι, που είναι γνωστό σήμερα ως τη συνοικία της Αθήνας Μετς. Ο πατέρας του ήταν από τη Φολέγανδρο και η μητέρα του από την Ικαρία. Σε παιδική ηλικία πρωτοασχολήθηκε με τη φυσαρμόνικα στους προσκόπους και αργότερα με τις χαβάγιες με τις οποίες έκανε καντάδες. Στη διάρκεια της κατοχής εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ.

Ερμήνευσε γνωστά τραγούδια όπως: «Σήκω πάνω κάτσε κάτω», «Στο σταυροδρόμι», «Δε με πονάς», «Φύγε κι άσε με», «Πήρε φωτιά μια καρδιά», «Άσε με πια», «Λαϊκό τσα-τσα», «Κάθε λιμάνι και καημός», «Όνειρο δεμένο», «Οι Γλάροι», «Άμα θες να φύγεις φύγε», «Γλυκέ μου τύραννε», «Εγώ είμαι ένα παλιόπαιδο». Ίδρυσε τη δισκογραφική εταιρία "Σονάτα".
Δισκογραφία
1966 - Οι Γλάροι
1967 - Η πόρτα ανοίγει
1967 - Τραγουδά Πάνο Γαβαλά
1968 - Κεχριμπαρένιες χάντρες
1968 - Πενιές καημοί και όνειρα
1970 - Μια φορά μονάχα ζούμε
1970 - Πάνος Γαβαλάς
1970 - Πήρε φωτιά μια καρδιά
1971 - Σήμερον σ΄ αυτόν τον δίσκο
1971 - Στο καπηλειό στο Πέραμα
1975 - Σεμνά και ταπεινά
1976 - Οι Επιτυχίες μου
1976 - Εμπρός γκρεμός και πίσω ρέμα
1977 - 14 Χρυσές Επιτυχίες
1977 - Λαϊκές συγκινήσεις
1978 - Τα Καλύτερα μου τραγούδια
1979 - Επίκαιρα και λαϊκά
1980 - Ένας σταθμός
1982 - Αξέχαστες Επιτυχίες
1982 - Μια περιπέτεια
1983 - Αξέχαστες Επιτυχίες 2
1984 - Είναι ώρα για αγκαλιά
1984 - Η Χρυσή εποχή 1954-1961 Νο 1
1984 - Η Χρυσή εποχή 1954-1961 Νο 2
1985 - Η Χρυσή εποχή 1954-1961 Νο 5
1985 - Η Χρυσή εποχή 1954-1961 Νο 15
1986 - Μια ανάσα
1987 - Λαμπράκη-Δυο δυο
1989 - Τραγουδώντας τις εποχές 2
1991 - Οι Μεγάλες Επιτυχίες
1992 - Αγγελόπουλος-Μαζί
1993 - Συγχαρητήρια
1994 - Από τους θησαυρούς των 45 στροφών
1994 - Δισκογραφία Τσιτσάνη 8 (Πάνου - Γαβαλάς)
1994 - Λαϊκές συγκινήσεις-Μια περιπέτεια
1995 - Επιτυχίες από τις 45 στροφές Νο 1
1996 - Επιτυχίες από τις 45 στροφές Νο 2
1995 - Τα πορτραίτα της Μίνως ΕΜΙ-15
1996 - Τραγούδια Από Τις 45 Στροφές
1996 - Μεγάλες Επιτυχίες
1997 - Τραγούδια Από Τις 45 Στροφές Νο 2
1997 - Έτσι είναι πάντα μ΄ ένα Αντίο
1998 - Οι Μεγάλες φωνές του Ελληνικού τραγουδιού
1998 - Τραγούδια Από Τις 45 Στροφές Νο 3
1999 - Πάλι με χαράματα
2000 - Τραγούδια Από Τις 45 Στροφές Νο 4
2001 - 18 Μεγάλες Επιτυχίες
2002 - Μεγάλοι Έλληνες Ερμηνευτές Νο 3
2003 - 22 Μεγάλες Επιτυχίες
2005 - Κάθε καημός και δάκρυ
2006 - 14 Μεγάλα τραγούδια
2006 - Ανθολογία - 1926-1988 (4 Cd)
2007 - Από τις 78 στροφές (1954 - 1960) (4 Cd)
2008 - Αναπολώντας τα παλιά
2009 - Το Ελληνικό τραγούδι Νο 11

Άνταμ Μιτσκιέβιτς Πολωνός ποιητής



26 Νοεμβρίου 1855 (166 χρόνια πριν) πέθανε:

Άνταμ Μιτσκιέβιτς Πολωνός ποιητής

Ο Άνταμ Μπέρναρντ Μιτσκιέβιτς (πολωνικά: Adam Bernard Mickiewicz, Ζάβοσε ή Νοβογκρούντοκ, Ρωσική Αυτοκρατορία, 24 Δεκεμβρίου 1798 - Κωνσταντινούπολη, Οθωμανική Αυτοκρατορία, 26 Νοεμβρίου 1855) ήταν Πολωνός λογοτέχνης και εκπρόσωπος του ρομαντισμού. Τιμάται ως ο εθνικός ποιητής της Πολωνίας.

Βιογραφία
Καταγωγή και πρώτα χρόνια

Γεννήθηκε την παραμονή των Χριστουγέννων του 1798 στο Νοβογκρούντοκ ή στον γειτονικό οικισμό Ζάβοσε της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (εντός των ορίων της σημερινής Λευκορωσίας) και προερχόταν από οικογένεια Πολωνών ευγενών. Πατέρας του ήταν ο δικηγόρος Μικολάι Μιτσκιέβιτς, ο οποίος παρουσιάζεται ως τυπικός εκπρόσωπος των χαμηλόβαθμων Πολωνών ευγενών της περιοχής και μητέρα του η Μπαρμπάρα Μαγιέφσκα, γυναίκα της ίδιας κοινωνικής τάξης αλλά και πρώην υπηρέτρια σε γειτονικό κτήμα. Σύμφωνα με μια άποψη, ο πατέρας του Μιτσκιέβιτς αναφέρεται ως πιθανότατα ορθόδοξου οικογενειακού υπόβαθρου, ενώ όσον αφορά τη μητέρα του εικάζεται - δίχως ικανή τεκμηρίωση - πως είχε μακρινή εβραϊκή καταγωγή.

Ο Μιτσκιέβιτς πέρασε τα παιδιά του χρόνια στο Νοβογκρούντοκ, όπου επηρεάστηκε σε σημαντικό βαθμό από τον καθολικό του περίγυρο και από τις λαϊκές παραδόσεις του τοπικού λευκορωσικού πληθυσμού. Ολοκλήρωσε την εγκύκλιες σπουδές του σε σχολείο Δομινικανών μοναχών της γενέτειράς του και αναφέρεται ως μέτριος αλλά δραστήριος μαθητής
Δράση σε Βίλνιους και Κάουνας

Το 1815 εισήχθη με υποτροφία στο πολωνικό Πανεπιστήμιο του Βίλνιους, όπου αρχικά σπούδασε φυσικές επιστήμες, προτού μεταπηδήσει μετά από λίγο στη φιλολογία. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1819 και ακολούθως ξεκίνησε να διδάσκει σε σχολείο του Κάουνας. Από το 1817 ίδρυσε μαζί με τον Τόμαζ Ζαν τη μυστική οργάνωση των Φιλαρέτων ή Φιλομαθών (πολ:Towarzystwo Filomatów). Ο συγκεκριμένος σύλλογος ξεκίνησε ως καθαρά φιλολογικός, ωστόσο απέκτησε γρήγορα σαφές πολιτικό στίγμα.

Το 1820 ο Μιτσκιέβιτς συνέθεσε το ποίημα «Ωδή στη νεότητα» και το 1822 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Μπαλάντες και ρομάντζα», η οποία θεωρείται ορόσημο, καθώς οριοθετεί παραδοσιακά την έναρξη της περιόδου του ρομαντισμού στην πολωνική λογοτεχνία. Παράλληλα, ξεκίνησε να γράφει και το έργο «Οι Πρόγονοι» (πολ: Dziady), ένα ρομαντικό δράμα, όπου συνδυάζονται η λαϊκή παράδοση και η έμμονη προσήλωση στην υπόθεση της πολωνικής εθνικής απελευθέρωσης. Το συγκεκριμένο έργο λογοκρίθηκε από τις ρωσικές αρχές.
Διώξεις

Το 1823 εξαιτίας της συμμετοχής του στους «Φιλαρέτους» συνελήφθη μαζί με άλλα εννέα μέλη του συλλόγου και εξορίστηκε διαδοχικά στην Αγία Πετρούπολη, την Οδησσό και τη Μόσχα. Κατά την παραμονή του στην Πετρούπολη ήρθε σε επαφή με εκπροσώπους του κινήματος των Δεκεμβριστών (όπως οι Κονσταντίν Ρίλεβ και Αλεξάντερ Μπεστούζεβ) και γνωρίστηκε με τον μεγάλο Ρώσο ποιητή Αλεξάντερ Σεργκιέβιτς Πούσκιν. Το 1829 εγκατέλειψε οριστικά τα εδάφη της τσαρικής Ρωσίας.
Από την εξορία μέχρι τον θάνατό του

Μετά από μια περιπλάνηση σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, ο Μιτσκιέβιτς εγκαταστάθηκε το 1832 στη Γαλλία, όπου ήρθε σε επαφή με Πολωνούς ακτιβιστές που ζούσαν εξόριστοι στο Παρίσι, καταδιωκόμενοι από το τσαρικό καθεστώς για τη συμμετοχή τους στην αποτυχημένη εξέγερση του 1831. Από το 1839 και για ένα χρόνο δίδαξε λατινικά στη Λοζάνη, ενώ την ίδια περίοδο ασχολήθηκε με τη συγγραφή πολιτικών κειμένων. Το 1840 διορίστηκε καθηγητής σλαβικής φιλολογίας στο Γαλλικό Κολέγιο του Παρισιού.

Την ίδια περίοδο συνδέθηκε στενά με τον συμπατριώτη του φιλόσοφο, μυστικιστή και ψευδοπροφήτη Αντρζέι Τοβιάνσκι. Οι απόψεις του Τοβιάνσκι άσκησαν μεγάλη επιρροή στον Μιτσκιέβιτς, ο οποίος στις πανεπιστημιακές παραδόσεις του υιοθέτησε θέσεις όπως οι μεσσιανιστικές ιδιότητες του Μεγάλου Ναπολέοντα, αλλά και του ιδίου του Τοβιάνσκι, η θεία καθοδήγηση του σλαβικού κόσμου, η πεποίθηση πως οι Πολωνοί θα αποτίνασσαν τον ρωσικό ζυγό μόνο μέσω της πίστης και η πνευματική ανάδειξη της Πολωνίας και της Γαλλίας, οι οποίες θα οδηγούσαν την ανθρωπότητα στη νέα χιλιετία. Αυτές οι παραδόσεις προκάλεσαν τις σφοδρές αντιδράσεις της γαλλικής κυβέρνησης, της Καθολικής Εκκλησίας και των Πολωνών εμιγκρέδων και οδήγησαν τον Μάιο του 1844 στην απομάκρυνση του Μιτσκιέβιτς από το κολέγιο. Το 1849 ξεκίνησε την έκδοση της ριζοσπαστικής πολιτικής εφημερίδας La Tribune des Peuples, η κυκλοφορία της οποίας διεκόπη μετά από μερικούς μήνες εξαιτίας της λογοκρισίας.

Μνημείο του Άνταμ Μιτσκιέβιτς στην Κρακοβία (Ιούλιος 2010).

Το 1855, στα πλαίσια του Κριμαϊκού Πολέμου, ο Μιτσκιέβιτς εγκατέλειψε το Παρίσι και μετέβη στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί καταπιάστηκε με τη δημιουργία και την οργάνωση πολωνικών και εβραϊκών λεγεώνων που θα συμμετείχαν - ως τμήματα του οθωμανικού στρατού - στις πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον της Ρωσίας. Τελικά, τα σχέδιά του ματαιώθηκαν καθώς κατά τη σύντομη παραμονή του στην οθωμανική πρωτεύουσα, προσβλήθηκε από χολέρα και απεβίωσε τον Νοέμβριο του ίδιου έτους.

Η σορός του Μιτσκιέβιτς μεταφέρθηκε αρχικά από την Κωνσταντινούπολη στο Παρίσι και το 1890 στην Κρακοβία, όπου φυλάσσεται σε ειδική κρύπτη στον Καθεδρικό Ναό των Αγίων Στανισλάου και Βεγκεσλάου στο κάστρο Βάβελ, όπου βρίσκονται και οι τάφοι των βασιλέων της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας.
ΑποτίμησηΟ Μιτσκιέβιτς τιμάται ως ο εθνικός ποιητής της Πολωνίας. Ταυτόχρονα συγκαταλέγεται, από κοινού με τον Γιούλιους Σλοβάτσκι και τον Ζίγκμουντ Κρασίνσκι στους πρωτοπόρους των πολωνικών γραμμάτων. Αν και σημείο αναφοράς της εθνικής του συνείδησης ήταν το πάλαι ποτέ κραταιό βασίλειο της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας το έργο του επηρέασε σημαντικά τόσο τον πολωνικό, όσο και τον λιθουανικό εθνικισμό, όπως αυτοί διαμορφώθηκαν από τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα.

Στρατής Δούκας Έλληνας συγγραφέας και ζωγράφος



26 Νοεμβρίου 1983 (38 χρόνια πριν) πέθανε:

Στρατής Δούκας Έλληνας συγγραφέας και ζωγράφος

Ο Στρατής Δούκας (Μοσχονήσια Μικράς Ασίας, 6 Μαΐου 1895 – Αθήνα, 26 Νοεμβρίου 1983) ήταν Έλληνας Μικρασιάτης συγγραφέας, κριτικός τέχνης και ζωγράφος.

Θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Αιολικής Σχολής, όπως αυτή προσδιορίζεται μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της Γενιάς του 1930.

Βιογραφία

Ο Στρατής Δούκας γεννήθηκε στα Μοσχονήσια του Αδραμυτινού κόλπου της Μικράς Ασίας, γιος του Κωσταντή Δούκα και της Αιμιλίας το γένος Χατζηαποστολή. Είχε ένα μεγαλύτερο αδερφό τον Αλέκο. Τέλειωσε το σχολαρχείο στη γενέτειρά του και το γυμνάσιο στο Αϊβαλί.

Το 1912 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συγκατοίκησε με το Φώτη Κόντογλου, με τον οποίο συνδεόταν φιλικά από τα γυμνασιακά χρόνια. Διέκοψε τις σπουδές του μετά το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και επισκέφτηκε τη Λέσβο και το Άγιο Όρος. Το 1913 οργάνωσε λαογραφικές μελέτες στη Μυτιλήνη από κοινού με τον Αντώνη Πρωτοπάτση και τρία χρόνια αργότερα κατατάχτηκε εθελοντικά στην Εθνική Άμυνα. Πολέμησε στη Μακεδονία και τη Μικρά Ασία και τραυματίστηκε.

Αποστρατεύτηκε το 1923 και στράφηκε στην προσπάθεια διάδοσης της μικρασιατικής λαϊκής τέχνης και βιοτεχνίας (αγγειοπλαστική και ταπητουργία) στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα οργάνωσε εκθέσεις ζωγραφικής με έργα των Φώτη Κόντογλου και Σπύρου Παπαλουκά. Με τους δυο τελευταίους υπήρξε επίσης συνιδρυτής του Συλλόγου Μουσικών Τεχνών της Μυτιλήνης (μαζί με τον Στρατή Μυριβήλη) και της Εταιρείας Διακοσμητικής Τέχνης της Αθήνας. Υπήρξε επίσης βασικό στέλεχος των περιοδικών Φιλική Εταιρεία και Φραγγέλιο και καλλιτεχνικός διευθυντής της Εταιρείας Αγγειοπλαστικής της Κιουτάχειας. Συνεργάστηκε με τις εφημερίδες Μακεδονία και Εφημερίς των Βαλκανίων (Θεσσαλονίκης) και Ελεύθερος Λόγος (Μυτιλήνης).

Μετά από μια σοβαρή ασθένεια το 1927 και ανάρρωσή του στη Θεσσαλονίκη, άρχισε να ασχολείται με τη ζωγραφική και περιόδευσε δύο φορές ανά τη μακεδονική επαρχία, εμπειρία που του έδωσε υλικό για δημοσιογραφική έρευνα που δημοσίευσε στην εφημερίδα Πρωία (σειρά ανταποκρίσεων με τον γενικό τίτλο «Η ορεινή Ελλάδα»), για κάποια εικαστικά έργα του, καθώς επίσης για το αφήγημα Ιστορία ενός αιχμαλώτου. Από το 1929 άρχισε να συνεργάζεται με τις αθηναϊκές εφημερίδες Πρωία, Πολιτεία και Νέος Κόσμος ως δημοσιογράφος και παράλληλα δημοσίευσε λυρικά κείμενα στο περιοδικό Κύκλος.

Το 1931 ξεκίνησε η ενασχόλησή του με το έργο του γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά και γνωρίστηκε με το Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Το 1934 πήρε μέρος στην ίδρυση της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Συνεργάστηκε επίσης στην ίδρυση και την κυκλοφορία του περιοδικού Το Τρίτο Μάτι μαζί με τους Πικιώνη, Παπαλουκά, Χατζηκυριάκο-Γκίκα και Καραντινό 1935-1937) και το περιοδικό Νεολαία (1939-1940). Από το 1937 ως το 1939 εργάστηκε ως γραμματέας της Τουριστικής Επιτροπής Θεσσαλονίκης και κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου του 1940-41 υπηρέτησε ως αξιωματικός.

Το 1942 επέστρεψε στην Αθήνα και παντρεύτηκε τη Δήμητρα Μαγγανά που ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνία. Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση από τις γραμμές του ΕΑΜ και εντάχτηκε στο ΚΚΕ. Κακοποιήθηκε από τους Γερμανούς κατακτητές για τη δράση του. Μετά την απελευθέρωση, υπηρέτησε στα ιατρεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και συνεργάστηκε με τα περιοδικά Ελεύθερα Γράμματα (1949-1950 διευθυντής), Ο Αιώνας μας, Ποιητική Τέχνη και Ζυγός. Υπήρξε σύμβουλος (1949-1953) και γενικός γραμματέας (1953-1960) της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Το 1962 έφυγε για να υποβληθεί σε εγχείρηση προστάτη στη Μόσχα. Η εγχείρηση δεν έγινε τελικά και ο Δούκας πέρασε την υπόλοιπη ζωή του κατάκοιτος στο σπίτι του στην Αθήνα. Συνεργάστηκε τότε με το περιοδικό Διαγώνιος της Θεσσαλονίκης και ολοκλήρωσε τα λογοτεχνικά του έργα Οδοιπόρος και Ενώτια, καθώς και τα κείμενά του για τον Χαλεπά. Διώχθηκε από το δικτατορικό καθεστώς του Παπαδόπουλου και πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε γηροκομεία.

Το 1979 διοργανώθηκε στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Τέχνης συγκεντρωτική τιμητική έκθεση βιογραφικών του μαρτυριών και αναδρομική έκθεση ζωγραφικών έργων του της περιόδου 1924-1929, που αποτέλεσε το υλικό συγκρότησης του Μουσείου Στρατή Δούκα στο Πνευματικό Κέντρο "Βίλα Βουγά" του Δήμου Ζωγράφου με τον οργανωτικό σχεδιασμό και την επιμέλεια του ποιητή και τεχνοκρίτη Ευάγγελου Ανδρέου. Τη χρονιά του θανάτου του πρόλαβε να αναγορευτεί επίτιμος πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, επίτιμο μέλος του Pen Club και επίτιμος Δημότης Ζωγράφου. Επίσης μετά το θάνατό του, το 1986, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Τέχνης (EUARCE) διοργάνωσε τιμητικό αφιέρωμα με έκθεση ζωγραφικής της Αμαλίας (Παρασκευοπούλου) και τίτλο "Έβδομη ζωγραφική εκδοχή για τα γραπτά του Στρατή Δούκα".

Το συγγραφικό έργο του Στρατή Δούκα τοποθετείται χρονικά στην ελληνική πεζογραφία του Μεσοπολέμου και εκτείνεται χρονικά ως τη μεταπολεμική ελληνική πεζογραφία. Χαρακτηριστικό της γραφής του είναι η παράλληλη στήριξή του τόσο στην παράδοση, όσο και στα ανανεωτικά ρεύματα του καιρού του, η αξιοποίηση της λαϊκής γλώσσας και το βιωματικό στοιχείο.

Ο αδελφός του Αλέκος μετανάστευσε από το 1927 στην Αυστραλία όπου αναδείχθηκε σε σημαντική μορφή των ελληνικών γραμμάτων και του εκεί εργατικού κινήματος. Σκοτώθηκε επιστρέφοντας από διαδήλωση υπέρ της ειρήνης.

Στην Αυστραλία εγκαταστάθηκε τουλάχιστον από το 1938 και η αδελφή του Ελένη Δούκα-Ανδρονίκου με την οικογένειά της. 

Μιχαήλ Χατζηκωνσταντής Έλληνας στρατιωτικός



26 Νοεμβρίου 1906 (115 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Μιχαήλ Χατζηκωνσταντής Έλληνας στρατιωτικός

Ο Μιχαήλ Χατζηκωνσταντής (26 Νοεμβρίου 1906 - 29 Δεκεμβρίου 1940) ήταν αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού.

Γεννήθηκε στον Πειραιά και ήταν γιος του Αντωνίου Χατζηκωνσταντή και της Ειρήνης Καλοκαιρινού. Ήταν ανηψιός του ναυάρχου Αλέξανδρου Χατζηκυριάκου και αδερφός του Χρήστου Χατζηκωνσταντή, ναυάρχου του πολεμικού ναυτικού. Λόγω οικογενειακής παράδοσης κατατάχθηκε το 1921 στο πολεμικό ναυτικό και μετά την αποφοίτησή του από την σχολή ναυτικών δοκίμων ορκίστηκε αξιωματικός στις 16 Ιανουαρίου του 1926. Στη σχολή ήταν συμμαθητής με τον κυβερνήτη του θρυλικού υποβρυχίου «Παπανικολής» Μιλτιάδη Ιατρίδη.

Το 1928 έλαβε τον βαθμό του ανθυποπλοιάρχου και το 1929 εισήλθε στη σχολή υποβρυχίων. Το 1934 προήχθη σε υποπλοίαρχο και το 1938 σε πλωτάρχη. Υπηρέτησε σε διάφορα υποβρύχια όπως τα Κατσώνης II, Νηρεύς I, Γλαύκoς II, Τρίτωνας και Πρωτεύς. Στο τελευταία υπηρέτησε τα περισσότερα χρόνια. Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος τον βρήκε κυβερνήτη στον Πρωτέα, ένα υποβρύχιο του 1929. Στις 29 Δεκεμβρίου του 1940 βυθίστηκε από ιταλικά πολεμικά πλοία αύτανδρο στην περιοχή του Αυλώνα.

Στις 19 Ιανουαρίου του 1941 του δόθηκε τιμητικά ο βαθμός του αντιπλοιάρχου, επ'ανδραγαθίαν. 

Σήμερα 26/11... Στυλιανού Παφλαγώνος, Νίκωνος προστάτη Λακωνίας

αζαλέες κόμισσες (φ.Μ.Κυμάκη)
αζαλέες κόμισσες (φ.Μ.Κυμάκη)

Στυλιανού Παφλαγώνος, Νίκωνος προστάτη Λακωνίας
για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-
 

Πέμπτη, Νοεμβρίου 25, 2021

Ίον Καντακουζηνός Ρουμάνος ιατρός



25 Νοεμβρίου 1863 (158 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Ίον Καντακουζηνός Ρουμάνος ιατρός

Ο Ίον Καντακουζηνός (Ion Cantacuzino, 25 Νοεμβρίου 1863 - 14 Ιανουαρίου 1934) ήταν διάσημος Ρουμάνος παθολόγος, μετέπειτα καθηγητής στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου και μέλος της Ρουμανικής ακαδημίας. Ήταν επίσης ο ιδρυτής του ιδρύματος Ίον Καντακουζηνός.

Γεννήθηκε στο Βουκουρέστι και καταγόταν από τον ρουμάνικο κλάδο της ελληνικής οικογένειας των Καντακουζηνών με καταγωγή από το Βυζάντιο. Σπούδασε στο Παρίσι ιατρική και εργάστηκε σε διάφορα νοσοκομεία στο Παρίσι. Το 1894 έλαβε το διδακτορικό του και ανέλαβε αναπληρωτής καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Ιασίου στην Ρουμανία. Μετά από δύο χρόνια όμως επέστρεψε στο Παρίσι και εργάστηκε στο ίδρυμα Παστέρ. Το 1901 επέστρεψε στην Ρουμανία και στο Βουκουρέστι όπου και έλαβε θέση καθηγητή. Έκανε πολλές έρευνες και ανακάλυψε μια νέα θεραπεία για τη χολέρα, τη φυματίωση και τον ερυθρό πυρετό.

Κατά τον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο διορίστηκε επικεφαλής ιατρικής ομάδας για την καταπολέμηση της χολέρας στις τάξεις του ρουμανικού στρατού. Την ίδια θέση είχε και κατά τη διάρκεια του Α΄παγκοσμίου πολέμου. 

Φιντέλ Κάστρο Κουβανός πολιτικός



25 Νοεμβρίου 2016 (5 χρόνια πριν) πέθανε:

Φιντέλ Κάστρο Κουβανός πολιτικός

Ο Φιδέλ Αλεχάντρο Κάστρο Ρους (ισπανικά: Fidel Alejandro Castro Ruz, 13 Αυγούστου 1926 - 25 Νοεμβρίου 2016) ήταν Κουβανός επαναστάτης και πολιτικός, ο οποίος κυβέρνησε την Κούβα ως πρωθυπουργός από το 1959 έως το 1976 και στη συνέχεια ως πρόεδρος από το 1976 έως το 2008. Πολιτικά μαρξιστής-λενινιστής, υπηρέτησε επίσης ως ο πρώτος γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας από το 1965 έως το 2011.

Βιογραφία

Ο Κάστρο γεννήθηκε στο Μπιράν της επαρχίας Οριέντε στις 13 Αυγούστου 1926. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας και για κάποιο χρονικό διάστημα άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου. Από φοιτητής ακόμα αναμείχτηκε στα επαναστατικά κινήματα εναντίον της δικτατορίας του Μπατίστα. Στην εξέγερση του Σαντιάγο (26 Ιουλίου 1953) ήταν από τους αρχηγούς της επίθεσης κατά των στρατιωτικών καταυλισμών, συνελήφθη όμως και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 15 ετών. Το 1955 αμνηστεύτηκε και κατέφυγε στις ΗΠΑ. Εκεί προσπάθησε να μυήσει στην επανάσταση τους εξόριστους Κουβανούς. Η αμερικάνικη κυβέρνηση όμως αντέδρασε κι έτσι ο Κάστρο διέφυγε στο Μεξικό. Από κει, με λίγους άντρες, αποβιβάστηκε στην Κούβα (2 Δεκεμβρίου 1956) και ανέβηκε στα βουνά.

Το επαναστατικό κίνημα πήρε μεγάλες διαστάσεις και οι αντάρτες, μετά από πολλές επιτυχίες, κατέλαβαν την 1η Ιανουαρίου 1959 την πρωτεύουσα Αβάνα. Ο Μπατίστα απέδρασε από την Κούβα και πρωθυπουργός ανέλαβε ο Φιντέλ Κάστρο (1959), αξίωμα το οποίο διατήρησε έως το 1976.

Η υποχώρηση του Σοβιετικού ηγέτη Νικίτα Χρουστσόφ στη μεγάλη κρίση της Κούβας τον Οκτώβριο του 1962 και η απομάκρυνση των σοβιετικών πυραύλων από το νησί προκάλεσε την οργή του Φιντέλ Κάστρο, με αποτέλεσμα να επέλθει ψυχρότητα στις σχέσεις Αβάνας-Μόσχας. Χρόνια αργότερα το ομολόγησε ο ίδιος ο ηγέτης της κουβανικής επανάστασης, στην εισήγησή του στο πρώτο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας: «Οι Κουβανοί δυσκολεύτηκαν τότε να καταλάβουν σ' όλη της την έκταση την αξία αυτής της λύσης. Σήμερα όμως βλέπουμε αντικειμενικά ότι η κρίση του Οκτωβρίου του 1962 σήμαινε μια νίκη του επαναστατικού στρατοπέδου... Αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκατέστησαν αργότερα πολεμικές βάσεις στην Κεντρική Αμερική και στη Φλόριδα για οργάνωση πειρατικών επιδρομών στις ακτές μας κι έγιναν πολλές τέτοιες επιδρομές, οι επιδρομές αυτές δεν αποτελούσαν παρά τα τελευταία χτυπήματα του τραυματισμένου αλλά ανίκανου αυτοκρατορικού γοήτρου». Στα τέλη του Απριλίου του 1963 η Μόσχα έπεισε τον Φιντέλ να επισκεφτεί την Ε.Σ.Σ.Δ. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 27ης Απριλίου του 1963 ένα σοβιετικό Τουπόλεφ-114, που μετέφερε τον Κουβανό ηγέτη, έφτασε στην πόλη Μούρμανσκ, στον πολικό κύκλο[43]. Την επομένη, 28 Απριλίου, η υποδοχή στη Μόσχα ήταν θριαμβευτική. Ο Νικίτα Χρουστσόφ και ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ, πρόεδρος του Ανωτάτου Σοβιέτ, υποδέχθηκαν τον Κάστρο στο αεροδρόμιο Βνούκοβο. Στη συνέχεια επιβιβάστηκαν σε ανοικτό αυτοκίνητο, επευφημούμενοι από εκατοντάδες χιλιάδες Μοσχοβίτες στην πορεία προς την Κόκκινη Πλατεία, όπου έλαβε χώρα κολοσσιαία συγκέντρωση προς τιμήν του Κάστρο[44]. Την Πρωτομαγιά ο Κάστρο και ο Χρουστσόφ παρακολούθησαν την παραδοσιακή συγκέντρωση από το μαυσωλείο της Κόκκινης Πλατείας, χαιρετώντας τα πλήθη που επευφημούσαν τον Κουβανό ηγέτη. Περίπου 100.000 άνθρωποι κατέκλυσαν και το Στάδιο Λένιν, όπου ο Κάστρο παρακολούθησε ποδοσφαιρικό αγώνα, αν και το αθλητικό πάθος του ήταν το μπέιζμπολ, το ερασιτεχνικό πρωτάθλημα του οποίου είχε εγκαινιάσει στην Αβάνα στις 13 Απριλίου, πριν ξεκινήσει για την Ε.Σ.Σ.Δ.

Το 1965 έγινε γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας και το 1976 συγκέντρωσε στο πρόσωπό του τα αξιώματα του προέδρου του κράτους και του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων. Το 1991 επανεκλέχτηκε γενικός γραμματέας του κόμματος και το 1993, 1998 και 2003 το Συμβούλιο των Αντιπροσώπων ανανέωσε για πέντε χρόνια την προεδρική του θητεία. Αναδείχτηκε σε ηγετική μορφή του Τρίτου Κόσμου και ανέπτυξε τους δεσμούς της χώρας του τόσο με αφρικανικές όσο και με ασιατικές χώρες. Το 1975 έστειλε στρατεύματα στην Ανγκόλα στο πλευρό του Λαϊκού Κινήματος για την Απελευθέρωση της Ανγκόλας και το 1978 στην Αιθιοπία για την αντιμετώπιση της εισβολής της Σομαλίας. Το γεγονός αυτό, καθώς και η βοήθεια που πρόσφερε στους Σαντινίστας της Νικαράγουας το 1979, επιδείνωσε ακόμη περισσότερο τις σχέσεις του με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1991 η ανατροπή των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης σήμαναν την απαρχή μεγάλων οικονομικών δυσκολιών για την Κούβα και ο Κάστρο αναγκάστηκε να κάνει ορισμένα ανοίγματα προς την κατεύθυνση της φιλελευθεροποίησης της κουβανικής οικονομίας. Τιμήθηκε με το διεθνές βραβείο Λένιν (1961) και το χρυσό μετάλλιο Ζολιό-Κιουρί για την ειρήνη το 1972. Συνέγραψε πολιτικά έργα, τα νεότερα από τα οποία είναι Οκτωβριανή Επανάσταση και η Επανάσταση της Κούβας (1978), Φιντέλ (1987).

Ο ηγέτης της Κούβας, Φιντέλ Κάστρο, υποβλήθηκε σε εγχείρηση στο έντερο, καθώς έπασχε από καρκίνο, στο συγκεκριμένο σημείο, στις 31 Ιουλίου 2006 και μεταβίβασε προσωρινά την εξουσία στον αδελφό του, Ραούλ Κάστρο.

Στις 19 Φεβρουαρίου του 2008, έπειτα από μισό αιώνα στο τιμόνι της Κούβας, ο Κάστρο ανακοίνωσε την οριστική παραίτησή του.

Ο Φιντέλ Κάστρο πέθανε στην Αβάνα, σε ηλικία 90 ετών, στις 25 Νοεμβρίου 2016. Από το 2006, ταλαιπωρούνταν από πολλά προβλήματα υγείας. βικιπαίδεια

Αββάς Πρεβώ Γάλλος συγγραφέας



25 Νοεμβρίου 1763 (258 χρόνια πριν) πέθανε:

Αββάς Πρεβώ Γάλλος συγγραφέας

Ο αββάς Πρεβώ (πραγμ. όνομα Αντουάν Φρανσουά Πρεβώ ντ' Εζίλ (Antoine François Prévost d'Exiles), Εστντέν, Αρτουά (Hesdin, Artois) 1697 - Σαντιγί 1763) ήταν Γάλλος μυθιστοριογράφος.

Μαθήτευσε στους Ιησουίτες και έγινε δόκιμος μοναχός της Εταιρείας αλλά την εγκατέλειψε για να καταταγεί στον στρατό. Ύστερα από ένα αποτυχημένο έρωτα, ο Πρεβώ έγινε Βενεδικτίνος μοναχός και το 1726 ιερέας. Επειδή όμως εγκατέλειψε κι αυτήν του την θέση με συνέπεια να εκδοθεί ένταλμα συλλήψεως εναντίον του (lettre de cachet), διέφυγε στο Λονδίνο το 1728 αποφασισμένος να ζήσει στο εξής από την πένα του.

Την ίδια χρονιά εκδόθηκαν στο Παρίσι οι πρώτοι τέσσερις τόμοι του μυθιστορήματός του Αναμνήσεις ενός ευγενούς. Ύστερα από ένα χρόνο παραμονής στην Αγγλία ο Πρεβώ πήγε στην Ολλανδία και το 1730 άρχισε η δημοσίευση του Άγγλου φιλοσόφου που διήρκεσε εννιά χρόνια και καταλάμβανε οκτώ τόμους.

Το 1731 δημοσιεύτηκαν στο Άμστερνταμ ο πέμπτος, έκτος και έβδομος τόμος των Αναμνήσεων ενός ευγενούς. Ο έβδομος τόμος περιλάμβανε την Ιστορία του ιππότη ντε Γκριέ και της Μανόν Λεσκώ και δημοσιεύτηκε μεμονωμένος στο Παρίσι την ίδια χρονιά. Η γαλλική κυβέρνηση απαγόρευσε το έργο αλλά «το Παρίσι ξετρελλάθηκε μ’ αυτό το μυθιστόρημα. Οι άνθρωποι τρέχαν να το αγοράσουν [τις παράνομες εκδόσεις του] λες κι ορμούσανε στη μάχη».

Το 1733, επειδή έμαθε στο Άμστερνταμ όπου βρισκόταν, ότι οι Βενεδικτίνοι είχαν πετύχει την έκδοση διαταγής φυλάκισής του, δραπέτευσε στην Αγγλία με την γυναίκα ενός άλλου. Για να ζήσει παρέδιδε μαθήματα αλλά ένας μαθητής του τον κατηγόρησε ότι πλαστογράφησε επιταγή πενήντα λιρών και φυλακίστηκε. Το έγκλημα της πλαστογραφίας επέσυρε τότε θανατική καταδίκη αλλά σε λίγο ο Πρεβώ αφέθηκε ελεύθερος και γύρισε στην Γαλλία έχοντας δηλώσει υποταγή στο τάγμα των Βενεδικτίνων. Πέθανε μοναχός είκοσι χρόνια αργότερα.[ Το έργο που του χάρισε την αθανασία, η Μανόν Λεσκώ, είναι κατά κάποιον τρόπο η αυτοβιογραφία του : Ο ήρωάς του, ο ιππότης ντε Γκριέ, προοριζόταν κι αυτός για ιερωμένος κι έχει τον ίδιο ανήσυχο χαρακτήρα με τον συγγραφέα του. Το μυθιστόρημα αυτό ήταν η αρχή των romans larmoyants, των δακρύβρεκτων μυθιστορημάτων, που συγκινεί μέχρι σήμερα -ειδικά οι οπερατικές μεταφορές του- παρ’ όλο που μιλά για μιαν εταίρα κι ένα απατεώνα. Η επίδρασή του στους μεταγενέστερους (Ρουσσώ, Ντιντερό, Μπερναρντέν ντε Σαιν-Πιέρ, Δουμά υιό) ήταν τεράστια.

Η Φρεγάτα «Ελλάς» («Ελλάς Ι», αρχικό όνομα «Ελπίς»)

 

25 Νοεμβρίου 1826 (195 χρόνια πριν):

Η φρεγάτα Ελλάς φτάνει στο Ναύπλιο για να γίνει η πρώτη ναυαρχίδα του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού.

Η Φρεγάτα «Ελλάς» («Ελλάς Ι», αρχικό όνομα «Ελπίς»), ήταν πλοίο που αγοράστηκε το 1824-1826 με εντολή της προσωρινής ελληνικής κυβέρνησης (Εκτελεστικό 1824) και χρηματοδότηση από το δεύτερο αγγλικό δάνειο, με συμφωνία που συνήφθη με διαμεσολάβηση των μελών της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου. Η παραγγελία αφορούσε δυο φρεγάτες, που θα έπαιρναν τα ονόματα «Ελπίς» και «Σωτήρ». Μετά από το σκάνδαλο ναυπήγησης ελληνικών φρεγατών (1824), ναυπηγήθηκε στη Νέα Υόρκη των Η.Π.Α. αντί του ποσού των 750.000 δολαρίων και παραλήφθηκε μόνο ένα πλοίο, το οποίο ονομάστηκε «Ελπίς». Κατέπλευσε στο Ναύπλιο με ξένο πλήρωμα τον Νοέμβριο του 1826. Είχε εκτόπισμα 1660 τόνων, οπλισμό 48 πυροβόλων των 16 λιβρών και 16 ολμοπυροβόλων (καρρανάδων) των 42 λιβρών [1]. Χρησιμοποιήθηκε στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων, τα τελευταία χρόνια του αγώνα. Στις 30-31 του Μάη 1828 βύθισε 2 τουρκικά πολεμικά πλοία στη Ναυμαχία του κάβο Μπαμπά. Είχε άδοξο τέλος, γιατί πυρπολήθηκε την 1 Αυγούστου 1831 από τον Ναύαρχο Μιαούλη κατά τη στάση των Υδραίων εναντίον του Κυβερνήτη Καποδίστρια σε όρμο του Πόρου.

Δημοφιλείς αναρτήσεις Τελευταίες 7 ημέρες