Κυριακή, Δεκεμβρίου 19, 2021

Εντίθ Πιαφ (1915 – 1963)

 

 

Εντίθ Πιαφ (1915 – 1963)
H Eντίθ Zιοβανά Γκασιόν, που αργότερα θα της έδιναν το στοργικό επίθετο Πιάφ - σπουργιτάκι στα γαλλικά- γεννήθηκε στο Παρίσι, στις 19 Δεκεμβρίου του 1915. H μητέρα της, τραγουδίστρια του δρόμου, παράτησε το παιδί στη γιαγιά του, που διατηρούσε οίκο ανοχής σε επαρχιακή κωμόπολη.

Σε ηλικία οκτώ ετών, η μικρή Eντίθ τυφλώθηκε από άγνωστη αιτία, ωστόσο ξαναβρήκε το φως της πολλούς μήνες μετά. Στα εφηβικά της χρόνια, την πήρε κοντά του ο πατέρας της, που εργαζόταν ως ακροβάτης σε τσίρκο, και την έβαζε να τραγουδάει για να συμπληρώνει το «νούμερό» του.

Όταν ξέσπασε ο B’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Πιαφ ήταν ήδη διάσημη. Μία φωνή που παρηγορούσε τους Γάλλους στα δύσκολα εκείνα χρόνια της εθνικής ταπείνωσης. Μετά το τέλος του πολέμου η φήμη της ανέβηκε στα ύψη. Ωστόσο, στη ζωή της δεν κυριάρχησε το ρόδινο χρώμα. Το ιατρικό ιστορικό της περιλαμβάνει τραυματισμούς σε τροχαία, κούρες αποτοξίνωσης, επτά εγχειρήσεις και μια απόπειρα αυτοκτονίας. Το μοναδικό της παιδί, η Μαρσέλ, πέθανε σε ηλικία δύο ετών, το 1935.

Άρρωστη και καταβεβλημένη, η Εντίθ Πιάφ έφυγε από τη ζωή πριν συμπληρώσει τα 48 της χρόνια, στις 11 Οκτωβρίου του 1963. Έως και σήμερα θεωρείται η μεγαλύτερη φωνή της Γαλλίας και μία από τις πιο συγκλονιστικές του κόσμου.

Κλασσικές ερμηνείες
O Λεό Φερέ έγραψε για την Εντίθ Πιάφ το «Les amants de Paris», o Aνρί Kοντέ το «Padam–padam», ο νεαρός Zορζ Mουστακί τής έδωσε τον υπέροχο «Mylord», ο Σαρλ Nτιμόν το εμβληματικό «Non, je ne regrette rien».

H Mαργκερίτ Mονό, ταλαντούχα πιανίστα και συνθέτις, της έγραψε μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια της - ανάμεσά τους το «Hymne a l’amour», εμπνευσμένο από τον θάνατο του Mαρσέλ Σερντάν, του πρωτοπυγμάχου που ήταν ο μεγάλος έρωτας της τραγουδίστριας και που σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα. H ίδια η Πιαφ άφησε το επισκεπτήριό της στη σύνθεση, με το χιλιοτραγουδισμένο «La vie en rose».

Γεννήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου του 1915, κάτω από μια λάμπα γκαζιού. Ο πατέρας της, Λουί Αλφόνς Γκασσιόν, ήταν ακροβάτης του δρόμου και η μητέρα της, Ανιτά Μεγιάρ (Anita Maillard), ήταν λυρική τραγουδίστρια, γνωστή με το ψευδώνυμο Line Marsa. Λίγες εβδομάδες μετά τη γέννησή της την εγκατέλειψε και η μικρή Εντίθ περνάει τα πρώτα της χρόνια πρώτα κοντά στη μητρική της γιαγιά. Το 1917 ο πατέρας της, που εργαζόταν ως ακροβάτης στο τσίρκο Ciotti, την πήγε στη δική του μητέρα, η οποία ζούσε στο Μπερνέ (Bernay) της (Νορμανδίας) και ήταν ιδιοκτήτρια ενός οίκου ανοχής. Το 1919 η Εντίθ αρρωσταίνει από κάποια πάθηση στον εγκέφαλο και τυφλώνεται. Μετά από δύο χρόνια όμως θεραπεύεται χωρίς τη βοήθεια γιατρού και η όρασή της επανέρχεται. Ήταν εφτά χρονών, όταν ο πατέρας της άρχισε να την παίρνει μαζί του στις περιοδείες που έκανε με το τσίρκο και γυρνά μαζί του όλη τη Γαλλία. Στα δέκα της η Εντίθ άρχισε να τραγουδάει στους δρόμους. Αν και ο πατέρας της ήθελε να την κάνει ακροβάτη, γρήγορα κατάλαβε πως η κόρη του είχε "όλο το ταλέντο στο λαιμό και καθόλου στο κορμί" – όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο ίδιος.

Στα 15, έχοντας ανακαλύψει τη θαυμάσια φωνή της, εγκατέλειψε τον πατέρα της για να ζήσει στο Παρίσι, τραγουδώντας στους δρόμους. Στα 17, συναντά τον Λουί Νυυπόν (Louis Dupont), ζουν μαζί και σε ένα χρόνο, στις 11/2/1933, κάνουν ένα κοριτσάκι, τη Μαρσέλ, που όμως μετά από δύο χρόνια πεθαίνει από μηνιγγίτιδα. Εκείνη συνεχίζει να τραγουδά στους δρόμους της Πιγκάλ, όπου και γνωρίζει τον Λουί Λεπλέ (Louis Leplée), διευθυντή του πιο κομψού παρισινού καμπαρέ στα Ηλύσια Πεδία. Μαγεμένος από τη φωνή της υπογράφει συμβόλαιο μαζί της και τη βαφτίζει «Môme Piaf» (μικρό σπουργίτι). Το 1935 της βγάζει και τον πρώτο της δίσκο. Λίγο αργότερα όμως ο μέντοράς της Λεπλέ δολοφονείται και η ίδια κατηγορείται πως γνωρίζει τον δολοφόνο αλλά δεν τον καταδίδει. Αν και αθωώθηκε με τη βοήθεια ενός νέου συντρόφου, του τραγουδοποιού Ρεμόν Ασό (Raymond Asso), που είναι τρελά ερωτευμένος μαζί της, φεύγει για να ζήσει στην επαρχία αλλά επιστρέφει στο Παρίσι το 1937.

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου πολέμου και τη γερμανική κατοχή, δίνει συναυλίες για αιχμάλωτους πολέμου. Εισάγει πλαστές άδειες εργασίας στα κέντρα κράτησης αιχμαλώτων και βοηθάει πολλούς Γάλλους φαντάρους να δραπετεύσουν. Γύρω στα 23 της είναι πια μια μεγάλη προσωπικότητα και γυρνάει την πρώτη της ταινία που θριαμβεύει. Από τότε συνεχίζει μια πετυχημένη καριέρα και κάνει μια έντονη ζωή, δίπλα σε αρκετούς συντρόφους. Στα 30 της ερωτεύεται τον Υβ Μοντάν και αναλαμβάνει να στήσει την καριέρα του. Στα τέλη του 1945, γράφει μόνη της την τεράστια επιτυχία της La vie en rose, που στην αρχή περνά αδιάφορη. Καθ’ όλη την καριέρα της γράφει περίπου 80 τραγούδια.

Γνωρίζει μεγάλες δόξες και στη Νέα Υόρκη, όπου ερωτεύεται τον βασιλιά του μποξ, Μερσέλ Σερντάν και ζουν ένα από τα πιο φημισμένα ρομάντζα της εποχής. Ο ξαφνικός θάνατος του Σερντάν σε αεροπορικό δυστύχημα, το 1949, βυθίζει την Πιάφ σε κατάθλιψη, που ποτέ δεν ξεπερνά πραγματικά. Το 1951 έχει δύο σοβαρά τροχαία, ενώ μετά το δεύτερο οι γιατροί της δίνουν για καιρό μορφίνη, στην οποία εθίζεται. Η Πιάφ την ανακατεύει μαζί με αλκοόλ, χειροτερεύοντας έτσι την ήδη κακή κατάσταση της υγείας της.

Το 1952, παντρεμένη με τον τραγουδιστή Ζακ Πιλ, στην πεντηκοστή τουρνέ της στην Αμερική, σε κάποια ρεσιτάλ της συνοδεύεται στο πιάνο από τον νεαρό τότε Ζιλμπέρ Μπεκό. Εκείνη την εποχή ακολουθεί πολλές θεραπείες αποτοξίνωσης, μα οι ουσίες την έχουν καταβάλει. Παρ’ αυτά κάνει εξαιρετικές ηχογραφήσεις.

Τα επόμενα 2 χρόνια μένει κλεισμένη σπίτι της σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, μα το 1955, μόλις μαθαίνει πως θα τραγουδήσει στο θέατρο Ολυμπιά, με αφάνταστη ενέργεια δίνει μια αψεγάδιαστη παράσταση. Χωρίζουν με τον Πιλ το 1956. Με μεγάλο ζήλο κάνει άλλη μια περιοδεία στην Αμερική και είναι πια μια διεθνής σταρ. Το 1958 ζει μια ακόμα έντονη σχέση δίπλα στον νεότερο τραγουδιστή και συνθέτη Ζορζ Μουστακί, ο οποίος το 1959 συνθέτει γι αυτήν το τραγούδι Milord που κυκλοφόρησε το 1960 και λίγο αργότερα γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Άλλο ένα σοβαρό τροχαίο αποδυναμώνει περισσότερο την Πιάφ. Μετά από λίγους μήνες καταρρέει κατά τη διάρκεια κονσέρτου της σε κατάμεστη αίθουσα της Νέας Υόρκης.

Σ' ένα κονσέρτο στη Στοκχόλμη, στα τέλη της δεκαετίας του '50, καταρρέει επάνω στην πίστα και η διάγνωση των γιατρών είναι ανίατος καρκίνος. Η Πιάφ δεν πτοείται και συνεχίζει να εμφανίζεται κάνοντας περιοδείες όπως και πριν, συνοδευόμενη όμως από μια νοσοκόμα που της χορηγεί μορφίνη για τους πόνους.

Το 1960, τραγουδά με επιτυχία το «Non, Je Ne Regrette Rien» (Όχι, δεν μετανιώνω για τίποτα) του Σαρλ Ντυμόν και συνεχίζει να θριαμβεύει τραγουδώντας, παρότι συχνά τρεκλίζει και παραπατά στη σκηνή. Το καλοκαίρι του 1961, γνωρίζει τον κατά πολύ νεότερό της, τελευταίο της έρωτα, τον Έλληνα Θεοφάνη Λαμπουκά, που τον βαπτίζει "Τεό Σαγαπό" και τον παντρεύεται τον Οκτώβριο του 1962 (στα 46 της εκείνη και 26 εκείνος). Εκείνο το καλοκαίρι παίρνει επίσης το πρώτο βραβείο της Ακαδημίας Charles Cros για το σύνολο της καριέρας της.

Η Εντίθ Πιάφ σβήνει την ίδια μέρα με τον φίλο της, Ζαν Κοκτώ, στις 11 Οκτωβρίου του 1963, μόλις στα 48 της χρόνια στο Plascassier, κοντά στο Grasse απο κίρρωση. Ο σύζυγός της μεταφέρει την ίδια μέρα του θανάτου της τη σορό της στη «δική της πόλη», το Παρίσι. Ο τάφος της βρίσκεται στο παρισινό κοιμητήριο Περ Λασέζ.

Η Πιάφ έφυγε φτωχή αφήνοντας στον τελευταίο σύζυγό της πολλά χρέη και μια τεράστια ιστορία. Μαζί με την καριέρα της ως τραγουδίστρια (ηχογράφησε πάνω από 200 τραγούδια) βοηθούσε και στην προώθηση νεαρών ταλέντων στη μουσική σκηνή της εποχής εκείνης. Είχε μεταξύ άλλων μεγάλη συμμετοχή στην προώθηση καλλιτεχνών, όπως Σαρλ Αζναβούρ, Ζιλμπέρ Μπεκό, Έντι Κονσταντέν, Υβ Μοντάν, Ζορζ Μουστακί, Ζακ Πιλ κλπ.

Πολλοί καλλιτέχνες επανεκτελούν τραγούδια της και επισκέπτονται το γλυπτό που στήθηκε προς τιμήν της στο Παρίσι, πάνω στην πλατεία που φέρει το όνομά της, λίγα μέτρα από το νοσοκομείο Τενό (Tenon), όπου γεννήθηκε. Στο Παρίσι υπάρχει επίσης ένα μουσείο με το όνομά της (Musée Edith Piaf), στο οποίο μπορεί κανείς να δει διάφορα προσωπικά αντικείμενα της καλλιτέχνιδας, όπως ένα από τα φορέματά της και την συλλογή από πορσελάνες της.

Το 2006 ο Ολιβιέ Νταάν (Olivier Dahan) γυρίζει τη ζωή της Γαλλίδας τραγουδίστριας σε ταινία με τίτλο "La Môme" (το νεαρό κορίτσι). Στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο «Ζωή σαν Τριαντάφυλλο». Στον πρωταγωνιστικό ρόλο της ταινίας, που εμφανίστηκε και στο Φεστιβάλ κινηματογράφου στο Βερολίνο, παίζει η Γαλλίδα ηθοποιός Μαριόν Κοτιγιάρ, ρόλο για τον οποίο κέρδισε το 2008 το Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου.

Η ζωή της Εντίθ Πιάφ αποτέλεσε όμως περιεχόμενο και στις ταινίες του σκηνοθέτη Κλωντ Λελούς, με τίτλο "Η Εντίθ και ο Μαρσέλ" το 1983 (πρωταγωνιστεί η Evelyne Bouix) και "Guy Casaril" (με την Brigitte Ariel).

47 χρόνια μετά το θάνατό της ο Αλέν Ντελόν, ο οποίος την γνώριζε προσωπικά, συνέγραψε και ανέβασε μια μουσική παράσταση με τίτλο "Edith Piaf, Une Vie en Rose et Noir" (Εντίθ Πιαφ, μια ζωή σε ροζ και μαύρο), η οποία στη παγκόσμια περιοδεία της ήρθε και στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη το 2010 και 2011 αντίστοιχα

Σήμερα 19/12... Οσίας Αγλαΐας της Ρωμαίας, Αγίου Άρεως μάρτυρος, Δικαίων Πατριάρχου Iακώβ υιού Iσαάκ - Iακώβ υιού Mατθάν και Ιωσήφ υιού Iακώβ, Κυριακή προ της Χριστού γεννήσεως

γιορτινές βιτρίνες (φ.Μ.Κυμάκη)
γιορτινές βιτρίνες (φ.Μ.Κυμάκη)
 
Οσίας Αγλαΐας της Ρωμαίας, Αγίου Άρεως μάρτυρος, Δικαίων Πατριάρχου Iακώβ υιού Iσαάκ - Iακώβ υιού Mατθάν και Ιωσήφ υιού Iακώβ, Κυριακή προ της Χριστού γεννήσεως
 
για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

Σάββατο, Δεκεμβρίου 18, 2021

Σήμερα 18/12... Αγίου Σεβαστιανού του Συγκλητικού, Οσίου Φλώρου επισκόπου Αμνησού

Χριστουγεννιάτικο μπαζαρ χρόνια πριν (φ.Μ.Κυμάκη)
Χριστουγεννιάτικο μπαζαρ χρόνια πριν (φ.Μ.Κυμάκη)
 
βιτρίνες με κατάνυξη (φ.Μ.Κυμάκη)
βιτρίνες με κατάνυξη (φ.Μ.Κυμάκη)
 
Αγίου Σεβαστιανού του Συγκλητικού, Οσίου Φλώρου επισκόπου Αμνησού
 
για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 17, 2021

Σήμερα 17/12 ... Δανιήλ του Προφήτου και των Αγίων τριών παίδων, Αγίου Διονυσίου αρχιεπισκόπου Αιγίνης του θαυματουργού, Μάρτυρος Ιάκχου του Τριγληνού

Αγιος Σπυρίδων (φ.Μ.Κυμάκη )
Αγιος Σπυρίδων (φ.Μ.Κυμάκη )

 

Δανιήλ του Προφήτου και των Αγίων τριών παίδων, 

Αγίου Διονυσίου αρχιεπισκόπου Αιγίνης του θαυματουργού, Μάρτυρος Ιάκχου του Τριγληνού

για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 16, 2021

Σήμερα 16/12 ... Αγίας Θεοφανούς της θαυματουργού, Αγίου Μοδέστου πατριάρχου Ιεροσολύμων

έργα του κληρικού ζωγράφου π. Νικ. Σταματά στη Σκιάθο
έργα του κληρικού ζωγράφου π. Νικ. Σταματά στη Σκιάθο

Αγίας Θεοφανούς της θαυματουργού, Αγίου Μοδέστου πατριάρχου Ιεροσολύμων
για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 15, 2021

Σήμερα 15/12 ... Ελευθερίου ιερομάρτυρος και Ανθίας της μητρός, Οσιομάρτυρος Σωσάννης διακονίσσης εν Ελευθερουπόλει

Μονή Αγίας Ειρήνης - Ρέθυμνο (φ.Μ.Κυμάκη)
Μονή Αγίας Ειρήνης - Ρέθυμνο (φ.Μ.Κυμάκη)

Ελευθερίου ιερομάρτυρος και Ανθίας της μητρός,

Οσιομάρτυρος Σωσάννης διακονίσσης εν Ελευθερουπόλει

για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

Τρίτη, Δεκεμβρίου 14, 2021

Σήμερα 14/12... Αγίου Αρριανού του ηγεμόνος, Αγίου Λευκίου

Βιάννος (φ.Μ.Κυμάκη)
Βιάννος (φ.Μ.Κυμάκη)

Αγίου Αρριανού του ηγεμόνος, Αγίου Λευκίου

 

για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

 

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 13, 2021

Μποστ Έλληνας γελοιογράφος και θεατρικός συγγραφέας


13 Δεκεμβρίου 1995 (26 χρόνια πριν) πέθανε:

Μποστ Έλληνας γελοιογράφος και θεατρικός συγγραφέας

Ο Μέντης Μποσταντζόγλου(πραγματικό ονοματεπώνυμο Χρύσανθος Βοσταντζόγλου, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Μποστ(Κωνσταντινούπολη 23Μαΐου 1918 - Αθήνα 13 Δεκεμβρίου 1995)ήταν Έλληνας σκιτσογράφος και γελοιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός και ζωγράφος.

Γεννήθηκε το 1918 στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν παντρεμένος με τη Μαρία Μποσταντζόγλου, το γένος Παπαγιαννακοπούλου. Οι δυο γιοί του Κώστας και Γιάννης είναι σήμερα διακεκριμένοι στον χώρο της γραφιστικής και της υποκριτικής αντίστοιχα. Το έργο του περιλαμβάνει πολιτικές γελοιογραφίες και χρονογραφήματα, εικονογραφήσεις βιβλίων και περιοδικών, δέκα θεατρικά έργα και πολλές ζωγραφικές συνθέσεις. Για ένα διάστημα δούλεψε στη διαφήμιση όπου οι έντυπες καταχωρίσεις του για τη RENAULT (Ντοφίν εστί φιλοσοφείν), Flow Coat/Dupont (βάφεν ζι γκουντ πιλοτ?) ακόμα και οι πιλότοι της Λουφτβάφε βάφουν με βαφές Φλόου Κοτ, άφησαν κυριολεκτικά εποχή με την τόλμη και τη διαφορετικότητά τους.

Από το 1920 έως το 1926 έζησε με την οικογένειά του στη Ρουμανία και στη συνέχεια στην Αθήνα. Μαθητής Γυμνασίου άρχισε τα σκίτσα και απέκτησε το ψευδώνυμο Μέντης. Το 1939 εισήχθη στη Σχολή Καλών Τεχνών, την οποία όμως παράτησε μετά από έξι μήνες. Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής έγινε μέλος του ΕΑΜ (1942) και συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση.


Η καριέρα του ως σκιτσογράφου ξεκίνησε με εικονογραφήσεις περιοδικών και παιδικών βιβλίων. Το πρώτο προσωπικό του βιβλίο εκδόθηκε με δικά του έξοδα το 1945 και είχε τίτλο Ο Άγιος Φανούριος. Βοήθημα δια την κατανόησιν των Κινέζων κλασσικών..Γκα-τσου και Βου-Σβου-Νι. Το 1952 έπιασε δουλειά στην εφημερίδα Καθημερινή, την οποία τότε διηύθηνε η Ελένη Βλάχου, στην οποία αρχικά εργαζόταν ως ταμίας και βιβλιοθηκάριος. Το 1955 αρχίζει να εργάζεται στο
περιοδικό Εικόνες ως εικονογράφος και χαρτογράφος. Στη συνέχεια απασχολείται ως σκιτσογράφος στο περιοδικό εφημερίδα Ελευθερία, ενώ από το 1963 έως το 1966 καθημερινό πολιτικό χρονογράφημα και κυριακάτικο σκίτσο στην εφημερίδα Αυγή. Το 1966 άνοιξε το δικό του κατάστημα δώρων με την επωνυμία "Λαϊκαί Εικόναι". Διακόσμησε πάνω από 27.000 είδη δώρων, με σκίτσα και ζωγραφιές, καθώς και ανορθόγραφες επιγραφές, στιχάκια και αφιερώσεις. Το 1973 δημοσίευσε αντιδικτατορικά σκίτσα και κείμενα στα περιοδικά Αντί και Ταχυδρόμος, συνεργασία που συνεχίστηκε και για τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης.



Προδικτατορικά συνεργάστηκε επίσης με τις εφημερίδες Ομάδα, Μακεδονία, Ανεξάρτητος Τύπος, Εμπρός και Μεσημβρινή και με τα περιοδικά Δρόμοι της Ειρήνης και Θεατής. Λόγω των πολιτικών γελοιογραφιών του υπέστη διώξεις και δέχτηκε επανειλημμένα μηνύσεις.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και μετά, αφιερώθηκε στη ζωγραφική και το θέατρο. Τα σατιρικά θεατρικά του έργα είναι γραμμένα σε δεκαπεντασύλλαβο. Κατά διαστήματα ασχολήθηκε και πάλι με το σκίτσο και την πολιτική γελοιογραφία. Μετά τη μεταπολίτευση συνεργάστηκε επίσης με το περιοδικό Ταχυδρόμος, τον Θούριο, το Men's Look και τις εφημερίδες Πρωινή και Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία και Ριζοσπάστης.

Πραγματοποίησε επίσης 16 προσωπικές εκθέσεις.

Έθεσε αρκετές φορές υποψηφιότητα ως βουλευτής κομμάτων της Αριστεράς (1964 με την ΕΔΑ, 1981 και 1985 με το ΚΚΕ), χωρίς ποτέ να εκλεγεί.

Πέθανε στις 13 Δεκεμβρίου του 1995 σε ηλικία 77 ετών.
Χαρακτηριστικά του έργου του
Ο Μποστ θεωρείται ότι κατάφερε να δημιουργήσει ένα εντελώς προσωπικό και αναγνωρίσιμο σατιρικό ύφος ως σκιτσογράφος, κειμενογράφος, θεατρικός συγγραφέας, αλλά και ζωγράφος. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του έργου του είναι η γλώσσα του και τα επίτηδες ανορθόγραφα κείμενα. Όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, γελοιοποιώντας την καθαρεύουσα πίστευε ότι ίσως μπορέσει να βοηθήσει στην ταχύτερη καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας. Προκειμένου να σατιρίσει την καθαρεύουσα, ανακάτευε λόγιες εκφράσεις με λαϊκές και έγραφε εντελώς ανορθόγραφα, διεκτραγωδώντας τον ημιμαθή Έλληνα, που προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει την καθαρεύουσα, καθώς εκείνη την εποχή η δημοτική θεωρούνταν "ύποπτη", κατά δήλωση του ιδίου του Μποστ. Συχνά με την παραφθορά των λέξεων ή την ανορθόγραφη απόδοση του ήχου της δημιουργούσε εσκεμμένα συνειρμούς, με άλλες έννοιες, τις οποίες διακωμωδεί. Επίσης συχνά, χρησιμοποιούσε μεταφορικές εκφράσεις με την κυριολεκτική τους έννοια.



Η σάτιρα του στοχεύει κυρίως τον μικροαστό Έλληνα των μεταπολεμικών δεκαετιών, τον καθωσπρεπισμό, την ημιμάθεια και το νεοπλουτισμό, την ξενομανία, τις έντονες ταξικές αντιθέσεις της μεταπολεμικής Ελλάδας, καθώς και την ελληνική πολιτική ζωή. Ο Μποστ σατιρίζει ιδιαίτερα την εξάρτηση της Ελλάδας από τον ξένο παράγοντα, την εθνικοφροσύνη των δεξιών κομμάτων και το θεσμό της Βασιλείας, ωστόσο σε πολλά κείμενα διακωμωδεί και την παράταξη της Αριστεράς,στην οποία ανήκε. Σε πολλά από τα κείμενα του γράφει σε πρώτο πρόσωπο ως αφηγητής, ο οποίος διηγείται κάποια εμπειρία του και σχολιάζει δήθεν με αφέλεια τα γεγονότα.

Οι τρεις πλέον χαρακτηριστικοί ήρωες των γελοιογραφιών του και προσωπικά του δημιουργήματα είναι η Μαμά Ελλάς με τα παιδιά της, τον Πειναλέοντα και την Ανεργίτσα. Η Μαμά Ελλάς παρουσιάζεται αρχαιοπρεπής, αλλά φτωχοντυμένη και εξαθλιωμένη, το ίδιο και τα δύο μικρά παιδιά, που σχολιάζουν την επικαιρότητα με ανορθόγραφα γραμμένους στίχους.

Ένα από τα χαρακτηριστικά όλου του φάσματος του έργου του (σκίτσα, κείμενα, ζωγραφικά και θεατρικά έργα) ήταν ο συμφυρμός διαφόρων φάσεων της ελληνικής ιστορίας, καθώς στο έργο του συνυπάρχουν ήρωες της αρχαιότητας, του Βυζαντίου, του 1821, του έπους του 1940 με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Ωνάση.

Ως ζωγράφος ήταν αυτοδίδακτος και τα έργα του ήταν ιδιαίτερα επηρεασμένα από το ναΐφ ύφος της λαϊκής ζωγραφικής και κυρίως τον Θεόφιλο, αλλά και τις φιγούρες του Θεάτρου Σκιών, με στοιχεία υπερρεαλισμού. Τα ζωγραφικά του έργα παρουσιάζουν ήρωες της αρχαιότητας και της Επανάστασης του 1821 και ιστορικά ζευγάρια.
Στα θεατρικά του έργα χρησιμοποιούσε δεκαπεντασύλλαβο στίχο στο προσωπικό του ύφος συμφυρμού πομπωδών καθαρευουσιάνικων εκφράσεων, με ξένες και λαϊκές εκφράσεις, ενώ συχνά εμφάνιζε ιστορικά ή μυθικά πρόσωπα να αναφέρονται σε σύγχρονες καταστάσεις.

Σε περιόδους χιουμοριστικών αναζητήσεων ο Μποστ έγραψε και στίχους για τρία ελαφρολαϊκά τραγούδια, πού έγιναν επιτυχίες στις αρχές της δεκαετίας του '60. Αυτά είναι "Οι Νεκροθάφτες" (μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου, ερμηνεία Γιώργου Ζωγράφου) και τα "Η νήσος των Αζορών" και "Ρομβία" (μουσική Μίκη Θεοδωράώκη ερμηνεία Γρηγόρη Μπιθικώτση).

Έφτιαξε το εξώφυλλο του δίσκου "Το θαλασσινό τριφύλλι" σε μουσική Λίνου Κόκοτου και στίχους Οδυσσέα Ελύτη που κυκλοφόρησε το 1972.
Κατάλογος έργων του Μποστ

Ο Αγιος Φανούριος. Βοήθημα δια την κατανόησιν των Κινέζων κλασσικών..Γκα-τσου και Βου-Σβου-Νι (1944)
Σκίτσα του Μποστ (1959)
Το λέφκομα μου (1960)
Σκίτσα και κείμενα (Πρώτη επιλογή Δεκέμβριος 1961)
Σκίτσα και κείμενα (Δεύτερη επιλογή Απρίλιος 1972)
Σκίτσα 73-74 (1975)
Αλληλογραφεια με τον Κοστα (Χρονογραφήματα από την Αυγή, Θεμέλιο, 1964)
Το Ημερολόγιο μιας χήρας. Δοκίμιον δια έργον "δύο εφχάριστων ορών" (1972)
18 Αντικείμενα ή Υπέρ Δικτατορείας Λόγος (1975)
Καλειδοσκόπιο (Gutenberg, 1975)
Σταυροφορίες (Γράμματα, 1992)
Κλασσικά Εικονογραφημένα : Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (κείμενο: Ειρήνη Φωτεινού, εικόνες: Μποστ) (1953)
Δον Κιχώτης (θεατρικό, 1961)
Όμορφη Πόλη (θεατρικό, 1962)
Φαύστα (θεατρικό, 1964)
Τα χρυσά φτερά (θεατρικό, 1973)
Οι εκλογές του Μποστ (θεατρική επιθεώρηση,1973)
Μαρία Πενταγιώτισσα (θεατρικό, 1982)
Κάνε το ΠΑΣΟΚ σου παξιμάδι (θεατρική επιθεώρηση, 1985)
Ιστιρικέ Ιστορίαι (θεατρικό, 1985)
40 χρόνια Μπόστ (θεατρικό, 1987)
Μήδεια (θεατρικό, 1993)
Το γελοίον του πράγματος: Ο ήρωας της Κολομβίας
Το γελοίον του πράγματος: Ο εφευρέτης
Ρωμαίος και Ιουλιέτα (θεατρικό, 1995)

Σήμερα 13/12 ...Αγίου Ευστρατίου Αυξεντίου Ευγενίου Μαρδάριου και Ορέστη μαρτύρων, Οσίου Άρεως του σοφού, Αγίου Ιουβεναλίου, Αγίας Λουκίας της παρθένου

 

Αγίου Ευστρατίου Αυξεντίου Ευγενίου Μαρδάριου και Ορέστη μαρτύρων, Οσίου Άρεως του σοφού, Αγίου Ιουβεναλίου, Αγίας Λουκίας της παρθένου

για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

Κυριακή, Δεκεμβρίου 12, 2021

Σάββατο, Δεκεμβρίου 11, 2021

Αλφρέ ντε Μυσσέ Γάλλος ποιητής



11 Δεκεμβρίου 1810 (211 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Αλφρέ ντε Μυσσέ Γάλλος ποιητής

Ο Αλφρέ ντε Μυσσέ (Alfred Louis Charles de Musset-Pathay, 1810-1857) ήταν Γάλλος ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος.

Γιος λογίου, του Βικτόρ Ντονασιάν ντε Μυσσέ-Παταί, εγκαταλείπει τις σπουδές του στα νομικά και την ιατρική, και το 1830 γράφει την Βενετσιάνικη νύχτα που ανεβαίνει στην σκηνή με παταγώδη αποτυχία. Αποφασίζει να μη ξαναγράψει πια θεατρικά έργα για την σκηνή αλλά μόνο για ανάγνωση, κάνει κοσμική ζωή γράφοντας ελάχιστα, και μόνο στα τέλη του 1832 δημοσιεύει έργα του με σχετική επιτυχία.

Το 1833 εντάσσεται στους συνεργάτες της Revue des Deux Mondes (Επιθεώρηση των Δύο Κόσμων) και συνδέεται ερωτικά με την Γεωργία Σάνδη. Πρόκειται για ένα πολυτάραχο δεσμό με εκατέρωθεν απιστίες, χωρισμούς και επανασυνδέσεις, που διαρκεί δύο χρόνια. Ακολουθούν διάφορες σχέσεις του Μυσσέ με κοσμικές κυρίες.

Παρά την απόφασή του να μη ξαναγράψει θεατρικά έργα για την σκηνή, ανεβαίνει το 1847 στην Κομεντί Φρανσαίζ το Καπρίτσιο του με μεγάλη επιτυχία, και το 1849 άλλα τρία έργα του. Το 1852 εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας.

Οι ποιητές του τέλους του 19ου αιώνα τον απέρριψαν, σήμερα όμως θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ρομαντισμού.συνέχεια στη βικιπαίδεια

Αγγελική Λαΐου Ελληνίδα ακαδημαϊκός



11 Δεκεμβρίου 2008 (13 χρόνια πριν) πέθανε:

Αγγελική Λαΐου Ελληνίδα ακαδημαϊκός

Η Αγγελική Λαΐου (6 Απριλίου 1941 - 11 Δεκεμβρίου 2008) ήταν Ελληνίδα καθηγήτρια και ακαδημαϊκός. Υπήρξε η δεύτερη γυναίκα που εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, μετά την Γαλάτεια Σαράντη και πριν την Κική Δημουλά.

Βιογραφία

Γεννήθηκε το 1941 στην Αθήνα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και κατόπιν συνέχισε τις σπουδές της στις ΗΠΑ. Το 1966 αναγορεύτηκε διδάκτορας του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ.

Διετέλεσε καθηγήτρια των Πανεπιστημίων Ρούτγκερς, Πρίνστον, Σορβόννης, Κολλέγιο της Γαλλίας (College de France), καθώς και καθηγήτρια ιστορίας του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και διευθύντρια του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών (Dumbarton Oaks) του ίδιου Πανεπιστημίου. Ήταν μέλος της Ακαδημίας Μεσαιωνικής Ιστορίας της Αμερικής (Medieval Academy of America), της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών (American Academy of Arts and Sciences), της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας (Academia Europaea) και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Επιγραφών και Γραμμάτων (Académie des Inscriptions et Belles Lettres).

Το 1998 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Την περίοδο 2000-2002 διετέλεσε βουλευτής Επικρατείας με το ψηφοδέλτιο του ΠΑΣΟΚ και κατόπιν αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών στην Κυβέρνηση Σημίτη. Τιμήθηκε με τον Ταξιάρχη του Τάγματος της Τιμής. Άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο.

Προσεβλήθη από καρκίνο και πέθανε στις 11 Δεκεμβρίου του 2008, σε ηλικία 67 ετών, στη Βοστώνη. συνέχεια στη βικιπαίδεια

Αλεξάντρ Σολζενίτσιν Ρώσος συγγραφέας



11 Δεκεμβρίου 1918 (103 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Αλεξάντρ Σολζενίτσιν Ρώσος συγγραφέας

Ο Αλεξάντρ Ισάγεβιτς Σολζενίτσιν[2] (Алекса́ндр Иса́евич Солжени́цын[3], 11 Δεκεμβρίου 1918 – 3 Αυγούστου 2008)[4][5] ήταν Ρώσος μυθιστοριογράφος, ιστορικός και διηγηματογράφος.

Είναι γνωστός κυρίως για τα ημιαυτοβιογραφικά έργα του Μια μέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς και Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ, όπου περιέγραφε τη ζωή στα σταλινικά ειδικά στρατόπεδα εργασίας. Τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1970.

Βιογραφία

Γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1918 στην πόλη Κισλοβόντσκ της Σταυρούπολης. Το πραγματικό του πατρώνυμο είναι Ισαάκεβιτς, καταγράφηκε όμως από λάθος ως Ισάγεβιτς από τον αστυνομικό που εξέδωσε την πρώτη του ταυτότητα, το 1936, στο Ροστόφ επί του Ντον.[6] Ο πατέρας του, Ισαάκιος Συμεώνοβιτς Σολζενίτσιν, ήταν γόνος παλαιάς οικογένειας χωρικών, υπηρέτησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως αξιωματικός του πυροβολικού, ενώ σκοτώθηκε στις 15 Ιουνίου 1918 σε κυνηγετικό ατύχημα, έξι μήνες πριν γεννηθεί ο γιος του. Η μητέρα του, Ταΐσια Ζαχάροβνα, ήταν κόρη ενός ευκατάστατου χωρικού, η οποία γνώριζε άπταιστα αγγλικά και γαλλικά, όπως επίσης γραφομηχανή και στενογραφία. Ωστόσο, μετά το θάνατο του συζύγου της δεν μπορούσε να βρει εργασία αντίστοιχη των προσόντων της, λόγω της «κοινωνικής της καταγωγής», όπως επέτασσε το σύστημα μεταχείρισης των ανθρώπων με βάση την κοινωνική τους προέλευση, που είχε εγκαταστήσει το σοβιετικό καθεστώς.[6]
Νεανικά χρόνια

Το 1924 η οικογένεια μετακόμισε στο Ροστόφ επί του Ντον. Εκεί ο Σολζενίτσιν τελείωσε το σχολείο και στη συνέχεια γράφτηκε στη φυσικομαθηματική σχολή του τοπικού πανεπιστημίου. Το 1939 άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα δι' αλληλογραφίας του μοσχοβίτικου Ινστιτούτου Φιλοσοφίας, Λογοτεχνίας και Ιστορίας.[7] Αυτή την περίοδο γνώρισε την πρώτη του σύζυγο Ναταλία Αλεξέγιεβνα Ρεσετόβσκαγια, φοιτήτρια χημείας, με την οποία παντρεύθηκε στις 7 Απριλίου 1940 (χώρισαν δώδεκα χρόνια αργότερα, αλλά ξαναπαντρεύτηκαν το 1957 και ξαναχώρισαν το 1972).

Αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο το 1941, λίγες μέρες πριν την κήρυξη του πολέμου με τη Γερμανία. Στις 18 Οκτωβρίου του ίδιου έτους κατατάχτηκε στο στρατό ως απλός στρατιώτης. Λίγες εβδομάδες αργότερα αποφοίτησε από τη σχολή πυροβολικού με το βαθμό του ανθυπολοχαγού και του ανατέθηκε η διοίκηση πυροβολαρχίας. Η μονάδα του στάλθηκε στο βορειοδυτικό μέτωπο και πολέμησε σε όλες τις μάχες από την πόλη Οριόλ έως την Ανατολική Πρωσία. Ο ίδιος παρασημοφορήθηκε δύο φορές για τον ηρωισμό του με τα μετάλλια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου βʹ τάξεως και του Ερυθρού Αστέρα.[7]

Κατά τα τέλη του πολέμου όμως συνελήφθη, διότι σε ένα γράμμα προς φίλο του αναφερόταν ειρωνικά για την προσωπικότητα και τις ικανότητες του Ιωσήφ Στάλιν αναφέροντας τον ως Balabos δηλαδή τον αρχηγό σε εβραϊκή διάλεκτο. Συνεπεία τούτου κατηγορήθηκε για αντισοβιετική προπαγάνδα (το διαβόητο άρθρο 58 του σοβιετικού Ποινικού Κώδικα επί Στάλιν) και μεταφέρθηκε στη Μόσχα για ανάκριση.

Στις 7 Ιουλίου 1945 καταδικάσθηκε με το άρθρο 58 σε ισόβια εκτόπιση και οκταετή καταναγκαστική εργασία από ένα έκτακτο δικαστήριο, στο οποίο δεν κλήθηκε καν να υπερασπισθεί τον εαυτό του.συνέχεια στη βικιπαίδεια 

Νικηφόρος Β´ Φωκάς Βυζαντινός αυτοκράτορας



11 Δεκεμβρίου 969 (1052 χρόνια πριν) πέθανε:

Νικηφόρος Β´ Φωκάς Βυζαντινός αυτοκράτορας

Ο Νικηφόρος Β΄ Φωκάς (912 - 11 Δεκεμβρίου 969) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας από το 963 έως το 969, καταγόμενος από τον μικρασιατικό Οίκο των Φωκάδων. Τα λαμπρά στρατιωτικά κατορθώματά του συνέβαλαν στην ενδυνάμωση και ανάπτυξη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα.

Αρχική σταδιοδρομία

Ο Νικηφόρος Φωκάς καταγόταν από τη μεγάλη στρατιωτική οικογένεια των Φωκάδων της Καππαδοκίας. Ακολούθησε και ο ίδιος στρατιωτική σταδιοδρομία και τιμήθηκε με τον τίτλο του μαγίστρου. Το 960, με την ιδιότητα του δομέστικου των σχολών της Ανατολής, ο μετέπειτα αυτοκράτορας ανέλαβε επικεφαλής της εκστρατείας για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Σαρακηνούς (Άραβες). Συγκέντρωσε το βυζαντινό στρατό στα Φύγελα της Μ. Ασίας, κατέπλευσε στον κόλπο του Αλμυρού και άρχισε τις επιχειρήσεις εναντίον του αραβικού στρατού. Στρατοπέδευσε κοντά στο Xάνδακα (σημ. Ηράκλειο), την πρωτεύουσα της Κρήτης, επιχειρώντας ταυτόχρονα επιθέσεις εναντίον των τειχών και εξορμήσεις στο εσωτερικό, για να υποτάξει ολόκληρο το νησί. Ύστερα από εννέα μήνες δραματικής πολιορκίας, το Μάρτιο του 961, κατέλαβε το Χάνδακα και επανέφερε την Κρήτη στους κόλπους της βυζαντινής αυτοκρατορίας για τα επόμενα 250 χρόνια. Μέρος από τα λάφυρα παραχώρησε στο φίλο του Αθανάσιο Αθωνίτη, ο οποίος τον είχε ακολουθήσει στην εκστρατεία της Κρήτης, για να ιδρύσει τη Μονή Μεγίστης Λαύρας στο Άγιον Όρος.

Πριν από την αναχώρησή του, ο Φωκάς οργάνωσε διοικητικά, στρατιωτικά και θρησκευτικά την Κρήτη. Μερίμνησε μάλιστα για τη θρησκευτική στήριξη, την αναμόρφωση και τον επανεκχριστιανισμό του νησιού αφήνοντας εκεί τον Νίκωνα τον "Μετανοείτε". Άφησε επίσης αξιόλογη φρουρά για την προστασία του από νέες αραβικές επιδρομές. Επιχείρησε μάλιστα τη μεταφορά της πρωτεύουσας σε άλλο σημείο και για το σκοπό αυτό οχύρωσε ένα λόφο νότια του Χάνδακα, όπου έχτισε το φρούριο Τέμενος. Ωστόσο, η νέα πρωτεύουσα δεν κατάφερε να επιβληθεί, με αποτέλεσμα ο Χάνδακας να αναβιώσει και να γίνει έπειτα από λίγο το διοικητικό και εκκλησιαστικό κέντρο της Κρήτης. Κατά την επιστροφή στην Κωνσταντινούπολη, τελέστηκε θρίαμβος ενώπιον του αυτοκράτορα Ρωμανού Β' και μεγάλου πλήθους.
Αυτοκράτορας

Μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Ρωμανού Β', η χήρα του Θεοφανώ κάλεσε το Νικηφόρο στην πρωτεύουσα, έχοντας πρόθεση να του ζητήσει προστασία για τα παιδιά της και την ίδια. Με την άφιξή του στην Πόλη, και μπροστά στην απαστράπτουσα ομορφιά της Θεοφανούς, φαίνεται ότι την ερωτεύτηκε ειλικρινά και ξέχασε τους προηγούμενους όρκους του. Όμως, τα αισθήματα δεν ήταν αμοιβαία. Η αυτοκράτειρα, παρ' όλα αυτά, με χαρά δέχτηκε το γάμο που της πρότεινε ο Νικηφόρος, διότι προστάτευε σε μεγάλο βαθμό τα οικογενειακά και προσωπικά της συμφέροντα, με προστάτη έναν αδέκαστο και αφοσιωμένο στρατιώτη. Έτσι, ο Νικηφόρος Φωκάς παντρεύτηκε την Θεοφανώ και τον Αύγουστο του 963 στέφθηκε αυτοκράτορας στο ναό της Αγίας Σοφίας από τον πατριάρχη Πολύευκτο.

Βασική κατεύθυνση της πολιτικής του υπήρξε η συνέχιση των αγώνων εναντίον των Αράβων στην Ανατολή, τους οποίους είχε εγκαινιάσει με επιτυχία σε όλα τα επίπεδα. Απομάκρυνε τους Άραβες από την Κιλικία, ανακατέλαβε την Κύπρο και προσάρτησε μεγάλο μέρος της Συρίας, προχωρώντας έως την Τρίπολη. Παράλληλα, έδειξε ενδιαφέρον για την περιφρούρηση των βυζαντινών συμφερόντων στις επαρχίες της Νότιας Ιταλίας και της Σικελίας. Επιβεβαίωσε έτσι τη βυζαντινή κυριαρχία στη Μεσόγειο και εκτίναξε τα σύνορα της αυτοκρατορίας έως πέρα από τον ποταμό Ευφράτη. Με ανάλογη ευαισθησία αντιμετώπισε και τα προβλήματα στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας, επιχειρώντας σύντομη εκστρατεία κατά μήκος των βυζαντινο-βουλγαρικών συνόρων και καταλαμβάνοντας χωρίς δυσκολίες όλα τα σημαντικά φρούρια.

Ωστόσο, η συνεχής πολεμική δραστηριότητα των Βυζαντινών για μια ολόκληρη εξαετία (963-969) είχε κουράσει το βυζαντινό στρατό και είχε προκαλέσει τη δυσφορία του λαού από τις επαχθείς φορολογικές επιβαρύνσεις.
Δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά

Ο ανιψιός του Φωκά Ιωάννης Τσιμισκής εκμεταλλεύτηκε τη δυσφορία αυτή, συνεργάστηκε με την αυτοκράτειρα Θεοφανώ και οργάνωσε συνωμοσία για την εκθρόνιση του, η οποία και συντελέστηκε με τη δολοφονία του αυτοκράτορα τη νύχτα της 10ης Δεκεμβρίου του 969. Δολοφονήθηκε με απεχθή τρόπο, την ώρα που κοιμόταν (σαν στρατιωτικός κοιμόταν στο δάπεδο του δωματίου, μια συνήθεια που παρ' ολίγο να του έσωζε τη ζωή) από συνεργάτες του Ιωάννη.

Τα μέλη της συνωμοσίας είχαν ορίσει την 10η Δεκεμβρίου ως την ημέρα εκτέλεσης του σχεδίου τους για την δολοφονία του αυτοκράτορα. Νωρίς το απόγευμα της ίδιας ημέρας η Θεοφανώ (από τους πρωτεργάτες της συνωμοσίας) είχε βοηθήσει στην είσοδο των υπολοίπων μελών κρυφά στο παλάτι ντύνοντας τους με γυναικεία ρούχα, κάτω από τα όποια έκρυβαν τα φονικά τους όπλα. Ο Ιωάννης Τσιμισκής, ο όποιος είχε ηγετικό ρολό σε αυτήν την συνωμοσία, για να μην κινήσει υποψίες βρισκόταν στο Πέραν. Ωστόσο οι ενέργειες αυτές δεν πέρασαν απαρατήρητες και έφτασαν στα αυτιά του Νικηφόρου. Αυτός ανήσυχος έστειλε τον Μιχαήλ, έναν από τους πιο έμπιστους ευνούχους του, όπως πίστευε, για να ερευνήσει το παλάτι. Αυτός όμως απ ότι φαίνεται είχε ταχθεί με το μέρος της Θεοφανούς και έτσι δεν ανέφερε τίποτα το ασυνήθιστο στον αυτοκράτορα. Τη νύχτα αυτή, όπως αναφέρεται από τον Λέοντα τον Διάκονο, μια τρομερή χιονοθύελλα είχε ξεσπάσει στην Πόλη. Οι συνεργάτες του Τσιμισκή φοβόντουσαν μήπως δεν κατάφερνε να διασχίσει εγκαίρως τον φουρτουνιασμένο Κεράτιο κόλπο καθώς επέβαινε σε μικρή βάρκα και δεν είχε δάδα αναμμένη, ώστε να μην γίνει αντιληπτός από τους φρουρούς των τειχών. Τελικά λίγο πριν τα μεσάνυχτα βρέθηκε και αυτός στο παλάτι, έτοιμος για δράση.

Ο αυτοκράτορας, ανυποψίαστος για τα γεγονότα που διαδραματίζονταν δίπλα του, είχε ξαπλώσει στο πάτωμα, συνήθεια που είχε αποκτήσει όσο καιρό ήταν στρατιωτικός, σε μια γωνία του αυτοκρατορικού δωματίου. Την προκαθορισμένη ώρα οι συνωμότες οδηγημένοι από κάποιον έμπιστο του αυτοκράτορα βρέθηκαν στην κάμαρά του. Όταν είδαν το αυτοκρατορικό κρεβάτι άδειο τους κυρίευσε τρόμος και πανικός γιατί πίστευαν ότι η συνωμοσία τους είχε αποκαλυφθεί και οι αυτοκρατορικοί σωματοφύλακες τους είχαν στήσει παγίδα για να τους συλλάβουν την ώρα που θα εκτελούσαν την αποτρόπαια ενέργειά τους. Τελικά τη λύση την έδωσε πάλι ο έμπιστος του Φωκά που τους είχε οδηγήσει ως εδώ, δείχνοντας τους την σκοτεινή γωνία του δωματίου που κοιμόταν ο Νικηφόρος. Τότε ο ταξίαρχος Λέων Βαλάντης τράβηξε το ξίφος του και κατάφερε ένα δυνατό κτύπημα στον αυτοκράτορα με σκοπό να τον αποκεφαλίσει. Την στιγμή αυτή φαίνεται να ξύπνησε ο Νικηφόρος και στην απεγνωσμένη του προσπάθεια να ξεφύγει, χτυπήθηκε στο πρόσωπο από το σπαθί του ταξίαρχου αλλά δεν σκοτώθηκε. Στην τραγική κατάσταση που βρισκόταν, τυφλωμένος απ τα αίματα, ανήμπορος να αντιδράσει και εγκαταλελειμμένος από όλους, έστρεψε τις τελευταίες του ελπίδες στην Παναγία που τόσο ευλαβούταν. Τελικά άφησε την τελευταία του πνοή με το όνομα της Παναγίας στα χείλη του. Οι αυτοκρατορικοί φρουροί θορυβημένοι από τον φασαρία μπήκαν στην καμάρα. Όταν αντίκρισαν το ακέφαλο σώμα του Νικηφόρου μέσα σε μια λίμνη αίματος κατάλαβαν ότι είχαν φτάσει πολύ αργά.

Στο μεταξύ λίγες στιγμές μετά την δολοφονία, άνθρωποι του Ιωάννη Τσιμισκή ξεχύθηκαν στους δρόμους της βασιλεύουσας φωνάζοντας «Ιωάννης, Αύγουστος και Βασιλεύς των Ρωμαίων». Η παγωμένη ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην Πόλη από την στυγερή δολοφονία του αυτοκράτορα συνέβαλε στην αδράνεια των πολιτών να αντισταθούν στην ενθρόνιση του πρωτεργάτη της συνωμοσίας Ιωάννη Τσιμισκή. Το σώμα του Νικηφόρου πετάχτηκε από το παράθυρο του δωματίου και έμεινε εκεί παραπεταμένο για την υπόλοιπη ημέρα. Μόλις βράδιασε, κάποιοι από τους υπηρέτες που είχαν παραμείνει πιστοί, πήραν το σώμα του και το μετέφεραν μέσα από τους άδειους δρόμους της Πόλης στο νεκροταφείο των βασιλέων στην εκκλησία των Αγίων Απόστολων και το έβαλαν σε μαρμάρινη σαρκοφάγο. Χαρακτηριστικό γεγονός είναι, όπως φαίνεται από τα λεγόμενα του Λέοντος του Διακόνου, ότι επίσημα δεν έγινε κηδεία του πρώην αυτοκράτορα. Αυτό το φρικιαστικό τέλος επιφύλαξε η μοίρα για τον Νικηφόρο Β΄ Φωκά, τον γενναίο στρατηγό, τον ευσεβή χριστιανό αλλά και τον προδομένο αυτοκράτορα. Πάνω στον τάφο του ήταν χαραγμένη η εξής επιγραφή: «Τους νίκησε όλους εκτός από μια γυναίκα». συνέχεια στη βικιπαίδεια

Σήμερα 11/12 ... Μαρτύρων Αειθαλά και Ακεψεή

κάποτε μαζεύαμε μαργαρίτες (φ.Μ.Κυμάκη)
κάποτε μαζεύαμε μαργαρίτες (φ.Μ.Κυμάκη)

Μαρτύρων Αειθαλά και Ακεψεή

Για μεγέθυνση ροδάκι να ανοίξει καρτέλα με φακό +-

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 10, 2021

Νέλλυ Ζαχς Γερμανίδα συγγραφέας



10 Δεκεμβρίου 1891 (130 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Νέλλυ Ζαχς Γερμανίδα συγγραφέας

Η Νέλλυ Ζαχς (Nelly Sachs, Βερολίνο, 10 Δεκεμβρίου 1891 - Στοκχόλμη, 12 Μαΐου 1970) ήταν Γερμανίδα ποίητρια και δραματουργός, η οποία μεταμορφώθηκε λόγω της ναζιστικής εμπειρίας από ερασιτέχνης σε δριμεία εκπρόσωπο της δυστυχίας και του πόθου των Εβραίων συνανθρώπων της.

Γεννήθηκε στο Schöneberg, στο Βερολίνο, το 1891 και κατέφυγε το 1940 στη Σουηδία. Ήταν φίλη της Σέλμα Λάγκερλεφ. Το 1966 μοιράστηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας με τον Εβραίο συγγραφέα Σαμουήλ Ιωσήφ Άγκνον. Ασύνηθες μέτρο για τη Σουηδική Ακαδημία, το οποίο καλύφθηκε με μία προσεγμένη επιχειρηματολογία: "Ο επιμερισμός του βραβείου έχει έναν ιδιαίτερο σκοπό: να τιμήσει δύο συγγραφείς οι οποίοι, παρ' όλο που γράφουν σε διαφορετικές γλώσσες, συνδέονται με πνευματική συγγένεια και συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον σε μια μεγαλειώδη προσπάθεια να προβάλουν την πολιτισμική κληρονομιά του εβραϊκού λαού μέσω του γραπτού λόγου". Στον λόγο που εκφωνήθηκε για τη Νέλλυ Ζαχς σχολιάστηκε "η συμβολική της γλώσσα, που συνδυάζει μια τολμηρή μοντερνιστική έμπνευση με τον απόηχο της αρχαίας βιβλικής ποίησης"[3]. Η ίδια η Νέλλυ Ζαχς παρατήρησε πως ο Άγκνον εκπροσωπούσε το Ισραήλ ενώ «εγώ εκπροσωπώ την τραγωδία του εβραϊκού λαού».

Μετά το θάνατό της το 1970 τάφηκε στο Norra begravningsplatsen στη Στοκχόλμη. Μια αναμνηστική πλάκα μνημονεύει τον τόπο γέννησής της, στο Maaßenstraße 14, στο Schöneberg, όπου υπάρχει επίσης ένα Πάρκο, στη Dennewitzstraße, ονομασμένο προς τιμήν της.

Ποιήματά της στα ελληνικά βρίσκονται στα παρακάτω βιβλία:
Τέσσερις νομπελίστες ποιητές: συλλογικό έργο, ανθολόγηση ποιημάτων των Νέλλυ Ζαχς (Nelly Sachs), Jaroslav Seifert, Γκύντερ Γκρας (Günter Grass), Ελφρίντε Γέλινεκ (Elfriede Jelinek). Ανθολόγηση και μετάφραση Σωτήρης Γυφτάκης για τις εκδ. "Λεξίτυπον", 2007 ·
Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα: Επιλογή από ελληνικές μεταφράσεις. Ανθολόγηση Μαρία Λαϊνά. Ελληνικά Γράμματα, 2007.

Αυτό που είμαστε - Ίρβιν Γιάλομ


πηγή http://tvxs.gr/news/biblio/ayto-poy-eimaste-toy-irbin-gialom
Αυτό που είμαστε. Του Ίρβιν Γιάλομ
04:06, 03 Ιουν 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/9

Ποιός από μας δεν έχει γνωρίσει κάποιον άνθρωπο (ίσως τον ίδιο μας τον εαυτό) που να είναι τόσο στραμμένος προς τα έξω, τόσο απορροφημένος στη συσσώρευση αγαθών ή στο τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να χάνει κάθε αίσθηση του εαυτού του; Ένας τέτοιος άνθρωπος, όταν του τίθεται κάποιο ερώτημα, αναζητεί την απάντηση προς τα έξω κι όχι προς τα μέσα. Διατρέχει δηλαδή τα πρόσωπα των άλλων, για να μαντέψει ποιά απάντηση επιθυμούν ή περιμένουν.

Για έναν τέτοιον άνθρωπο θεωρώ χρήσιμο να συνοψίσω μια τριάδα δοκιμίων που έγραψε ο Σοπενάουερ προς το τέλος της ζωής του. (Για όποιον έχει φιλοσοφικές τάσεις είναι γραμμένα σε γλώσσα σαφή και προσβάσιμη στον μη ειδικό). Βασικά τα δοκίμια τονίζουν ότι το μόνο που μετράει είναι αυτό που το άτομο είναι.Ούτε ο πλούτος ούτε τα υλικά αγαθά ούτε η κοινωνική θέση ούτε η καλή φήμη φέρνουν την ευτυχία. Αν και οι σκέψεις αυτές δεν αφορούν συγκεκριμένα τα υπαρξιακά θέματα, παρ’ όλ’ αυτά μας βοηθούν να μετακινηθούμε από ένα επιφανειακό επίπεδο προς βαθύτερα ζητήματα. 


1. Αυτό που κατέχουμε. Τα υλικά αγαθά είνα απατηλά. Ο Σοπενάουερ υποστηρίζει πολύ κομψά ότι η συσσώρευση πλούτου και αγαθών είναι ατελείωτη και δεν προσφέρει ικανοποίηση. Όσο περισσότερα κατέχουμε, τόσο πολλαπλασιάζονται οι απαιτήσεις μας. Ο πλούτος είναι σαν το νερό της θάλασσας: όσο περισσότερο πίνουμε, τόσο πιο πολύ διψάμε. Στο τέλος δεν κατέχουμε εμείς τα αγαθά μας – μας κατέχουν εκείνα.
2. Αυτό που αντιπροσωπεύουμε στα μάτια των άλλων. Η φήμη είναι το ίδιο εφήμερη όσο και τα υλικά πλούτη. Ο Σοπενάουερ γράφει: “Οι μισές μας ανησυχίες και αγωνίες έχουν προέλθει από την έγνοια μας για τις γνώμες των άλλων… πρέπει να βγάλουμε αυτό το αγκάθι απ’ τη σάρκα μας”. Είναι τόσο ισχυρή η παρόρμηση να κάνουμε μια καλή εμφάνιση, ώστε για μερικούς φυλακισμένους, την ώρα που βαδίζουν προς τον τόπο της εκτέλεσής τους, αυτό που κυρίως απασχολεί τη σκέψη τους είναι το ντύσιμο και οι τελευταίες τους χειρονομίες.
Η γνώμη των άλλων είναι ένα φάντασμα που μπορεί ανά πάσα στιγμή ν’ αλλάξει όψη. Οι γνώμες κρέμονται από μια κλωστή και μας υποδουλώνουν στο τι νομίζουν οι άλλοι, ή, ακόμα χειρότερα, στο τι φαίνεται να νομίζουν – γιατί ποτέ δεν μπορούμε να μάθουμε τι σκέφτονται πραγματικά.
3. Αυτό που είμαστε. Μόνο αυτό που είμαστε έχει πραγματική αξία. Μια καλή συνείδηση, λέει ο Σοπενάουερ, αξίζει περισσότερο από μια καλή φήμη. Ο μεγαλύτερος στόχος μας θα έπρεπε να είναι η καλή υγεία κι ο πνευματικός πλούτος, ο οποίος οδηγεί σε ανεξάντλητα αποθέματα ιδεών, στην ανεξαρτησία και σε μια ηθική ζωή. Η ψυχική μας γαλήνη πηγάζει από τη γνώση ότι αυτό που μας αναστατώνει δεν είναι τα πράγματα, αλλά η ερμηνεία μας για τα πράγματα.
Αυτή η τελευταία σκέψη – ότι η ποιότητα της ζωής μας προσδιορίζεται από το πως ερμηνεύουμε τις εμπειρίες μας, όχι από τις ίδιες τις εμπειρίες – είναι ένα σημαντικό θεραπευτικό δόγμα που ανάγεται στην αρχαιότητα. Κεντρικό αξίωμα στη σχολή του στωικισμού, πέρασε από τον Ζήνωνα, τον Σενέκα, τον Μάρκο Αυρήλιο, τον Σπινόζα, τον Σοπενάουερ και τον Νίτσε κι έφτασε να γίνει θεμελιώδης έννοια τόσο στην ψυχοδυναμική όσο και στη γνωστική-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία.


Από το βιβλίο του Irvin Yalom, Στον κήπο του Επίκουρου: αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου, εκδόσεις Άγρα.

O Irvin D. Yalom (1931-) είναι επίτιμος καθηγητής ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ των ΗΠΑ. Μαθητής και συνεργάτης του Rollo May, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους, εν ζωή, εκπροσώπους της υπαρξιακής σχολής στην ψυχιατρική και είναι συγγραφέας του εγκυρότερου και πληρέστερου εγχειρίδιου υπαρξιακής ψυχοθεραπείας ("Existential Psychotherapy"). Το πρώτο του βιβλίο, "Theory and Practice of Group Psychotherapy", έχει μεταφραστεί σε 14 γλώσσες και αποτελεί βασικό διδακτικό εγχειρίδιο σε πολλές σχολές ψυχιατρικής και ψυχοθεραπείας.
 

Ο Yalom έχει γράψει πολλά ακόμη επιστημονικά βιβλία και άρθρα. Το λογοτεχνικό του έργο αρχίζει όψιμα και περιλαμβάνει δύο συλλογές διηγημάτων ("Love's Executioner" και "Momma and the Meaning of Life") και τρία μυθιστορήματα ("When Nietzsche Wept", "Lying on the Couch" και "The Schopenhauer Cure"), που όλα έχουν γίνει μπεστ-σέλλερ σε πολλές χώρες. Όλα του τα λογοτεχνικά βιβλία αποτελούν ιστορίες ψυχοθεραπείας και ο ίδιος τα θεωρεί προέκταση του διδακτικού του έργου, το οποίο, όπως λέει, βρίθει ούτως ή άλλως ιστοριών και διηγήσεων.
 

Στις Εκδόσεις Άγρα κυκλοφορούν τα βιβλία του: "Όταν έκλαψε ο Νίτσε", "Στο ντιβάνι" και "Η θεραπεία του Σοπενάουερ" (μυθιστορήματα)· "Ο δήμιος του έρωτα" και "Η μάνα και το νόημα της ζωής" (διηγήματα)· "Θρησκεία και ψυχιατρική", "Το δώρο της ψυχοθεραπείας", "Στον κήπο του Επίκουρου - Αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου", "Θεωρία και πράξη της ομαδικής ψυχοθεραπείας και Ενδονοσοκομειακή ομαδική ψυχοθεραπεία" (δοκίμια και μελέτες)· "Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά - Μια ψυχοθεραπεία ειπωμένη δυό φορές" (με την Ginny Elkin)· "Θα φωνάξω την αστυνομία" που συνέγραψε με τον R.L.Berger (αφήγημα), ενώ ετοιμάζεται το βιβλίο "Υπαρξιακή ψυχοθεραπεία".

Ελένη Καντακουζηνή Βυζαντινή αυτοκράτειρα

Η Ελένη θάπτει τα σώματα του άνδρα της Δαυίδ της Τραπεζούντας και των δύο μεγαλύτερων γιων του Βασιλείου και Μανουήλ Μεγάλων Κομνηνών, παρά την απαγόρευση του Μωάμεθ Β΄.

 
10 Δεκεμβρίου 1396 (625 χρόνια πριν) πέθανε:

Ελένη Καντακουζηνή Βυζαντινή αυτοκράτειρα

Η Ελένη Καντακουζηνή (1333 - 10 Δεκεμβρίου 1396) ήταν Βυζαντινή αυτοκράτειρα ως σύζυγος του Ιωάννη Ε' Παλαιολόγου κόρη του αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ´Καντακουζηνού. [3]

Ο πατέρας της ήταν υιός του Μιχαήλ Καντακουζηνού, προβλεπτή (διοικητή) Μωρέως (1308-1316) και της Θεοδώρας (κόρης του στρατηγού Χανδρηνού). Η μητέρα της Ειρήνη Μίτσο-Ασέν ήταν κόρη του Ανδρονίκου (υιού του Ιβάν Γ' ηγεμόνα της Βουλγαρίας και της Ειρήνης Παλαιολογίνας) και της Ταρχανειώτη.

Αδέλφια της ήταν ο Μανουήλ δεσπότης του Μωρέως (1349-1380), ο Ματθαίος δεσπότης του Μωρέως (1380-1383) και μετά συναυτοκράτορας (1383-85), η Μαρία σύζυγος Νικηφόρου Β' Ορσίνι δεσπότη Ηπείρου και η Θεοδώρα σύζυγος του Ορχάν Οσμανιδών εμίρη της Βιθυνίας.


Πριν το γάμο τηςΣτις 15 Ιουνίου 1341 ο Ιωάννης Ε' διαδέχθηκε οκταετής τον πατέρα του με αντιβασιλιά τον Ιωάννη ΣΤ', ο οποίος εποφθαλμιούσε το θρόνο. Η μητέρα του Άννα της Σαβοΐας μαζί με τον πατριάρχη Ιωάννη ΙΔ' και τον Μέγα Δούκα Αλέξιο Απόκαυκο, όταν ο Ιωάννης ΣΤ' έλειπε τον Σεπτέμβριο του 1341 από την Κωνσταντινούπολη, τον απομάκρυναν αναλαμβάνοντας την αντιβασιλεία. Τότε ο Ιωάννης ΣΤ' που ήταν Μέγας Δομέστικος (αρχιστράτηγος), με τη βοήθεια του στρατού, του Στέφαν-Ουρός Δ' της Σερβίας και του Ορχάν εμίρη της Βιθυνίας, επικράτησε. Η συμμαχία με τον Ορχάν επισφραγίστηκε με το γάμο του με τη Θεοδώρα Καντακουζηνή, κόρη του Ιωάννη ΣΤ' και η Ελένη συνόδευσε την αδελφή και τη μητέρα της στη Σηλυμβρία, όπου έγινε ο γάμος. Το 1345 σκοτώθηκε ο Αλέξιος Απόκαυκος, το 1346 ο Ιωάννης ΣΤ' στέφθηκε μόνος του αυτοκράτορας στην Αδριανούπολη και το 1347 μπήκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συμφωνήθηκε να μείνει αυτοκράτορας για 10 έτη ακόμη με συναυτοκράτορα τον Ιωάννη Ε' και να παντρέψει την κόρη του Ελένη με αυτόν. Έτσι έληξε ο εμφύλιος των ετών 1341-47.συνέχεια στη βικιπαίδεια

Μοναστήρι της Παναγιάς της Βαρνάκοβας



To Μοναστήρι της Παναγιάς της Βαρνάκοβας

Το μοναστήρι της Παναγιάς της Βαρνάκοβας είναι το πέμπτο αρχαιότερο μοναστήρι της χώρας, ένα μόλις χρόνο νεώτερο από το Μεγάλο Μετέωρο. Ιδρύθηκε το 1077 από τον Όσιο Αρσένιο που ασκήτεψε σε μια σπηλιά, κοντά στο μοναστήρι.
Η Μονή γνώρισε τη μεγαλύτερη της ακμή στη δυναστεία των Κομνηνών οι οποίοι και την ενίσχυσαν σημαντικά. Δύο από τους οποίους, ο Αλέξιος και ο πατέρας του Εμμανουήλ, ασκήτεψαν στο μοναστήρι.
Καθ' όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας στην μονή λειτούργησε ένα από τα μεγαλύτερα κρυφά σχολειά της Ελλάδος. Με την πτώση του Μεσολογγίου στις 10 Απριλίου του 1826, πολλά γυναικόπαιδα που γλίτωσαν απ' τους Τούρκους βρήκαν καταφύγιο και βοήθεια στο μοναστήρι. Οι Τούρκοι αντιλαμβανόμενοι την σημασίας του μοναστηριού στον αγώνα του Ελληνισμού, το πολιόρκησαν και στις 26 Μαΐου του ίδιου έτους το κατέλαβαν. Ο ναός καταστράφηκε σε μεγάλο βαθμό τα δε άλλα κτίρια υπέστησαν μεγάλες καταστροφές. Το 1831 ο ναός αναστηλώθηκε, με προσωπικά χρήματα του κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια, με ενέχυρο την προσωπική του περιουσία.
Τις τελευταίες δεκαετίες η Μονή είχε περιέλθει σε μαρασμό ακολουθώντας την γενική οικονομική παρακμή της περιοχής. Από το 1985 και για 7 χρόνια η ένδοξη μονή της Βαρνάκοβας έμεινε έρημη και η ερείπωση ήταν θέμα χρόνου, ώσπου το 1998, έξι νέες μοναχές μετοίκησαν στην μονή και κυριολεκτικά την αναγέννησαν.
Σήμερα, το ιστορικό μοναστήρι ανακτεί την παλιά του αίγλη. Τα περισσότερα κτίρια έχουν ανασκευαστεί και οι νέες μοναχές καλωσορίζουν τον επισκέπτη σε έναν ιστορικό χώρο 9 και πλέον αιώνων. 

Τζορτζ ΜακΝτόναλντ Σκωτσέζος συγγραφέας



10 Δεκεμβρίου 1824 (197 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Τζορτζ ΜακΝτόναλντ Σκωτσέζος συγγραφέας

Ο Τζορτζ ΜακΝτόναλντ (1824-1905) (George MacDonald) ήταν Σκώτος συγγραφέας, ποιητής και ιερέας. Ήταν μια πρωτοποριακή φιγούρα στη λογοτεχνία, στο πεδίο του φανταστικού και μέντορας του φίλου του Λιούις Κάρολ. Το έργο του λειτούργησε ως καταλύτης σε έργα συναδέλφων του, καθώς μεγάλοι συγγραφείς έχουν επηρεαστεί από αυτόν, όπως ο Ουίσταν Ώντεν, ο Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, ο Κλάιβ Στέιπλς Λιούις, ο Γκ. Κ. Τσέστερτον, κ.ά.

Ο Κ.Σ. Λιούις έγραψε ότι τον θεωρούσε «πνευματικό του διδάσκαλο»: «Μια μέρα, βρήκα στο βιβλιοπωλείο ενός σιδηροδρομικού σταθμού ένα αντίτυπο από το βιβλίο του Phantastes κι άρχισα να το διαβάζω. Μια ώρα αργότερα, ήξερα ότι είχα διαβεί ένα μεγάλο σύνορο». Χαρακτηριστικός είναι άλλωστε, ο τρόπος με τον οποίον ο Λιούις αναφέρθηκε στον ΜακΝτόναλντ στο βιβλίο του Το μεγάλο διαζύγιο. Ο Γκ. Κ. Τσέστερτον ανέφερε το The Princes and the Goblin σαν ένα βιβλίο, που «άλλαξε ολόκληρη την ύπαρξή μου». Η Ελίζαμπεθ Γιέϊτς έγραψε για το Sir Gibbie: «Με συγκίνησε όπως με είχαν συγκινήσει στην παιδική μου ηλικία τα βιβλία, που μου άνοιξαν τις πύλες της λογοτεχνίας κι οι πρώτες επαφές μου με ευγενείς σκέψεις και λόγια ήταν απερίγραπτα συναρπαστικές». Ακόμη και ο Μαρκ Τουέην, που αρχικά δεν συμπαθούσε τον ΜακΝτόναλντ, στη συνέχεια έγινε φίλος του και υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις ότι επηρεάστηκε από αυτόν.

Εκτός από παραμύθια, ο ΜακΝτόναλντ έγραψε πολλά βιβλία χριστιανικής απολογητικής, σε πολλά από τα οποία υποστήριζε τον χριστιανικό ουνιβερσαλισμό.
Βιογραφία

Ο Τζορτζ ΜακΝτόναλντ γεννήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου το 1824, στο Αμπερντινσάιρ, στη Σκωτία. Ο πατέρας του ήταν αγρότης. Μεγάλωσε στο περιβάλλον της Κογκρεγκασιοναλιστικής προτεσταντικής εκκλησίας με μια ατμόσφαιρα καλβινισμού. Όμως ο Μακ Ντόναλντ δεν συμπαθούσε ορισμένες όψεις του καλβινισμού. Λέγεται ότι, όταν του εξήγησαν για πρώτη φορά το δόγμα του «απόλυτου προκαθορισμού», ξέσπασε σε κλάματα (παρ’ όλο που, για να τον ησυχάσουν, τον διαβεβαίωσαν ότι ήταν ένας από τους «εκλεκτούς»). Σε μυθιστορήματά του όπως ο Robert Falconer (1870) και η Λίλιθ , είναι φανερή η απόστασή του από την ιδέα ενός Θεού που η αγάπη του περιορίζεται σε ορισμένους εκλεκτούς και αρνείται τους άλλους ανθρώπους. Ιδιαίτερα στο τρίτομο βιβλίο του Unspoken Sermons (Άρρητα κηρύγματα) , δείχνει δείγματα βαθιάς θεολογικής γνώσης.

Ο ΜακΝτόναλντ φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Αμπερντίν και στο Ανεξάρτητο Κολλέγιο Χάιμπερι. Ήταν εξαιρετικά μελετηρός και διάβαζε όχι μόνο στ’ αγγλικά αλλά και στα ολλανδικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά, τα ιταλικά, τα ισπανικά, τα λατινικά και τα ελληνικά.

Το 1850 διορίστηκε ιερέας στο Άρουντελ. Το 1851 ολοκληρώνει τη μετάφραση των Δώδεκα πνευματικών ασμάτων του Νοβάλις και την ίδια χρονιά παντρεύεται τη Λουίζα Πάουελ (1822-1902), με την οποία θα κάνει έντεκα παιδιά: τη Λίλια (1852-1891), τη Μαίρη Ζόζεφιν (1853-1878)), την Κάρολιν Γκρέις (1854-1884), τον Γκρέβιλ Μάθεσον (1856-1944), που έγινε περίφημος γιατρός και συγγραφέας, την Ειρήνη (1857-1939), τη Γουίνιφριντ Λουίζα (1858-1946), τον Ρόναλντ (1860-1933), που έγινε και αυτός συγγραφέας, τον Ρόμπερτ Φάλκονερ (1862-1913), τον Μόρις (1864-1879), τον Μπέρναρντ Πάουελ (1865-1928) και τον Τζορτζ ΜακΚέϊ (1876-1909).

Αργότερα όμως ήρθε σε ρήξη με μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, διότι τα κηρύγματά του, στα οποία μιλούσε για την αγάπη του Θεού προς όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, δεν έβρισκαν σύμφωνη την Κογκρεγκασιοναλιστική εκκλησία. Έτσι ο μισθός του περικόπηκε στο μισό και τελικά παραιτήθηκε το 1853. Ωστόσο, δεν σταμάτησε να κηρύττει και να δίνει ομιλίες. Μάλιστα ο Άρτσιμπαλντ Τέιτ (1811-1882), αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι, που τον άκουσε στην Bordighera, είπε ότι δεν είχε συναντήσει ποτέ του καλύτερο κήρυκα από τον ΜακΝτόναλντ.

Μετά την παραίτησή του, για να ζήσει την οικογένειά του ο ΜακΝτόναλντ εργάστηκε σε διοικητικό πόστο στο Μάνστεστερ, αλλά αναγκάστηκε να φύγει εξαιτίας της εύθραυστης υγείας του. Έπειτα από σύντομη παραμονή στο Αλγέρι, εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο και καταπιάστηκε με διάφορες δουλειές, μεταξύ αυτών, και του δασκάλου. Το 1868 ο ΜακΝτόναλντ πήρε το δίπλωμα του καθηγητή Φιλολογίας. Επίσης, περιόδευσε τις ΗΠΑ, το 1872, δίνοντας αρκετές διαλέξεις.

Το 1877 συνταξιοδοτείται και το 1879 μετακομίζει με την οικογένειά του στην ιταλική κωμόπολη Bordighera, κοντά στα γαλλικά σύνορα, όπου έγραψε τα μισά σχεδόν από τα έργα του κι έζησε μέχρι το 1900. Στην πόλη υπήρχε Αγγλικανική εκκλησία, στην οποία πήγαινε να λειτουργηθεί. Εκεί ίδρυσε μάλιστα μια λογοτεχνική λέσχη, ονόματι Casa Coraggio (Ο οίκος του θάρρους), που σύντομα έγινε ένα από τα γνωστότερα πνευματικά κέντρα.

Το 1902 μετακομίζει στο St George's Wood, στο Haslemere, ένα σπίτι που σχεδίασε γι’ αυτόν ο γυιός του Ρόμπερτ Φάλκονερ και την κατασκευή του επέβλεψε ο μεγαλύτερος γυιός του, ο Γκρέβιλ Μακ Ντόναλντ.

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1890 η υγεία του άρχισε να κλονίζεται. Το 1902 πεθαίνει η σύζυγός του, με την οποία έζησαν μαζί πάνω από πενήντα χρόνια. Τρία χρόνια μετά, το 1905, ο Τζορτζ ΜακΝτόναλντ πεθαίνει στο Άστεντ της Αγγλίας.

Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε περί το 1855 και μέχρι τον θάνατό του προκαλούσε πάντα την προσοχή αλλά και το ενδιαφέρον των κριτικών και του κοινού.

Δημοσίευσε περισσότερα από πενήντα βιβλία, τα οποία ήταν σχετικά με την ποίηση, τα μυθιστορήματα, τα διηγήματα, τις παιδικές φανταστικές ιστορίες κ.ά.[8]
Έργο

Τα δυο πρώτα βιβλία που έγραψε ο Τζόρτζ ΜακΝτόναλντ, ήταν ποιήματα – Within and Without: A Dramatic Poem (1855) και Poems (1857) – και ποτέ του δεν σταμάτησε να γράφει ποίηση, βασικά σε μορφή σονέτων. Τα πιο γνωστό βιβλία του όμως, είναι τα Phantastes (1858), At the Back of the North Wind (1871) και Λίλιθ (1895), όλα τους βιβλία φαντασίας, καθώς και παραμύθια όπως τα «The Light Princess» (1864), «The Golden Key» (1867), και «The Wise Woman» (1875). «Δεν γράφω για τα παιδιά», έλεγε, «αλλά για όποιον έχει παιδική καρδιά, είτε είναι πέντε, πενήντα ή εβδομήντα πέντε χρονών».

Οι βασικές επιρροές που δέχτηκε ήταν από τα έργα των Γερμανών ρομαντικών (Γκαίτε, Σίλερ, Χάινε), με τα οποία ήρθε σε επαφή από τα 18 του χρόνια, ιδιαίτερα από την πλούσια φαντασία του Νοβάλις, του Ε.Τ.Α. Χόφμαν και του ντε λα Μοτ Φουκέ, από το μυστικισμό του Γιάκομπ Μπέμε, του Σβέντενμποργκ, και από τους Άγγλους ρομαντικούς Κόλεριτζ και Γουόρντσουορθ.

Δημοσίευσε επίσης βιβλία με τα θεολογικά κηρύγματά του (Unspoken Sermons, The Miracles of our Lord, κ.α.).

Κατά την παραμονή του στην Ιταλία, οργάνωνε στην Casa Corragio συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις, ενώ κάθε Τετάρτη απήγγειλε στίχους από την καλύτερη βρετανική ποίηση.

Είχε γνωριστεί με πολλούς σπουδαίους λογοτέχνες του καιρού του. Όπως φαίνεται από μια παλιά ομαδική φωτογραφία, γνωριζόταν με τον Ντίκενς, τον Θάκερυ, τον Τένυσον, τον Γουίλκι Κόλινς, τον Τρόλοπ και τον Τζόρτζ Λιούις. Μάλιστα κατά την παραμονή του στις ΗΠΑ έκανε παρέα με τον Λονγκφέλοου και τον Ουώλτ Ουίτμαν. Ήταν επίσης φίλος με τον περίφημο συγγραφέα, ποιητή, καλλιτέχνη, δοκιμιογράφο και τεχνοκριτική Τζον Ράσκιν, ο οποίος έλεγε ότι τα Unspoken sermons ήταν το καλύτερο βιβλίο κηρυγμάτων που είχε διαβάσει ποτέ. Μάλιστα ο ΜακΝτόναλντ τού αφιέρωσε το θεολογικό βιβλίο του The miracles of our Lord (1870).

Τέλος, υπήρξε μέντορας του Λιούις Κάρολ. Η ενθουσιώδης υποδοχή της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων από τον Μακ Ντόναλντ και τις κόρες του, έπεισε τον Κάρολ να προχωρήσει στην έκδοση αυτού του περίφημου πλέον βιβλίου του. συνέχεια στη βικιπαίδεια

Γλυκό του κουταλιού... κολοκύθα

 


Γλυκό του κουταλιού... κολοκύθα
Το φίλο σου κέρασε … γλυκό του κουταλιού... Και τον εχθρό σου πάστα!

• 1 κιλό κολοκύθα βγαλμένη με την αρίδα (ένα ειδικό μηχάνημα) ή στρόγγυλες μπάλες με το μηχάνημα που βγάζουμε τις στρόγγυλες πατατούλες. Αν βρούμε στη λαϊκή αγορά αγοράζουμε την κολοκύθα έτοιμη.

• 1,5 κιλό ζάχαρη
• 5 ποτήρια νερό
• 1 κούπα τσαγιού μέλι
• 2 βανίλιες ή 2 κλαράκια αρμπαρόριζα
• ½ του χυμό ενός λεμονιού
• 1 κουταλιά ξινό (σε σκόνη)
• 1 κούπα λιωμένη ασβέστη

Σε μία λεκάνη βάζουμε νερό, ρίχνουμε τον ασβέστη και κάνουμε ένα αραιό μείγμα. Βάζουμε μέσα τα κομμάτια της κολοκύθας και τα αφήνουμε για 2 ώρες περίπου.

Ξεπλένουμε με χλιαρό νερό την κολοκύθα πολύ καλό και πολλές φορές για φύγει ο ασβέστης. Με πολύ καυτό νερό τη ζεματίζουμε και την αφήνουμε με το καυτό νερό για 10 λεπτά. Στη συνέχεια τη βάζουμε σε κρύο νερό μέσα στο οποίο έχουμε λιώσει το ξινό και την αφήνουμε για μία ώρα.

Σε μία κατσαρόλα βάζουμε την ζάχαρη, το μέλι και το νερό και το βράζουμε για 5 λεπτά. Ρίχνουμε τα κομμάτια της κολοκύθας μέσα στο σιρόπι και χαμηλώνουμε τη φωτιά. Κατά την διάρκεια του βρασμού αφαιρούμε τον αφρό που δημιουργείτε στην επιφάνεια της κατσαρόλας.

Μετά από μισή ώρα κλίνουμε την φωτιά και αφήνουμε το γλυκό να κρυώσει. Την άλλη μέρα ξαναβράζουμε το γλυκό μας για να δέσει το σιρόπι. Πριν το κατεβάσουμε από τη φωτιά ρίχνουμε το χυμό του λεμονιού,τις βανίλιες ή την αρμπαρόριζα και αφού πάρει μία βράση κατεβάζουμε το γλυκό από τη φωτιά και το σερβίρουμε σε αποστειρωμένα βάζα.

Κλείνουμε με καινούρια καπάκια και γυρίζουμε τα βάζα ανάποδα μέχρι να κρυώσει το γλυκό μας.

Μικρό μυστικό: Αν θέλουμε να είναι το σιρόπι μας γυαλιστερό πριν το κατεβάσουμε από τη φωτιά ρίχνουμε μέσα 2 κουταλιές γλυκόζη και ανακατεύουμε πολύ καλά. Το γλυκό μας θα πάρει πολύ ωραίο γυαλιστερό χρώμα.
manitarosyntages.blogspot.gr

ιδρύεται το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο 10 Δεκεμβρίου 1900


10 Δεκεμβρίου 1900 (121 χρόνια πριν):

Υπογράφεται από τον Ύπατο αρμοστή της Κρητικής πολιτείας πρίγκιπα Γεώργιο ο νόμος 265 με τον οποίο ιδρύεται το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο.

Το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο ήταν χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, το οποίο ιδρύθηκε το 1900 στην ανεξάρτητη τότε Κρητική Πολιτεία και λειτουργούσε στην Ελλάδα μέχρι το 2013, οπότε και διασπάστηκε σε "καλή" και "κακή" τράπεζα. με το "καλό" κομμάτι να λειτουργεί υπό την ονομασία «Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο», ενώ το ίδιο έτος πωλήθηκε στον όμιλο Eurobank, ο οποίος το απορρόφησε διατηρώντας αρχικά το δίκτυο καταστημάτων του διακριτό, με τη σήμανση «Δίκτυο Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο».
Ιστορικό
Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο

Λίγα χρόνια μετά την ίδρυση της Τράπεζας Κρήτης αποφασίστηκε από την Κρητική Πολιτεία η ίδρυση ενός ακόμα πιστωτικού ιδρύματος στο νησί. Στις 10 Δεκεμβρίου 1900 υπογράφηκε από τον Ύπατο αρμοστή της Κρητικής πολιτείας Πρίγκιπα Γεώργιο ο νόμος 265 περί Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, ο οποίος δημοσιεύτηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1900 ενώ η επίσημη έναρξη των εργασιών του έγινε το 1902 στα 20 περίπου ταχυδρομικά γραφεία τα οποία ήταν διάσπαρτα στο νησί.

Η έκδοση του πρώτου βιβλιαρίου του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, το οποίο ήταν στο όνομα του πρίγκιπα Γεωργίου έγινε τον Απρίλιο του 1903. Το 1909 οι δραστηριότητές του επεκτάθηκαν και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Λίγο μετά την ένωση της Κρητικής Πολιτείας με την υπόλοιπη Ελλάδα, το 1914-1915 η έδρα του μεταφέρθηκε στην Αθήνα.

Το ταχυδρομικό ταμιευτήριο έπαιξε σημαντικό ρόλο στη χρηματοδότηση δημοσίων έργων κυρίως την περίοδο του μεσοπολέμου. Προσπάθησε να εμπεδώσει την έννοια της αποταμίευσης στους Έλληνες από την εποχή της ίδρυσής του με διάφορες δράσεις. Έτσι με αφορμή την Παγκόσμια μέρα αποταμίευσης στις 31 Οκτωβρίου κάθε έτους θεσμοθέτησε την ετήσια βράβευση της καλύτερης μαθητικής έκθεσης με θέμα την αποταμίευση.

Το 2002 η εταιρική μορφή του μετατράπηκε, με τον νόμο 3082/2002, σε ανώνυμη εταιρεία ενώ το 2006 του χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος την οποία δεν είχε αφού λειτουργούσε για χρόνια ως δημόσια υπηρεσία, απευθείας υπαγόμενη στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών. Το ίδιο έτος εισήχθη στο χρηματιστήριο αξιών Αθηνών. συνέχεια στη βικιπαίδεια

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΣΙΓΗ της Ευδοξίας Γραμμένου *


 

 

 

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΣΙΓΗ
της Ευδοξίας Γραμμένου *

Ο πόνος σου είναι έρωτας, η μοναξιά φοβάται τη μορφή σου. Ο άνεμος με κάνει ένα με ‘σένα. Ακούω τη φωνή σου κι η θάλασσα συμφωνεί μαζί μου. Τα δάκρυά μου γίνονται στίχοι και πέφτουν πάνω στο κερί της ευτυχίας. Το ουράνιο τόξο κρύβεται ακόμα πίσω σου. Βγαίνει αργά πίσω απ’ την κουρασμένη μα ακόρεστη πλάτη σου, περνάει στα χέρια σου για να φτάσει στην ψυχή μου. Άφησέ το! Ο ήλιος γεννιέται στο πρόσωπό σου και η ομορφιά σου διώχνει τα σύννεφα… Μείνε!
Η ομορφιά της ψυχής σου με κάνει να πιστεύω σε σένα.
Σαν αρχαίος θεός γεννιέσαι απ’ την καταστροφή, ο ήχος του Αχέρωντα φωνάζει το όνομά σου… Η ανάσα μου χαϊδεύει τα μαλλιά σου πριν την καταστροφή και χάνεται στον άνεμο που ουρλιάζει από πόνο. Αχ, η ψυχή μου είναι πολύ δυνατή για να σε εγκαταλήψει. Θα ξανα γεννηθούμε στη χώρα του Μαρσύα και ο πόλεμος θα είναι δικός μας. Η πίστη νικά την καταστροφή κι εσύ κρατάς τη νίκη στα χέρια… Φτιάχτηκα απ’ το πλευρό σου και με έκανες κομμάτι σου. Εσύ με διάλεξες. Το χαμόγελό σου θα κάνει τη Γη να κινείται και την Άνοιξη να έρθει. Ξανά… Ξανά!
Απ’ τη μέρα γεννιέται η ίδια μέρα και η μοναξιά πλυμμηρίζει την ψυχή. Ο κόσμος γεμίζει απ’ τη σκέψη σου και η ζωή αποκτά νόημα απ’ την αγάπη μου. Είσαι καλός… Δεν είσαι, λες. Κι όμως… Μην υποστηρίζεις το αντίθετο. Εμείς τι ήμασταν; Δεν τα καταφέρνεις…
Η μουσική και τα κεριά η συντροφιά μου. Δεν είναι ωμό το σκοτάδι, είναι ζεστό από τη φλόγα των κεριών. Των κεριών της ελπίδας που καίει μέσα μου και φωτίζει το σκοτάδι που έφερες στην ψυχή μου. Σου δείχνει το δρόμο. Κοίτα… Κοίτα! Τα κεριά μου ζεσταίνουν το κορμί, αλλά μόνο εσύ θα ζεστάνεις την ψυχή μου. Η ανθρώπινη μουσική μου κρατάει συντροφιά γιατί η θεϊκή βγαίνει μόνο απ’ το ανώριμο στόμα και την παιδική ψυχή σου.
Το άγγιγμά σου έχει μείνει χαραγμένο στη λευκή και ματωμένη σάρκα μου. Εδώ θα είναι. Θα το φροντίσω… Να μη γιατρευτεί ποτέ. Τα μάτια μου αναζητούν τη μορφή σου και τα χέρια μου την υφή του προσώπου σου. Μα τι λέω… Μου τα πήρες όλα. Χωρίς καρδιά δε λειτουργούν, χωρίς αίμα δε λαχταρούν.
Η θλίψη κάνει αδύναμο το κορμί και το δάκρυ φαίνεται βαρύ. Η φωτιά στο τζάκι σβήνει… Να μαζέψω τη στάχτη, να την βάλω στο γκρι κουβά με το γκρι φτυάρι. Να τη βάλω παντού πάνω στο σώμα μου να γίνω ίδια με τη ζωή μου. Να την πετάξω στον τοίχο, να γίνει μαύρος να μη φαίνεται ο πόνος. Να την αφήσω να με κατασπαράξει. Να την κάνω συναίσθημα και να την καταπιώ. Να την πετάξω απ’ το παράθυρο να έρθει να σε βρει. Έλα… Έλα εσύ!
Του φεγγαριού έχεις κλέψει τη γαλήνη και ψάχνει θυμωμένο να σε βρει. Θα σε προστατέψω. Τη στάχτη μου πετώ, να πάρει αυτό το μαύρο σάπιο χρώμα, τα αστέρια του ποτέ μην ξαναδεί. Για να καταλάβει… Κράτα τη γαλήνη του και μη φοβάσαι. Την ομορφιά του στη χαρίζει. Κράτησέ την… Κράτα την!
Η θλίψη δεν αφήνει τη φωνή να βγει. Μένει στο κορμί και σφίγγει την καρδιά μου. Πάρε αυτό το κομμάτι χαρτί και ρίξ’ το στον αέρα. Γιατί ο αέρας είναι ελαφρής και τα λόγια μου βαριά. Δεν θα αντέξεις να το δεις, μήτε να τα’ ακούσεις. Δεν έχεις καρδιά γι αυτό. Μα τι λέω… Έχεις τη δικιά μου.
Αν δεν υπήρχες, δε θα είχα γεννηθεί. Αν υπάρχεις γιατί πέθανα; Μην κόψεις την κλωστή. Θα σπάσει η καρδιά που σου ανήκει. Θα σπάσει ένα κομμάτι σου κι εγώ δε θέλω να πάθεις κακό!! Ούτε τα δάκρυα δεν αντέχουν τον πόνο. Σταματούν να κυλάνε, σταματούν να μιλάνε. Περιμένουν τον γυρισμό για να τρέξουν στο δικό σου μέτωπο γεμάτα χαρά. Και δε θα τα ξανα δούμε… Μην τα κοιτάς!
Το τσίμπημα… Αχ, το τσίμπημα της απόγνωσης πληγώνει το μυαλό, το κορμί, την ψυχή. Καρδιά δεν έχω. Κι ούτε θέλω. Θέλω; Που να ξέρω πια…
Οι σκέψεις τρώνε κάθε μέρα το μυαλό μου και πετάνε τα κόκκαλά του στο παρτέρι της ζωής μου. Μαραίνεται… Τι με νοιάζει… Καλύτερα. Να μείνουν τα αγκάθια, να πεταχτούν σε σένα. Μα τι λέω… Όχι. Όχι! Δεν το θέλω… Οι τύψεις σου;
Στο χιόνι το πηχτό αίμα. Είναι ακόμα ζωντανό. Νιώθω το κρύο. Ο άνεμος τρυπάει το κορμί μου κι εσύ είσαι μέσα. Προσπαθείς να κλέψεις λίγη ζεστασιά. Να κρυφτείς σαν το φυγά. Αλλά παγωνιά. Η βροχή τρυπάει βασανιστικά και λυτρωτικά το κορμί μου. Θα σε βρει… Τα δάκρυά μου ενισχύουν τη βροχή κι η σιωπή σου τη θυμώνει. Δε σε νοιάζει…
Ξέρεις κάτι; Να ξέρεις κάτι… Πιστεύω σε σένα.
Κι ούτε με νοιάζει…

Η Ευδοξία Γραμμένου γεννήθηκε στο Αγρίνιο το χειμώνα του 1991. Είναι φοιτήτρια στο τμήμα Βιβλιοθηκονομίας του Τ.Ε.Ι. Αθήνας, της αρέσει η μουσική, η λογοτεχνία, η ζωγραφική, τα ταξίδια και ό,τι την κάνει να νιώθει ελεύθερη. Βλέπει αισιόδοξα τη ζωή και το μέλλον της και δε φοβάται να αντιμετωπίζει ότι προκύπτει σε αυτό. Τα τελευταία 7 χρόνια εκφράζεται μέσα από τη μουσική, τα διηγήματα και άλλα κείμενα. [ facebook ] [ e-mail ]

πηγή http://www.onestory.gr/post/34020709025

Κόκκινο Σύννεφο Ινδιάνος αρχηγός



10 Δεκεμβρίου 1909 (112 χρόνια πριν) πέθανε:

Κόκκινο Σύννεφο Ινδιάνος αρχηγός

Το Κόκκινο Σύννεφο (αγγλικά: Red Cloud, λακότα: Maȟpíya Lúta, 1822 – 10 Δεκεμβρίου 1909) ήταν πολέμαρχος και φύλαρχος των Ογκλαλά Λακότα, φυλής των Σιού, ιθαγενών της Βόρειας Αμερικής. Ήταν από τους πιο ικανούς ιθαγενείς ηγέτες αντιπάλους του στρατού των Η.Π.Α., ενώ ηγήθηκε εκστρατείας το 1866–1868, για τον έλεγχο του βορειοανατολικού Ουαϊόμινγκ και της νότιας Μοντάνα.

Μετά την υπογραφή συνθήκης ειρήνης το 1868, αγωνίσθηκε με ειρηνικά μέσα για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής της φυλής του, ενώ κατά το 1876-77 δεν συμμετείχε με τους υπόλοιπους φυλάρχους των Λακότα, όπως τον Καθιστό Ταύρο και Τρελό Άλογο, στον πόλεμο κατά του στρατού των Η.Π.Α..

 

Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ "Θάλασσα του Πρωιού"





Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ "Θάλασσα του Πρωιού"

Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· όλα

ωραία και μεγάλα φωτισμένα.

Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)·
κι όχι κ’ εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής. 

Δημοφιλείς αναρτήσεις Τελευταίες 7 ημέρες