Δευτέρα, Νοεμβρίου 22, 2021

Τζορτζ Έλιοτ Αγγλίδα συγγραφέας



22 Νοεμβρίου 1819 (202 χρόνια πριν) γεννήθηκε:

Τζορτζ Έλιοτ Αγγλίδα συγγραφέας

Τζορτζ Έλιοτ (αγγλικά: George Eliot) είναι το λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Μαίρυ Ανν Έβανς (22 Νοεμβρίου 1819 – 22 Δεκεμβρίου 1880), Αγγλίδας μυθιστοριογράφου. Ήταν μία από τις κορυφαίες συγγραφείς της Βικτωριανής εποχής. Τα μυθιστορήματά της, που συνήθως αφηγούνταν τη ζωή στην επαρχιακή Αγγλία, είναι γνωστά για τον ρεαλισμό και την ψυχολογική οξυδέρκειά τους.

Χρησιμοποιούσε ανδρικό λογοτεχνικό ψευδώνυμο, γιατί, όπως είχε πει, ήθελε να είναι σίγουρη ότι θα πάρουν στα σοβαρά τα έργα της. Οι γυναίκες συγγραφείς ήταν ελεύθερες να δημοσιεύουν τα έργα τους με το δικό τους όνομα, αλλά η Έλιοτ ήθελε να εξασφαλίσει ότι δεν θα θεωρούνταν απλά μία συγγραφέας ρομάντζων. Ένας ακόμη λόγος εικάζεται ότι μπορεί να ήταν η επιθυμία της να προστατεύσει την προσωπική της ζωή και να εμποδίσει τη δημιουργία σκανδάλου σχετικά με την σχέση της με τον παντρεμένο φιλόσοφο και λογοτεχνικό κριτικό Τζορτζ Χένρυ Λούις.

Βιογραφία

Η Τζορτζ Έλιοτ, περί το 1865.

Η Μαίρυ Ανν (ή Μάριαν) Έβανς ήταν η μικρότερη κόρη του Ρόμπερτ και της Κριστιάνα Έβανς. Ο πατέρας της ήταν διαχειριστής του Arbury Hall Estate στο Ουόρικσιρ. Κατά την παιδική της ηλικία ήταν πολύ δεμένη με τον αδερφό της Άιζακ, και η σχέση τους αυτή αντικατοπτρίζεται στη σχέση της Μάγκι Τάλλιβερ και του αδερφού της Τομ στο μυθιστόρημά της The Mill on the Floss. Όταν ήταν ακόμη παιδί, ήταν πολύ έξυπνη και είχε πρόσβαση στη βιβλιοθήκη του Arbury Hall, αλλά ήταν σχετικά αποκομμένη από πολιτισμικές δραστηριότητες.

Το 1836 η μητέρα της πέθανε και η Μαίρυ Ανν έγινε οικονόμος του σπιτιού, ενώ παράλληλα συνέχιζε τις σπουδές της και μάθαινε γερμανικά και ιταλικά. Όταν ήταν 21 ετών, ο αδερφός της παντρεύτηκε και η ίδια με τον πατέρα της μετακόμισαν στο Κόβεντρυ. Σε αυτό το νέο, πιο προοδευτικό περιβάλλον, οι πνευματικοί ορίζοντες της Έβανς διευρύνθηκαν. Γνώρισε τους προοδευτικούς διανοούμενους Charles και Caroline Bray και άρχισε να συναναστρέφεται ανθρώπους με ριζοσπαστικές πολιτικές και θρησκευτικές απόψεις, ανάμεσα στους οποίους και οι Χέρμπερτ Σπένσερ, Χάρριετ Μαρτινώ και Ραλφ Ουώλντο Έμερσον. Αυτές οι συναναστροφές αλλά και οι δικές της θεολογικές μελέτες την οδήγησαν σε αμφισβήτηση των θρησκευτικών της πεποιθήσεων, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τον κλονισμό της σχέσης της με τον πατέρα της. Ωστόσο, εξακολούθησε να μένει μαζί του ως οικονόμος του, και συμβιβάστηκε με το να πηγαίνουν έστω και τυπικά, μαζί στην εκκλησία.

Αυτή η ενασχόλησή της με θεολογικά ζητήματα είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση του πρώτου της βιβλίου, το 1846, που ήταν μια μετάφραση του έργου του Γερμανού Ντάβιντ Φ. Στράους, Life of Jesus. Η μετάφραση αυτή ήταν το μόνο έργο της που έφερε το πραγματικό της όνομα.

Μετά το θάνατο του πατέρα της το 1849, ταξίδεψε με τους Μπρέυ στην Ελβετία, και επιστρέφοντας στην Αγγλία, εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, στο σπίτι του εκδότη Τζον Τσάπμαν, ο οποίος είχε πρόσφατα αγοράσει την εφημερίδα Westminster Review, γνωστή για τις αριστερές της θέσεις, στην οποία είχε υπάρξει συντάκτης και ο Τζον Στιούαρτ Μιλλ. Η Έβανς ανέλαβε τη θέση του βοηθού συντάκτη και δημοσίευσε και αρκετά δοκίμια και κριτικές της, συμπεριλαμβανομένου και του Margaret Fuller and Mary Wollstonecraft.

To 1851 γνώρισε τον Τζορτζ Χένρυ Λούις, κριτικό λογοτεχνίας και φιλόσοφο, με τον οποίο άρχισε να συζεί το 1854. Ο Λούις ήταν παντρεμένος με την Άγκνες Τζέρβις και είχαν τρία παιδιά, όμως είχαν αποφασίσει να έχουν ανοιχτό γάμο, και η Τζέρβις είχε κάνει και άλλα παιδιά με κάποιον άλλο άνδρα. Παρόλα αυτά, ο Λούις δεν κατάφερε να πάρει διαζύγιο, και η απόφαση της Έβανς να ζήσει μαζί του ως ερωμένη του ήταν αρκετά επίπονη, και οδήγησε στη διάλυση αρκετών κοινωνικών και οικογενειακών δεσμών της, και κυρίως στην αποξένωσή της από τον αδερφό της, ο οποίος δεν της ξαναμίλησε ποτέ.

Το 1854 ταξίδεψε με τον Λούις στη Βαϊμάρη και στο Βερολίνο για ερευνητικούς σκοπούς. Τον ίδιο χρόνο δημοσιεύτηκε άλλη μία μετάφρασή της από τα γερμανικά, το Essence of Christianity του Λούντβιχ Φόιερμπαχ. Όταν επέστρεψαν από τη Γερμανία, απείχαν από τη λογοτεχνική κοινότητα του Λονδίνου, λόγω του σκανδάλου της σχέσης τους και της δυσκολίας της Βικτωριανής κοινωνίας να την αποδεχθεί.

Ο Λούις την ενθάρρυνε να ασχοληθεί συστηματικά με την λογοτεχνία, και το 1857 άρχισε να δημοσιεύεται τμηματικά το Scenes of Clerical Life. Το ψευδώνυμο Τζορτζ Έλιοτ δημιούργησε την εντύπωση πως επρόκειτο για άνδρα συγγραφέα. Το 1859 ακολούθησε το μυθιστόρημα Adam Bede, που έγινε αμέσως ιδιαίτερα δημοφιλές, και το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού για την ταυτότητα του συγγραφέα εντάθηκε. Εντέλει, η Έβανς αποκάλυψε πως αυτή ήταν η συγγραφέας, και παρόλο που πολλοί από τους θαυμαστές της σοκαρίστηκαν από την προσωπική της ζωή, αυτό δεν επηρέασε τελικά τη δημοτικότητά της ως συγγραφέα.

Τις δεκαετίες 1860 και 1870 η Τζορτζ Έλιοτ έγραψε άλλα επτά μυθιστορήματα, τα περισσότερα από τα οποία είχαν εξίσου μεγάλη επιτυχία με το Adam Bede. Η Βιρτζίνια Γουλφ είπε για το Middlemarch ότι "είναι ένα από τα λίγα αγγλικά μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί για ώριμους ανθρώπους".

Τα μυθιστορήματα της Έλιοτ είναι επηρεασμένα από το έργο της Τζέην Ώστεν, ως προς το ενδιαφέρον για τη ζωή στην επαρχία και τη σάτιρα των ανθρώπινων κινήτρων. Όμως, η Έλιοτ εξετάζει τα θέματα αυτά υπό φιλοσοφικό και ψυχολογικό πρίσμα, που διαφέρει από την οπτική γωνία της Ώστεν. Το έργο της Έλιοτ συνδυάζει τον εκτενή φιλοσοφικό διαλογισμό με την λεπτομερή ανάλυση των κινήτρων και των συναισθημάτων των χαρακτήρων της. Όπως παρατήρησε και ο Όσκαρ Ουάιλντ το 1897, η Έλιοτ "είναι η ενσάρκωση της φιλοσοφίας στη μυθιστοριογραφία". 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις Τελευταίες 7 ημέρες